Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Κριτική της Έλλης στην ΑΥΓΗ


Το σιωπηρό ουρλιαχτό της κρίσης
Κουρμουλής Νίκος|
23.04.2013

Στη σκονισμένη ανασεμιά της καθημερινότητας, πίσω από τους πάγκους της λαϊκής, στα στενά διαμερίσματα της συνήθειας και της εγκαρτέρησης, ζει η Έλλη. Ένα θαυμάσιο αμάλγαμα κουλτούρας και επιβίωσης, ορμών και αναστολών, στην εποχή της βαθιάς ύφεσης.
Στις ράγες που διατρέχουν την Κωνσταντινουπόλεως, ένα βαγόνι όνειρα σταματημένο. Στις στέγες του Ρουφ αναστενάζουν θρύψαλα καημών. Στους παραδρόμους του Βοτανικού, στοιβαγμένοι μετανάστες και λάιφσταϊλ μπαράκια μιας χρήσης, αποκαλύπτουν μια Αθήνα στην εντατική. Εκεί, εναποθέτει η Έλλη το σεντούκι του βίου της. Εκεί ριζώνει και δεν θέλει επ' ουδενί να περάσει στις ανέσεις του μικροαστικού βολέματος.
Μια γυναίκα μόνη, περί των πενήντα χρόνων, δασκάλα και με γαλλική κουλτούρα, συμπληρώνει με άνεση τα προσόντα ενός χαρακτήρα, που θα έτρεφε ένα σικ μελόδραμα. Όμως ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης κάνει ακριβώς το αντίθετο. Παίρνει ένα πρόσωπο απτό, σε προχωρημένο στάδιο αμφιθυμίας και το μετατρέπει σε ανιχνευτή της εξαχρείωσης που επιφέρει η κρίση.
Η Έλλη, μ' ένα πλούσιο πνευματικό οικοσύστημα και ανεπτυγμένο το αίσθημα της αλληλεγγύης, αδειάζει το περιεχόμενο της ψυχής της σιγά-σιγά, αποδημώντας προς άγνωστη κατεύθυνση. Το άσκοπο πήγαιν'-έλα της, οι ταξιδιωτικές αναπολήσεις της ελευθερίας της, βουλιάζουν στο καζάνι της αμφιβολίας για το κάθε τι. Μια κρίση που για τον λεπτογράφο Θεόδωρο Γρηγοριάδη παίρνει τη μορφή μιας βουβής, εσωτερικής κατάρρευσης. Κτήρια αφημένα, άνθρωποι που μετεωρίζονται πότε μπρος και πότε πίσω. Έτσι και η Έλλη. Ένα εκκρεμές που γενναιοδωρεί, δίχως να περιμένει ανταπόδοση.
Στο σκηνικό που χτίζεται μέσα από το βιβλίο, η πόλη είναι ντυμένη στα μαβιά. Η Έλλη θα συναντήσει έναν άντρα. Ένα αρσενικό που θέλει να νιώσει λίγη σπιτική ελευθερία. Ο Αντώνης είναι ένας πλάνητας με θράσος ευγενικό και ντόμπρο. Κρατείται όμως δέσμιος της οικογένειάς του. Σταδιακά, τα εμπόδια αίρονται και τα κλισέ συστρέφονται προς μια ενδόμυχη συνομιλία με τη γυμνή αλήθεια. Μια κρυφή αγωνία για επιβεβαίωση.
Επιδίωξη της Έλλης είναι να βγει από την απομόνωση. Βρίσκεται, αναπάντεχα, ερωτευμένη. Ένας έρωτας που θνήσκει, εμποδίζεται, σκοντάφτει, μα κάπου από μια χαραμάδα ανακαλύπτει τον δρόμο της διαφυγής και της ολοκλήρωσης. Ένας έρωτας που πραγματοποιεί σλάλομ, ενώ στέκεται αγέρωχος μέσα στις ποικίλες αδυναμίες του. Η επαφή έχει τις παραξενιές της, μεταξύ ανθρώπων που έχουν ματαιωθεί πλείστες όσες φορές στη ζωή τους και από διαφορετικές αφετηρίες. Πάνω στα σώματά τους βαραίνει το σημάδι της εξάντλησης. Ο συγγραφέας παιχνιδίζει στο ατέρμονο γαϊτανάκι της έλξης και της απώθησης. Χαράσσει ιμπρεσσιονιστικές πινελιές πάνω στην αντίθεση αγάπης και επιθετικότητας, που θα έλεγε και ο Νικόλαος Κάλας.
Η δυσανεξία της κρίσης πανταχού παρούσα. Πνευματικής, υλικής, υπαρξιακής, που τραντάζει συθέμελα συμπεριφορές. Ελάχιστα πράγματα από την ήδη κατεκτημένη γνώση, φτάνουν για να κλείσουν οι πληγές του νέου παραλογισμού. Τα όπλα του παλιού κόσμου φαντάζουν νεροπίστολα, μπροστά στη φενάκη του τσιμεντωμένου παρόντος. Ο Γρηγοριάδης ρίχνει φως εκεί που συνορεύει η απελπισία με την προσμονή. Αγκαλιάζει την αρνησικυρία των σωμάτων, ρίχνοντας τα στις θύελλες του καιρού μας. Η Έλλη, ένα παράφορο πλάσμα της επονομαζόμενης διπλανής πόρτας, που πασχίζει να ανακτήσει τον προσδιορισμό του, με οδοδείκτες την πίστη στον άνθρωπο και την ελπίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: