Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008

Καλοκαιρινό διήγημα από τους "Χάρτες"




ΧΑΡΤΗΣ ΤΡΙΤΟΣ


Ξενιτιές κι ερημιές


ΣΑΡΑΝΤΑ ΕΠΤΑ




Έλα να πάμε στο νησί





Ξ
εκίνησαν από τη Βόρεια Ελλάδα και μπήκαν σε τρένα και πλοία άγονης γραμμής για να παραθερίσουν αλλά και να γευτούν τις ενδοτικές διαθέσεις των ψαράδων, για τους οποίους είχανε ακουστά από μια «φίλη». Αιγύπτιοι ψαράδες σε ελληνικό νησί, μοναχικοί άντρες, ιδανικά θηράματα των ακόρεστων ορέξεών τους. Μάλιστα η μία, η πιο δραστήρια, είχε πάει από τα είκοσι της στην Αίγυπτο και κοιμόταν με τους φελούκους και το λάτρευε.
Το πρώτο κι όλας βράδυ, στο μπαρ της Χώρας, πιάσανε φιλίες με έναν Ελληνοαμερικάνο, τύπο γυμνασμένο, ως είθισται στις πενήντα ενωμένες πολιτείες, ο οποίος είχε ανοίξει το μαγαζί για τους καλοκαιρινούς μήνες. Οραματιζόταν μια μικρή Μύκονο, της άγονης γραμμής, έναν τόπο που θα καταγραφόταν ως το απόλυτο gay spot, για Παρασκευάδες και τύπους της δικής του εμβέλειας. Όμως, ο ξάδελφός του, που ζούσε στο νησί, του χαλούσε την πιάτσα. Όταν δούλευε στο καφέ-μπαρ, ήταν τόσο κραγμένος, τόσο θηλυπρεπής, που έφερνε σε αμηχανία ακόμη και τους πλέον ανεκτικούς τουρίστες.
Οι Βορειοελλαδίτες φίλοι το διασκέδαζαν, ο ένας ήταν με το μέρος της μικρής και ο άλλος της Αμερικής. Οι πατέρες και των δύο επίσης βρίσκονταν σε κατάσταση παράνοιας, ψαράδες, ταλαιπωρημένοι, αραγμένοι πια στο καφενείο. Μια μέρα μόλις που πρόλαβαν να χωρίσουν τους γιους τους, που ήρθαν στα χέρια, ακόμη και ο θείος του Αμερικάνου ήταν με την μεριά του κουνιάδου του.
«Όποιος μου τον πετροβολήσει» έλεγε ο πατέρας της μικρής «θα πάρει αμοιβή ένα εκατομμύριο». Και το εννοούσε, κι επίσης εννοούσε ότι μπορεί να το έκανε και ο ίδιος αν δεν βρισκόταν άλλος εκτελεστής.
Η μικρή, πάντως, δεν κώλωνε. «Εγώ να δείτε, τις θα τους κάνω», έλεγε στους Βορειοελλαδίτες, με τους οποίους είχε αναπτύξει κάποιες φιλικές σχέσεις, όταν μπορούσε να συγκεντρωθεί και να μην φέρεται σαν σεληνιασμένη μαινάδα του Αιγαίου.
«Μόλις είκοσι χρονών, πότε πρόλαβε και ανέπτυξε τέτοιο ψυχισμό», σχολίαζαν οι Βορειοελλαδίτες, που τα μάτια τους, σαράντα χρόνια τώρα, κι αν δεν είχαν δει πράγματα και τραύματα.
Προσπαθούσαν να πείσουν τον μικρό, τον Ντρούλη, να φύγει από το νησί, αλλιώς κινδύνευε, κι εκείνος απαντούσε ότι, όσες φορές πήγαινε στην Αθήνα, η μόνη γειτονιά που τον σήκωνε να περπατήσει ήταν ο παράδρομος της Συγγρού. Έλπιζε ότι θα τα κατάφερνε να ζήσει στο νησί αν δούλευε με τον ξάδελφό του, που μισιούνταν πλέον.
«Μα τι θέλει πια» έλεγε ο Ντρούλης, «κι εκείνος με άντρες πάει, μόνον που δεν φοράει τα δικά μου συνολάκια…δε αντέχω τους αντρικούς φερετζέδες…»
Μόνη του χαρά η εκδίκηση που ετοίμαζε τον Δεκαπενταύγουστο.
«Και γιατί επέλεξες μια τέτοια μέρα, τι έχεις στο μυαλό σου;»
«Αν είστε εδώ θα δείτε…»
«Θα φεύγουμε…»
«Κρίμα» τους είπε «κακώς, θα χάσετε, έρχονται ενισχύσεις…»
Οι δύο Βορειοελλαδίτες δεν ασχολήθηκαν περισσότερο, είχαν κι αυτοί κατά νου τα δικά τους λημέρια, στο λιμανάκι, όταν έδεναν οι τράτες και γέμιζε ο τόπος ξυπόλητους και μισόγυμνους Αιγύπτιους. Είναι αλήθεια ότι σε πολύ μικρά μέρη, σαν κι αυτό, δεν αφήνονται τόσο ελεύθεροι, ακόμη κι εκείνοι που κουβαλάνε μια παράδοση ελευθεριότητας…Καλύτερα στον τόπο τους να τους βρίσκεις κι αυτούς…

Παραμονές της Παναγίας έγιναν και πάλι μάρτυρες ενός τρομερού καβγά ανάμεσα στον πατέρα, τον Ντρούλη, τον ξάδελφο και τον θείο. Τα δύο ξαδέλφια μάλλωσαν μπροστά στο μαγαζί, φύγανε οι πελάτες από τα ουρλιαχτά της μικρής σεληνιασμένης, που έπεσε κάτω και σπαρταρούσε, μπορεί και λίγο θεατρικά, αλλά κι αυτό ακόμη ποιος θα το καταλάβαινε;
Οι δύο Βορειοελλαδίτες ετοιμάστηκαν την άλλη μέρα να φύγουνε και κατέβηκαν στο λιμανάκι. Από μακριά φάνηκε το πλοίο της γραμμής κι επειδή δεν έδενε μέσα, κουβαλούσαν τον κόσμο στο νησί με βάρκες . Από μακριά ακόμη, τα εξασκημένα μάτια των δύο φίλων κατάλαβαν τι εκδίκηση ετοίμαζε η «επικηρυγμένη». Η βάρκα βούλιαζε από την φαντασμαγορία, τις φωνές και τις χαρές μιας τσούρμας τραβεστί που κατέφθαναν στο νησί για να ξεκουραστούν κι εκείνες.
Η φίλη τους πλησίασε στο μόλο και έβγαλε χρωματιστό μαντήλι. Το κούναγε προς τη μεριά τους και εκείνες, σαν κύμα, σαν παλίρροια, έφερναν στο νησί τόση φωτιά, τόσο τσουνάμι, που, τόνοι πέτρες να έριχναν οι ντόπιοι, ούτε ένα απλό ανάχωμα δεν θα μπορούσαν να σηκώσουν.