Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

PHILIP ROTH INDIGNATION


ΦΙΛΙΠ ΡΟΘ

Αγανάκτηση


Μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδη

ΠΟΛΙΣ 2009



Ο Φίλιπ Ροθ στις καλύτερες στιγμές του με ήρωα έναν νέο άνθρωπο, έναν ασυμβίβαστο χαρακτήρα, που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει και είδε να διαψεύδονται οι ελπίδες του επειδή δεν θέλησε να συμβιβαστεί.

Αν και η υπόθεση του προτελευταίου μυθιστορήματος του Φίλιπ Ροθ «Αγανάκτηση» (2008) διαδραματίζεται το 1951, μερικές φορές νομίζεις ότι οι δεκαετίες δεν σημαίνουν τίποτε μπρος στην αντιδραστικότητα και τον αυταρχισμό των οικογενειακών και εκπαιδευτικών δομών σ’ όλης της γης τα πλάτη. Ο ήρωας της «Αγανάκτησης», ο Μάρκους Μέσνερ, είναι ένα μοναχοπαίδι μιας εβραϊκής οικογένειας, που μεγαλώνει στο Νιούαρκ, φοιτά σε ένα μικρό κολέγιο και προετοιμάζεται για το Πανεπιστήμιο. Ο πατέρας του είναι χασάπης που βλέπει τις δουλειές του να ελαττώνονται με τα καινούργια σούπερ μάρκετ, ανησυχεί για τον πόλεμο της Αμερικής στην Κορέα και μετατοπίζει την ανασφάλειά του στο γιο του, τον Μάρκους. Τον παρακολουθεί στενά, σε βαθμό νεύρωσης και αυτή η ασφυκτική πατρική επιτήρηση, αναγκάζει τον Μάρκους να αλλάξει κολέγιο.

Ο Μάρκους πηγαίνει, πεντακόσια χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του, στο Πανεπιστήμιο Γουάινσμπεργκ, στις αγροτικές βόρειες επαρχίες του κεντρικού Οχάϊο, τόπος όπου και διαδραματίζεται το κλασικό σπονδυλωτό βιβλίο του Σέργουντ Άντερσον («Ουάινσμπεργκ Οχάιο», εκδ. Μέδουσα). Εδώ, μολονότι προσπαθεί να ζήσει αυτόνομα, αναγκάζεται να συγκατοικήσει στους κοιτώνες με αντιδραστικά και ενοχλητικά άτομα, όπως τα κρίνει ο ίδιος. Δεν θέλει να συγχρωτίζεται με Εβραίους αλλά η βασική αρχή των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι η ομαδοποίηση των σπουδαστών. Όλοι ανήκουν σε αδελφότητες, «για να μην νιώσεις φοβερή μοναξιά», στις οποίες αρνείται να ενταχθεί ο Μάρκους. Με τις συνεχείς αλλαγές συγκατοίκων και τους καυγάδες ανάμεσά τους, ο κοσμήτορας τον θεωρεί απροσάρμοστο και τον προειδοποιεί για τις συνέπειες μιας τέτοιας συμπεριφοράς που ίσως τον οδηγούσε μια ώρα αρχύτερα στο πολεμικό μέτωπο.

Όταν ο Μάρκους ερωτεύεται την Ολίβια, από το γειτονικό κολέγιο των κοριτσιών, ξαφνιάζεται με τον απελευθερωμένο της χαρακτήρα. Μέσα στο δανεισμένο αυτοκίνητο του συγκατοίκου του, μια μαύρη ΛαΣαλ, ξεπαρθενεύεται από την κοπέλα. Ταυτίζεται με τα μυαλά του πατέρα του, δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους του την ευκολία με την οποία εκείνη του κατέβασε το παντελόνι. Η Ολίβια, βλέποντας τον τρόμο του, παύει να του μιλάει και λίγο αργότερα παθαίνει νευρική κρίση και καταφεύγει, έγκυος, σε μια κλινική. Άλλωστε είχε βεβαρημένο παρελθόν με μια απόπειρα αυτοκτονίας και αποθεραπεία αλκοολισμού.

Ο τελειομανής και επιμελής Μάρκους, που μοναδικό στόχο είχε να μπει στη Νομική Σχολή, κλονίζεται με τα προσωπικά αλλά και τα ενδοκολεγιακά προβλήματα. Δεν αντέχει τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό, των σαράντα παρουσιών ετησίως, να παρακολουθεί βαρυγκομώντας μαθήματα Στρατιωτικής Επιστήμης ώστε να μην καταταχθεί στην πρώτη γραμμή, ανέχεται ακόμη τις υποχονδρίες του πατέρα του από μακριά, ενώ αυξάνεται η πίεση του κοσμήτορα που τώρα τον κατηγορεί για την εγκυμοσύνη της Ολίβιας. Ο Μάρκους, σε έναν συναρπαστικό διάλογο μαζί του, ομολογεί ότι είναι άθεος, παραθέτοντας ολόκληρα αποσπάσματα από την ομιλία του Μπέρτραντ Ράσελ «Γιατί δεν είμαι Χριστιανός». Στο τέλος ξερνάει πάνω στο γραφείο του κοσμήτορα και καταρρέει από την αδικία που δεν μπορεί να είναι ο εαυτός του.

Στην σελίδα 66 διαβάζουμε: «Ακόμη και τώρα που είμαι πεθαμένος και εγώ δεν ξέρω από πότε…απανωτές αναποδιές που κατέληξαν στον θάνατό μου στα δεκαεννιά μου χρόνια». Η έγκαιρη αυτή αποκάλυψη και παρέμβαση του αφηγητή, από ένα στάδιο μεταθανάτιο ή από ένα στάδιο κωματώδους κατάστασης, βαραίνει στο εξής την ανάγνωση και δημιουργεί επίσης στον αναγνώστη ένα συναίσθημα αγανάκτησης επειδή ένα νέο άτομο δεν μπόρεσε να διαφύγει από την στενοκεφαλιά των μεγάλων. Όμως ο θάνατος είναι οριστικός. Ο Μάρκους θα βρεθεί στην Κορέα με διαλυμένο το κεφάλι από τις οβίδες γιατί, όταν συνελήφθη να χαρτζιλικώνει έναν συμμαθητή του που τον αντικαθιστούσε στην εκκλησία, αρνήθηκε να ζητήσει συγγνώμη. Έτσι η κατάταξή του σε μάχιμη μονάδα ήταν μια φυσική κατάληξη και ο πόλεμος ενάντια στους Κινέζους ήρθε ειρωνικά αντίστροφα με τον τραγούδι που ο Μάρκους έλεγε στο δημοτικό «Λαέ της Κίνας ο κίνδυνος έφτασε προ των πυλών/και αγανάκτηση γεμίζουν οι καρδιές όλων».

Εκείνη η «αγανάκτηση» του Εθνικού Ύμνου των Κινέζων και συμμάχων των Αμερικανών, στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, γίνεται προσωπική αγανάκτηση μιας σύντομης ζωής για ένα πεισματάρικο αγόρι που δεν υπέκυψε στις πιέσεις και τις γαλιφιές, αλλά υπερασπίστηκε την προσωπική του αυτοτέλεια, χωρίς να προλάβει να γευτεί τις χαρές του ενήλικα. Για άλλη μια φορά ο Φίλιπ Ροθ μας τραντάζει με το θέμα της θνητότητας, των γηρατειών, του αναπόφευκτου θανάτου. Από το 2000 και μετά στα μικρά του μυθιστορήματα («Το ζώο που ξεψυχά», «Καθένας», «Το Φάντασμα Φεύγει», όλα στις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ), οι ήρωές του είναι αφηγητές του πρότερου βίου τους και μέσα από ματαιωμένες ζωές είτε αναχωρούν από το προσκήνιο είτε μεταβαίνουν σε ένα στάδιο του τίποτε, εκεί όπου η μνήμη μπορεί να είναι το μόνον που διασώζεται από την φθορά του σώματος.

Η «Αγανάκτηση», με την λιτή αλλά φορτισμένη γραφή, δείχνει ότι ο 76χρονος Αμερικανός συγγραφέας, παραμένει στην κορυφή των αγγλοσαξονικών γραμμάτων. Ελάχιστοι πια συγγραφείς παγκοσμίως γράφουν τόσο πυκνά και σε τόση μεγάλη ηλικία, η 90χρονη Λέσινγκ, ο 87χρονος Σαραμάγκου. Με δεδομένο ότι μέσα στο 2009 κυκλοφόρησε και το καινούργιο μυθιστόρημα του Ροθ, το «Humbling», φαντάζομαι ότι ο συγγραφέας θα αποτελεί τον εφιάλτη στον ύπνο των μελών της Σουηδικής Ακαδημίας. Όμως αν το Νόμπελ θέλει να αντικαταστήσει την Ουνέσκο, δικαίωμά τους. Ο Φίλιπ Ροθ έχει ήδη κερδίσει εκείνο το βραβείο όπου η ζωή και η γραφή, συνυπάρχουν αναπόσπαστα σε έναν κόσμο που ερωτεύεται, ονειρεύεται, δημιουργεί, πολεμάει αλλά και χάνει το παιγνίδι της ζωής από αγανάκτηση, μια ιερή αγανάκτηση όπως στην περίπτωση του Μάρκους Μέσνερ, του λογοτεχνικού νεομάρτυρα

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

"Όμως αν το Νόμπελ θέλει να αντικαταστήσει την Ουνέσκο, δικαίωμά τους."

Υποκλίνομαι!