Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009


Ορχάν Παμούκ

«Χιόνι» (Kars)

Ωκεανίδα 2007

Μετάφραση: Στέλλα Βρετού



O Oρχάν Παμούκ είναι ο πρώτος Tούρκος συγγραφέας που τιμάται με το Bραβείο Nομπέλ Λογοτεχνίας, και μάλιστα στη νεαρή ηλικία των 52 χρόνων. Το μυθιστόρημα «Με λένε κόκκινο», κέρδισε το International IMPAC. Το αυτοβιογραφικό Istanbul ήταν υποψήφιο για το Samuel Johnson prize με άλλα λόγια στην Αγγλία ειδικά θεωρείται ένας σημαντικός συγγραφέας, αφού το «Χιόνι» μπήκε ήδη στις λίστες των σημαντικότερων βιβλίων της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μας.

Συγγραφέας με πωλήσεις σε σαράντα διαφορετικές χώρες αλλά και με πειραματισμούς στη γραφή του που συγγενεύουν με τον Κάφκα, τον Μπόρχες, τον Καλβίνο και τον Μαρκές. Και όμως το πρώτο του βιβλίο το [Cevdet Bey and His Sons, 1982] πούλησε 2,000 αντίτυπα στην Τουρκία τον πρώτο χρόνο, το δεύτερο [The Quiet House, 1983] 8,000 copies, το τρίτο [The White Castle, 1985] 16,000 και το τέταρτο [The Black Book, 1990] 32,000. Στην συνέχεια όμως η «Καινούργια ζωή» θα πουλούσε 164,000 αντίτυπα τον πρώτο χρόνο και το «Με λένε κόκκινο» το 1998 θα ήταν η μεγαλύτερη εκδοτική επιτυχία όλων των εποχών μέχρι τότε.

Ο Παμούκ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1952 και περιγραφές της γειτονιάς του, που ανήκε στην ανώτερη τάξη, μπορεί κανείς να τις διαβάσει στο «Μαύρο Βιβλίο». Ομολογεί ότι ήταν κάπως πομπώδης και ότι ήθελε να είναι σαν τον Τζέιμς Τζόις που περιγράφει με λεπτομέρειες πού ακριβώς βρισκόταν κάθε κατάστημα.

Πριν γεννηθεί η οικογένειά του ζούσε σε ένα μεγάλο κτίριο, της τελευταίας οθωμανικής περιόδου, όπου η οικογένεια ήταν σκορπισμένη σε διαφορετικά σημεία του σπιτιού και με πολλούς υπηρέτες. Το κτίριο όμως κατέρρεε και έτσι έκτισαν μια οικοδομή όπου οι εξώπορτες ήταν κλειδωμένες και όλες οι πόρτες των διαμερισμάτων ορθάνοιχτες κι αυτός πηγαινοερχόταν στα διαμερίσματα των θείων και των ξαδέλφων. Σήμερα ο Παμούκ, σε εκείνη την οικοδομή, αγόρασε ένα διαμέρισμα και ξαναζεί εκεί μέσα. Από το διαμέρισμά του μπορεί και βλέπει την Αγία Σοφιά, τη θάλασσα του Μαρματά, τον Βόσπορο, τον Κεράτιο, το Τοπ Καπί, την κρεμαστή γέφυρα που ενώνει την Ευρώπη με την Ασία, δηλαδή τα πιο βασικά σημεία της Πόλης.

Το ‘Χιόνι’ που άρχισε να το γράφει πριν την 9/11, τοποθετείται στο Καρς στην βορειοανατολική Τουρκία και διαπραγματεύεται τα καυτά θέματα της πίστης και της θρησκείας σε μία χώρα που μοιάζει διχασμένη για τον περισσότερο διάστημα του τελευταίου αιώνα.

Το «Χιόνι» είναι ένα Ντοστογιεφσκικό πολιτικό μυθιστόρημα. Μια πόλη που αποκόβεται από την υπόλοιπη Τουρκία λόγω του χιονιού και μια στρατιωτικό πραξικόπημα. Τοποθετημένο το 1992 το μυθιστόρημα είναι εν μέρει πολιτικό θρίλερ και εν μέρει μια ερωτική ιστορία. Ο πρωταγωνιστήςο Κα, μεγάλωσε στην Ιστανμπούλ, στην περιοχή Νισάντας, από γονείς λαϊκούς και δημοκράτες, το μάθημα των θρησκευτικών στο δημοτικό ήταν η μόνη του ισλαμική παιδεία που είχε πάρει. Μεγάλωσε διαβάζοντας δυτική λογοτεχνία. Ως ποιητής και πολιτικός εξόριστος έζησε για δώδεκα χρόνια στην Γερμανία. Στα σαρανταδύο του, δεν είχε παντρευτεί ποτέ.

Γυρίζοντας από την εξορία αναζήτησε τις παλιές γειτονιές και τον τόπο της παιδικής αθωότητας αλλά δυστυχώς δεν τον βρίσκει. Όταν η εφημερίδα ‘Τζουμχουριέτ» του αναθέτει μια αποστολή στην πόλη Κάρς ως δημοσιογράφος για να ερευνήσει μια σειρά από ανησυχητικά γεγονότα, αποδέχεται γιατί έτσι πιστεύει ότι βρει εκείνη την μεσοαστική φτώχεια που ήξερε από τα παιδικά του χρόνια. Πρώτα απ’ όλα η δολοφονία του δημάρχου και μια «επιδημία αυτοκτονιών» που μαστίζει τις νεαρές γυναίκες με μαντίλα.

Το Καρς την εποχή των Οθωμανών ζούσαν διάφορες εθνότητες, Αρμένιοι και αυτή η πολυπολιτισμικότητα δεν παύει αν αποτελεί σημείο αναφοράς για τον Κα.

Στο Καρς ο Κα θα συναντήσει την Ιπέκ, μια γνώριμη αγαπημένη του από την εποχή του πανεπιστημίου. Αναστατώνεται με την παρουσία της. Η Ιπέκ είναι χωρισμένη και ο πατέρας της διατηρεί το ξενοδοχείο όπου μένει ο Κα. Φυσικά εκείνος τίθεται υπό παρακολούθηση από την πρώτη στιγμή. Συνεχώς χιονίζει, όμορφο πυκνό χιόνι που τυλίγει την πόλη και την αποκλείει. Ο Κα συναντάει την Ιπέκ σε ένα ζαχαροπλαστείο όπου μέχρι το 1967 ήταν μια παλιά Ορθόδοξη εκκλησία και η πόρτα της φυλάγεται τώρα στο μουσείο. Η αδελφή της Ιπέκ είναι η Καντιφέ. Την ώρα που μιλάνε μέσα στον χώρο του ζαχαροπλαστείου πυροβολείται ο Διευθυντής του Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου που δεν επέτρεπε στις φοιτήτριες να παρακολουθούν μαθήματα με μαντίλες.

Στις περιδιαβάσεις του ο Κα μέσα στο χιονισμένο τοπίο συναντάει φοιτητές, πολιτικούς, τον σεϊχη και άλλους παράγοντες της τοπικής ζωής που θέλουν να μάθουν πράγματα αλλά και να τον ενημερώσουν ή να τον προειδοποιήσουν. Ακόμη και η εφημερίδα γράφει πράγματα που δεν έχουν συμβεί ακόμη γι αυτόν προκαλώντας τον να τα πραγματοποιήσει, όπως να διαβάσει ποιήματά του στο θέατρο κατά την διάρκεια μιας παράστασης. Ανάμεσα σε αυτούς που συναντάει είναι και ο Λατζιβέρτ, ενεργός ισλαμιστής και καταζητούμενος με δράση ακόμη και στην Ευρώπη και ο οποίος προσπαθεί να τον πείσει να μην δώσει στη δημοσιότητα στο θέμα. Στο μεταξύ προσπαθεί να πείσει την Ιπέκ να φύγει μαζί του αλλά εκείνη είναι δεμένη με την οικογένειά της.

Στο Θέατρο Μιλέτ με αφορμή μια παράσταση και με την παρουσία όλων των αρχών θα γίνει μια επίδειξη δύναμης των κοσμικών και των στρατιωτικών. Μέσα στο έργο που είναι σαν επιθεώρηση μια γυναίκα θα βγάλει την μαντίλα της και θα την κάψει συμβολικά. Δύο στρατιώτες ορμάνε στην σκηνή να την τιμωρήσουν και ξαφνικά το θεατρικό δρώμενο μετατρέπεται σε μακελειό με τους στρατιώτες να πυροβολούν αληθινά το κοινό.

Όταν θα συλληφθεί ο Λατζεβέρτ θα τον επισκεφθεί ο Κα και θα προσπαθήσει να τον πείσει ότι αν η αγαπημένη του Καντιφέ δεχτεί να ανεβεί στην σκηνή του θεάτρου, στην επόμενη παράσταση και ξεσκεπάσει το κεφάλι της με τρόπο που να μην θιχτεί η αξιοπρέπειά της, θα τον αφήσουν να φύγει ζωντανός από την πόλη. Όμως τελικά ο Λατζιβέρτ θα δολοφονηθεί στο διαμέρισμά του, την στιγμή που ήταν έτοιμος να παρακολουθήσει την παράσταση με την Καντιφέ. Την ίδια στιγμή ο Κα αναγκαζόταν να ανεβεί σε ένα τρένο και να φύγει από την πόλη, έχοντας μάθει ότι η Ιπέκ ήταν επίσης ερωμένη του Λατζιβέρτ και ότι δεν είχε καθόλου σκοπό να τον ακολουθήσει. Πριν φύγει αποχαιρέτησε την Καντιφέ στις πρόβες και της είπε ότι ο Λατζιβέρτ διαφωνούσε πια να βγάλει το μαντίλι. Στην σκηνή η Καντιφέ θα πυροβολήσει τον Σουνάι και θα καταδικαστεί σε φυλάκιση πολλών ετών.

Εδώ στη μέση του βιβλίου αρχίζει και μιλάει ο Ορχάν, ο αφηγητής και συγγραφέας. Τώρα πια ξέρουμε ότι ο Κα έχει δολοφονηθεί στην Γερμανία τέσσερα χρόνια αφότου επέστρεψε μετά το ταξίδι του στο Καρς. «Σε μια από τις τελευταίες συναντήσεις μας στην Ιστανμπούλ ο Κα με είχε ρωτήσει ποιο θα ήταν το επόμενο μυθιστόρημά μου κι εγώ του είχα μιλήσει για την πλοκή του ‘Μουσείου της Αθωότητας’ που έκρυβα μ’ επιμέλεια απ’ τους άλλους». Στο «Μουσείο» για άλλη μια φορά ο αφηγητής, ο συγγραφέας του συγκεκριμένου βιβλίου και ο Ορχάν Παμούκ θα αποτελέσουν την αναπόσπαστη Τριάδα του ενός.

Ο Ορχάν που έχει διασώσει τα ποιήματα του Κα, αντιλαμβάνεται ότι γράφτηκαν στο Καρς, την περίοδο που προσπαθούσε να ξαναβρεί την ευτυχία μέσω της Ιπέκ αλλά οι περιστάσεις τον εμπόδισαν.

Το έβδομο αυτό μυθιστόρημα του Ορχάν Παμούκ είναι το πιο πολιτικό, μελαγχολικό και στοχαστικό του βιβλίο. Η ατέλειωτη περιδιάβαση από επεισόδιο σε επεισόδιο και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, με ανθρώπους που σπανίως κατανοούν τις προθέσεις και τα συναισθήματά τους, φέρνεις στο νου τον «Απαρηγόρητο» του Καζούο Ισιγκούρο, την περιπλάνηση του ήρωά του σε μια πόλη της Ευρώπης όπου ψάχνει να βρει απαντήσεις σε μια ζωή που οι υπόλοιποι του την έχουν ήδη αφηγηθεί.

Ενώ όμως το «Χιόνι» φαντάζει χαοτικό τελικά συνειδητοποιείς ότι έχει την λεπτή ισορροπημένη διάταξη των απολήξεων μιας νιφάδας. Από τα πιο εξαντλητικά κείμενα του Παμούκ, απαραίτητο ανάγνωσμα για όσους τον παρακολουθούν ως συγγραφέα.



Θεόδωρος Γρηγοριάδης





1 σχόλιο:

χαρούμενος μηδενιστής είπε...

Έξοχη σύσταση, αγαπητέ Θεόδωρε!