Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008

Peter Ho Davies





«Το κορίτσι από την Ουαλία»


Μετάφραση: Χρύσα Τσαλικίδου
Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, 2008





«Το κορίτσι από την Ουαλία» γίνεται αφορμή για έναν συγγραφέα της νεότερης βρετανικής γενιάς να αναλογιστεί πάνω στην ιστορία του εικοστού αιώνα και να αναζητήσει απαντήσεις τόσο στα προσωπικά του ερωτήματα όσο και σε εκείνα που θέτει το είδος της γραφής που επέλεξε να γράψει: το μυθιστόρημα.


Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τελειώνει. Η Γερμανία ηττάται και, ανάμεσα στα ερείπια της Έρημης Ευρώπης, σέρνονται οι πρόσφυγες, οι εξόριστοι και οι αγνοούμενοι, οι αληθινοί ήρωες του πολέμου που μπορεί να ανήκουν είτε στους νικητές είτε και στους νικημένους. Όσο για τους αγνοούμενους μπορεί και σε κανέναν. Η δεκαεπτάχρονη Έστερ βιώνει αυτές τις συνέπειες-σε μικρογραφία- στο μικρό χωριό της Ουαλίας, όπου ζει με τον βοσκό πατέρα της. Εκείνη δουλεύει τα απογεύματα στην παμπ, συνηθισμένη στις φωνές και τις αντρικές χειρονομίες. Μετά το θάνατο της μητέρας της μεγάλωσε σαν αγοροκόριτσο, γλωσσού την θεωρούνε κι εκείνη δεν διστάζει να βρίζει στα ουαλικά παρά τη δυνατότητά της να μιλήσει και αγγλικά, τη γλώσσα των «εχθρών». Στην Ουαλία, στο χωριό με τις κέλτικες ρίζες, ο εχθρός είναι από μέσα, ο εθνικισμός σαρώνει τον τόπο ώστε να θεωρείται μεμπτό το να μιλάς στο παμπ στον Εγγλέζο στρατιώτη που ήρθε να φτιάξει το στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου στην κορυφή του λόφου, στην παλιά κατασκήνωση.

Η Έστερ θα τα φτιάξει με τον μιναδόρο στο τάγμα των σκαπανέων, τον Κόλιν. Ο Ρυς, ο πρώτος της έρωτας, θεωρείται από καιρό αγνοούμενος πολέμου κι εκείνη εύκολα πέφτει στα χέρια του Εγγλέζου, με αποτέλεσμα η πρώτη τους ερωτική επαφή να θυμίζει περισσότερο βιασμό παρά την σωματική κατάληξη μιας συναισθηματικής σχέσης. Όταν θα φύγει ο Κόλιν, το στρατόπεδο θα γεμίσει με Γερμανούς αιχμαλώτους κι ανάμεσά τους ο δεύτερος βασικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο Κάρστεν. Ο δεκαοχτάχρονος Κάρστεν, προτού ξεσπάσει το μακελειό, δούλευε με τη μητέρα του στη δική τους πανσιόν, στο Τόρφχαουζ, στους πρόποδες του Μπρόκεν. Κατατάχτηκε στον στρατό, πιστεύοντας στον Χίτλερ, όμως δεν μπόρεσε να αμυνθεί στο μετερίζι του. Σήκωσε ψηλά τα χέρια και παραδόθηκε χρησιμοποιώντας τα αγγλικά που ήξερε. Τώρα, πίσω από τα σύρματα του στρατοπέδου, έχει να αντιμετωπίσει έναν διπλό χλευασμό: από τη μια των συγκρατουμένων του για δειλία και από την άλλη τις κοροϊδίες των πιτσιρικάδων που έρχονται απέξω και τους πετάνε ό,τι βρεθεί μπροστά τους. Ένας δωδεκάχρονος, ονόματι Τζιμ, προσφυγόπουλο από το Λίβερπουλ, που φιλοξενείται στο σπίτι της Έστερ, θα γίνει ο «μεσάζων» ανάμεσα σ’ αυτήν και τον Κάρστεν.

Η Έστερ πρώτη φορά στη ζωή της αντικρύζει Γερμανό, τον άλλον εχθρό. Δεν τρομάζει ακόμη και όταν εκείνος την ρωτάει «Γιατί προδίδεις την πατρίδα σου;». Όταν ο Κάρστεν θα δραπετεύσει, θα τον φιλοξενήσει ανάμεσα στα ζώα, θα βάλει τα σκυλιά να εξοικιωθούν με τη μυρωδιά του. Το ειδύλλιο θυμίζει παλιά μυθιστορήματα, τις «Μεγάλες Προσδοκίες» με τον μικρό Πιπ και τον δραπέτη ή την «Τες» του Τόμας Χάρντυ. Εκεί πάει ο μυαλό μας, μόνον που ο συγγραφέας δεν μας αφήνει να χαρούμε τα αυτονόητα, προδίδοντας την ηρωίδα του, καθώς τη βάζει να τα διαβάζει. Κάποια στιγμή εμφανίζεται για ανακρίσεις στο στρατόπεδο ο Ρόδεραμ, ανακριτής των Εγγλέζων, μισο-εβραϊκής καταγωγής, που εγκατέλειψε την Γερμανία και δουλεύει για τις Βρετανικές Υπηρεσίες. Το μυθιστόρημα ξεκινάει μ’ αυτόν, με μια σφιχτοδεμένη κινηματογραφικά σκηνή, όπου ανακρίνει τον φοβερό Ρούντολφ Ες, που διέφυγε στην Ουαλία. Ο Ες αναγνωρίζει την ταυτότητα του ανακριτή του, άρα θα κάνει το παν να κατηγορήσει τον διώκτη του. «Όμως οι Εβραίοι μπορούν να είναι Γερμανοί; Ανταπαντά ο Ρόδεραμ» αρνούμενος την εβραϊκή του ρίζα.

Τέτοιου είδους ερωτήματα εγείρει στο πρώτο του μυθιστόρημα ο Βρετανός Πήτερ Χο Ντέιβις, από πατέρα Ουαλό και μητέρα Κινέζα. Προσπαθεί να επανατοποθετήσει τη δική του καταγωγή, επιλέγοντας να ζήσει στην Αμερική και να διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν. Αυτό το «διπλό ταυτόχρονα» κάνει και το γράψιμό του διφορούμενο, κάπως μετέωρο αλλά καθόλου προβλέψιμο. Το 2003 συμπεριλήφθηκε στους «20 καλύτερους νέους συγγραφείς» του λογοτεχνικού περιοδικού Granta, παρέα με την Ζέιντι Σμιθ, τον Άντριου Ο Χέιγκαν, την Α.Λ.Κένεντι. Μέχρι τότε είχε γράψει δύο συλλογές διηγημάτων αλλά στο περιοδικό (υπάρχει και στα ελληνικά) δημοσιεύτηκε ένα απόσπασμα από το πρώτο μυθιστόρημά του που όλοι περίμεναν και δεν είναι παρά η εισαγωγή στο «Κορίτσι της Ουαλίας». Εκεί είχε τον τίτλο «Ηγετικές φυσιογνωμίες» και έδειχνε να πηγαίνει αλλού. Προφανώς ενσωματώθηκε στην ιστορία της Έστερ, ένας καθηγητής δημιουργικής γραφής μπορεί να το κάνει, όμως οι τεχνικές αφήνουν τα σημαδάκια τους.

«Το κορίτσι από την Ουαλία» ακολουθεί την παράδοση του βρετανικού μυθιστορήματος που αντλεί τη θεματολογία του από την πρόσφατη ιστορία και το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Μακρινός συγγενής της ο «Άγγλος Ασθενής» και βαριά κληρονομιά η «Εξιλέωση», τόσο σε θεματική ανάπτυξη όσο και σε κινηματογραφική προδιάθεση. Οι σκηνές παράδοσης του Κάρστεν θυμίζουν το τεράστιο μονόπλανο της απόβασης στην «Εξιλέωση». Όμως ο Πήτερ Χο Ντείβις δεν γράφει μια «ψυχολογική ιστορία πολέμου», με ένα κορίτσι στις εσχατιές της Ουαλίας που ταυτίζεται με την Έστερ Γουίλιαμς. Νοιάζεται για την κατοχή των τόπων και την μετατόπιση των πληθυσμών, για τις ρευστές ταυτότητες των ανθρώπων και τα ιδεολογήματα που τις εκτρέφουν. Τον ενδιαφέρει η αναδιανομή στο πρόσφατο ευρωπαϊκό τοπίο, η αποσύνδεση πληθυσμών από τις ρίζες τους, η αντι-ηρωϊκή συμπεριφορά, η αποδιάρθρωση των συνειδήσεων, η ενοχή.
Ο Πήτερ Χο Ντέιβις δεν κάνει φολκλόρ με φόντο την ιστορία (βλ. ελληνικά «ιστορικά» μυθιστορήματα), ίσως υπερτονίζει τις προθέσεις του, κάποτε διαλαλεί το μήνυμα, όμως αφήνει τους ήρωές του να κάνουν του κεφαλιού τους. Να ερωτευτούν, να μείνουν έγκυες, να προδώσουν, να ενδώσουν, να διαπραγματευτούν την ενοχή με τα δικά τους κριτήρια, παρακάμπτοντας κοινωνικές επιταγές ή παραδοσιακές αξίες. Ο Ρόδεραμ καταλαβαίνει πως ο εθνικισμός είναι ένας τρόπος για να τοποθετούνται οι άνθρωποι στο κέντρο, να νιώθουν πως ό, τι υπάρχει γύρω τους είναι σημαντικό. Εκείνος όμως, όταν αντιλαμβάνεται τις πονηριές και τις ατασθαλίες της Έστερ με τον Εγγλέζο και τον Γερμανό, την προσπερνά. Δεν τον νοιάζει πια. Απελευθερώνεται από τις αλυσίδες του εθνικισμού ενώ του φαίνεται «γνήσια ελευθερία το να μην ανήκει πουθενά».



ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο , Σάββατο 6 Ιουνίου 2008

2 σχόλια:

Dimitris Athinakis είπε...

Με το κορίτσι απ' τη Σκοτία τι γίνεται είναι το θέμα...!

*******

Έχω την αίσθηση, πάντως, ότι ο Χο Ντέιβις, αν φέρει κατ' αυτό τον τρόπο τη βαριά σκιά των συναδέλφων σας που αναφέρεις, θα έχει δύσβατο δρόμο μπροστά του. N'est_ce pas?

Θεόδωρος Γρηγοριάδης είπε...

Είναι βαριά η κληρονομιά αλλά στην αγγλική λογοτεχνία υπάρχουν και πιο βαριές σκιές-ακόμη και για τους ΜακΓιούανς...