Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

ΣΑΝΤΙΑΓΟ ΡΟΝΚΑΛΙΟΛΟ “Ο Ουρουγουανός εραστής” Μια αληθινή ιστορία


Μετάφραση: Κώστας Αθανασίου
ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, 2013

1.
Η βιογραφία των καλλιτεχνών είναι η ιστορία της ικανότητας για μεταμόρφωση”. Το μότο του Αντρέ Μαλρό στην πρώτη σελίδα αυτού του βιβλίου είναι και το κλειδί για την ανάγνωσή του. Ο Ρονκαλιόλο ανασυνθέτει τη ζωή του Ουρουγουανού συγγραφέα Ενρίκε Αμορίμ που έζησε στη σκιά μεγάλων καλλιτεχνών, Λόρκα, Νερούδα, Νταλί, Τσάπλιν, οικειοποιούμενος ακόμη και τις στάχτες τους. Ο Αμορίμ άλλαζε προσωπεία όχι για να προσδώσει εναλλαγή στο έργο του αλλά για να προσεταιρίζεται ανθρώπους που θαύμαζε και ήθελε να συναναστρέφεται. Αυτή η μεταμόρφωση ωστόσο τον βόλευε για να καλύπτει τις προσωπικές του ανασφάλειες και κοινωνικές του ενοχές. Ο άνθρωπος όμως που καθόρισε την πορεία του υπήρξε ο Φεδερίκο Λόρκα.
Όταν ο Λόρκα επισκέφτηκε το Μπουένος Άιρες ήταν ήδη γνωστός και αναγνωρισμένος ποιητής. Όμως παρασύρθηκε από τη δημοσιότητα και περιέφερε έναν φλύαρο και εγωκεντρικό εαυτό. Μέχρι και ο Μπόρχες απογοητεύτηκε από την συμπεριφορά του κι έτσι κάπως ξεκίνησε και η έχθρα ανάμεσά τους. Ευρισκόμενος ακόμη στη Νότια Αμερική ο Λόρκα επισκέφτηκε το Μοντεβίδεο όπου παιζόταν ένα θεατρικό του έργο. Ο Ενρίκε Αμορίμ, άγνωστός του μέχρι τότε, του ζήτησε να του σκηνοθετήσει μια ταινία μικρού μήκους. Ο Λόρκα δεν θα είχε αντίρρηση, τη δεκαετία του τριάντα τα μέσα ενημέρωσης δεν είχαν την σημερινή διάδοση. Ο Αμορίμ έκανε το παν να αξιοποιήσει τη γνωριμία τους, την “αδελφική τους αγάπη”.
Δυστυχώς οι μετέπειτα βιογραφίες του Λόρκα ελάχιστο χώρο αφήνουν για τον Αμορίμ αφού για τον Λόρκα ο Ουρουγουανός υπήρξε ένας από τους εκατοντάδες “φίλους” που τον πλαισίωναν στα ταξίδια τους. Οι φωτογραφίες στο παράρτημα του παρόντος βιβλίου (και αυτή του εξωφύλλου) αποδεικνύουν κάποιες προσωπικές τους στιγμές. Όμως κανείς δεν είναι σίγουρος για το βάθος και την ουσία της σχέσης τους. Όμως για τον Ενρίκε Αμορίμ αυτοί ήταν οι κανόνες της ζωής του. Καμιά εκδοχή της προσωπικής του ζωής δεν ίσχυε γιατί κι ο ίδιος τις αναιρούσε ανά πάσα στιγμή, όπως τον βόλευε. Ήταν ένας μανιακός της δημοσιότητας και μέτριος δημιουργός. Ένας Ζέλινγκ που μάλιστα εξαγόραζε την αυτοπροβολή του.
Ο Ενρίκε Αμορίμ γεννήθηκε το 1900 στην πόλη Σάλτο, με πορτογαλικές ρίζες, γόνος γαιοκτημόνων μπορούσε να σπαταλήσει μια μεγάλη περιουσία για να πετύχει τους σκοπούς του. Τα γράμματα και οι τέχνες για την οικογένειά του παρέπεμπαν σε κάτι έκλυτο και αμφίσημο σεξουαλικά πράγμα που δεν εμπόδισε τον Αμορίμ να ασχοληθεί αποκλειστικά με αυτά. Από την αρχή μιμείτο υφολογικά άλλους ποιητές όπως αργότερα θα μεταμφιεζόταν σε άλλους χαρακτήρες. Αργότερα στο Μπουένος Άιρες άρχιζε να δημοσιεύει σε διαφορετικά έντυπα με πολλά ψευδώνυμα ακόμη και γυναικεία. Για την καριέρα του δημιούργησε όχι μόνον διαφορετικές λογοτεχνικά προσωπεία αλλά και επινοούσε πραγματικότητες, όπως τις “κιταντέρας”, τις εξαθλιωμένες περιπλανώμενες πόρνες που έγιναν δημοφιλείς μέσα από τα διηγήματά του.
Στην περίπτωση του Λόρκα στόχευσε στην ομοφυλόφιλη πλευρά του Ισπανού ποιητή αφού και ο αναγνωρισμένος ποιητής εντρυφούσε σε ομοφυλόφιλα έργα όπως του Ουίτμαν αλλά και σε αληθινά πάρτι όπως εκείνα του Αμερικανού ποιητή Χαρτ Κρέιν. Σύμφωνα με τον Ρονοκαλιόλο κανείς δεν ήταν σίγουρος για τα αληθινά συναισθήματα του Λόρκα απέναντι στον Αμορίμ. Κάποια γράμματά του δεν βρέθηκαν ποτέ αφού και οι κληρονόμοι του προσπάθησαν να “προστατεύσουν” την υστεροφημία του ποιητή. Οπότε το να βασιστούμε στον Αμορίμ, για την τυχόν ερωτική τους σχέση, είναι σαν να βουτάμε νύχτα στο ποτάμι για να βρούμε το δαχτυλίδι που χάθηκε.
2.
Ο επόμενος στόχος του Αμορίμ ήταν ο χιλιανός ποιητής Πάμπλο Νερούδα που τον γνώρισε μαζί με τον Λόρκα. Ο Νερούδα ήταν γυναικάς και προσπάθησε να εμπλέξει τον Αμορίμ σε τρίο με μια ερωμένη του-κάτι που δεν απέδωσε πρακτικά. Με τον Μπόρχες πάντως ο Αμορίμ συγγένεψε αφού παντρεύτηκε την εξαδέλφη του Εστέρ που είχε επίγνωση της σεξουαλικής του ταυτότητας ή έστω της αμφιφυλοφιλίας του. Μπόρχες και Αμορίμ ταξίδεψαν μαζί αρκετές φορές, τουλάχιστον σαν σοφιστικέ διανοούμενοι. Σε ένα από τα μακρινά τους ταξίδια ο Μπόρχες εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το τοπίο, που άρχισε να αλλάζει και ο τρόπος της σκέψης και της γραφής του. Έκτοτε ο Αμορίμ θα εμφανιστεί ως χαρακτήρας σε μερικά διηγήματα του Μπόρχες. Ίσως αυτή να ήταν η πιο απρόσμενη δικαίωσή του στον χώρο της λογοτεχνίας που δεν πρόλαβε να τη δει όσο ζούσε.
Το 1936 ο Αμορίμ, πατέρας μιας κόρης και μιας εύθραστης οικογένειας, έφτασε στην Ισπανία για να βρει τη μεγάλη του αγάπη. Εκεί, στη διάρκεια ενός περιπάτου, ο Αμορίμ θεώρησε ότι κάποιος τους παρακολουθούσε και τους κρυφάκουγε και ότι εξ αιτίας αυτής της συζήτησης συνέλαβαν αργότερα τον Λόρκα. Είχε επιλέξει τον ρόλο του υπαίτιου για τη δολοφονία του ποιητή. Μετά την αποτρόπαιη δολοφονία του Λόρκα η είδηση του θανάτου του εξαπλώθηκε στον κόσμο, ενώ αγνοείτο η ακριβής θέση που θάφτηκε. Ο Ενρίκε Αμορίμ, συντετριμμένος, αρχίζει να ριζοσπαστικοποιείται πολιτικά. Ήθελε να νιώσει το δράμα της μοναξιάς και το κενό που άφησε πίσω του ο ποιητής. “Είχε ανάγκη να πείσει τον κόσμο, ή τουλάχιστον, τον εαυτό του”. Τώρα αποζητούσε να ιδιοποιηθεί τη μνήμη του Λόρκα όσο ζούσε αυτός τουλάχιστον.
Στο μεταξύ ο Αμορίμ διετέλεσε και σεναριογράφος στο Χόλυγουντ και προσπάθησε να εκδώσει τα βιβλία του αλλά όλοι τον απέρριπταν. Εγκαταλείποντας την χολυγουντιανή αίγλη στράφηκε στην πολιτική. Εντάχθηκε στο κομουνιστικό κίνημα, αφού και άλλοι καλλιτέχνες των οποίων ζήλευε τη δόξα είχαν σχηματίσει μια πολιτιστική ελίτ. Έτσι, εκατομμυριούχος, δεν δίστασε να παλέψει και για τα δικαιώματα του προλεταριάτου, χωρίς ωστόσο να έχει ενθουσιαστεί μαζί του το Κόμμα. “...ο Αμορίμ δεν θα έφτανε ποτέ στη γη της επαγγελίας του Κόμματος: κομμουνιστής και εκατομμυριούχος, ομοφυλόφιλος και παντρεμένος, συγγραφέας σε όλα τα στιλ και φίλος με όλες τις ομάδες, ο ουρουγουανός χαμαιλέοντας, όσο συμπαθητικός κι αν ήταν, δεν διέθετε την ιδιότητα που περισσότερο εκτιμούσαν οι σύντροφοί του: τη συγκρότηση”.
Όταν ο Νερούδα καταζητείτο ο Αμορίμ φρόντισε να εμπλακεί και πάλι διοχετεύοντας πληροφορίες ότι ο ποιητής κρυβόταν στο σπίτι του, στο Σάλτο. Μεμφόταν τον Νερούδα για τη μεγαλομανία του και τον υπονόμευε διαρκώς στα παρασκήνια. Οι φήμες για την απόκρυψη του Νερούδα αποκτούσαν ρεαλιστική υφή και ο Αμορίμ συνέχιζε να ζει στον στρόβιλο των φαντασιώσεών του. Ακάθεκτος προσέρχεται σε διεθνή συνέδρια διανοούμενων, ελπίζοντας να βρεθεί κοντά στον Πικάσο. Ένας απλός χαιρετισμός του Πικάσο σήμαινε αδελφική φιλία για τον Αμορίμ που τελικά τον έπεισε κι αυτόν να γυρίσουν μια ταινία μικρού μήκους.


3.
Όταν το 1950 ο Ενρίκε Αμορίμ απελάθηκε από την Αργεντινή κανείς δεν έδωσε και πάλι σημασία. Ποιος ξέρει αν συνειδητοποιούσε ότι εξαγόραζε μονίμως την παρουσία του δίπλα σε άλλους, μη κερδίζοντας τελικά ούτε μια αναφορά στα απομνημονεύματά τους. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο Νερούδα έγραψε στον Μάριο Βάργκας Λιόσα “Πάντα θα υπάρχει ένας Ουρουγουανός για να σου τα σπάει, σε οποιοδήποτε μέρος”. Τελευταίες του προσπάθειες να λάμψει στο Παρίσι προσχωρώντας στους κύκλους του Αραγκόν απέτυχαν. Δεν τον ήθελαν, σχεδόν τον περιφρονούσαν και όσο άλλαζε ο κόσμος και τα σύμβολά του ο Αμορίμ δεν έβρισκε θέση πουθενά. Έσβησε το 1960 και, παρά τα σαράντα του βιβλία, η λογοτεχνική του εμβέλεια παραμένει θολή. Το τελευταίο του “μεγάλο έργο” ήταν ο τύμβος που έχτισε στο Σάλτο για τον αγαπημένο του Λόρκα το 1953 με μια τελετή που θύμιζε θεατρικό δρώμενο. Κανείς δεν είδε ποτέ τις στάχτες του ποιητή ούτε πιστοποιήθηκε το περιεχόμενο της τεφροδόχου. Το μνημείο μπορεί να το επισκεφτεί κανείς ακόμη και σήμερα αλλά οι απορίες παραμένουν το ίδιο αναπάντητες.
Ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο επισκέφτηκε το μνημείο του Λόρκα αλλά επίσης δεν έβγαλε κανένα συμπέρασμα. Όταν του ανατέθηκε να γράψει τη βιογραφία του Ενρίκε Αμορίμ αντιλήφθηκε και αυτός ότι είχε να αντιπαλέψει με την πραγματικότητα και τις μυθοπλασίες του Αμορίμ. Η δουλειά του Ρονκαλιόλο είναι εξουθενωτική, είχε πολλές πηγές να διασταυρώσει. Η συγγραφική του σφραγίδα φαίνεται κυρίως στον τρόπο που ξεδιπλώνει την ιστορία του Αμορίμ χωρίς να την παρουσιάζει σαν ένα αμιγώς βιογραφικό κείμενο. Τις λίγες φορές που παρεμβαίνει προσωπικά, με διαλόγους και περιδιαβάσματα στους τόπους όπου έζησε ο Αμορίμ, αποδεικνύεται το κέφι του για τη δουλειά αυτή. Από τα πρώτα κεφάλαια δείχνει να έχει προδιαγράψει τον χαρακτήρα του Ουρουγουανού-άλλωστε τίποτε δεν οδηγούσε σε μια επανεθεώρηση. Γι αυτό και ο Αμορίμ παραμένει μια μελαγχολική φιγούρα, ένα άνθρωπος που αντιπάλεψε τη δόξα των άλλων χωρίς να κατορθώσει να πάρει έστω και ένα κομματάκι, ακόμη και από την σκιά τους.
Η τέχνη θέλει έμπνευση και ταλέντο. Αν τα κατέχεις είναι φανερά και επιβάλλονται. Η οικονομική ευμάρεια και οι δημόσιες σχέσεις απλώς ξοδεύουν το πορτοφόλι και την ψυχή. Αν είναι να κρατήσουμε κάτι από την βιογραφία του Αμορίμ δεν είναι καν ότι θα μπορούσε να είχε υπάρξει εραστής του Λόρκα αλλά ότι δεν μπορούσε να αγαπήσει και να αποδεχτεί τον εαυτό του. Ο πλούτος του δεν εξισωνόταν με τα συναισθήματά του. Ίσως είναι από τα πρώτα παραδείγματα του πιο μανιακού καριερίστα και δημοσιοσχετίστα του εικοστού αιώνα. Ακόμη και αυτή η βιογραφία του Αμορίμ είναι ενδιαφέρουσα όταν αναφέρει όλους εκείνους που ήθελε να μοιάσει. Γι αυτό και ο “Ουρουγουανός εραστής” διαβάζεται σαν μια μεγάλη περιπλάνηση στην Ιστορία του εικοστού αιώνα και την τέχνη, με αναφορές σε καλλιτέχνες και πολιτικά κινήματα χωρίς να κολακεύει και αυτούς αφού και οι καλιτέχνες οι ίδιοι προσχώρησαν σε κινήματα. Η περίεργη αυτή σχέση καλλιτεχνών και κομμουνιστικού κόμματος διαπερνάει τον εικοστό αιώνα. Το κόμμα χρησιμοποίησε καλλιτέχνες και εκείνοι έβρισκαν καταφύγιο αντιδρώντας στις συλλήψεις και τις διώξεις χωρίς να έχουν βαθιά επίγνωση της πολιτικής ή των υποχρεώσεών τους. Ταυτόχρονα όμως έθεταν σε κίνδυνο και την ατομικότητά τους-όχι πάντοτε προς όφελος της τέχνης. Πάντως στρατευμένοι ή όχι οι καλλιτέχνες αυτής της περιόδου άσκησαν πολιτική ακόμη και “άθελά” τους.
Ο Ρονκαλιόλο γράφει με την ασφάλεια του αναγνωρισμένου συγγραφέα. Γράφει σε μια γλώσσα που έχουν γράψει μεγάλοι ισπανόφωνοι συγγραφείς και που διαβάζεται όλο και περισσότερο. Αν άκουγε ο Αμορίμ από τον τάφο του, τα καλά λόγια που έχουν ήδη προσάψει ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, ο Κάρλος Φουέντες στον τριαντοκτάχρονο βιογράφο του από το Περού, θα φρόντιζε ακόμη και ως φάντασμα να τον ακολουθεί παρακαλώντας του να του γράψει ένα καλό μυθιστόρημα, να γίνει ένας ακριβοπληρωμένος ghost writer για λογαριασμό του.
Τη μετάφραση του βιβλίου έκανε από τα ισπανικά ο έμπειρος μεταφραστής Κώστας Αθανασίου που βραβεύτηκε με το Athens Prize of Literature 2011 για τη μετάφραση του μυθιστορήματος “Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά” του Λεονάρδο Παδούρα και βρέθηκε στην τελική λίστα για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης της ίδιας χρονιάς με το ίδιο μυθιστόρημα.


Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν:







Θεόδωρος Γρηγοριάδης, συγγραφέας στο chronos.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: