Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

μια πρωτοχρονιάτικη ιστορία



Βρετανική θαλπωρή



Βρέθηκε στο Λονδίνο, πρωτοχρονιάτικα, ηρεμία δεν έβρισκε στην πατρίδα του, τις γιορτινές μέρες. Το βράδυ της πρωτοχρονιάς, με άλλους δύο φίλους, που μένανε στο ίδιο ξενοδοχείο της Ράσσελ Σκουέαρ, πήγανε στο Μπρίξτον, σε ένα κλαμπ. Όλο το βράδυ το πέρασε χαζεύοντας τους άλλους να χορεύουν ιδρωμένοι και να πίνουν νερό από μπουκαλάκια που κρατούσαν στο χέρι. Οι δώδεκα μήνες του χρόνου, ολόγυμνοι, χόρευαν σε σιδερένια κλουβιά που κρεμόντουσαν στις άκρες της τεράστιας αίθουσας.


Ως εκεί.


Το απόγευμα της Πρωτοχρονιάς ξύπνησε με ένα κενό μέσα του. Οι δρόμοι του Λονδίνου άδειοι, οι φίλοι του κοιμόντουσαν ακόμη. Θυμήθηκε τον Χαράλαμπο, μακρινό ξάδελφο του πατέρα του, πάνω από πενήντα και βάλε. Από μικρός μετανάστης στην Αγγλία έφτασε στο Λονδίνο και παντρεύτηκε μια Αγγλοκύπρια. Μία φορά στα πέντε χρόνια ο Χαράλαμπος ερχόταν στην Ελλάδα να δει τη μάνα και τα αδέλφια του, πιο πολύ στην Κύπρο πήγαιναν για διακοπές.


Του τηλεφώνησε εξηγώντας του χρονιάρα μέρα ποιος ήταν και από πού. Ύστερα ξεκίνησε, κάπως ενοχικά, με τον υπόγειο για τα βόρεια του Λονδίνου, για το Γούντγκριν, εικοσιπέντε λεπτά κάτω από τη γη, με κάτι διαλυμένους τύπους στο βαγόνι. Ο σταθμός υγρή μοναξιά και σαπισμένα κοκκινότουβλα. Ο Χαράλαμπος, γερασμένος, μεταλλαγμένος, ήρθε να τον πάρει από τον σταθμό, συγκινημένος, που θα έβλεπε ένα κομμάτι μιας πατρίδας που σχεδόν είχε εξανεμιστεί απ’ την ψυχή του. Στο κασετόφωνο του αυτοκινήτου άκουγε την Μαρινέλλα που άφησε στην πατρίδα του, «όταν σημάνει εσπερινός, σαββατοβραδινός».


Όταν έφτασαν στο συνηθισμένο εγγλέζικο σπίτι, η σαραντάχρονη γυναίκα του Χαράλαμπο τους υποδέχθηκε αναψοκοκκινισμένη. Ήταν ήδη οργισμένη με τον δεκαοκτάχρονο γιο τους που έφυγε από το σπίτι και για να συγκατοικήσει μ’ άλλους τρεις φίλους του. Ξέσπασε, αψηφώντας τον επισκέπτη, τα μεσογειακά της γονίδια αποδείχτηκαν ισχυρότερα. Ο μικρότερος γιος, ήταν χαμένος σε ένα παιγνίδι στον υπολογιστή, ούτε που σήκωσε το κεφάλι του. Μια Κύπρια γιαγιά, χωμένη σε μια άλλη γωνιά, μουρμούριζε κάτι λόγια σε μια ακαθόριστη γλώσσα.


Κάθισαν στο σαλόνι και οι δύο συμπατριώτες προσπάθησαν να βρουν κάτι κοινό από την πατρίδα, αλλά μάταια. Δεν υπήρχαν κοινοί γνωστοί, ούτε και εμπειρίες. Τα ενδιαφέροντά τους τελείως διαφορετικά. Γάμοι, παιδιά, πεθερικά-ασυντόνιστες ζωές. Άσε που τους χώριζαν είκοσι και βάλε χρόνια.


«Πώς τα πέρασες χθες βράδυ;» τον ρώτησε ο Χαράλαμπος.


«Κάναμε βόλτες». Δεν τόλμησε να ξεστομίσει για το κλαμπ. Ευτυχώς που ξαφνικά ήρθαν για επίσκεψη ένα φιλικό ζευγάρι και έσπασε η μονοτονία.


Αυτός Ιρλανδο-τζαμαϊκανός, με ισπανικές ρίζες, ημιέγχρωμος, και η γυναίκα του Ολλανδέζα. Μ’ αυτωνών το γιο συγκατοικούσε και ο γιος του Χαράλαμπου, κάπως έτσι έμαθαν τα νέα του, γιατί η μάνα του δεν τον δέχθηκε ούτε στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Το νεοφερμένο ζευγάρι έδειχνε πάντως να μην νοιάζεται για το γιο τους. Ήθελαν να ξεφορτωθούν τα παιδιά και να γλεντήσουν. Άρχισαν να πίνουν, να γελάνε, να μεθάνε. Η γιαγιά το έριξε στο θρήνο. Οι συμπατριώτες ό, τι είχαν να πούνε το είπανε. Η Ολλανδέζα ταίριαζε τα βυζιά της και τριβόταν πάνω στον άντρα της, καυλωμένη, έτοιμη να πηδηχτεί.


«Πιείτε κι εσείς…» λέγανε στους Έλληνες και τους Κύπριους, ουρλιάζοντας από τα γέλια. Και η Ολλανδέζα τραβούσε, καμαρώνοντας, τ’ αρχίδια του άντρα της.




Από τους «Χάρτες» (Πατάκης 2007)

[ΧΑΡΤΗΣ ΤΡΙΤΟΣ –Ξενιτιές και ερημιές]



Δεν υπάρχουν σχόλια: