Σάββατο, 21 Ιουνίου 2008

Συγγραφείς και αναγνώστριες

Ροζ ιστορίες γραμμένες από «γαλάζιο» χέρι


΄Ανδρες συγγραφείς απευθύνονται σε γυναίκες

Της Ολγας Σελλα

«Οι άνδρες δεν διαβάζουν πια. Αν επιβιώσει η λογοτεχνία, θα είναι εξαιτίας των γυναικών». Η δήλωση –του 2002– ανήκει σ’ έναν από τους πιο δημοφιλείς και πιο σημαντικούς συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας: στον Μάριο Βάργκας Λιόσα. Από τότε είχε αντιληφθεί και είχε περιγράψει το φαινόμενο που τείνει να γίνει η νέα τάση στο χώρο του βιβλίου: οι άντρες συγγραφείς «προσαρμόζουν» τη γραφή και τη θεματολογία τους έτσι ώστε να αφορά το ευρύ γυναικείο κοινό. Αφού αυτό το κομμάτι της «αναγνωστικής πίτας» είναι που διαβάζει τα μυθιστορήματα, τα διαφημίζει από στόμα σε στόμα, γεμίζει τις εκδηλώσεις και τις παρουσιάσεις. Με τη διαπίστωση του Λιόσα συμφωνεί απολύτως και ο δημοφιλής Βρετανός συνάδελφός του, Ιαν Μακ Γιούαν: «Το μυθιστόρημα το σηκώνουν οι γυναίκες. Δίπλα σε όλες τις διαφορές ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες, συμβαίνει επίσης να είναι οι γυναίκες που διαβάζουν συνεχώς και σταθερά».

Οι άνδρες συγγραφείς, όσο υψηλή θέση κι αν έχουν κατακτήσει στο «έντεχνο», στο λογοτεχνικό μυθιστόρημα, όλο και συχνότερα γοητεύονται από τις Σειρήνες των ευπώλητων, όλο και περισσότερο ζηλεύουν την εμφάνιση στις λίστες των μπεστ σέλερ γυναικών (και λιγότερων ανδρών, όπως π.χ. ο Κ. Καρακάσης, ο Γ. Πολυράκης) συγγραφέων που από το πουθενά «χτυπάνε» δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα. Ετσι, όλο και συχνότερα κάνουν την εμφάνισή τους βιβλία μέχρι πρότινος «έντεχνων» συγγραφέων που επιδιώκουν «να περάσουν απέναντι», όπως είπε χαρακτηριστικά στην «Κ» ο συγγραφέας Θόδωρος Γρηγοριάδης, σχολιάζοντας το φαινόμενο. «Μέχρι και ο Κόνραντ είχε γνωρίσει επιτυχία με ένα μυθιστόρημά του όπου υπήρχε έντονο το ερωτικό στοιχείο», μας θυμίζει.

Ετσι, ο Μάριος Βάργκας Λιόσα έγραψε «Το παλιοκόριτσο» –κλείσιμο ματιού στο ευρύ γυναικείο κοινό– ο Τζόναθαν Κόου το «Σαν τη βροχή πριν πέσει», ενώ στην εγχώρια παραγωγή ο Αρης Μαραγκόπουλος έγραψε το «True love» (εκδ. Τόπος), ο Αρης Σφακιανάκης το «Η μοναξιά δεν μου ταιριάζει» (εκδ. Κέδρος), ο Θανάσης Χειμωνάς φλερτάρει με το είδος στο «Ραγδαία επιδείνωση» (εκδ. Πατάκης), ο Βασίλης Καραποστόλης με το «Χάρισμα» (εκδ. Πατάκη), ο Στέφανος Δάνδολος σε αρκετά βιβλία του, κ.ά.

Οσο για τα συστατικά της «συνταγής»: μια γυναίκα κεντρικό πρόσωπο, ερωτικό θέμα, περιπέτεια, μυστήριο και, ενίοτε, ένα ιστορικό φόντο «σαν σουβενίρ», όπως το χαρακτήρισε εύστοχα πανεπιστημιακός νεοελληνιστής. Πράγματι. Αν την προηγούμενη δεκαετία υπήρχε η έκρηξη του ιστορικού μυθιστορήματος, αυτός ο κύκλος φαίνεται να κλείνει και να ισχυροποιείται μια λογοτεχνία που παραπέμπει στην καθημερινότητα και στο lifestyle.

Ο Αρης Μαραγκόπουλος έχει γράψει πολλά βιβλία με έντονο τον πολιτικό προβληματισμό, γνωρίζει απ’ έξω κι ανακατωτά τον Τζόις, έχει υπογράψει σπουδαίες μεταφράσεις, κι όμως ομολογεί ότι το τελευταίο του βιβλίο «True Love» «ταιριάζει σε ροζ ιστορία.

Είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας από την πλευρά των ανδρών, η επιθυμία για συντροφικότητα από την πλευρά των γυναικών». Κι όλα αυτά, στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Και εξηγεί τη συνολική του άποψη: «Οι στατιστικές που αφορούν το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα κάνουν λόγο για μιαν ευρύτερη “σιωπηλή πλειοψηφία” αναγνωστριών. Οι λέσχες ανάγνωσης που ευδοκιμούν αυτή την εποχή επίσης αποτελούνται κυρίως από γυναίκες. Ο άντρας συγγραφέας, όποιο θέμα κι αν τον απασχολεί, όποια λογοτεχνική τάση κι αν διαμορφώνει (ή νομίζει ότι διαμορφώνει) με το έργο του, σαφέστατα απευθύνεται σε αυτή την πλειοψηφία. Το λιγότερο, δεν μπορεί να την αγνοήσει. Οταν μάλιστα το θέμα του έχει στο κέντρο του τις συντροφικές σχέσεις, τότε αυτό είναι περίπου αναπόφευκτο. Ο πραγματικός κίνδυνος, στην πληθωρισμένη λογοτεχνική μας πραγματικότητα, είναι το ροζ. Το ροζ στερεότυπο ως προς την πρόσληψη των συντροφικών σχέσεων που διαμόρφωσαν γυναίκες συγγραφείς και συγγραφίσκοι μικρής καλλιέργειας για γυναίκες αναγνώστριες ανάλογης παιδείας. Η πληθωρισμένη λογοτεχνία είναι αντανάκλαση της τηλεοπτικής πραγματικότητας. Κυκλοφορούν άπειρα “βιβλία κομμωτηρίου”. Περίπου όσες και οι μαμάδες βορείων προαστίων. Η ανάγνωση έχει γίνει ένα επιπόλαιο ζάπινγκ. Τα πάντα οδηγούν στο ροζ. Ο άντρας συγγραφέας, που γράφει για τις συντροφικές σχέσεις σήμερα, αισθάνεται ότι δίνει μια μάχη του τύπου που έδιναν οι φεμινίστριες σε προηγούμενες δεκαετίες. Δεν μπορεί να είναι σεξιστής, δεν μπορεί όμως να είναι και ροζ. Το να παραμείνει στα εδάφη της λογοτεχνίας διατηρώντας, με κριτικό τρόπο, τον αυθεντικό του εαυτό εμπρός σε ένα κοινό αναγνωστριών που πάσχουν από χρόνιο εθισμό στο ροζ, παραμένει ένα ενδιαφέρον στοίχημα. Που δεν αφορά αποκλειστικά τη λογοτεχνία...».

Είναι φανερό και ομολογημένο. Ολο και περισσότεροι συγγραφείς που υπηρετούν το λογοτεχνικό μυθιστόρημα προσπαθούν να «περάσουν απέναντι», να αντλήσουν από τη δεξαμενή του μεγάλου γυναικείου κοινού. «Αρκεί να μη γίνει κατάχρηση της γυναικείας παρουσίας και του γυναικείου κόσμου, γιατί τότε οι γυναίκες το μυρίζονται και οι άντρες συγγραφείς την πατάνε. Γι’ αυτό πουλάνε τόσες χιλιάδες αντίτυπα κάποιες γυναίκες που ποτέ δεν εντάχθηκαν στην λογοτεχνική κοινότητα, γιατί αυτό το από “στόμα σε στόμα” μεταξύ των γυναικών είναι ένα δικό τους μυστικό και ενοχή. Σαν τα μεσημεριανάδικα, σαν το παλιό κέντημα και το πλέξιμο. Δεν μπορεί κανείς άντρας να το ελέγξει αυτό», υπογραμμίζει ο Θ. Γρηγοριάδης.

Με στόχο τους 50.000

«Η μοναξιά δεν μου ταιριάζει» έχει τίτλο το τελευταίο βιβλίο του Αρη Σφακιανάκη (εκδ. Κέδρος). Τον ρωτήσαμε πώς σχολιάζει την τάση, το φαινόμενο άνδρες συγγραφείς να απευθύνονται με τα βιβλία τους στο ευρύ γυναικείο αναγνωστικό κοινό και πώς εντάσσει το βιβλίο του σ’ αυτό. Ο Αρης Σφακιανάκης απάντησε πρόθυμα, με αποκαλυπτικό ύφος και αφοπλιστική ειλικρίνεια:

«Ενας συγγραφέας δεν γράφει για το συρτάρι του - όσο ωραίο κι αν είναι αυτό το συρτάρι. Γράφει για να διαβαστεί. Από κει και πέρα εξαρτάται σε ποιο κοινό αποφασίζει ν’ απευθυνθεί. Στο κοινό των 5 ατόμων (οπότε θα γράψει ποίηση), στο κοινό των 5 χιλιάδων ατόμων (οπότε θα γράψει λογοτεχνία) ή στο κοινό των 50 χιλιάδων (οπότε θα γράψει αυτό που τόσο υποτιμητικά αποκαλούμε γυναικεία λογοτεχνία, κάτι που ωστόσο δεν υπάρχει ως είδος, αφού πρόκειται καθαρά για αφήγηση και όχι τέχνη).

Ο σημερινός -άντρας- λογοτέχνης βασανίζεται από την ανάγκη του να γράψει για τους 5 χιλιάδες αναγνώστες και την επιθυμία του να διαβαστεί από τους 50 χιλιάδες.

Πρόκειται για την αναζήτηση του ιερού Γκράαλ, τον αλχημιστικό πόθο του για τη λυδία λίθο που στη συντεχνιακή του γλώσσα ονομάζεται μπεστ σέλερ. Κάποιοι το έχουν ήδη επιτύχει. Τους ζηλεύουμε».


Καθημερινή Σάββατο 21 Ιουνίου 2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: