Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2008

Δημήτρης Τζιόβας Τα σύνορα της σύγκρισης

Τα σύνορα της σύγκρισης

* Μπορούμε να μιλούμε για περιφερειακή νεωτερικότητα ή μετανεωτερικότητα; Πώς τις ορίζουμε και πώς διαγράφουμε τα όριά τους;


Δ. ΤΖΙΟΒΑΣ

Είναι σήμερα εφικτές οι συγκρίσεις πολιτισμών, λογοτεχνιών και γλωσσικών πρακτικών και σε τι μπορεί να χρησιμεύουν; Ως ποιον βαθμό προσέφεραν ως τώρα πολιτισμική αναγνώριση στην πολιτική και οικονομική διάταξη του κόσμου ή αναπαρήγαγαν τις σχέσεις κέντρου και περιφέρειας; Η πολιτισμική σύγκριση, όπως και η σύγκρουση, προϋποθέτει την αυτονομία των συγκρινόμενων και έναν κόσμο που αποτελείται από διακριτές οντότητες. Προϋποθέτει επίσης τη διαφορά, αλλά το ζήτημα είναι πώς παράγεται αυτή καθώς τονίζονται όλο και περισσότερο τα διαπερατά και ευάλωτα όρια πολιτισμών και λογοτεχνιών. Καθώς η ιεράρχηση παραχωρεί τη θέση της στον πολιτισμικό διάλογο και η πολιτισμική υβριδικότητα της παγκοσμιοποίησης τείνει να αναιρέσει τη σύγκριση, σημασία σήμερα δεν έχει απλώς το τι εξάγεται ή εισάγεται αλλά κυρίως η αμφίδρομη διαδικασία της πρόσληψης και η πολυπλοκότητα της ανταλλαγής.

Η κυρίαρχη μέθοδος της συγκριτολογικής μελέτης ως τώρα στην Ελλάδα ήταν η διερεύνηση της δεξίωσης ενός συγγραφέα, ενός λογοτεχνικού είδους ή τρόπου γραφής. Αυτός ο τρόπος σύγκρισης αφενός βασίζεται στην πολιτισμική ιεράρχηση και αφετέρου είναι κατ' εξοχήν ευρωκεντρικός και δυτικοκεντρικός. Κανείς δεν σκέφτηκε, για παράδειγμα, να συγκρίνει την εξέλιξη του αφρικανικού μυθιστορήματος με εκείνη του νεοελληνικού, καίτοι παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες. Η συγκριτολογική μελέτη ήταν συνήθως αιτιακή και σχολαστική, δεν είχε φαντασία και δεν τολμούσε παραλληλισμούς. Μπορεί να αναφερόταν σε κάποιες εγχώριες αντιστάσεις, προσαρμογές ή ιδιορρυθμίες όσον αφορά την πρόσληψη λογοτεχνικών προτύπων ή μεγάλων συγγραφέων, βασιζόταν όμως συχνά στην υποδεέστερη θέση και σχεδόν παθητική στάση του δέκτη. Τα τελευταία χρόνια όμως οι συγκριτολογικές προσεγγίσεις ξεπερνούν τα στενά όρια των επιδράσεων και επεκτείνονται σε ευρύτερα πολιτισμικά συμφραζόμενα ή σε ευρηματικότερους και λιγότερο ευρωκεντρικούς παραλληλισμούς.

Πολιτισμικοί ιστορικοί και ανθρωπολόγοι, για παράδειγμα, θέτουν το ζήτημα μιας «μεταφορικής» ή «νοητικής» αποικιοποίησης της Ελλάδας από την Ευρώπη. Οπως παρατηρεί ο Στάθης Γουργουρής στην πρόσφατα μεταφρασμένη στα ελληνικά μελέτη του Εθνος-Ονειρο: Διαφωτισμός και θέσμιση της σύγχρονης Ελλάδας (Εκδόσεις Κριτική 2007), η Ελλάδα του 18ου αιώνα είναι ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα της αποικιοκρατικής Ευρώπης χωρίς να έχει ουσιαστικά ποτέ αποικιοποιηθεί. Ενας χώρος, σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Μάικλ Χέρζφελντ, ιερός, ως ο μυθικός πρόγονος του ευρωπαϊκού πολιτισμού, και ταυτόχρονα μολυσμένος από τον βάρβαρο οθωμανισμό, ταυτόχρονα πανευρωπαϊκός και ανατολικός, οικείος και εξωτικός.

Ο Χέρζφελντ, συγκρίνοντας την Ελλάδα με την Ταϊλάνδη, πρότεινε πρόσφατα τον όρο «κρυπτο-αποικιοποίηση» για να προσδιορίσει «τον αποκλεισμό ορισμένων χωρών από την πρόσβαση στα παγκοσμίως κυρίαρχα πλεονεκτήματα της νεωτερικότητας («The Absent Presence: Discourses of Crypto-Colonialism», The South Atlantic Quarterly, 2002). Αυτός ο αποκλεισμός, υποστηρίζει, αντανακλάται στην ιστορία της ανθρωπολογίας. Ενώ οι πρώην αποικίες κατέστησαν σοβαρά αντικείμενα θεωρητικού στοχασμού, οι κρυπτο-αποικίες είχαν πιο αμφίσημη και προβληματική σχέση με την παραγωγή ανθρωπολογικής θεωρίας. Δύο άλλες μελέτες που κυκλοφόρησαν στα αγγλικά το 2007 προτείνουν νέες συγκριτολογικές προσεγγίσεις είτε στον χώρο των πολιτισμικών σπουδών είτε ξεφεύγοντας από το δυτικοκεντρικό μοντέλο σύγκρισης.

Η πρώτη γραμμένη από τον Δημήτρη Παπανικολάου (Singing Poets: Literature and Popular Music in France and Greece, Εκδόσεις Legenda) εστιάζει στα μουσικά δρώμενα στη Γαλλία και στην Ελλάδα την περίοδο 1945-1975, διερευνώντας τις σχέσεις ποίησης και λαϊκού τραγουδιού, προφορικότητας και κειμενικότητας, λαϊκότητας και μοντερνισμού. Αναλύοντας τραγούδια των Μπρασένς, Φερέ, Μπρελ, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και Σαββόπουλου συζητά τη λειτουργία του συγγραφέα και την έννοια του έντεχνου λαϊκού. Πώς το τραγούδι δανείζεται από τη λογοτεχνία το αισθητικό της κύρος για να αναδειχθεί σε εθνικό ακρόαμα, τι σημαίνει εθνικό μουσικό ύφος στη μεταπολεμική Γαλλία και Ελλάδα ή πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις λαϊκής κουλτούρας και υψηλής τέχνης. Η μελέτη του Παπανικολάου ανοίγει νέους δρόμους στην πολιτισμική σύγκριση με το να συνδυάζει στοιχεία από τη μεταποικιακή θεωρία ή την ψυχανάλυση και να αποφεύγει τη λογική των αιτιακών επιδράσεων.

Η δεύτερη μελέτη γραμμένη από την Ελένη Κεφάλα (Peripheral (Post) Modernity: The Syncretist Aesthetics of Borges, Piglia, Kalokyris and Kyriakidis, Εκδόσεις Peter Lang) εξετάζει τη «συγκριτιστική αισθητική» τεσσάρων συγγραφέων, των Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ρικάρντο Πίλια, Δημήτρη Καλοκύρη και Αχιλλέα Κυριακίδη, προερχομένων από δύο «περιφερειακές» σε σχέση με τη Δύση χώρες (Αργεντινή, Ελλάδα), και θέτει σειρά ερωτημάτων. Μπορούμε να μιλούμε για περιφερειακή νεωτερικότητα ή μετανεωτερικότητα; Πώς τις ορίζουμε και πώς διαγράφουμε τα όριά τους; Ως ποιον βαθμό τέτοιοι περιφερειακοί μοντερνισμοί αλλάζουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη γεωπολιτική της κουλτούρας; Ποια είναι η σχέση «περιφέρειας» και νεωτερικότητας Αν δεν απατώμαι το βιβλίο της Κεφάλα είναι το πρώτο το οποίο μελετά συγκριτολογικά τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, υπερβαίνοντας τα καθιερωμένα συγκριτικά «στερεότυπα» της Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής.

Τα παραπάνω παραδείγματα προσφέρουν εναλλακτικές προτάσεις συγκριτολογικών μελετών και αξιοποιούν τις τρέχουσες εξελίξεις στη μεταποικιακή, πολιτισμική και λογοτεχνική θεωρία. Η σύγκριση για αυτές δεν είναι απλώς ζήτημα καταγραφής επιδράσεων ή αντιστάσεων, μίμησης ή διαφοράς, πρωτοτυπίας ή αντήχησης, αλλά κατανόησης βαθύτερων πολιτισμικών διεργασιών μέσω παραλληλισμών που ξεφεύγουν από έναν στενά εννοούμενο φιλολογικό ευρωκεντρισμό.

Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Birmingham της Αγγλίας.

Το ΒΗΜΑ, 13/01/08

Δεν υπάρχουν σχόλια: