Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Τάσος Αναστασίου "Συνεσταλμένος δολοφόνος"

Διάβασα την συλλογή διηγημάτων (εκδόσεις Κουκκίδα, 2011) του πρωτοεμφανιζόμενου Τάσου Αναστασίου με ιδιαίτερα καλές εντυπώσεις. Τον "ανακάλυψα" μέσα σε μια κριτική της Μάρης Θεοδοσοπούλου όπου γινόταν και μια αναφορά σε ένα δικό μου μυθιστόρημα.
Αναδημοσιεύω την κριτική της Μ.Θ από την εφημερίδα ΕΠΟΧΗ:

Ο τίτλος του πρώτου πεζογραφικού βιβλίου του Τάσου Αναστασίου καλλιεργεί την προσδοκία του αστυνομικού. Δηλαδή, γενικότερα, ενός αναγνώσματος, που να στρέφεται γύρω από εγκλήματα και την εξιχνίασή τους. Στο βιβλίο, ωστόσο, εγκλήματα δεν διαπράττονται. Ούτε εγκλήματα ανθρωποκτονίας ούτε αξιόποινες πράξεις, που να χαρακτηρίζονται ως εγκλήματα. Τα μόνα εγκλήματα, που εξιχνιάζονται, είναι ορισμένες συμπεριφορές, οι οποίες δείχνουν κοινότοπες, αλλά θα μπορούσαν να αποκληθούν εγκληματικές, με την τρέχουσα εμφατική χρήση της λέξης, λόγω των βλαπτικών συνεπειών που έχουν για τον αποδέκτη τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, βεβαίως, εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι ο δράστης, μια και αυτός είναι εξ αρχής γνωστός, αλλά τα αίτια της συμπεριφοράς του. Εδώ, όμως, ισχύει το κοινώς λεγόμενο, άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Πόσω μάλλον, όταν πρόκειται, όπως αποκαλύπτει εκ προοιμίου ο τίτλος, για έναν συνεσταλμένο δολοφόνο. Προσοχή, όχι έναν δειλό, ο οποίος φοβάται να αντιμετωπίσει τις δύσκολες καταστάσεις, αλλά έναν ανασφαλή, που όταν βρίσκεται σε μη οικείο περιβάλλον, ενώπιον περισσότερων ανθρώπων δεν έχει άνεση λόγων και κινήσεων. Αυτός ο δεύτερος μπορεί θαυμάσια να αντιμετωπίσει προβληματικές καταστάσεις και όταν βρίσκεται μόνος με τον άλλον, τον οποίο θεωρεί ως υπαίτιο, δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο.
Τότε, αυτός ο συνεσταλμένος αποβαίνει πιο επικίνδυνος, γιατί οι πράξεις του υποκινούνται από ανεξιχνίαστα αισθήματα κατωτερότητας. Από αυτά, που οι ειδήμονες ταξινομούν στα συμπλέγματα. Ταυτόχρονα, εμφανίζεται πιο αποφασισμένος, ιδίως όταν πρόκειται για εγκληματικές συμπεριφορές στο ερωτικό πεδίο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δρα με πρόθεση και κυρίως, με δόλο, αιφνιδιάζοντας τον άλλο. Μέχρι και την ψυχική του ισορροπία μπορεί να καταστρέψει, αν αυτός ο δεύτερος είναι ένα άτομο φύσει ή και θέσει ευάλωτο. Έναν παρόμοιο δολοφόνο πλάθει ο Αναστασίου, συμπληρώνοντας ψηφίδα – ψηφίδα τον ερωτικό του δεσμό με το, από μια άποψη, θύμα. Με αυτόν τον τρόπο, σκιαγραφεί έναν χαρακτηριστικό τύπο σαδομαζοχιστικής συνύπαρξης, που έχει ως κατάληξη έναν χωρισμό, αντίστοιχης συναισθηματικής ισορροπίας. Η γυναίκα περιγράφεται ως άτομο καλλιεργημένο και από καλή οικογένεια. Είναι, όμως, μια “ασχημομούρα χοντρή”. Προσκολλάται στο σύντροφό της από την πρώτη νύχτα, που, υποκλέπτοντάς τον από μια φίλη, περνάνε μαζί και επί μια τριετία. Γνωρίζει δίπλα του τη δυστυχία δυο εκτρώσεων, αντί του έγγαμου βίου και της ευτυχούς απόκτησης δυο τέκνων. Μέχρι που εκείνος αποφασίζει να φύγει. Αρχικά, προσπαθεί να επιτύχει την απαγκίστρωσή του κοινή συναινέσει. Εκείνη, όμως, βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους ψυχικής εξάρτησης. Η επιμονή της τον σπρώχνει σε βίαια συμπεριφορά και εκείνη μένει αδρανής σαν να απολαμβάνει τον εξευτελισμό της. Φαντασιώνεται, μάλιστα, ότι είναι η ίδια που καθορίζει τη συμπεριφορά του, σε μια πλήρη σαδομαζοχιστική αντιστροφή. Όταν ορθοφρονεί, ωστόσο, τον βλέπει σαν έναν επηρμένο φαλλό. Από την πλευρά του, ο “συνεσταλμένος δολοφόνος” φαντασιώνεται συμβολικούς φόνους. Τελικά, δολοφονεί εμπράκτως τα τελευταία γυναικεία σκιρτήματα.

Αυτός, όμως, δεν είναι ο μοναδικός ήρωας του Αναστασίου, παρά μόνο ο κεντρικός χαρακτήρας του ομότιτλου διηγήματος, αφού δεν πρόκειται για μυθιστόρημα, αλλά, όπως δηλώνεται και στο εξώφυλλο, για συλλογή διηγημάτων. Συγκεκριμένα, οκτώ εκτενών πεζών, τα οποία, έτσι όπως χωρίζονται σε αριθμημένα υποκεφάλαια, δημιουργούν την εντύπωση μίνι μυθιστορημάτων. Αυτήν την εντύπωση  επιτείνει η ανάπτυξη του αφηγηματικού ιστού σε πολλαπλά επίπεδα χρόνου και τόπου. Για πεζά παρόμοιας έκτασης, επιστρατεύεται συνήθως ο όρος νουβέλα, που έχει καταλήξει πασπαρτού, έτσι όπως δεν προσδιορίζονται πρόσθετα χαρακτηριστικά σχετικά με την πλοκή και τους χαρακτήρες. Στα οκτώ διηγήματα, ο συγγραφέας πολλαπλασιάζει τους δολοφόνους. Σχεδόν όλοι τους εμφανίζονται συνεσταλμένοι, με τις ιστορίες τους να καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα καθημερινών εγκληματικών συμπεριφορών.
Ένα βασικό χαρακτηριστικό είναι ο τρόπος, που περιγράφονται οι συμπεριφορές αυτού του τύπου. Δεν αποτελούν παρά απότοκα των καθημερινών σχέσεων των ηρώων, όπως αυτές κλιμακώνονται από τη διένεξη στην προστριβή, η οποία, ανάλογα με την οξύτητά της, μπορεί να οδηγήσει σε φιλονικία ή ακόμη και σύγκρουση. Αν και οι πλέον επώδυνες συμπεριφορές για τον βαλλόμενο είναι εκείνες που μένουν ανανταπόδοτες, χωρίς την ανακουφιστική εκτόνωση, με δέσμιο το συναισθηματικό φορτίο να καταχωνιάζεται στα εσώτερα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ως δικλείδα ασφαλείας, λειτουργεί η διοχέτευση της επιθετικότητας σε τρίτους. Ο συγγραφέας εμβαθύνει στον ψυχισμό των ηρώων του μέσα από ένα σχεδόν ψυχαναλυτικό πρίσμα. Παρά το ξεκίνημά του από την ποίηση, η γραφή του έχει μια δοκιμιακή στερεότητα. Πιστεύουμε, ωστόσο, ότι θα κέρδιζε αν συνδυαζόταν με το υπαινικτικό στοιχείο της ποίησης ή, μάλλον, με έναν πυκνότερο και λιγότερο περιφραστικό λόγο. Όταν πράξεις και αντιδράσεις περιγράφονται με επάρκεια, περιττεύουν οι επεξηγήσεις, που χαλαρώνουν την αφήγηση.
Ο “συνεσταλμένος δολοφόνος” δεν είναι σε όλα τα διηγήματα ο μεγαλύτερος και ο δυνατότερος. Για παράδειγμα, στο πρώτο, είναι ένας έφηβος, ενώ το τρόπον τινά θύμα του είναι ο αδελφός της μητέρας του και ο μοναδικός αριστερός στο σόϊ της. Η ιστορία ξεκινά από τις επιπλήξεις του θείου και τα αμφίθυμα αισθήματα του ανιψιού για να μεταπηδήσει στη σύγκρουση του θείου με έναν άλλο συγγενή, κι αυτός θείος, αλλά εθνικόφρων, ενώ σταθερός παραμένει ο “χορός”, τον οποίο σχηματίζει γύρω τους η οικογένεια, προσαυξημένη με τους γείτονες. Ως τόπος δράσης, σε αυτό το διήγημα, επιλέγεται η Άμφισσα, όπου η ταραχώδης ιστορία της κατά την Αντίσταση και τον Εμφύλιο χρησιμεύει στην αφήγηση ως βάθος πεδίου. Σε αντίθεση με το ομότιτλο διήγημα, που επικεντρώνεται στη δυαδική σχέση, δείχνοντας τις ψυχογραφικές δεξιότητες του συγγραφέα, εδώ υπερισχύει η οπτική του αφηγητή, η οποία παραμένει η ίδια και σε άλλα διηγήματα, παρότι αλλάζουν τα προσωπεία του.  Είναι αυτή του αριστερού εκσυγχρονιστή, με τις εμμονές του να δείχνουν σαν ανεστραμμένο είδωλο εκείνων ενός συντηρητικού παλαιότερου. Κάπως έτσι προκύπτει το διήγημα, «Το χαμόγελο του Τούρκου», με μια αμφίθυμη οπτική, παραπλήσια με εκείνη του Θεόδωρου Γρηγοριάδη στο πρόσφατο μυθιστόρημά του «Ο παλαιστής και ο δερβίσης». Ο θεματικός πυρήνας της αντιπαλότητας “ανθέλληνα” και φίλα κείμενου προς τους μετανάστες επανέρχεται και σε άλλα διηγήματα. Παρομοίως, η προνομιούχος θέση, που δίνεται σήμερα στη νεότητα έναντι της γηραιάς ηλικίας, σε αντίθεση με προγενέστερες εποχές, εμπνέει το διήγημα «Περιστατικό με χιόνι». Σε αυτό, ο μαθητής φέρνει με τις ερωτήσεις του σε δύσκολη θέση τον καθηγητή, όπως συμβαίνει και στο μυθιστόρημα της επίσης πρωτοεμφανιζόμενης Βασιλικής Πέτσα, «Θυμάμαι».
Υπάρχουν και ορισμένα διηγήματα, που αποκλίνουν από την ψυχογραφία των ηρώων προς μια αποτύπωση της ελληνικής καθημερινότητας νεορεαλιστικού τύπου. Και σε αυτό το πεδίο, ο Αναστασίου δεν τα καταφέρνει και άσχημα, επιδεικνύοντας χιούμορ και διεισδυτικότητα, όπως είχε παρατηρήσει η Ρούλα Γεωργακοπούλου, συγκρατώντας το βιβλίο του στις επιλογές της. Εμείς, ωστόσο, πιστεύουμε ότι θα χρειαζόταν να τιθασεύσει κάπως τον οίστρο του, φροντίζοντας για την οικονομία του συνόλου. Όσο επώδυνο και να είναι για τον οιονδήποτε γράφοντα το απολέπισμα του δημιουργήματός του, αυτό αποβαίνει, κατά κανόνα, προς όφελός του. Είτε, για να αναδειχθεί σε ένα διήγημα, όπως το «Φελλίνι my ass (ρε!)», το θέατρο του παραλόγου, που παίζεται καθημερινά στο στήσιμο ενός εντύπου, εφημερίδας ή περιοδικού. Είτε, όπως στα διηγήματα «Οι ελευθέριοι» και «Η στιγμή του κλάματος», για να προβάλλουν πιο ξεκάθαρα οι ιλαρές και τραγικές όψεις, που εμφανίζουν οι ερωτικές σχέσεις, ελευθέριες και έγγαμες.
Όπως και να έχει, ο Τάσος Αναστασίου είναι ένας πρωτοεμφανιζόμενος του σωτήριου έτους 2011, που εξέδωσε ένα ενδιαφέρον βιβλίο, το οποίο δεν έτυχε αντίστοιχης προβολής. Όπως, όμως, συμβαίνει σε όλους τους χώρους, έτσι και στο χώρο του βιβλίου, η προβολή είναι συνάρτηση πλείστων όσων παραγόντων. Όσο για το βιβλίο, αυτό καθ’ εαυτό, απλώς αποτελεί έναν από αυτούς. Μένει, μάλιστα, ζητούμενο, αν είναι ο πρωταρχικός. Πιο καθοριστική της λογοτεχνικότητας του κειμένου αποβαίνει η “αναγνωρισιμότητα”, που απολαμβάνει ο συγγραφέας. Άλλωστε, μέχρι και στη Βουλή ή και στα υπουργικά έδρανα με βάση την “αναγνωρισιμότητα” προωθείται κάποιος. Ύστερα, έρχεται ο εκδότης. Η δική του “αναγνωρισιμότητα”, αλλά και τι έχει επενδύσει σε έναν συγκεκριμένο συγγραφέα. Οι μεγάλοι εκδότες εκδίδουν πολλούς συγγραφείς. Εκ των πραγμάτων, είναι αναγκασμένοι να ποντάρουν σε δυο-τρεις. Αυτούς θα προβάλλουν με κανονική ή και γκρίζα διαφήμιση. Μετά, έρχεται το επάγγελμα του συγγραφέα. Αν ο συγγραφέας έχει ένα “χρήσιμο για τους συνανθρώπους του επάγγελμα”, όλο και κάποιοι ειδήμονες και εξέχοντες θα υπάρξουν που θα ξεπληρώσουν υποχρεώσεις. Την σήμερον, είναι βαθιά νυχτωμένοι όσοι πιστεύουν ότι ένας συγγραφέας αρκεί να γράψει το βιβλίο του. Πρέπει να αναπτύξει και τις αναγκαίες υποστηρικτικές δημόσιες σχέσεις, γιατί, κατά το κοινώς λεγόμενο, το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο. Λαμπρή απόδειξη όλων αυτών, η περίπτωση Τάσου Αναστασίου. Σχετικά μικρός ο εκδοτικός οίκος, αν δεν απατώμεθα, μόλις πρόσφατα εισήλθε στο χώρο της ελληνικής πεζογραφίας. Καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης ο συγγραφέας. Ούτε πολιτικός, ούτε μεγαλογιατρός ή μεγαλοεπιχειρηματίας, ούτε μέλος συλλόγων και εταιρειών, ώστε να καλλιεργήσει σχέσεις με υψηλά ιστάμενους. Μόλις ένας συγγραφέας, που φαίνεται να συνιστά εξαίρεση στην ομφαλοσκοπούμενη γενιά του ’80, επεσήμανε το βιβλίο τού, θέλουμε να πιστεύουμε αγνώστου του, Αναστασίου. Τελικά, το μοναδικό σημείο που στάθηκε τυχερός ο Αναστασίου, είναι ως προς το χρόνο έκδοσης του βιβλίου του. Ετών 35, το 2011, μόλις που πρόλαβε το όριο ηλικίας του νέου θεσμοθετημένου κρατικού βραβείου για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς. Τώρα, γιατί, ως οριακή ηλικία για την πρώτη εμφάνιση, επιλέχθηκε εκείνη των 35 ετών και όχι των 30 ή και των 40, που ισχύει για το πρώτο θεσμοθετημένο βραβείο του είδους, τρέχα γύρευε. Δεν ευτυχήσαμε ποτέ οι υπουργοί Πολιτισμού να έχουν κάποια σχέση με το χώρο του βιβλίου. Πλην των πρώτων. Συγκεκριμένα, του δεύτερου στη σειρά, Δημήτρη Τσάκωνα, των τριών βραχύβιων που τον ακολούθησαν Κωνσταντίνου Τσάτσου, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Κωνσταντίνου Τρυπάνη και ενός έβδομου, λίγο πιο μακρόβιου, του   Δημήτριου Νιάνια. Οι υπόλοιποι, είτε ενδιαφέρονταν για έναν άλλο πολιτιστικό χώρο σε τέτοιο βαθμό που ο χώρος του βιβλίου να εμφανίζεται ως ο φτωχός αδελφός, είτε αδιαφορούσαν συνολικά για τα πολιτισμικά πράγματα, γνωρίζοντας μόνο από ποδόσφαιρο. Στην έρευνα, πόσα βιβλία διαβάζουν το χρόνο, μάλλον θα έπρεπε να απαντήσουν ουδέν. Υπάρχει, βεβαίως, και ο Υπουργός, που, επί των ημερών του, ιδρύθηκε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Αυτό, όμως, είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: