Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Ο Γεράσιμος Δενδρινός γράφει στο Ποιείν.gr


Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, ένας ικανότατος χειριστής του λόγου, εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1990 με το μυθιστόρημα Κρυμμένοι άνθρωποι, Λιβάνης (επανέκδοση Πατάκη 2002). Έκτοτε δημοσίευσε 12 βιβλία, με κορυφαία για μας, τον Ναύτη (Κέδρος, 1993), τον Χορευτή στον ελαιώνα (Κέδρος, 1996),Τα νερά της χερσονήσου (Κέδρος, 1998), μια μεγαλειώδη λογοτεχνική κατάθεση που συγκαταλέγεται κάλλιστα στη λίστα με τα καλύτερα βιβλία της εγχώριας λογοτεχνίας για τον 20ο αιώνα, Το Παρτάλι, (Πατάκης, 2001), τον Παλαιστή και τον δερβίση (Πατάκης, 2010), και, στο τέλος του 2012, Το μυστικό της Έλλης(Πατάκης), που κοσμεί τόσο άριστα το εξώφυλλο η θαυμάσια φωτογραφία του Διονύση Καραμπότσου που φέρει τον τίτλο «Ρουφ».Ο Γρηγοριάδης εργάστηκε επί έτη στη Μέση Εκπαίδευση και στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη των Σερρών, αναδεικνύοντας εξαιρετικά μια πλειάδα ελλήνων συγγραφέων. Δούλεψε επίσης για αρκετά χρόνια στην Μέση Εκπαίδευση ως καθηγητής Αγγλικών, γνωρίζει χαρακτήρες, αντιδράσεις ανθρώπων, καθώς και τα δεινά όλου του εκπαιδευτικού κόσμου, γι’ αυτό και το αποδίδει τόσο πετυχημένα, ειδικά τις γυναικείες παρουσίες στο πρόσφατο βιβλίο του, όπως την Έλλη, την πρωταγωνίστρια, μια πενηντάρα καθηγήτρια Γαλλικών, και ακόμη την Πόπη, την υποψιασμένη συναδέλφισσά της, στο ίδιο γυμνάσιο του Βοτανικού, ακόμη και την εκτός εκπαίδευσης φίλη της Έλλης, τη Λουκία, που όλες τους ζουν γύρω από το Γκαζοχώρι της Αθήνας.
Η Έλλη, που ζει στην θορυβώδη περιοχή του Κεραμεικού, γεμάτη μπαρ, εστιατόρια και καφετέριες, έχει πολύ περιορισμένη ζωή: εκτός από το σχολείο, πηγαίνει συχνά να δει τον ηλικιωμένο της πατέρα στον Κορυδαλλό, τον οποίο φροντίζει μια Αλβανίδα και συνάμα η αδερφή της, η Χρύσα, που ζει με τον σύζυγό της, τον Παντελή, και το παιδί τους, την Εύη, στα σύνορα Κορυδαλλού και Αγίας Βαρβάρας. Η Έλλη συχνά κατηφορίζει στο Ρουφ για να ψωνίσει στη λαϊκή αγορά, όπου γνωρίζει μια μέρα τον τριαντάχρονο Αντώνη. Αποκεί ξεκινάει και η αφήγηση της ιστορίας.
Τα ίδια μέρη σφραγίζουν τους δύο εραστές που αργούν πολύ να σμίξουν. Ο Αντώνης είναι αυτός που επιμένει στη σχέση αυτή και η Έλλη διστάζει. Αποτραβηγμένη ήδη από τη ζωή, με την αξιοπρέπεια μιας μοναξιάς που απαλύνεται κάπως από την ανάγνωση των λογοτεχνικών βιβλίων, ξαφνιάζεται με τη συνάντηση της με τον κατά πολύ νεότερό της Αντώνη, ο οποίος είναι παντρεμένος με τη Νατάσσα, η οποία εργάζεται κι αυτή ευκαιριακά σε φαστφουντάδικο για να καταλήξει στο τέλος σε ένα «Έβερεστ». Το ζευγάρι έχει ένα μικρό παιδί, που φοιτά στο Δημοτικό, τη Βιολέτα. Το οικογενειακό κλίμα του Αντώνη είναι ακόμη πιο ζοφερό: ο αδελφός της Νατάσσας, ο Ντάννυ, είναι τρόφιμος της φυλακής του Κορυδαλλού και χρειάζεται ένα μεγάλο ποσό εγγύησης για να βγει. Ο Αντώνης, λόγω της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα, βρίσκει ευκαιριακά δουλειά για να συντηρήσει την οικογένειά του.
Οι επισκέψεις του Αντώνη στο σπίτι της Έλλης για ένα γεύμα τηγανητών ψαριών είναι συχνές και ερωτικά συγκρατημένες. Η στάση της Έλλης είναι ελεγχόμενη. Αυτό που θαυμάζει κανείς στο βιβλίο, είναι πώς μέσα από τον διάλογο διαφαίνονται όλες οι ενοχές, οι δισταγμοί και ο ιστός της ιστορίας των δύο ανθρώπων που καταγράφονται άριστα. Ο συγγραφέας αναφέρει συχνά τη ζωή της ηρωίδας στο Ζαΐρ, όπου είχε αποσπαστεί για μερικά χρόνια, τις εκεί εμπειρίες της με τους άντρες συναδέλφους, την όλη κακομοιριά της ξενιτιάς και τις σχέσεις Ελλήνων και ντόπιων.
Η Έλλη τη σχέση αυτή με τον Αντώνη την κρατάει μυστική από το εργασιακό της περιβάλλον, όπου κυριαρχεί ο κοινός γυναικείος νους που υποψιάζεται τα πάντα. Η σχέση λοιπόν αυτή αποτελεί το ιερό και ανείπωτο κομμάτι της ζωής της, γι’ αυτό και δεν το εκμυστηρεύεται σε κανένα, μυστικό που προσφέρει εύστοχα και τον τίτλο του βιβλίου. Χάρη σ’ αυτή τη σιωπή, εκμεταλλεύεται η Έλλη και την εγχείρηση για φίμωση του πατέρα της ή καταλήγει στο ψέμα, αναφέροντας στις επίμονες φίλες της πως της έτυχε κάποιο ιδιαίτερο μάθημα.
Στην πορεία της αφήγησης μαθαίνουμε και την ιστορία της οικογένειας της Έλλης: εσωτερικοί μετανάστες από την Δράμα με ένα σπίτι στο χωριό, που ανήκει στις δύο αδερφές. Ο δημοσιοϋπαλληλικός κόσμος με τις αλλεπάλληλες περικοπές κατ΄ απαίτηση της τρόικας και ο ιδιωτικός με τις απολύσεις, κυριαρχεί στο βιβλίο. Στην πορεία της αφήγησης, ο Αντώνης, για να βλέπονται πιο συχνά, προτείνει να κάνει η Έλλη μάθημα Γαλλικών στην κόρη του, τη Βιολέτα. Η Έλλη επινοεί ένα πρόγραμμα τάχα του Δήμου Αθηναίων που παρέχει δωρεάν ξένες γλώσσες σε παιδιά του Δημοτικού. Το πρόγραμμα αυτό είναι και η αιτία να γνωριστεί η Έλλη με την Νατάσσα και να αποκτήσουν μια τυπική, φιλική σχέση μεταξύ τους.
Η σχέση Έλλης και Βιολέτας καταγράφεται πολύ συναισθηματικά. Η Έλλη πηγαίνει τη μικρή συχνά σπίτι της μετά το μάθημα και κάποια στιγμή την καλούν για φαγητό. Το μητρικό ένστικτο της Έλλης αναδύεται με στοργή για την κόρη του Αντώνη, με τον οποίο τελικά σμίγουν σε ξενοδοχείο της Λάρισας, όταν αυτός βρίσκει και πάλι ευκαιριακά δουλειά σε εργοτάξιο στα Τέμπη. Το ερωτικό σμίξιμο στα Τέμπη γίνεται αιτία να χαλαρώσει ερωτικά η Έλλη απέναντι του. Γεμάτη δισταγμούς που την πολιορκούν ακόμη, αφήνεται στον έρωτά τους στο ίδιο της το σπίτι.
Η Έλλη αποδεικνύεται ως μεγάλη ψυχή, τόσο απέναντι στον νεαρό εραστή της, όσο και στην ίδια του την οικογένειά και σε κάθε άνθρωπο του περίγυρου. Σίγουρα, γνωρίζει πως η σχέση αυτή δεν μπορεί να διαρκέσει, γιατί ξέρει πως το βάρος πέφτει πάντα στη νεότητα, και πως αυτή έχει πάντα τον πρώτο και τελευταίο λόγο, ειδικά αν συνυπάρχουν οικογένεια και ζέοντα προβλήματα. Η ίδια η Έλλη, σπάνιος χαρακτήρας, μια σοφή γυναίκα και μοναδικής διακριτικότητας άνθρωπος, σμιλεμένος από την πολύχρονη μοναξιά και από την παιδεία της, γίνεται ένα σύμβολο ανοχής και ευπρέπειας που επιτρέπει στον εαυτό της μια δειλή ερωτική ιστορία. Η αγάπη της για τον Αντώνη την οδηγεί στο να προσφέρει στοργή αδέκαστα σε όλους, γιατί έχει βαθιά γνώση του κόσμου, γι’ αυτό και ο χαρακτήρας της απαιτεί μεγάλη τέχνη για να καταγραφτεί. Το ίδιο και ο Αντώνης, που αποτυπώνεται στο βιβλίο με κάποια γοητευτική επιπολαιότητα στις αντιδράσεις του, ακόμα και στις ερωτικές.
Η ηρωίδα, προς το τέλος του βιβλίου, μετατρέπεται σταδιακά με την ίδια την Αγάπη, την οποία προσφέρει προς όλους αβίαστα, ακόμα και στα εγγόνια της γειτόνισσάς της, της Εμινέ, της γριάς τουρκάλας, που η Έλλη τα φιλοξενεί και τα ταΐζει στο σπίτι της, γιατί η γιαγιά τους κάνει αιμοκάθαρση και υποφέρει συνάμα και από τον θόρυβο ενός μαγαζιού κάτω από το σπίτι της με την εκκωφαντική μουσική, πρόβλημα στο οποίο προσπαθεί να δώσει η Έλλη λύση.
Ενώ διαβάζεις το βιβλίο, νιώθεις πως η ιστορία της Έλλης και του Αντώνη δημιουργείται και εξελίσσεται όχι εις βάρος μιας οικογένειας λόγω της απιστίας ενός νεαρού προς τη σύζυγό του, (αγάπη αφυδατωμένη λόγω των συνθηκών της ζωής τους), παρά διαπιστώνεις πως η όλη αφήγηση είναι ένα ασύλληπτο φως στοργής, όχι μόνο για ανθρώπους, αλλά για μια ολόκληρη περιοχή παρηκμασμένη, δίπλα σε γραμμές του τρένου, που δηλώνουν πάντα άφιξη και αναχώρηση, ενώ κυριαρχεί το οικονομικό κλίμα της κρίσης που απειλεί πάντα αυτή την αγάπη, γι’ αυτό και επιβάλλεται η σχέση αυτή των ηρώων να παραμείνει για τον συγγραφέα μυστική και, αν θέλετε, εντελώς μοναδική.
Η ύφεση της Ελλάδας λόγω της τρόικας είναι αυτή που αναγκάζει την Έλλη να δείξει και πάλι της αγάπη της με μικρές και μεγάλες δωρεές στην οικογένεια, όπως τη σύνδεση και πάλι του απλήρωτου ιντερνέτ για τη μικρή Βιολέτα, και, προς στο τέλος πια του βιβλίου, ένα μέρος του ποσού που παίρνει από την πώληση του πατρικού της σπιτιού στο χωριό της Δράμας, το οποίο μοιράζεται με την αδερφή της Χρύσα, το διαθέτει στον Αντώνη ως καταβολή εγγύησης για να βγει ο κουνιάδος του, ο Ντάννυ, από την φυλακή. Το γεγονός αυτό στέκεται ενάντια στην αγάπη της Έλλης για τον Αντώνη, ο οποίος ήδη ετοιμάζεται να μεταναστεύσει στην Αυστραλία, αφού έχει ήδη στείλει τη γυναίκα του και την κόρη του εκεί. Εδώ η θυσία της ηρωίδας, που γνωρίζει πως ακόμη και με αυτό το ποσό χρημάτων που προσφέρει σε ένα άγνωστό της πρόσωπο η σχέση της είναι καταδικασμένη, είναι μοναδικής ευρηματικότητας και αποδεικνύει συνάμα το μεγαλείο της ψυχής της.
Το βιβλίο κλείνει ταπεινά και σεμνά όπως είχε αρχίσει. Χωρίς μελοδραματισμούς και κοινότοπες σκηνές. Οι ήρωες, αφού μας «δίδαξαν» πώς οφείλουμε να συμπεριφερόμαστε όταν η εύνοια της τύχης μας προσκαλέσει, αποχωρούν, ακολουθώντας το δικό τους δρόμο της μοίρας.
Ο Θόδωρος Γρηγοριάδης κατέθεσε για το 2012 ένα πολύ σπουδαίο βιβλίο, ένα πεζογραφικό κατόρθωμα, που πατάει γερά στη σύγχρονη ζωή, γιατί σκοπός του είναι η αλήθεια, και, ως ικανός τεχνίτης, ξέρει να γλιστράει από ευκολίες και αυτονόητα συγγραφικά τερτίπια.
Όσο για την Έλλη όμως, που επιστρέφει ξανά στο μοναχικό της σπίτι, στα ενδιαφέροντά της και στην αναγκαστική προσγείωση της συνηθισμένης της ζωής, το κάνει φιλοσοφώντας τη θλίψη της. Το μόνο που μπορούμε να υποθέσουμε γι’ αυτήν είναι πως ίσως κάποιες φορές να κοντοστέκεται, ενώ περνάει ολομόναχη στις γραμμές του τρένου στο Ρουφ κατά το σούρουπο, όπου ορθώνονται αν άψυχοι όγκοι εδώ και χρόνια κάπου στο βάθος τα αχρηστεμένα βαγόνια, και να αντικρίζει ξανά μέσα στους καπνούς της μνήμης της την περήφανη κορμοστασιά του Αντώνη, την ίδια η δροσιά της νεότητας, που η τύχη τής δάνεισε για να σφραγίσει τη ζωή της, έστω και λίγο.



Δεν υπάρχουν σχόλια: