Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Το μυστικό της Έλλης (Μάνος Κοντολέων)





Εννέα μυθιστορήματα και δύο συλλογές διηγημάτων έχουν σταθεί υπέρ αρκετά στο να υπάρχει ένα σαφέστατο πλέον συγγραφικό προφίλ του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.
Ο Γρηγοριάδης πάντως από τα πρώτα κιόλας έργα αυτό το προφίλ έδειξε πως και θέλει και ξέρει να το υποστηρίζει.
Γράφω προφίλ αν και το πλέον σωστό θα ήταν τα χρησιμοποιούσα την αγαπημένη μου έκφραση με την οποία περιγράφω την διαδρομή κάθε συγγραφέα σε συγκεκριμένους θεματικούς άξονες.
Εμμονές –αυτή είναι η λέξη που μου αρέσει να χρησιμοποιώ, ίσως γιατί κατά βάθος πιστεύω πως αυτή η ίδια η συγγραφική πράξη μια μεγάλη εμμονή είναι.
Αλλά δεν είναι του παρόντος να ανασκαλεύω τέτοιες απόψεις. Άλλοτε, ίσως…
Η βασική, λοιπόν, συγγραφική εμμονή του Γρηγοριάδη είναι, κατά την άποψή μου, το κάθε μορφής περιθώριο -κοινωνικό, γεωγραφικό, διαπροσωπικών σχέσεων, σεξουαλικών και ερωτικών εκφράσεων.
Και όταν λέω περιθώριο δεν εννοώ αυτό που οι τρίτοι μας ορίζουν ως τέτοιο και σε σχέση πάντα με την δική τους ζωή και άποψη, αλλά αυτό που τα ίδια τα άτομα –στην περίπτωσή μας, οι ήρωες του Γρηγοριάδη- τοποθετούν τους εαυτούς τους.
Λογικό είναι μια τέτοια συγγραφική εμμονή να ανακαλύπτει τους χώρους που θα υλοποιηθεί άλλοτε σε γεωγραφική μεθόριο και άλλοτε σε αντίστοιχη αστική. Μια από αυτές τις τελευταίες και η περιοχή Ρουφ, Κεραμικού, Βοτανικού.
Περιοχή που και σε άλλα έργα του συγγραφέα έχει γίνει ο χώρος που αναπτύσσεται η μυθιστορηματική δράση και ξετυλίγονται τα ανθρώπινα πάθη.
Αυτό που συμβαίνει όμως με τα κείμενα του Γρηγοριάδη είναι πως με θαυμαστή μαεστρία η χρήση της γλώσσας υποβάλλει ακόμα περισσότερο αυτή την επιλογή του περιθωρίου.
Όχι, δεν έχουμε μια γλώσσα που χρησιμοποιεί περιθωριακές εκφράσεις. Αντίθετα, πρόκειται για γλώσσα με ιδιαίτερη μελέτη στη δομή και προσωπικό ύφος που φανερώνει παιδεία και ένστιχτο. Απλούστατα, όπως οι ήρωες που θα περιγράψει τις ζωές και τις πράξεις του, έτσι και αυτή σε μια περιθωριακή ή αν θέλετε περιμετρική στάση καταλήγει.

«Η μπάρα στη διάβαση είχε κατέβει γιατί περνούσε μια εμπορική αμαξοστοιχία, βαριά, σκονισμένη, σαματατζίδικη, όχημα μιας αλλοτινής εποχής. Ύστερα το κινούμενο εμπόδιο άφησε χώρο να περάσει, να διέλθει τα σιδερένια πέλματα της γης, να ακουμπήσει στα ταλαιπωρημένα δεντράκια της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Αντώνης στεκόταν στην αρχή του πεζόδρομου* όρθιος, αξύριστος, όμορφος. Τι περίμενε από αυτή;…»

Το δέκατο –αν μετρώ σωστά- μυθιστόρημα του Γρηγοριάδη είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα και παράλληλα είναι ένα μυθιστόρημα που μιλά για την κατάπτωση μιας χώρας, μιας τάξης, ενός ψευτο-ονείρου, αλλά και που προτείνει την αντίδραση σε όλα αυτά, αντίδραση βασισμένη στο ένστιχτο, στην κατανόηση, στην προσφορά.
Η Έλλη είναι μια πενηντάρα καθηγήτρια Γαλλικών, ανύπαντρη –ισχυρίζεται- εκ πεποιθήσεως, ίσως όμως και λόγω υποσυνείδητου φόβου μιας ουσιαστικής δέσμευσης.
Ο Αντώνης άντρας γύρω στα τριάντα, άνεργος εργάτης, παντρεμένος με παιδί. Και αποφασισμένος να κυλήσει έτσι μονοσήμαντα τη ζωή του ως το τέλος.
Η κρίση θα βγάλει στην επιφάνεια τη δική του ανάγκη να γνωρίσει το τι μπορεί να σημαίνει μητρική αγκαλιά και ερωτική προσφορά. Αλλά και τη δική της να ξεφύγει από το κλειστό εγωκεντρικό μικρόκοσμό της και να χαρεί –να πάρει και να δώσει- χωρίς υπολογισμό και ηθικές που στηρίζονται σε συμβάσεις.
Οι ζωές τους ασφαλώς και δε θα αλλάξουν. Η ρότα του καθενός θα συνεχιστεί πάνω στα αχνάρια που οι ίδιοι από τη μια και η οικονομική κρίση από την άλλη είχαν χαράξει.
Οι ζωές τους δε θα αλλάξουν. Μα στο ενδιάμεσο θα έχουν εκείνοι αλλάξει.
Το περιθώριο στο οποίο είχαν από μόνοι τους τοποθετηθεί, θα σπάσει τα όριά του.
Και από ατομικό περιθώριο θα γίνει εναλλακτική πρόταση ζωής.
Μυθιστόρημα χαμηλών τόνων, με ταυτοποίηση χώρου και ανθρώπων. Λογοτεχνία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: