Τρίτη, 4 Αυγούστου 2009


JON McGREGOR


Τόσοι και τόσοι τρόποι για να γίνει μια αρχή

Μετάφραση: ΑΘΗΝΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ
ΑΓΡΑ, 2009


Μια οικογενειακή ιστορία, που καλύπτει σχεδόν ολόκληρο τον εικοστό αιώνα μας διηγείται ο Τζον ΜακΓκρέγκορ μέσα από σπαράγματα μνήμης που ενεργοποιούνται όταν μια φυλαγμένη συλλογή προσωπικών αντικειμένων έρχεται και πάλι στο φως της καθημερινότητας.

Ο Ντέηβιντ, είναι έφορος στο Μουσείου του Κόβεντρι, παντρεμένος με την Έληνορ. Από παιδί συνέλεγε μικροαντικείμενα και ύστερα τα ταξινομούσε, φτιάχνοντας την ιδιωτική του συλλογή. Τελικά τα κατάφερε να βρεθεί σε ένα μουσείο, ως έφορος Κοινωνικής Ιστορίας, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να το διευθύνει, αφού τον υπονόμευσε εκδικητικά μια συναδέλφός του, επειδή δεν υπέκυψε στην γοητεία της. Ταυτόχρονα την συλλογή του δεν την εγκατέλειψε ποτέ, καθώς συνέχιζε να φυλάει μικροπράγματα και «ντοκουμέντα» μέσα σε κουτιά από παπούτσια που τα έχωνε κάτω από ένα ντιβάνι. Η μάνα του η Ντόροθυ τον αγαπούσε υπερβολικά, το ίδιο και η Τζούλια μια φίλη της που αναβαθμίστηκε σε θεία του. Εκείνη τον πήγαινε σε μουσεία και κοντά της έμαθε να αγαπάει και να συλλέγει κάθε είδους αναμνηστικά. Κάποια στιγμή ο Ντέηβιντ γνωρίζει τυχαία την Σκωτσέζα Έληνορ, που του σερβίριζε τον καφέ του σε ένα μπαρ. Την παντρεύεται, παρά τις ενστάσεις της φτωχικής της οικογένειας για τον γάμο της με τον Άγγλο. Όμως η Έληνορ, που ονειρευόταν να σπουδάσει, τα κατάφερε να περάσει στο πανεπιστήμιο και να απαλλαχτεί από την καταπιεστική συμπεριφορά της μάνας της για την οποία δεν θα την συγχωρούσε ποτέ.

Καθώς η θεία Τζούλια γερνάει, ξεφτίζει το μυαλό της και τα λόγια της ρέουν ασύστολα, αποκαλύπτοντας ένα μυστικό, καλά φυλαγμένο από τον Ντέιβιντ. Δεν είναι γιος της Ντόροθυ αλλά κάποιας Ιρλανδέζας Μαρίας Φρέιλ που τον έκανε μέσα σε ένα πλουσιόσπιτο του Λονδίνου όπου αναγκάστηκε να δουλέψει για να ξεφύγει από τη μιζέρια. Ο Ντέηβιντ κλονίζεται, ο κόσμος μεταστρέφεται γύρω του, ακόμη και η σχέση με την Έληνορ μπαίνει σε μια νέα φάση. Μέσα από τον υπολογιστή, που του τον μαθαίνει η κόρη του η Κέητ, ψάχνει να βρει το άϋλο οικογενειακό του δέντρο. Προετοιμάζεται για ένα ταξίδι στην Ιρλανδία προς αναζήτηση της μητέρας του. Λίγο πριν το ταξίδι θυμάται τα κουτιά με τα προσωπικά του αντικείμενα και τα ανοίγει. Η κρίση πυροδοτεί τη μνήμη μέσα από λίστες οικιακών ειδών, χάρτες, εισιτήρια, καρτ-ποστάλ, κονκάρδες, τηλεγραφήματα και ένα σωρό άλλα αντικείμενα.

Κάθε κεφάλαιο του μυθιστορήματος έχει ως τίτλο ένα συλλεκτικό κομμάτι και την αναγραφόμενη ημερομηνία ή αυτήν που κατά προσέγγιση υπολογίζει ο Ντέηβιντ. Και όπως σε ένα μουσείο μπορείς να αρχίσεις την ξενάγηση από όποια αίθουσα θέλεις, φτιάχνοντας την δική σου εκδοχή, έτσι κι ο ήρωάς μας, κάθε φορά που ανασύρει ένα αναμνηστικό, επιστρατεύει τη μνήμη, τη φαντασία αλλά και τις αμφιβολίες του. Τώρα πια που γνωρίζει ότι δεν είναι αυτός που ήταν, η ιστορία του είναι ανοιχτή, μπορεί να την ξαναμοντάρει, όπως ίσως εκείνη η άγνωστη μάνα του που μπορεί να «γέρασε και να μοντάρισε μια καινούργια ιστορία για τον εαυτό της για να έχει να αφηγείται…». Όμως όσο ο Ντέηβιντ ψάχνει και αναστηλώνει περιστατικά τόσο πιο δύσβατο γίνεται το παρελθόν, επειδή «για να αφηγηθεί ολόκληρη την ιστορία του χρειαζόταν μια ζωή». Ωστόσο έχει πια τη μαγιά, έχει ένα στοιχείο για να ξαναρχίσει.
Άραγε υπάρχουν πολλοί τρόποι για να ξαναρχίσει κανείς τη ζωή του ή να κάνει μια καινούργια αρχή, αναρωτιέται ο συγγραφέας Τζον ΜακΓκρέγκορ. Το ίδιο ερώτημα προφανώς τον απασχολεί και για τον τρόπο με τον οποίο θα αρχίζει μια τέτοια διήγηση. Εδώ αφηγείται αποσπασματικά, με το εύρημα της συλλογής, ένα εύρημα που έχει χρησιμοποιηθεί και άλλοτε είτε με φωτογραφίες (Τζόνοθαν Κόου) είτε με καρτ-ποστάλ ( Άνι Πρου) αλλά σίγουρα πολύ λιγότερο από τις γραμμικές αφηγήσεις. Ο ΜακΓκρέγκορ περισσότερο πάλεψε να διαφοροποιηθεί από το πρώτο του μυθιστόρημα «Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα» (εκδ. Άγρα) όπου με κινηματογραφικό μοντάζ και ποιητικό ρυθμό αφηγείται τη ζωή των κατοίκων σε μια ανώνυμη γειτονιά της Αγγλίας κατά τη διάρκεια μιας και μόνον ημέρας. ΄Εχοντας αποσπάσει βραβεία και διθυραμβικές κριτικές επιχειρεί στο δεύτερο μυθιστόρημά του το ακριβώς αντίθετο: το χρονικό μιας οικογένειας από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι της μέρες μας, στον μικρόκοσμο του Κόβεντρυ, μιας άλλοτε βιομηχανικής και νυν παρακμιακής πόλης, στην οποία οι Specials αφιέρωσαν το τραγούδι «Ghost Town».
Ο Τζον ΜακΓκρέγκορ καταφέρνει να χτίσει δύο σημαντικούς χαρακτήρες, τον Ντέηβιντ και την Έληνορ, με τον έρωτα, τον αγώνα τους για επιβίωση, τις αποτυχίες, τις μεταπτώσεις τους. Να μιλήσει για την ιστορία και τη μνήμη, τις χαμένες ευκαιρίες, τις ελπίδες που δεν ευοδώθηκαν. Λεπτολόγος, με συγκρατημένο ύφος και υποβλητικό ρυθμό, εμφανή στην λεπτοδουλεμένη μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου, καταφέρνει με το απλό υλικό να περιγράψει ακόμη μια ιστορία των αφανών ανθρώπων. Φυσικά ο αναγνώστης χρειάζεται να είναι, όπως και ο συγγραφέας, προσηλωμένος στην λογοτεχνία, να αφοσιωθεί στο κείμενο αλλά και να προετοιμαστεί για κάποιες βίαιες οικογενειακές σκηνές όπως την σύγκρουση της Έληνορ με τη μάνα της ή αναπάντεχες ερωτικές περιγραφές σαν την πρώτη ερωτική επαφή του Ντέηβιντ με τη Έληνορ.
Υπάρχει μια τάση ανασυγκρότησης των οικογενειακών αφηγημάτων σε αρκετά σύγχρονα αγγλικά μυθιστορήματα. Σε σχέση μάλιστα με τη γενιά του ογδόντα ( Ίαν ΜακΓιούαν) που στα πρώτα τους μυθιστορήματα θάβονταν ζωντανοί οι γονείς σε τσιμεντόκηπους, οι νεότεροι μπολιάζουν οικογενειακά δέντρα και προγονικές ρίζες. Ωστόσο ο τριαντατριάχρονος Τζον ΜακΓκρέγκορ διαμηνύει ότι μπορεί να διαχειριστεί ιδιότροπα εντελώς διαφορετικά θέματα και θα φανεί στο μέλλον αν μπορεί να παραμείνει το ίδιο ξεχωριστός και ιδιαίτερος.




Θεόδωρος Γρηγοριάδης