Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

Μυθιστόρημα ή διήγημα;

Παρατηρώ την ανοιξιάτικη και καλοκαιρινή σοδειά στη βιβλιοπαραγωγή: διηγήματα σχεδόν πουθενά. Όσο πλησιάζει το καλοκαίρι οι εκδοτικοί οίκοι βγάζουν τα τούβλα και τις σάγκες αλλά και το κοινό πιστά προσκυνάει τις μεγάλες φόρμες. Έχω γράψει πολλά μεγάλα μυθιστορήματα και πολλά διηγήματα. Ποτέ μου δεν θεώρησα τα είδη ανταγωνιστικά. Όμως κάθε φορά οι αναγνώστες μου προτιμούσαν τα εκτενή αφηγήματα.

Σε μια κατακερματισμένη καθημερινότητα μπορεί το ενοποιημένο θεματικά μυθιστόρημα να προσφέρει μια ολότητα, μια αναγνωστική ασφάλεια, αλλά πόσο χρόνο έχει ο μέσος αναγνώστης να αφοσιωθεί στις πεντακόσιες σελίδες απερίσπαστος; Γιατί κακά τα ψέμματα, όπως βλέπουμε μια ταινία σε μία καθισιά, στην πραγματικότητα και ένα μυθιστόρημα θέλει την «καθισιά» του. Φυσικά αυτό είναι αδύνατο αφού μια ταινία σε δύο ώρες μπορεί να διηγηθεί μια ιστορία, ενώ σε δύο ώρες μόλις που προλαβαίνει ένας μέσος αναγνώστης εκατό σελίδες.

Η μικρή φόρμα δίνει απέραντες ευκαιρίες στον συγγραφέα να πειραματιστεί υφολογικά, θεματικά, να τολμήσει πράγματα που ένα μυθιστόρημα δεν τολμάει. Δέκα χάσματα στην ανάπτυξη ενός μυθιστορήματος μπορεί να μην φανούν ποτέ, ένα λαθάκι στις τρεις σελίδες ενός διηγήματος μπορεί να το τινάξει στον αέρα. Σαν το φυτό μπονζάι που αν είναι άσχημο το πετάμε, ενώ ένα κανονικό φυτό ενός μέτρου του συγχωρούμε και μερικά σπασμένα κλαδιά.

Μάλλον κάτι πιο βαθύ, εσωτερικό, σχετικό με τις ανάγκες για τις μεγάλες αφηγήσεις ελλοχεύει στην αδυσώπητη κατανάλωση του μυθιστορήματος, ενός λογοτεχνικού είδους του δυτικού πολιτισμού που αντικατέστησε την προφορική εξιστόρηση και ανέδειξε τον αναγνώστη συνένοχο και συμμέτοχο της συγγραφής και της εκδοτικής παραγωγής. Ένας αναγνώστης-καταναλωτής που εντυπωσιάζεται από τον όγκο και την «τοποθέτηση» του βιβλίου στα ράφια του αλλά η σχέση του με την ουσία της γραφής και της λογοτεχνικής έκφρασης συρρικνώνεται χωρίς αυτό να έχει πια καμία συνέπεια στην ζωή του ή στις σχέσεις του.

Το βιβλίο πια σαν προϊόν καταναλώνεται, αποτελειώνεται και αντικαθίσταται. Κανείς δεν ανατρέχει στο ξαναδιάβασμα, στην σιγουριά των κλασικών.

Ξαναδιαβάζοντας τα διηγήματα του Τσέχωφ, σποραδικά, ανοίγοντας τους τόμους κατά τύχην, ανακαλύπτω την πληρότητα σε μια ιστορία και την ομορφιά σ’ αυτήν την απλή κίνηση της μη-αυτοτέλειας.

Και για να μην μείνουμε στον Τσέχωφ, ανακαλύψτε τα διηγήματα του Γουίλιαμ Τρέβορ «Οι εργένηδες των λόφων», πιάστε τα ονειρικά αφηγήματα της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ «Τα όνειρα κι οι μοίρες» κι αφήστε τους να αποβλακώνονται με τα φολκλορικά ιστορικά μυθιστορήματα και την Κοελική κολίττιδα.

Ξανανιώνεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: