Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Ορχάν Παμούκ


ΟΡΧΑΝ ΠΑΜΟΥΚ

Το Μουσείο της Αθωότητας

Ωκεανίδα 2009, σελ. 802

μετάφραση: Στέλλα Βρετού



Μια ιστορία ασίγαστου πάθους, ερωτικής παραφοράς και φετιχιστικών εμμονών, που αντιστοιχεί σε σαράντα τέσσερις φορές έρωτα της μιάμισης ώρας, αναδιπλώνεται και εκτίθεται στο «Μουσείο της Αθωότητας» μέσα στο οποίο μας ξεναγεί ο ιδρυτής του, ο Κεμάλ, ο παραληρηματικός ήρωας του τελευταίου μυθιστορήματος του Ορχάν Παμούκ.

Μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα. Ο τριαντάχρονος Κεμάλ, γόνος πλούσιας οικογένειας της Ιστανμπούλ, επιστρέφει από τις σπουδές του στην Αμερική και ετοιμάζεται να αρραβωνιαστεί την Σιμπέλ, με την οποία συναντιέται ερωτικά στο γραφείο του πατέρα του, πλούσιου επιχειρηματία τρίτης γενιάς. Εκείνη του δίνεται επειδή αναγνωρίζει τον «σοβαρό σκοπό» του. Η Σιμπέλ είναι κόρη συνταξιούχου πρέσβη που ξεπούλησε την περιουσία του. Το ζευγάρι περπατώντας στις ακριβές περιοχές της Ιστανμπούλ βλέπουν, στην βιτρίνα μιας μπουτίκ, μια γαλλική τσάντα που εντυπωσιάζει την Σιμπέλ. Την επομένη ο Κεμάλ μπαίνει να την αγοράσει και αντικρίζει την πωλήτρια, την Φισούν, μια δεκαοκτάχρονη μακρινή συγγενή του εξ αγχιστείας. Η μητέρα του Κεμάλ ήταν θυμωμένη με την μάνα της Φισούν επειδή ενθάρρυνε την κόρη της να διαγωνιστεί σε καλλιστεία. Η εμφάνιση της Φισούν (λεπτή, βαμμένα ξανθά μακριά μαλλιά) ταράζει τον Κεμάλ, σημαδιακά και μοιραία.

Αρχίζουν να συναντιούνται σε ένα κλειστό διαμέρισμα της οικογένειας του Κεμάλ. «Η Φισούν έβγαλε τα σκουλαρίκια της και τα ακούμπησε στο τραπεζάκι κοντά μας-ένα από τα σκουλαρίκια είναι το πρώτο από τα εκθέματα του μουσείου μου». Η αφήγηση του Κεμάλ, χρόνια μετά, αρχίζει σαν μια ξενάγηση μέσα στο Μουσείο που έχει ήδη φτιάξει για την Φισούν. Και το πρώτο αντικείμενο είναι το σκουλαρίκι που θα χάσει η αγαπημένη του. Θόρυβοι, φωνές και μυρωδιές της πόλης συνοδεύουν τις μαγικές στιγμές τους. Στην πραγματικότητα η Φισούν και η Ιστανμπούλ είναι οι δύο αλληλένδετες αγάπες του Κεμάλ, αφού κάθε αναφορά στην Φισούν παραπέμπει σε κάποιο αντικείμενο, σε μια τοποθεσία, σε μια εκδήλωση, ενώ η αφηγηματική ματιά του περιλαμβάνει απαραιτήτως μέσα στο κάδρο την Φισούν-ακόμη και την απουσία της.

Ο αρραβώνας με την Σιμπέλ γίνεται στο ξενοδοχείο «Χίλτον» όπου συγκεντρώνεται η μεγαλοαστική τάξη της Τουρκίας θυμίζοντας «Τον Μεγάλο Γκάσμπι» αλά τούρκα. Ο Κεμάλ έχει καλέσει την οικογένεια της Φισούν και συνομιλεί με τους καλεσμένους. «Η οικογένεια Παμούκ είχε κλειστεί στο καβούκι της, ένοιωθε άβολα ανάμεσα στους νεόπλουτους. Δεν είχαν τίποτε το αξιοπρόσεκτο, παρά μόνο του γιο τους Ορχάν…». Ο Κεμάλ θα χορέψει με την Φισούν και θα της ζητήσει να συνεχίσουν την σχέση τους. Ζηλεύει φρικτά κάθε άντρα που την πλησιάζει. «Ο κύριος Ορχάν Παμούκ, τον οποίο συνάντησα έπειτα από πολλά χρόνια, όταν έστηνα το μουσείο μας...μου μίλησε για εκείνο το χορό. Όσοι θέλουν να μάθουν, από το δικό του στόμα, τι ένιωσε ο Ορχάν μπέης όταν χόρευε με τη Φισούν, ας διαβάσουν το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, με τίτλο «Ευτυχία». Κι έτσι, στο τέλος, αφηγητής και συγγραφέας ενώνονται εις μάσκα μία -κάτι που είχε συμβεί και στο «Χιόνι» και που συμβαίνει στα καλά μεταμοντέρνα μυθιστορήματα.

Στο μεταξύ η Φισούν, που ετοιμαζόταν να δώσει εξετάσεις και ο Κεμάλ –υποτίθεται- την βοηθούσε, εξαφανίζεται. Στο διάστημα αυτό ο Κεμάλ αποξενώνεται από τους φίλους του, διαλύει τον αρραβώνα, παραμελεί την επιχείρηση. Η κοινωνία τον χλευάζει, ως ανόητο και ιδιόρρυθμο. Καθ’ όλη αυτή την περίοδο των «2.864 ημερών ή σχεδόν οκτώ ετών της απουσίας της», εκείνος συλλέγει με εμμονή χιλιάδες αντικείμενα που η Φισούν άγγιξε ή του θυμίζουν την παρουσία της και που θα εκτεθούν αργότερα στο «Μουσείο». Φλυτζάνια, βάζο, κοκαλάκι, χάρακας, γόμα, στιλό, μέχρι και σαλιγκάρια για να αισθανθούν οι επισκέπτες την φθινοπωρινή μελαγχολία της εποχής του έρωτά τους. Εισιτήρια από σινεμά, αφίσες, μπουκάλια γκαζόζας που τα φιλάει επειδή άγγιξαν τα χείλη της, η μακέτα του σπιτιού της, το ψυγείο της, ο τρίφτης με τον οποίο συνελήφθη ένα βράδυ από την στρατιωτική αστυνομία να τον κουβαλάει πάνω του, αλλά και 4.213 γόπες με την λεζάντα η κάθε μία και την ημερομηνία που τις απέκτησε.

Κλαίει και οδύρεται ο Κεμάλ. Ο πόνος του έρωτα, πόνος αναμονής, απλώνεται στο σώμα του σαν θάνατος. Μαύρη μελαγχολία, ζήλια, θυμός, υποψίες, ψυχοσωματικές αρρώστιες. Φτιάχνει τον δικό του χάρτη, την δική του «απαγορευμένη πόλη», με κόκκινα και πορτοκαλί χρώματα ώστε να αποφεύγει τους δρόμους που βάδιζαν μαζί. Την ταυτίζει με περαστικούς, την βλέπει σαν φάντασμα. Καταφεύγει στα ζώδια και στα χαρτιά. και η ερωτική του ζωή περιορίζεται στους οργασμούς που επιφέρει το άγγιγμα κάποιων προσωπικών της αντικειμένων πάνω στο κορμί του.

Στα επίμονα γράμματα, που στέλνει στην Φισούν, εκείνη ανταποκρίνεται τελικά, όμως την βρίσκει παντρεμένη με έναν σεναριογράφο που ονειρεύεται να κάνει ποιοτικό σινεμά με πρωταγωνίστρια την γυναίκα του. Το ζευγάρι επίσης ευελπιστεί στη δική του χρηματοδότηση. Ο Κεμάλ βγαίνει συνεχώς μαζί τους και για επτά χρόνια αναζητάει μια στιγμή να της μιλήσει. Ένα δημοσίευμα εφημερίδας μιλάει για έναν Κ. και το πάθος του με νεαρή υποψήφια ηθοποιό που εμποδίζει την καριέρα της. Γιατί ν’ ακούσει την μάνα του που τον προειδοποιεί ότι δεν μπορεί να γίνει ευτυχισμένος με αυτήν την κοπέλα, «αν μπορούσες, θα είχε γίνει ως τώρα»;

Όταν η Φισούν χωρίζει με τον αντιερωτικό της σύζυγο, ο Κεμάλ της κάνει πρόταση γάμου και οργανώνει ένα ταξίδι με αυτοκίνητο στην Ευρώπη, που θυμίζει την on the road απόδραση του ήρωα του Ναμπόκοφ με την Λολίτα. Όμως η Φισούν, έχει αλλάξει στο μεταξύ, καταρρέει ψυχολογικά και τον κατηγορεί, όπως και τον πρώην άντρα της, ότι δεν την άφησαν από ζήλια να γίνει ηθοποιός.

Πέρα από μια απελπισμένη ιστορία αγάπης, το λιγότερο πολιτικό αυτό μυθιστόρημα του Παμούκ αποτελεί μια καταγραφή των ηθών και των αλλαγών που επικράτησαν τη δεκαετία 70 και 80 στην Τουρκία και πώς αυτές οι μετατροπές επέδρασαν πρωτίστως στην κοινωνική τάξη του Κεμάλ. Η ανθρωπολογική ματιά ενός ταραγμένου αφηγητή καταλήγει σε μια τρικυμισμένη περιγραφή της Τουρκίας των τελευταίων δεκαετιών. Ο Παμούκ δούλευε επί δέκα χρόνια το μυθιστόρημα δίνοντας ένα άρτιο, κάπως μακρόσυρτο αλλά γοητευτικό στην μελαγχολία και στην εκκεντρικότητά του, μυθιστόρημα.

Πιο σίγουρος και πιο δεξιοτέχνης, είναι πια ένας συγγραφέας του κόσμου γι’ αυτό και οι εξαντλητικές του περιγραφές μοιάζουν να απευθύνονται σε ένα διευρυμένο -πέραν της χώρας του- αναγνωστικό κοινό. Η Πόλη εάλω λογοτεχνικά, είναι μια πόλις που ταυτίζεται με τον συγγραφέα, κι ας μην ελπίζουν οι φολκλορίστες της δικής μας όχθης ότι θα την ξαναπάρουν με νοσταλγικές σελίδες. Η Ιστανμπούλ έχει τον δικό της συγγραφέα που γεννήθηκε εκεί, την περπάτησε, την αγάπησε και της αφιέρωσε το πιο παράξενο ιδιωτικό Μουσείο του κόσμου, ένα μουσείο αγάπης και αθωότητας. Σαν προέκταση της μυθοπλασίας, ετοιμάζεται να ανοίξει στην περιοχή Μπέγιογλου και το αληθινό «Μουσείο της Αθωότητας» με τα αντικείμενα που περιγράφονται στο βιβλίο. Τι κρίμα να μην ζει ο Μπόρχες για να κόψει την κορδέλα του στα εγκαίνια.

Γεννημένος το 1952 ο Ορχάν Παμούκ, παράτησε την αρχιτεκτονική και σπούδασε λογοτεχνία στην Αμερική. Τον Νοέμβριο του 2009 έδωσε έξη διαλέξεις στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ όπου τον προλόγισε ο James Wood, o σημαντικότερος κριτικός λογοτεχνίας στον αγγλόφωνο κόσμο. Η συγγραφική του πορεία ξεκίνησε το 1982 κερδίζοντας συνεχώς φήμη και αναγνώστες με οκτώ βιβλία μέχρις στιγμής. Το «Χιόνι» (2002), βραβευμένο με το Impac Prize συμπεριλαμβάνεται στα σημαντικότερα μυθιστορήματα της δεκαετίας, το «Μουσείο» στις λίστες με τα καλύτερα του 2009. Οι δηλώσεις του, το 2005, υπέρ των Κούρδων και των Αρμενίων παραλίγο να τον στείλουν στις τουρκικές φυλακές, αλλά τελικά οδηγήθηκε στην Σουηδική Ακαδημία, ο μοναδικός Τούρκος κάτοχος Nobel και ο δεύτερος νεότερος μετά τον Κίπλινγκ.

Η μετάφραση της Στέλας Βρεττού θυμίζει κείμενο πρωτογραμμένο στα ελληνικά. Άλλωστε σε ποια άλλη γλώσσα του κόσμου θα αποδιδόταν ακριβέστερα η πρόταση «Μαχαλά το μαχαλά, σοκάκι το σοκάκι γύρισα όλη την πόλη»;

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια: