Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Ο Jon McGregor κερδίζει το International Impac Dublin Literary Award


Ο Jon McGregor βραβεύεται με το IMPC για το τρίτο του μυθιστόρημα Even the dogs. Τα δύο προηγούμενά του μυθιστορήματα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Άγρα και παραθέτω τις παρουσιάσεις τους που έκανα στα ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο:


Συγγραφέας: Jon McGregor
Tίτλος: Τόσοι και τόσοι τρόποι για να γίνει μια αρχή (Jon McGregor)
Eκδότης: ¶γρα (Μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου)
Xρονολογία έκδοσης: 2009
Ημερομηνία καταχώρησης: Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009


Μια οικογενειακή ιστορία, που καλύπτει σχεδόν ολόκληρο τον εικοστό αιώνα μας διηγείται ο Τζον ΜακΓκρέγκορ μέσα από σπαράγματα μνήμης που ενεργοποιούνται όταν μια φυλαγμένη συλλογή προσωπικών αντικειμένων έρχεται και πάλι στο φως της καθημερινότητας.

Ο Ντέηβιντ, είναι έφορος στο Μουσείου του Κόβεντρι, παντρεμένος με την Έληνορ. Από παιδί συνέλεγε μικροαντικείμενα και ύστερα τα ταξινομούσε, φτιάχνοντας την ιδιωτική του συλλογή. Τελικά τα κατάφερε να βρεθεί σε ένα μουσείο, ως έφορος Κοινωνικής Ιστορίας, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να το διευθύνει, αφού τον υπονόμευσε εκδικητικά μια συναδέλφός του, επειδή δεν υπέκυψε στην γοητεία της. Ταυτόχρονα την συλλογή του δεν την εγκατέλειψε ποτέ, καθώς συνέχιζε να φυλάει μικροπράγματα και «ντοκουμέντα» μέσα σε κουτιά από παπούτσια που τα έχωνε κάτω από ένα ντιβάνι. Η μάνα του η Ντόροθυ τον αγαπούσε υπερβολικά, το ίδιο και η Τζούλια μια φίλη της που αναβαθμίστηκε σε θεία του. Εκείνη τον πήγαινε σε μουσεία και κοντά της έμαθε να αγαπάει και να συλλέγει κάθε είδους αναμνηστικά. Κάποια στιγμή ο Ντέηβιντ γνωρίζει τυχαία την Σκωτσέζα Έληνορ, που του σερβίριζε τον καφέ του σε ένα μπαρ. Την παντρεύεται, παρά τις ενστάσεις της φτωχικής της οικογένειας για τον γάμο της με τον ¶γγλο. Όμως η Έληνορ, που ονειρευόταν να σπουδάσει, τα κατάφερε να περάσει στο πανεπιστήμιο και να απαλλαχτεί από την καταπιεστική συμπεριφορά της μάνας της για την οποία δεν θα την συγχωρούσε ποτέ.

Καθώς η θεία Τζούλια γερνάει, ξεφτίζει το μυαλό της και τα λόγια της ρέουν ασύστολα, αποκαλύπτοντας ένα μυστικό, καλά φυλαγμένο από τον Ντέιβιντ. Δεν είναι γιος της Ντόροθυ αλλά κάποιας Ιρλανδέζας Μαρίας Φρέιλ που τον έκανε μέσα σε ένα πλουσιόσπιτο του Λονδίνου όπου αναγκάστηκε να δουλέψει για να ξεφύγει από τη μιζέρια. Ο Ντέηβιντ κλονίζεται, ο κόσμος μεταστρέφεται γύρω του, ακόμη και η σχέση με την Έληνορ μπαίνει σε μια νέα φάση. Μέσα από τον υπολογιστή, που του τον μαθαίνει η κόρη του η Κέητ, ψάχνει να βρει το άϋλο οικογενειακό του δέντρο. Προετοιμάζεται για ένα ταξίδι στην Ιρλανδία προς αναζήτηση της μητέρας του. Λίγο πριν το ταξίδι θυμάται τα κουτιά με τα προσωπικά του αντικείμενα και τα ανοίγει. Η κρίση πυροδοτεί τη μνήμη μέσα από λίστες οικιακών ειδών, χάρτες, εισιτήρια, καρτ-ποστάλ, κονκάρδες, τηλεγραφήματα και ένα σωρό άλλα αντικείμενα.

Κάθε κεφάλαιο του μυθιστορήματος έχει ως τίτλο ένα συλλεκτικό κομμάτι και την αναγραφόμενη ημερομηνία ή αυτήν που κατά προσέγγιση υπολογίζει ο Ντέηβιντ. Και όπως σε ένα μουσείο μπορείς να αρχίσεις την ξενάγηση από όποια αίθουσα θέλεις, φτιάχνοντας την δική σου εκδοχή, έτσι κι ο ήρωάς μας, κάθε φορά που ανασύρει ένα αναμνηστικό, επιστρατεύει τη μνήμη, τη φαντασία αλλά και τις αμφιβολίες του. Τώρα πια που γνωρίζει ότι δεν είναι αυτός που ήταν, η ιστορία του είναι ανοιχτή, μπορεί να την ξαναμοντάρει, όπως ίσως εκείνη η άγνωστη μάνα του που μπορεί να «γέρασε και να μοντάρισε μια καινούργια ιστορία για τον εαυτό της για να έχει να αφηγείται?». Όμως όσο ο Ντέηβιντ ψάχνει και αναστηλώνει περιστατικά τόσο πιο δύσβατο γίνεται το παρελθόν, επειδή «για να αφηγηθεί ολόκληρη την ιστορία του χρειαζόταν μια ζωή». Ωστόσο έχει πια τη μαγιά, έχει ένα στοιχείο για να ξαναρχίσει.
¶ραγε υπάρχουν πολλοί τρόποι για να ξαναρχίσει κανείς τη ζωή του ή να κάνει μια καινούργια αρχή, αναρωτιέται ο συγγραφέας Τζον ΜακΓκρέγκορ. Το ίδιο ερώτημα προφανώς τον απασχολεί και για τον τρόπο με τον οποίο θα αρχίζει μια τέτοια διήγηση. Εδώ αφηγείται αποσπασματικά, με το εύρημα της συλλογής, ένα εύρημα που έχει χρησιμοποιηθεί και άλλοτε είτε με φωτογραφίες (Τζόνοθαν Κόου) είτε με καρτ-ποστάλ ( ¶νι Πρου) αλλά σίγουρα πολύ λιγότερο από τις γραμμικές αφηγήσεις. Ο ΜακΓκρέγκορ περισσότερο πάλεψε να διαφοροποιηθεί από το πρώτο του μυθιστόρημα «Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα» (εκδ. ¶γρα) όπου με κινηματογραφικό μοντάζ και ποιητικό ρυθμό αφηγείται τη ζωή των κατοίκων σε μια ανώνυμη γειτονιά της Αγγλίας κατά τη διάρκεια μιας και μόνον ημέρας. ΄Εχοντας αποσπάσει βραβεία και διθυραμβικές κριτικές επιχειρεί στο δεύτερο μυθιστόρημά του το ακριβώς αντίθετο: το χρονικό μιας οικογένειας από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι της μέρες μας, στον μικρόκοσμο του Κόβεντρυ, μιας άλλοτε βιομηχανικής και νυν παρακμιακής πόλης, στην οποία οι Specials αφιέρωσαν το τραγούδι «Ghost Town».
Ο Τζον ΜακΓκρέγκορ καταφέρνει να χτίσει δύο σημαντικούς χαρακτήρες, τον Ντέηβιντ και την Έληνορ, με τον έρωτα, τον αγώνα τους για επιβίωση, τις αποτυχίες, τις μεταπτώσεις τους. Να μιλήσει για την ιστορία και τη μνήμη, τις χαμένες ευκαιρίες, τις ελπίδες που δεν ευοδώθηκαν. Λεπτολόγος, με συγκρατημένο ύφος και υποβλητικό ρυθμό, εμφανή στην λεπτοδουλεμένη μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου, καταφέρνει με το απλό υλικό να περιγράψει ακόμη μια ιστορία των αφανών ανθρώπων. Φυσικά ο αναγνώστης χρειάζεται να είναι, όπως και ο συγγραφέας, προσηλωμένος στην λογοτεχνία, να αφοσιωθεί στο κείμενο αλλά και να προετοιμαστεί για κάποιες βίαιες οικογενειακές σκηνές όπως την σύγκρουση της Έληνορ με τη μάνα της ή αναπάντεχες ερωτικές περιγραφές σαν την πρώτη ερωτική επαφή του Ντέηβιντ με τη Έληνορ.
Υπάρχει μια τάση ανασυγκρότησης των οικογενειακών αφηγημάτων σε αρκετά σύγχρονα αγγλικά μυθιστορήματα. Σε σχέση μάλιστα με τη γενιά του ογδόντα ( Ίαν ΜακΓιούαν) που στα πρώτα τους μυθιστορήματα θάβονταν ζωντανοί οι γονείς σε τσιμεντόκηπους, οι νεότεροι μπολιάζουν οικογενειακά δέντρα και προγονικές ρίζες. Ωστόσο ο τριαντατριάχρονος Τζον ΜακΓκρέγκορ διαμηνύει ότι μπορεί να διαχειριστεί ιδιότροπα εντελώς διαφορετικά θέματα και θα φανεί στο μέλλον αν μπορεί να παραμείνει το ίδιο ξεχωριστός και ιδιαίτερος.


Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο Σάββατο 1 Αυγούστου 2009
Θεόδωρος Γρηγοριάδης


Συγγραφέας: Jon McGregor
Tίτλος: Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα (Jon McGregor)
Eκδότης: ¶γρα (Μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου)
Xρονολογία έκδοσης: 2008
Ημερομηνία καταχώρησης: Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009


Η ζωή μιας μοναδικής ημέρας σε μια γειτονιά, μιας ανώνυμης αγγλικής μεταβιομηχανικής πόλης, μέσα από ένα μυθιστόρημα εκπληκτικής αφηγηματικής ομορφιάς, από έναν νεότατο συγγραφέα που δεν θέλει να μοιάζει με τους άλλους.
Όλα δείχνουν να έχουν ειπωθεί στο μυθιστόρημα του Τζον ΜακΓκρέγκορ, όμως ποτέ δεν αισθάνεσαι ότι θα τα ξανακούσεις με τον ίδιο τρόπο. Ξεκινώντας από το εύρημα μιας υποβαθμισμένης γειτονιάς, με τους ανώνυμους ανθρώπους και τις μικρές ιστορίες τους, αντιλαμβάνεσαι ότι το «ανώνυμοι» εδώ είναι κυριολεκτικό. Οι άνθρωποι περιγράφονται ως «ο νεαρός στον αριθμό δεκαοχτώ», «το ζευγάρι στη σοφίτα του αριθμού εικοσιένα», τους αναγνωρίζεις μόνον από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους. Η αφήγηση ξεκινάει με ένα πανοραμικό πλάνο και ύστερα επικεντρώνεται στο δρόμο, μπαινοβγαίνοντας μέσα στα σπίτια με την κίνηση κάμερας traveling, διαπερνώντας σαν σε σκηνικό τους τοίχους και τα διαμερίσματα. Έτσι ρέει το κείμενο, απηχώντας τον ρυθμό μιας ημέρας, από το χάραμα μέχρι το βράδυ. Μιας ημέρας όπου θα συμβούν όλα τα απλά και καθημερινά αλλά και όπου ένα συνταρακτικό γεγονός θα βγάλει τους ανθρώπους έξω από τα σπίτια και τη διαβρωμένη ρουτίνα.
Η αφηγηματική ροή αναχαιτίζεται από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Σάρας, φευγάτης εδώ και τρία χρόνια, που παρεμβάλλεται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Η Σάρα, βλέποντας φωτογραφίες, θυμάται τα αθώα φλερτ και το ερωτικό συναπάντημα μιας νύχτας, τη μοναδική φορά που έφυγε από την πόλη για να ταξιδέψει μέχρι την Σκοτία, στη κηδεία της γιαγιάς της. Εκεί γνώρισε έναν νεαρούλη, για ένα βράδυ. Η Σάρα θυμάται όμως, και εκείνο το περιστατικό που ανατάραξε τη ζωή τους και όσο οδηγείται προς τα πίσω, τόσο η τριτοπρόσωπη ιστορία κλιμακώνεται με μια υποβόσκουσα ένταση, σαν επερχόμενη συμφορά που πλανάται στον ορίζοντα, σαν τον τεράστιο γερανό που γέρνει απειλητικά πάνω από τις στέγες.
Η χρήση του γερανού παραπέμπει στην πανοραμική ματιά της αφήγησης, αλλά και θυμίζει το ατύχημα με το αερόστατο στην έναρξη της «Έμμονης αγάπης» του Ίαν ΜακΓιούαν. Έτσι κι εδώ: από τον γερανό ετοιμάζεται να βουτήξει με σχοινί ένας άντρας, δοκιμάζοντας τις αντοχές του. Η ελαστική βουτιά θα τον κατεβάσει χαμηλά στο ύψος των πρώτων σπιτιών. Ο νεαρός, μέσα στο αυτοκίνητο, ανασηκώνει τα μάτια του με θαυμασμό αλλά δεν προσέχει μπροστά του, προκαλώντας ένα τραγικό ατύχημα.
Θα αναρωτηθείτε, όλο αυτό έκρυβε η κλιμάκωση της πλοκής, οι διασταυρούμενες λήψεις της Αλτμανικής κάμερας, τα καδραρισμένα πλάνα μέσα από δωμάτια και τραβηγμένα κουρτινάκια; Όχι μόνον, αλλά σ? αυτό κρυβόταν η πιο δυνατή κορύφωση. Ένα παιδί πέφτει θύμα τροχαίου. Την ίδια στιγμή ο «νεαρός στο δεκαοχτώ» φωτογραφίζει με μια πολαρόιντ και καταγράφει την ημερομηνία: 31 Σεπτεμβρίου 1997. Είναι η μέρα που σκοτώθηκε σε τροχαίο η πριγκίπισσα Νταϊάνα. Το περιστατικό δεν αναφέρεται στο βιβλίο, όμως ξέρεις ότι κάτι διαφορετικό υποδηλώνεται σ? αυτή την υπνωτική και ασφυκτική ατμόσφαιρα.
Όταν έρχεται το ασθενοφόρο κι ο γερανός μαζεύεται πάλι ψηλά, τότε για πρώτη φορά κατονομάζεται ένας χαρακτήρας: ο Σαχίντ Μωχάμεντ Ναουάζ, το παιδί που ξαναβαπτίζεται στην άδοξη αιωνιότητα. Η Σάρα αγκάλιαζε την κοιλιά της τότε, θα έδινε μια νέα ζωή σε κάποιον άλλον αριθμημένο. Η Σάρα κλείνει το άλμπουμ με τις φωτογραφίες. Κλείνουμε κι εμείς το βιβλίο. Τι ανάγνωση! Αν ο βαθμός ευκολίας ενός βιβλίου είναι η κάθετη διαπεραστικότητα, τότε αφήστε το. Θέλει συγκέντρωση, είναι ποίηση σε μυθιστόρημα, λυρική πρόζα με ήχους trip-hop. Μικρό κομψοτέχνημα ενός νέου συγγραφέα που γράφει σοβαρά γιατί έτσι έμαθε να θωρεί τη ζωή και τη λογοτεχνία. Ευτυχώς εκδοτικά μπορεί να στηριχτεί από τους φετιχιστές αναγνώστες της ¶γρας και λοιπούς εκλεκτούς. Μεταφραστικά υποστηρίζεται άψογα από την Αθηνά Δημητριάδου. Τέτοια κείμενα, χωρίς εμπειρία και προσωπική εμπλοκή δεν αναπλάθονται λογοτεχνικά.
Ο Jon McGregor γεννήθηκε στις Βερμούδες το 1976, απ? όπου ήρθαν οικογενειακώς στην Αγγλία. Σπούδασε Τεχνολογία των Μέσων και δημοσίευσε στο περιοδικό Granta. Εργάστηκε περιστασιακά ενώ ζούσε στο Νότινγχαμ, σε μια μαούνα, όπου και έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα «Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα» (If Nobody Speaks of Remarkable Things). Μ? αυτό μπήκε στη μεγάλη λίστα του 2002 Man Booker Prize. Ακολούθησαν τα βραβεία: Betty Trask Prize, Somerset Maugham Award, ενώ οι Sunday Times τον ανακήρυξαν καλύτερο Νέο Συγγραφέα της Χρονιάς. Το δεύτερο μυθιστόρημά του So Many Ways ( 2006) συμπεριλήφθη στη μεγάλη λίστα του Booker και αναμένεται να μεταφραστεί επίσης από τις εκδόσεις ¶γρα.


Θεόδωρος Γρηγοριάδης


Δεν υπάρχουν σχόλια: