Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

λογοτεχνικά ταξίδια


ΠΟΛ ΘΕΡΟΟΥ

Οι στήλες του Ηρακλή

Μετάφραση Αθανάσιος Ζάβαλος

Κέδρος 2007 TERRA INCOGNITA




«Οι άνθρωποι στη Δύση λένε ότι οι τουρίστες δε διαφέρουν από τους πιθήκους, αλλά στο βράχο του Γιβραλτάρ, στη μια από τις δύο Ηράκλειες Στήλες, είδα τουρίστες και πιθήκους ανακατεμένους και έμαθα να τους ξεχωρίζω».

Με αυτή την φράση αρχίζει το ταξιδιωτικό του βιβλίο στη Μεσόγειο ο Πολ Θέροου σηματοδοτώντας και το ύφος της γραφής του. Ο γεννημένος το 1941 στην Μασσαχουσέτη με Γαλλο-ιταλικές ρίζες μυθιστοριογράφος και ταξιδιωτικός συγγραφέας Πολ Θέροου επιστρέφει στις μεσογειακές καταβολές του, στη θάλασσα που αποτελεί τη μεγαλύτερη πολιτιστική και ιστορική κοιτίδα του κόσμου και που μουσκεύει δεκαεπτά τουλάχιστον χώρες (ως το 1993 που γραφόταν το βιβλίο) διαφορετικών κοινωνικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Επιλέγοντας κάποιος να ταξιδέψει στην παραλιακή Μεσόγειο και καθόλου στην ενδοχώρα σίγουρα αποδεσμεύεται από την τουριστική και θερινή όψη της. Γι αυτό και ο Θέροου αποφασίζει να κάνει τον προσωπικό του διάπλου το φθινόπωρο και τον χειμώνα προσφέροντάς μας την πιο αντιτουριστική εκδοχή της παινεμένης θάλασσας. Μια τραυματισμένη μελαγχολική και εγκατελειμμένη παράκτια γραμμή που ο αδηφάγος τουρισμός και η αδιαφορία της προστασίας του περιβάλλοντος την οδηγούν ραγδαία σε μια δυσοίωνη μετάλλαξη. Ποτέ ξανά ένα ταξιδιωτικό βιβλίο δεν μας προσέφερε τόσες κινηματογραφικές εικόνες θλίψης και μοναξιάς εκεί που-υποτίθεται-το καλοκαίρι οι άνθρωποι κολυμπούν και διασκεδάζουν ανέμελα.

Το ογκώδες χρονικό του Θέροου ξεκινάει από το Γιβραλτάρ, από τα παλιά όρια του πολιτισμού, όπως τα οριοθετούσαν οι δύο στήλες του Ηρακλή, η μία στην Ευρωπαική ακτή και η άλλη στην Αφρικανική. Η κοντινή τους απόσταση διευρύνεται σε ένα τεράστιο κύκλο αφού ο συγγραφέας θα επιστρέψει στην στήλη της Αφρικής, έχοντας πατήσει πόδι στις περισσότερες χώρες που ακουμπάνε στις τρεις ηπείρους-τουλάχιστον σε εκείνες που μπόρεσε να προσεγγίσει παρακάμπτοντας την Αλγερία, την Λιβύη και τον Λίβανο. Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο της περιπλάνησής του είναι η λογοτεχνική καταγραφή του μεσογειακού χώρου, αφού δεν παραλείπει να επισκέπτεται τους τόπους όπου έζησαν γνωστοί συγγραφείς της Ευρώπης και της Αμερικής καταφέρνοντας να συναντήσει δύο θρυλικές μορφές στα τέλης της ζωής τους. Τον Πολ Μπόουλς και τον Ναγκίμπ Μαχφούζ. Η συνάντησή του με τον κατάκοιτο Μπόουλς, στο μισοσκότεινο δωμάτιο στην Ταγγέρη, αποτελεί την ωραιότερη κορύφωση του βιβλίου.

Στο Γιβραλτάρ, ένα μέρος που δεν παράγει τίποτε, ο Θέροου ξαναθυμάται τον μονόλογο της Μόλι Μπλουμ του Τζόις. Περνάει στην Ισπανία, στην Ταρίφα και στην Μαρμπέλια που θυμίζει αγγλική αποικία. Η ισπανική ακτή είναι κατεστραμμένη από τον τουρισμό, βρωμάει λαδίλα και τηγανητές πατάτες. Προσπαθεί να κατανοήσει τις ταυρομαχίες αφού πάντα νικάει ο ταυρομάχος, θυμάται τον Χέμινγουέι και επισκέπτεται την Ντεγιά όπου έζησε ο Ρόμπερτ Γκρέιβς. Στην Βαρκελώνη τονώνεται η ματαιοδοξία του όταν βρίσκει τα δικά του βιβλία και κάπως ηρεμεί με τη θέα της όμορφης πόλης. Μετά το προσκύνημα στο Φιγκέρες στο τάφο-μαυσωλείο του Νταλί οδεύει προς Γαλλία ενώ γύρω του φοβισμένοι τουρίστες τον προειδοποιούν για τους κινδύνους στη Μασσαλία. Εκείνος πράττει ακριβώς το αντίθετο με τις φοβίες των τουριστών και διεισδύει στα στενάκια και τις ευρωπαϊκές μεντίνες. Τον ενδιαφέρουν οι καινούργιες όψεις των πόλεων, οι μετακινήσεις των ανθρώπων από χώρα σε χώρα, οι μειονότητες που διαβρώνουν τις κοινωνικές συνοχές. Βρίσκει τους Γάλλους ξενοφοβικούς και ρατσιστές, τους Κορσικανούς εθνικιστές αλλά εκστασιάζεται με το Βαλντονιέλο, το ωραιότερο δάσος της Μεσογείου.

Ο Θέροου βαριέται αφόρητα τις αρχαιότητες και τα ερείπια που τα βανδάλισαν οι ίδιοι οι κάτοικοι των χωρών και θεωρεί την αποθέωσή τους εύρημα της αρχαιολογικής επιστήμης που ξεπήδησε τον 18ο αιώνα. Δεν γοητεύεται ποτέ από μια ολόκληρη χώρα αλλά από μικρές λεπτομέρειες που δεν έχουν να κάνουν πάντα με τα εμβληματικά μνημεία που προβάλλονται στις αφίσες των κρατικών διαφημίσεων. Παρατηρεί μονίμως τους ανθρώπους, θεωρεί κέρδος και επιτυχία να συνομιλεί με ντόπιους, παρατηρεί ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζούνε και ας βομβαρδίζονται όπως συνέβαινε στην Κροατία. Αναζητεί στο αναπάντεχο την έκπληξη και γι αυτό ταξιδεύει ως μάρτυρας στιγμών, ως συνοδοιπόρος των απλών ανθρώπων. Η επίσημη ιστορία των τόπων τον αφορά την στιγμή της επίσκεψης και το υλικό του μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους ιστορικούς του μέλλοντος. Η εικόνα της Αλβανίας, λίγο μετά την κατάρρευση του αδίστακτου Χότζα είναι από τις πιο συνταρακτικές περιγραφές του βιβλίου που αγγίζει τα όρια ενός χρονικού της μαύρης εξαθλίωσης και της άγριας επιβίωσης.

«Το πιο κουραστικό ταξιδιωτικό βιβλίο, είναι αυτό στο οποίο ο συγγραφέας μιλάει αόριστα για το πόσο ωραία πέρασε» τονίζει επιβεβαιώνοντας τις αρχικές του απόψεις. Άλλο τουρισμός και άλλο το ταξίδι. Ο ίδιος ταξιδεύει με κάθε μέσο, μπαίνει σε λεωφορεία, τρένα, φεριμπότ, κρουαζιερόπλοια, βαδίζει, σταματάει διερχόμενα αυτοκίνητα, παγιδεύεται από επιτήδειους και συγκινείται όταν σε φτωχικό καφενείο της Κροατίας μια στερημένη γυναίκα τον κερνάει ένα καφέ ΄ δεν του είχε συμβεί πουθενά στην κοσμική απρόσωπη Κυανή Ακτή, στην αδιαχώρητη Κόστα Μπράβα ή στο αδιάφορο Μονακό. Δεν χαρίζεται σε κανέναν. Γίνεται έξαλλος με τον Άσαντ που, ως big brother, παρατηρεί από χιλιάδες αφίσες τους υπηκόους του, θυμώνει που με αμερικανική χρηματοδότηση το κράτος του Ισραήλ έχει μετατραπεί σε μια ασφυκτική χώρα με ταπεινωτικούς ελέγχους για όσους τολμούν να το επισκεφτούν. Τρομάζει με το κράτος φάντασμα της κατεχόμενης Κύπρου και όταν έρχεται στην Ελλάδα τα ρίχνει για τα καλά και στους Έλληνες. «Θεματικό πάρκο δεύτερης κατηγορίας…έβγαζαν λόγο με υπεροπτικό τρόπο για την αρχαία ελληνική κληρονομιά…ένας σου ξάφριζε το πορτοφόλι…μια ανεξέλεγκτη τουρκοφοβία».΄Αραγε από ταξιδεμένους συγγραφείς, όσο μισάνθρωποι και είρωνες να φαίνονται, ακούγονται πικρές αλήθειες;

Να τον εκδικηθούμε κι εμείς που, ύστερα από τριάντα χρόνια φιλίας με τον μέντορά του Νομπελίστα συγγραφέα Β.Σ. Νάιπουλ, έγραψε ένα βιτριολικό βιβλίο «σκοτώνοντας» τον άνθρωπο που τον έμπασε στο λογοτεχνικό κόσμο του Λονδίνου; Και η απόρριψη ήταν μόνον λογοτεχνική κύριε Θορόου ή μήπως υπήρξε και μια γυναίκα ανάμεσά σας;

Όμως ας μην είμαστε εκδικητικοί. Ο Πολ Θέροου, άνθρωπος πολυδιαβασμένος, εγωκεντρικός όπως όλοι οι συγγραφείς του κόσμου, με τριάντα μυθιστορήματα και δεκαπέντε ταξιδιωτικά, με βιβλία που έγιναν ταινίες («Η ακτή του κουνουπιού») αξίζει να διαβαστεί για την Ηράκλεια περιοδεία του. Συνιστάμε επίσης και «Το μεγάλο ταξιδιωτικό παζάρι» (1975) το πιο διασκεδαστικό του ταξίδι με τρένο στην Άπω Ανατολή όταν ακόμη υπερτερούσε το χιούμορ από τον βιτριολισμό. Θα το βρείτε κι αυτό στην σειρά TERRA INCOGNITA, στην άψογη ταξιδιωτική σειρά των εκδόσεων Κέδρος.



Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 4 Αυγούστου 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: