Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Ο παλαιστής και ο δερβίσης (απόσπασμα)

Μπήκαν στο αυτοκίνητο κι ο Τζεμάλ έβγαλε μια κασέτα από την τσέπη του. Ακουγόταν μια δυνατή γυναικεία φωνή σε ένα γνώριμο ελληνικό τραγούδι.

Η Μιρέλα αναγνώρισε ένα τραγούδι της Χαρούλας Αλεξίου.

«Το ξέρεις ότι είναι ελληνικό

«Σεζάν Ακσού, τη λένε. Τραγουδάνε μαζί».

Κάτι είχε ακούσει η Μιρέλα. Ο άλλος από δίπλα μόλις που χώραγε στο αυτοκινητάκι. Πάσχιζε σαν τα μικρά παιδιά να μην ξεφύγει και κάνει κάτι ανεπίτρεπτο στην εκδρομή και τη χαλάσει.

«Σου αρέσει η Τουρκία» διαπίστωσε ή ρώτησε σε οθωμανικά αγγλικά.

«Και σένα σου αρέσει η Ελλάδα» ρώτησε ή αποφάνθηκε η Μιρέλα σε αγγλικά proficiency.

Το παιδάκι ξαφνικά ζωήρεψε και ξέχασε τους καλούς του τρόπους. Έβαλε τη χοντροδάκτυλη παλάμη του πάνω στο μπούτι της.

«Εσύ μου αρέσει».

Xωρίς τελικό σίγμα σαν τη στροφή μπροστά τους. Η Μιρέλα έστριψε στην ανηφόρα, πίσω από κάτι κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις. Ο δρόμος ήταν αγροτικός, χωμάτινος. Σταμάτησε στην άκρη, δίπλα σε ένα χαντάκι, και κατέβηκαν. Απέναντι από το χαντάκι ήταν ένα περιφραγμένο κτήμα, οργωμένο, μια πινακίδα έλεγε ότι πουλιόταν και παραμέσα μια καλύβα, κακοχτισμένη με ελενίτ. Μα ποιος θα το αγόραζε εδώ πάνω, να το κάνει τι; Για μια στιγμή πρόλαβε να δει πόσο άδεια ήταν η χώρα και πόσο πηγμένη η πόλη της και η ζωή της. Ο Τζεμάλ πήγε λίγο παραπέρα και άρχισε να κατουράει δίπλα σε έναν κορμό δέντρου. Ξεχάστηκε όρθιος, σαν να προετοιμαζόταν για τη μάχη πάνω στο χώμα. Όμως αυτή τη φορά σοβάρεψε. Βλέμμα διαφορετικό. Αντίπαλος από ξένα στρατόπεδα. Ύστερα ήρθε κοντά της και την τράβηξε πάνω του.

«Είσαι ψηλή γυναίκα. Οι πιο πολλές Ελληνίδες είναι κοντές, σαν τις δικές μας».

Της έβγαλε την μπλούζα με μια απότομη κίνηση, να μην προλάβει να αναρωτηθεί πότε αποτύπωσε τις φυλετικές διαφορές.

«Τι θέλεις από μένα;’

«Να με πηδήξεις».

«Φώναξέ το!»

Το φώναξε. Πιο δυνατά, ξεπερνώντας τις φωνές των γυναικών και από τις δύο χώρες. Την είχε ακινητοποιήσει με τα χέρια του, σαν ανάμεσα σε δυο κορμούς δέντρων. Το κατεβασμένο παντελόνι του εμπόδιζε τις κινήσεις. Εκείνη αφέθηκε. Κραυγή έκπληξης και πόνου και ύστερα φωνές δυνατές, άλλοτε ικετευτικές και άλλοτε υβριστικές. Είχαν αφεθεί ο καθένας στη γλώσσα του και στις βαθιές στερεοτυπικές εκφράσεις, εκείνες που φώλιαζαν στα μυθικά κιτάπια των κυττάρων.

Τελείωσαν ο καθένας με τον τρόπο του και αναγκάστηκαν να καθίσουν καταγής μην λιγοθυμήσουν από τη ζάλη. Η Μιρέλα άπλωσε ένα ψαθάκι θαλάσσης που είχε αφημένο στο πορτ μπαγκάζ, δεν χρειαζόταν καμιά οργανική στάμπα στα ρούχα της. Αυτός της χάιδευε τα μαλλιά με τα χοντροκομμένα του δάχτυλα. Έδειχνε τόσο ευχαριστημένος, θεέ μου, πώς είναι δυνατόν να είναι τόσο ικανοποιημένος ένας αρσενικός; Είχε όρεξη για λόγια. Όμως εκείνη, από την ένταση, δεν μπορούσε να ακολουθήσει τον ειρμό των σκέψεών του, σε ελληνοαγγλικά δημοτικού. Πάλι καλά, όμως. Για φαντάσου να χρειαζόταν από κοντά κι έναν διερμηνέα.

«Ο διερμηνέας ήταν Έλληνας;»

Πού τον θυμήθηκε;

«Ναι» απάντησε εκείνος. «Ήρθε από την Κομοτηνή».

«Πες μου λίγα για σένα».

Άντε μπρε, πες της.

Κι έτσι έμαθε ότι ο Τζεμάλ γεννήθηκε στην Αδριανούπολη. Εκεί δούλευε, εκεί πάλευε. Όταν καλοκαίριαζε, ερχόταν στην Ελλάδα, στα πανηγύρια, με τον θείο του και άλλους φίλους. Πάλευαν με τους Έλληνες αλλά και με τους Βούλγαρους. Για την πλάκα, για την πάλη. Για εκατό ευρώ. Εκεί στην Αδριανούπολη- πάντως- γίνονται οι μεγαλύτεροι αγώνες στην Τουρκία κι εκεί είναι πρωταθλητής και αρκετά γνωστός.

Έχωσε το χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της μέχρι πίσω. Εκείνη αναστέναξε.. Αυτός υπαινίχθηκε κάτι.

«Ούτε να το διανοηθείς» αντιστάθηκε εκείνη.

«Λίγο ακόμα».

«Πάμε απ’ εδώ, μας κοιτάζει εδώ και ώρα ένα σκυλί».

Του είχε σηκωθεί. Ήταν τέρας αντοχής τελικά. Το τσομπανόσκυλο πλησίασε και τους μύρισε. «Ουστ, από δω» το έδιωξε εκείνος και το σκυλί υποχώρησε φοβισμένο.

«Φεύγουμε αύριο» είπε. «Θα ’ρθεις να με δεις στην Αδριανούπολη

«Όποτε μπορέσω. Κι εγώ φεύγω αύριο, θα φωτογραφίσω το πανηγύρι το βράδυ και θα φύγω».



Από το κεφάλαιο «Καλοκαίρι 2001», σελ. 19-21

Ο Παλαιστής και ο δερβίσης (εκδόσεις Πατάκη)

Δεν υπάρχουν σχόλια: