Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

TOBIAS WOLFF Το Παλιό σχολείο


TOBIAS WOLFF

Το παλιό σχολείο

Μετάφραση: Παντελής Κοντογιάννης

Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2008


«Μεγαλώνοντας με τον Χέμινγκουεϊ»



Φαντάζεστε τους μαθητές ενός λυκείου να περιμένουν με φοβερή αγωνία την επίσκεψη ενός διάσημου συγγραφέα και να προετοιμάζονται πυρετωδώς γράφοντας ένα διήγημα που θα επιλεγεί από τον συγγραφέα και θα δώσει τη δυνατότητα στον νικητή να συνομιλήσει από κοντά με το ίνδαλμά του; Τη δεκαετία του ΄60 στην Αμερική οι συγγραφείς ήταν πιο διάσημοι από την Όπρα, ενώ στα σχολεία η λογοτεχνία ήταν μια προσφιλής ενασχόληση, περισσότερο και από το ράγμπι.


Σε ένα τέτοιο σχολείο σπουδάζει και ο ήρωας του μυθιστορήματος του Τομπάιας Γουλφ, ένα ανώνυμο σχολείο αγοριών, στην ανατολική ακτή, κολλέγιο με ανεβασμένη στάθμη και με έμφαση στις ανθρωπιστικές σπουδές όπου, ανάμεσα στα άλλα μαθήματα, διδάσκονται και τα ελληνικά. Ο αφηγητής μας είναι ένα παράξενος έφηβος, δεν μιλάει εύκολα για το παρελθόν του, μόνον σε μια μικρή πρόταση πληροφορούμαστε ότι πέθανε η μητέρα του, ενώ κρύβει και την καταγωγή του: είναι μισο-εβραίος, πράγμα που πιστεύει ότι δεν τον ευκολύνει στις σχέσεις του με άλλους συμμαθητές. Όμως η απόκρυψη της αλήθειας τού δημιουργεί περισσότερα προβλήματα, όταν ο Εβραίος επιστάτης τον κατηγορεί τον ότι σφύριζε εις βάρος του ένα ναζιστικό σκοπό.

Το ψέμμα, ο φόβος της αλήθειας, η ζωή σε αντίγραφο και η ζωή χαλκιδευμένη ως μυθιστόρημα είναι τα βασικά μοτίβα του βιβλίου «το παλιό σχολείο», ένα σχολείο όπου αλληλοεμπλέκονται αληθινοί συγγραφείς και μαθητές αναγνώστες τους. Στο σχολείο συνηθίζεται να έρχεται κάθε χρόνο ένας γνωστός συγγραφέας. Ο δικός μας αφηγητής έχει την τύχη ή την ατυχία -όπως θα αποδειχτεί αργότερα- να συνδιαλλεχθεί με τρία συγγραφικά τέρατα της αμερικανικής λογοτεχνίας: τον Ρόμπερτ Φροστ, την ΄Ειν Ραντ και τον Έρνεστ Χέμινγκουεϊ, ένα αλληγορικό τρίπτυχο που εμπεριέχει όλες τις λογοτεχνικές τάσεις και τις εξάρσεις της συγγραφικής εγωπάθειας.


Με τον «εθνικό» ποιητή Ρόμπερτ Φροστ ο αφηγητής μας θα πειραματιστεί γράφοντας ένα ποίημα αλλά ο συμμαθητής του, ο Τζοττζ Κέλογκ, θα είναι ο αυτός που θα επιλεγεί από τον ποιητή με ένα ποίημα-παρωδία. Η πομπώδης και βαρυσήμανη παρουσία του 86χρονου Φροστ στο σχολείο κλονίζει τον νεαρό μαθητή, ειδικά όταν ο Φροστ αρνείται να σχολιάσει τι συμβαίνει με την νεωτερίζουσα ποίηση.


Το πέρασμα της ΄Ειν Ραντ αντιστοιχεί σε ανεμοστρόβιλο. Ο ανώνυμος αφηγητής μας, παρά το γεγονός ότι έχει διαβάσει τη «Νερομάνα» τρεις φορές, όταν την παρακολουθεί να μιλάει-δηλαδή να αρνείται σχεδόν τον διάλογο-, να περιστοιχίζεται από φανατικούς οπαδούς που την ακολουθούν παντού και να προτείνει «καμία υποχώρηση της θέλησης, ο άνθρωπος να κυριαρχήσει κάνοντας αυτό που θέλει», αντιλαμβάνεται ότι η δημοφιλής συγγραφέας μάλλον δεν θα αποτελέσει στο εξής το πρότυπό του. Άλλωστε το διήγημα, που επέλεξε η νιτσεϊκή συγγραφική περσόνα, ανήκει στον Ψηλό Τζεφ και μιλάει για αγελάδες και ιπτάμενους δίσκους. Η επωδός της: «Να μην είστε ταπεινοί» και η καρφίτσα της με το σήμα του δολαρίου βάζει σε σκέψεις τον νεαρό επίδοξο συγγραφέα. Και όταν την ρωτάει για τον Χέμινγκουεϊ εκείνη επιτίθεται στον συγγραφέα των αδύνατων και αρρωστημένων χαρακτήρων. Η Έιν Ραντ φεύγει, όμως στο πέρασμά της προοιωνίζεται μια Αμερική του ατομικισμού, της κοινωνικής απάθειας, των σεκτών, μια πρόδρομος της σαϊντελογίας που έχτισε τη φήμη της πάνω στην κακή λογοτεχνία.


Ο αφηγητής μας, στο μεταξύ, ξεκοκκαλίζει όλα τα έργα του Χέμινγκουεϊ καθώς φημολογείται ότι ο συγγραφέας έρχεται στο σχολείο. Αρχίζει να ξαναγράφει ολόκληρα κομμάτια από τα έργα του, προσπαθώντας να αισθανθεί το ρίγος, στις λέξεις και στο ύφος του. Γράφονας, όμως αντιλαμβάνεται ότι σε αντίθεση με την αλήθεια του συγγραφέα, αυτός «έγραφε για να μην φαίνεται, χωρίς την αλήθεια του». Έτσι καταφεύγει στην λογοκλοπή με ολέθριες συνέπειες για τον ίδιο και το σχολικό του περιβάλλον. Όμως το σχολείο γι αυτόν, εκτός από μάθημα ζωής και πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων ή ιδεολογικών εφαρμογών, αποτέλεσε ένα «λογοτεχνικό σχολείο» που τον έκανε συγγραφέα έστω και με ανορθόδοξο τρόπο. Του απέδειξε ότι η αλήθεια της λογοτεχνίας έχει τη δική της εφαρμογή και δεν μπορείς να ψεύδεσαι ούτε στη ζωή ούτε στη γραφή.


Ο Τομπάιας Γουλφ βραβεύτηκε τρεις φορές με το βραβείο «O.Henry», το σημαντικότερο αμερικανικό βραβείο διηγήματος, ενώ η νουβέλα “The Barracks Thief” κέρδισε ο PEN/Faulkner Award το 1985. Η θαυμάσια νουβέλα είχε πρωτοδημοσιευτεί το 1983 στο περιοδικό «Granta», στο τεύχος «Dirty Realism» όπου φιγουράρανε τα πιο οργισμένα ονόματα της αμερικανικής πεζογραφίας όπως ο Ρέιμοντ Κάρβερ, ο Ρίτσαρντ Φορντ, η Τζέιν Αν Φίλιπς. Στα ελληνικά διαβάσαμε, το 1993, στο περιοδικό «ΡΕΥΜΑΤΑ» του Ντίνου Σιώτη ένα άρθρο του Τομπάιας Γουλφ για τον Ρέιμοντ Κάρβερ, ενώ το 1996, ο υπογράφων, μετάφρασε το διήγημα «Σωφροσύνη» του Γουλφ για το ίδιο περιοδικό.

Το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Γουλφ, «This boys life», γυρίστηκε το 1993 ταινία με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, την Έλεν Μπάρκιν και τον Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, στον πρώτο σοβαρό ρόλο της καριέρας του, όπου υποδυόταν τον συγγραφέα σε νεαρή ηλικία. Στο 10ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης (2008), στην «Επιχείρηση γυρισμός», ένα ντοκιμαντέρ για τον πόλεμο του Ιράκ, μιλούσαν βετεράνοι πολέμων και ανάμεσά του ο Τομπάιας Γουλφ, αφού στο δεύτερο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «In Pharaohs Army» περιγράφει το τετραετές του πέρασμα στον πόλεμου του Βιετνάμ.

Τον αποκάλεσαν «Αμερικανό Τσέχωφ» και όχι άδικα, αφού ο Τομπάιας Γουλφ εξέδωσε έναν τόμο με τις καλύτερες αγγλικές μεταφράσεις των διηγημάτων του Τσέχωφ και εξακολουθεί να διδάσκει τον Ρώσο συγγραφέα στο Πανεπιστήμιο του Stanford. Προηγήθηκαν 17 χρόνια διδασκαλίας δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο Syracuse. Στο μεταξύ δεν είχε γράψει ακόμη ένα μυθιστόρημα ώσπου το 2003 εξέδωσε το «Παλιό σχολείο».

Ο σκληρός ρεαλιστής, ο αντίπαλος της μεταμοντέρνας γραφής, αυτός που δήλωνε ότι σιχαινόταν να διαβάσει ένα μυθιστόρημα όπου «ένας συγγραφέας γράφει για το βιβλίο που γράφει» μας δίνει ένα μυθιστόρημα όπου «ένας συγγραφέας γράφει πώς έγινε συγγραφέας και κατέληξε να γράψει αυτό το βιβλίο». Η γλυκιά παγίδα της αυτοαναφορικότητας τον περίμενε στην στροφή αλλά τον έριξε στα μαλακά, στο λιβάδι με την «σίκαλη». Το «παλιό σχολείο» είναι ένα λιτό κομψοτέχνημα, σίγουρα θα αγαπηθεί από ώριμους και βιβλιόφιλους αναγνώστες και μακάρι να περάσει το μήνυμα και στα μαθητούδια που ξεροσταλιάζουν μπροστά στους υπολογιστές, προσπερνώντας το νόημα της ζωής και της γλυκιάς της παντομίμας: της λογοτεχνίας.




ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 3 Μαίου 2008

3 σχόλια:

ναυτίλος είπε...

Σ'ευχαριστώ για το πλήρως κατατοπιστικό σου σημείωμα .Χάζευα στο βιβλιοπωλείο το βιβλίο του αλλά ο συγγραφέας μου ήταν άγνωστος.

provato είπε...

πολύ ωραίο. το ρούφηξα!


χρόνια πολλά! :-)

9th High School Library είπε...

εξαιρετικό μυθιστόρημα, συμφωνώ ότι είναι πολύ απαιτητικό, αλλά μας ανταποδίδει τον κόπο που καταβάλαμε προσφέροντας τροφή για σκέψη
μπορείτε να δείτε και τη δική μου κριτική στο
http://vivliomania.blogspot.com/2008/07/old-school.html