Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Ορχάν Παμούκ οι διαλέξεις στο Χάρβαρντ

Γράφει η Μαρία Πανεζή



“Κύριε Παμούκ: Τα ζήσατε στα αλήθεια όλα αυτά;”

Η πρώτη (δεύτερη) διάλεξη του Ορχάν Παμούκ:
http://www.fas.harvard.edu/~humcentr/conferences/pdf/Norton_Pamuk.pdf

Harvard University, Cambridge MA, 29 Σεπτεμβρίου 2009




Στις διάφορες βιβλιοθήκες στο Harvard συχνάζουν αυτοί που αποκαλούμε «συνήθεις ύποπτοι». Κάθε πρωί βλέπεις τις ίδιες φάτσες, στις ίδιες θέσεις, με τα ίδια, ή παρόμοια βιβλία. Το αντίθετο ακριβώς συνέβη στη δεύτερη διάλεξη του Παμούκ, που είναι ανοιχτή στο κοινό. Την πρώτη δεν την πρόλαβα λόγω υποχρεώσεων οικογενειακών, αλλά αποφάσισα πάω σε όλες τις υπόλοιπες.

Βρισκόμαστε σε ένα από τα παλιά αμφιθέατρα στο Harvard (στο κτίριο Memorial Hall http://www.fas.harvard.edu/~memhall/concept.html ). Αυτό το κτίριο το κόντυναν επειδή το χτυπούσαν (κάποτε) συχνά κεραυνοί. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει, υπάρχουν πολλά ψηλότερα κτίρια στην περιοχή. Μέσα στην αίθουσα (Sanders Theater: http://www.fas.harvard.edu/~memhall/sanders.html ) όμως φαντάζομαι πως δεν πέρασε ούτε μια μέρα, ούτε μια ώρα από τότε που την ίδια σειρά διαλέξεων έδιναν ο Ουμπέρτο Έκο, ο Ίταλο Καλβίνο ή ο Μπόρχες. Ίσως κάθονταν στην ίδια καρέκλα, στο κέντρο της σκηνής. Τα ξύλινα έδρανα φαίνονται (και μάλλον είναι) πολύ παλιά.

Στις διαλέξεις του Παμούκ κάθε άλλο παρά σύνηθες είναι το ακροατήριο. Φοιτητές από κάθε τμήμα, αρχιτέκτονες, μια δικηγόρος που «ατύχησε» και λέει αποφάσισε να γίνει συγγραφέας, ένας τουρίστας που κατάγεται από το Μεξικό και δουλεύει τώρα στη Νορβηγία, ντόπιοι κάτοικοι της περιοχής του Κέιμπριτζ της Μασσαχουσέτης, Τούρκοι της διασποράς, μερικές φοιτήτριες μουσουλμάνες (όλες μαζί καθισμένες σε μια μεριά της αίθουσας, με εντυπωσιακές μαντήλες). Το ακροατήριο σίγουρα δεν είναι ομοιογενές.

Βέβαια, και εδώ τα κλισέ δε λείπουν. Στις πρώτες σειρές, καθηγητές από τα διάφορα τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών, που σε πιο νεαρά (και κυνικά) μάτια μοιάζουν σαν απομεινάρια των sixties. Τους κοιτώ με ενδιαφέρον, να κάθονται στις τιμητικές θέσεις, και δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ αν καταλαβαίνουν ότι έγιναν τελικά αυτό που ήθελαν να μη γίνουν ποτέ. Η ιντελιγκένσια ενός πανεπιστημίου της ελίτ. Όλες αυτές οι σκέψεις, ώσπου μπαίνει ο Παμούκ.

Χειροκρότημα.

Η ομιλία αφορά τη σχέση που έχουν τα όσα αφηγείται ένας συγγραφέας στα μυθιστορήματά του (novels) με την αληθινή του ζωή. Τη διάλεξή του τη διαβάζει (και δυσκολεύεται λίγο όταν ξεφεύγει από το γραπτό κείμενο, μπερδεύεται), όμως με πολύ χαριτωμένο τρόπο. Σχεδόν απολογητικά κοιτά το ακροατήριό του κάθε φορά που μας ξαναδιαβάζει την ίδια πρόταση.

Το μυθιστόρημα το προσδιορίζει ο Παμούκ ως ειδικό είδος λογοτεχνίας που αναπτύχθηκε στις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα και συνέχισε ως τις μέρες μας, στο οποίο προφανώς ανήκει και ο ίδιος, και μάλιστα το λέει ρητά αργότερα στη διάλεξή του.

Όλοι μας ως αναγνώστες είμαστε περίεργοι για τους συγγραφείς που διαβάζουμε και είναι φυσικό. Διαβάζουμε, και διαβάζει λέει και ο Παμούκ με μανία τα πίσω εξώφυλλα βιβλίων, τις συνεντεύξεις, τις εισαγωγές και αφιερώσεις, με στόχο να μάθουμε περισσότερα για τη ζωή του συγγραφέα.

Όταν έγραψε το «Μουσείο της Αθωότητας», πολλοί από αυτούς που το διάβασαν ρωτούν: «Είσαι ο Κεμάλ, κύριε Παμούκ; Είσαι ο Κεμάλ;» Τόσο πολύ μπερδεύεται ο κόσμος που ένας καλός του φίλος, μια μέρα που περπατούσαν οι δύο τους στην Ισταμπούλ, σε μια γειτονιά μακριά από εκεί που όντως μένει ο Παμούκ, αλλά κοντά εκεί που ζει ο ήρωάς του Κεμάλ στο «Μουσείο της Αθωότητας», σταμάτησε μπροστά σε ένα κτίριο που ταίριαζε στην περιγραφή του σπιτιού του Κεμάλ. Ο Παμούκ τον ρώτησε γιατί σταμάτησαν: «Μα γιατί εδώ μένεις, δε μένεις εδώ;» απάντησε ο φίλος του. Όχι βέβαια, απάντησε ο Παμούκ, και τότε ο φίλος του, μπερδεύοντας την πραγματικότητα του Παμούκ με την «πραγματικότητα» στη ζωή του ήρωά του, απάντησε: «Νόμισα πως είχες μετακομίσει στο σπίτι της μητέρας σου σε αυτή τη γειτονιά»[1]

Ρώτησε λοιπόν ο Παμούκ: είναι δυνατόν να αναρωτιόμαστε αν ο Θερβάντες ήξερε τον Δόν Κιχώτη; Αν είναι ο ίδιος ο Κιχώτης; Και τι γίνεται όταν μέσα στην αφήγηση μπαίνουν ακόμα περισσότερα επίπεδα; Όταν δηλαδή η Άννα Καρένινα κάθεται πάνω στο τραίνο (και έχει σημασία ότι κάθεται πάνω στο τραίνο, διότι όλοι κάποτε πήραμε το τραίνο, κι ας μην πηγαίναμε από την Αγία Πετρούπολη στη Μόσχα), διαβάζοντας (τι άλλο;), ένα μυθιστόρημα (και όλοι καθήσαμε σε ένα τραίνο διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα), έχει σημασία αν ο Τολστόι έχει πάρει το τραίνο από την Αγία Πετρούπολη στη Μόσχα; Τι κι αν ποτέ του δεν έχει δει τραίνο;

Το μπέρδεμα γίνεται ακόμα πιο προφανές, λέει ο Παμούκ, όταν όντως ο συγγραφέας χτίζει την ιστορία του ως μια παραπλανητική αφήγηση της ζωής του. Κάτι σαν τον Τουρκικό κινηματογράφο στα τέλη της δεκαετίας του 70, αρχές της δεκαετίας του 80. Ο Παμούκ εδώ μας λέει ότι τότε όλοι έγραφαν σενάρια για τον κινηματογράφο, το ίδιο κι αυτός. Ο Τουρκικός κινηματογράφος ήταν πολύ δραστήριος. Τότε, ήταν πολύ δημοφιλές να παίζουν οι διάσημοι τούρκοι ηθοποιοί τον εαυτό τους στα έργα. Δηλαδή, ο Ταρίκ Ακάν ή η Φιλίζ Ακίν έπαιζαν σε μια ταινία με θέμα έναν ηθοποιό/μία ηθοποιό, διάσημους, που τους έλεγαν Ταρίκ ή Φιλίζ. Έπαιζαν τον εαυτό τους; Ή όχι; Συχνά έδιναν συνεντεύξεις εξηγώντας σε τι διαφέρει η ζωή τους από το ρόλο που έπαιζαν. Ή στην κακή εκδοχή αυτής της ιστορίας, το πλήθος κάποτε επιτέθηκε στον «κακό» των ταινιών αυτών στην Ισταμπούλ, θεωρώντας ότι στην αληθινή του ζωή είναι εξίσου μοχθηρός και άρα επικίνδυνος.

Όμως άλλες φορές οι αναγνώστες πραγματικά σε ξέρουν. Κάποτε αναφέρει ο Παμούκ μια κυρία τον πλησίασε. Η κυρία αυτή ήταν σαν τη θειά του. Σαν μια οποιαδήποτε θείτσα. Τον κοίταξε, και του είπε «Σας ξέρω, κύριε Παμούκ». Τι εννοούσε όταν έλεγε τον ήξερε, αναρωτήθηκε ο συγγραφέας. Επέμεινε «Στα αλήθεια σας ξέρω κύριε Παμούκ» και τότε ο Παμούκ ντράπηκε, διότι ένιωσε σαν αυτή η θείτσα να έβλεπε μέσα στην ψυχή του. Σαν να τον ήξερε όντως.

Πρέπει να αποφεύγετε, μας λέει, δύο κατηγορίες αναγνωστών: αφενός, αυτούς τους αφελείς, που πιστεύουν ότι είτε ο συγγραφέας ασφαλώς και έζησε όλα όσα περιγράφει, είτε αποκλείεται να έζησε οτιδήποτε από αυτά, απλά φαντάστηκε όσα γράφει. Αφετέρου, τους κυνικούς, εκείνους που νομίζουν ότι μπορούν ανά πάσα στιγμή να ξεχωρίσουν που σταματά η πραγματικότητα και ξεκινά η φαντασία του συγγραφέα. Ιδίως λέει ο Παμούκ, να αποφεύγετε τους δεύτερους. Η μαγεία του μυθιστορήματος τελικά κρύβεται στο παράδοξο, στο ότι δεν μπορείς ποτέ να ξεχωρίσεις.

Και από τις ερωτήσεις που έγιναν ύστερα φάνηκε ότι ίσως ο Παμούκ συνδέει τελικά το μυθιστόρημα ως λογοτεχνικό είδος με το γεγονός ότι έχουμε πρόσβαση, σε κάποιο βαθμό στην προσωπική ζωή του συγγραφέα, ξέρουμε γι αυτόν κάποια πράγματα, ή νομίζουμε πως τα ξέρουμε. Έτσι η ανάγνωση έχει πάντοτε δύο επίπεδα. Και γι αυτό πρέπει να αποφεύγουμε αυτούς που είτε θεωρούν ότι τα έχουν ρητά ξεχωρίσει, είτε αυτούς που τα αγνοούν τελείως. Γιατί, το παράδοξο είναι, πως δεν ξεχωρίζουν. Όταν τον ρώτησε κάποιος, γιατί διαβάζουμε Σέξπηρ (ή Όμηρο) όταν τελικά δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτε για τη ζωή τους, απάντησε, «μα ο Σέξπηρ δεν έγραφε μυθιστορήματα».

Στις ερωταποκρίσεις επίσης εντύπωση έκανε η αυθόρμητή του αντίδραση για τους μεταφραστές των βιβλίων του. Είπε ότι κάθε φορά βασανίζεται με τη διαδικασία, περνά δύσκολα, δεν ξέρει τι να κάνει, πλακώνεται με τους μεταφραστές του για τις λέξεις, διαβάζει πάντοτε λεπτομερώς τη μετάφραση και έχει πολύ συγκεκριμένη και ισχυρή άποψη για το πως ακριβώς πρέπει να μεταφραστούν ορισμένες λέξεις από τα τούρκικα, που σε άλλες γλώσσες δεν υπάρχουν καν. Ακόμα χειρότερα, όταν το αγγλικό κείμενο χρησιμοποιείται ως πρωτότυπο για μετάφραση σε τρίτες γλώσσες!

Στη δική μου ερώτηση, τι γίνεται με τους συγγραφείς που γράφουν με ψευδώνυμα, είναι αυτό ένα τρίτο επίπεδο μετά τα δύο τα δικά του (τον ρώτησα όχι στην αίθουσα, αλλά μετά, όταν τον συνάντησα καθώς βγαίναμε από την αίθουσα), σκέφτηκε λίγο, και σήκωσε τους ώμους: «Δεν ξέρω» είπε, και χαμογέλασε. Σκεφτόμουν, όταν τον ρώτησα κατά βάσιν τον Πύντσον, που μπορεί μεν να γράφει με το αληθινό του όνομα, αλλά είναι ένας συγγραφέας-φάντασμα, που κρύβει επιμελώς και με πάθος σχεδόν όλα τα στοιχεία της προσωπικής του ζωής.

Ο Παμούκ είναι ίσως το ακριβώς αντίθετο από το συγγραφέα-φάντασμα. Είναι ο συγγραφέας που ζει δίπλα σου, μαζί σου, μπορείς να τον δεις, να τον επεξεργαστείς, να σκαλίσεις το μυαλό του, να τον ρωτήσεις τι τρώει για πρωινό, ποιό είναι το αγαπημένο του χρώμα γραβάτας, πότε έκοψε το κάπνισμα, ποια είναι η αγαπημένη παραλία της κόρης του, πόσο κρύο ήταν το χέρι του νεκρού του πατέρα. Το παράξενο εδώ είναι ότι σε όλα αυτά θα λάβεις μια απάντηση που είναι πέρα για πέρα αληθινή. Τόσο στις συνεντεύξεις του, όσο και στα βιβλία του, με πολύ σημαντικά παραδείγματα το Other Colors και το Istanbul, ο Παμούκ μας ανοίγει το σπίτι του και μας βάζει όχι μόνο στις μικρές οικογενειακές του ιστορίες, αλλά και στις μυρωδιές και τις εικόνες που τις συνόδευαν.

Αυτό στην αρχή με ικανοποίησε πολύ. Με διακρίνει μια φυσική περιέργεια. Διάβαζω τα ημερολόγια των συγγραφέων και των ποιητών που μου αρέσουν, γιατί θέλω να ξέρω περισσότερα. Θέλω να ξέρω αν έτρωγαν παστίτσιο (Σεφέρης), ή ότι έπαιρναν το τραμ στο Παρίσι τις ημέρες της γερμανικής κατοχής (Σιμόν ντε Μποβουάρ). Με ενδιαφέρει να μάθω τι ώρα κοιμούνται, και τι χρώμα έχουν οι τοίχοι του σπιτιού τους. Αλλά όταν γίνεται τόσο απλό, όταν έχω τόσες πολλές πληροφορίες, δεν νιώθω πια την ικανοποίηση ότι ανακάλυψα μια επιστολή ανάμεσα σε πολλές που μιλά για τη μάρκα μολυβιών που τους άρεσε να χρησιμοποιούν. Φοβάμαι πως η μαγεία χάνεται. Ο Παμούκ σε αυτό το σημείο με έχει, ομολογώ, μπερδέψει.

Επίσης, είναι αρκετά σαφές ότι προωθεί το βιβλίο του «Το Μουσείο της Αθωότητας» η αγγλική μετάφραση του οποίου σύντομα κυκλοφορεί στις ΗΠΑ. Οι διαλέξεις του έχουν σχέση με τα μουσεία, αναφέρεται πολύ συχνά στον κεντρικό ήρωα, τον Κεμάλ, και έκανε άμεση αναφορά στην επικείμενη κυκλοφορία κατά τη διάλεξή του τουλάχιστον τέσσερις φορές. Αναμένουμε το βιβλίο με αγωνία πια σχεδόν, ιδίως επειδή φίλοι που διάβασαν το πρωτότυπο, αλλά και άλλοι που διάβασαν τη γερμανική μετάφραση (η οποία κυκλοφόρησε δύο μήνες μετά το πρωτότυπο), είπαν ότι είναι ίσως το καλύτερο του Παμούκ που έχουν διαβάσει ως τώρα.

Εκείνο κυρίως που είμαι περίεργη να δω είναι πόσο επηρεάζει το Νόμπελ έναν νέο σχετικά συγγραφέα. Είναι σαν την μονιμότητα (tenure) στο δικό μας χώρο, τη νομική που λειτουργεί ακριβώς όπως η απειρία, τελικά; Γράφεις σα να μην έχεις να λογοδοτήσεις σε κανέναν, γράφεις ό,τι σκέφτεσαι; Ή αποκτάς έναν άλλο φακό πολιτικής ορθότητας; Περνάς στο απυρόβλητο και γράφεις ό,τι σκέφτεσαι όπως το σκέφτεσαι ή αυτολογοκρίνεσαι πιο πολύ;

Πριν τρεις εβδομάδες συζητούσα με τη Janet Halley που κάνει Gender Studies στη νομική του Χάρβαρντ για ένα κέιμενο που έγραψε ως απάντηση στον δικαστή Richard Posner που έκανε (μεταξύ άλλων) οικονομική ανάλυση της ομοφυλοφιλίας (και γενικότερα της sexual identity). Το κείμενό της είναι εξαιρετικό, και για την καθαρότητα της γραφής αλλά και για την αμεσότητα των απόψεών της. Μου είπε, είχα μόλις πάρει μονιμότητα, οπότε αποφάσισα να είμαι ειλικρινής, να ανοίξω τα χαρτιά μου στο τραπέζι και να πω: Ιδού!

Η απάντηση της Halley με έκανε να κοιτάξω περίεργα τον Παμούκ (όχι τον ίδιο, αλλά οποιονδήποτε συγγραφέα παίρνει μια πολύ μεγάλη διάκριση). Αλλάζει αυτή η διάκριση κάτι στο στυλ του, ή στην αμεσότητα του; Υπάρχουν στο μυθιστόρημα άσσοι που κρατά κάποιος στο μανίκι; Ή τους έβγαλε όλους στο τραπέζι; Ίσως η αναλογία να μην είναι πολύ καλή, συχνά στη νομική αναγκαζόμαστε για διάφορους λόγους να γίνουμε διπλωμάτες, και δεν έχουμε και το μύθο (fiction) να σταθούμε πίσω του, πίσω από μια μεταφορά ή μια καλή παραβολή.
Ή καμιά φορά συμβαίνει και κάτι άλλο: νομικοί ενός περιθωρίου (μετανάστες, Εβραίοι, αφροαμερικάνοι) που υπέστησαν το ρατσισμό και την περιθωριοποίηση σε όλο τους το μεγαλείο νωρίς στη ζωή τους, έγιναν ριζοσπαστικοί στην αρχή της καριέρας τους, έγραψαν αληθινά διαμάντια και απέκτησαν οι θεωρίες τους τη σημασία που έχουν ως σήμερα, αλλά όταν βολεύτηκαν σε καλές θέσεις (πρυτάνεις, δικαστές σε ανώτατα δικαστήρια κλπ), πήραν πίσω τρόπον τινά όσα είχαν γράψει και έγιναν συντηρητικοί (μερικές φορές πιο συντηρητικοί από τους συντηρητικούς).

Ίσως βέβαια στη λογοτεχνία είναι διαφορετικά τα πράγματα. Ίσως ο Παμούκ ποτέ να μην χρειάστηκε επιπλέον ασυλία. Όμως δίνει ένα Νόμπελ ασυλία; Ή την παίρνει πίσω; Αλλάζει ο συγγραφέας; Ο μύθος του; Και πως;

Η συνέχεια στις επόμενες διαλέξεις


Η Μαρία Πανεζή είναι visiting scholar, Harvard Law School


[1] Σημείωση: Νομίζω πως αυτό αποτελεί ευθεία αναφορά στο «Μουσείο της Αθωότητας», αλλά δεν το έχω διαβάσει ακόμα, άρα δεν μπορώ να επιβεβαιώσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: