Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Παλαιστής Ακρίτας

 


Παλαιστής Ακρίτας

Διήγημα

Το βράδυ ο πατέρας του γύρισε βαρύς κι ασήκωτος. Είχε πάει για το καθιερωμένο του τρέξιμο, μια ώρα στο αλσάκι, πίσω από τις ψηλές πολυκατοικίες στις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης. Ο Μάκης τον ρώτησε τι συνέβη. Εκείνος κάθισε με φόρα στην καρέκλα, κόντεψε να τη διαλύσει: «Άκουσα ότι καταργείται η πάλη στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Έγινα πενήντα επτά, και δεν περίμενα ν’ ακούσω τέτοια μαντάτα». Ο Μάκης τού απάντησε: «Κι εγώ κάτι είχα ακούσει, όμως δεν ήμουνα σίγουρος. Τι τους έφταιξε το πιο αρχαίο αγώνισμα;»

Ο πατέρας του, ο Κυριάκος, πάλευε από παιδί σε μικρά σωματεία, σε μεγάλες διοργανώσεις δεν πρόλαβε να περάσει, όμως έτρεχε στα λαϊκά πανηγύρια, στους αγώνες της παραδοσιακής πάλης. Εκεί τα είχε δει να ελαττώνονται. Μάλιστα, μια μέρα ο Μάκης τον άκουσε να λέει: «Όσα τα χρόνια μου τώρα τόσα ήταν τα πανηγύρια παλιά. Πόσα απέμειναν; Άντε έντεκα». Τότε ο Κυριάκος έβγαζε αρκετά χρήματα, μπορεί οι επιτροπές των αγώνων να μη μοίραζαν λεφτά, αλλά μάζευε από τον κόσμο. Όταν άρχισε να κουράζεται, έπαιρνε τον δεκατετράχρονο Μάκη, ευτυχώς το σώμα και η διάθεσή του έγερναν για παλαιστής, και τον έβαζε μέσα στην αλάνα, να βλέπει από κοντά και να μαθαίνει. Ο Μάκης αγωνιούσε για τον πατέρα του, όμως ακόμη κι όταν έχανε, τον έβλεπε να φεύγει ευχαριστημένος. Εντάξει, καμιά φορά ξεσπούσε και γκρίνιαζε για αδικία ή κανέναν αγορασμένο αγώνα, όμως ο Κυριάκος ανέπνεε, ξαναζωντάνευε κάθε φορά. «Η πάλη», έλεγε, «φτιάχνει χαρακτήρα, είναι ιεραρχία και σεβασμός στους μεγαλύτερους και στους κανόνες». Στα πρώτα παλέματα ο Μάκης αγωνιούσε τόσο πολύ, που δεν μπορούσε να κοιμηθεί, όμως δεν το ομολογούσε στον πατέρα του. Έφηβος ήταν, δεν ήθελε να ζορίζεται, έβαζε τα κλάματα τα βράδια. 

Στα δεκάξι ο πατέρας του τον έβαλε να παλέψει στην πρώτη κατηγορία, με τους μικρούς. «Ό,τι μάθεις από δω, από μένα. Δεν έχει σχολεία και τέτοια», του έλεγε. Του εξηγούσε τις λαβές, τα σημεία, τις κακοτοπιές, αλλά προπαντός του έλεγε ότι πρέπει να έχει δύναμη μέσα του και να τη δυναμώνει με τη σκέψη του, με το πείσμα, την πίστη ότι θα είναι πάντα νικητής. Λίγο αργότερα τον έγραψε σε έναν σαλονικιώτικο αθλητικό σύλλογο, κοντά στην περιοχή τους. Έτσι θα μπορούσε να συμμετέχει σε πανελλήνια αλλά και παγκόσμια πρωταθλήματα. Όμως η πορεία από έναν μικρό σύλλογο σε έναν πανελλήνιο ήταν κοπιαστική, δεν είναι εύκολο να αγωνίζεσαι για να ξεχωρίζεις. Ή είσαι ή δεν είσαι. 

Στη δευτέρα λυκείου ο Μάκης ξεχώρισε και τον πρόσεξε ένας Γερμανός παλαιστής παντρεμένος με Ελληνίδα. «Το παιδί να το φέρεις από τώρα στη Γερμανία», επέμενε στον Κυριάκο. «Τώρα είναι η σωστή στιγμή». Ξεκίνησαν οικογενειακά και πήγανε στην Φρανκφούρτη. Όχι ακριβώς μέσα στην πόλη, αλλά στα γκρίζα προάστια με τα οργανωμένα γυμναστήρια και στις επίπεδες εκτάσεις που τις κάλυπτε ομίχλη και μούχλα τον περισσότερο καιρό.
Εκεί ο Κυριάκος τού μάθαινε και την ιστορία της πάλης προσπαθώντας να τονώσει τη μοναξιά της ξενιτιάς και της καταγωγής τους. Μέχρι τον Μέγα Αλέξανδρο κρατούσε η πάλη, μέχρι τους Βυζαντινούς και τις χώρες της Ανατολής. Μαζί με τις αρχαιοελληνικές ιεροτελεστίες ξεκινούσαν και τα αγωνίσματα, και αυτό συνεχίζεται ακόμη και σήμερα στα ορθόδοξα χριστιανικά πανηγύρια. Οι παλαιστές είχαν δύναμη, ανέκαθεν ενέπνεαν σεβασμό· παλιότερα στα χωριά οι μάνες, μόλις γεννούσαν, έδιναν το μωρό στον πρωτοπαλαιστή να το κρατήσει για να πάρει απ’ τη δύναμή του. Και τον ίδιο τον Κυριάκο τον είχε σηκώσει ψηλά στο χωριό του, στη Μύρκινο, το βυζαντινό Δοξόμπους, ένας παλαίμαχος. Μεγάλωσε βλέποντας εκείνο τον μύθο να γερνάει, αλλά να έχει ακόμη οπαδούς που τον ακολουθούσαν και σηκώνονταν από τις θέσεις τους μόλις τον αντίκριζαν εκτός του αγωνιστικού χώρου. 
Ο Μάκης μεγάλωνε και μάθαινε σωστά γιατί ήξερε να ακούει. Ο Ιρανός προπονητής του στη Γερμανία τού μιλούσε σε δύο γλώσσες, όμως ο πατέρας του, χωρίς να μιλάει καμιά, αντιλαμβανόταν τα πρακτικά κι έκανε διερμηνεία δείχνοντας τις κινήσεις. Ο Κυριάκος προτιμούσε πια την παραδοσιακή πάλη όπου πάλευες μέχρι σάραντα πέντε λεπτά αντί για τα εξάλεπτα των Ολυμπιακών διοργανώσεων και δεν προλάβαινες να αναπτύξεις όλες σου τις δυνάμεις, ούτε και να το ευχαριστηθείς. Βέβαια η παραδοσιακή πάλη έχει πιο άγρια χτυπήματα, έχουν χαθεί άνθρωποι από χτυπήματα στο σβέρκο, από κλοτσίδια στα χαμηλά, από πνιξίματα. Ο Μάκης μάθαινε: δεν χάνεις αν δεν πονέσεις, η πάλη είναι πόνος, κούραση, θυμός, αίμα, νεύρα, θέλει κότσια, να μη φοβάσαι να παλέψεις. Μαθαίνεις να πέφτεις σωστά χωρίς να χτυπάς, πρέπει ν’ αυτοσυγκεντρώνεσαι για να μην τραυματίζεσαι. Όταν θα τραυματιζόταν ―αργότερα― στον ώμο, θα θυμόταν τα λόγια του πατέρα του εκείνης της εποχής: «Ό,τι ζωή κάνεις θα σου βγει πάνω στην αλάνα». Κι εκείνος ήταν ξενύχτης, μια όμορφη αλλά σπάταλη νύχτα...

Ταυτόχρονα όμως η παραδοσιακή πάλη είναι το πιο σωματικό άθλημα. Ζεις τον άλλον, γίνεσαι ένας μαζί του, τον ζυγίζεις, τον αφουγκράζεσαι μαζί με τους σφυγμούς του. Μέσα από την πάλη δείχνεις τον χαρακτήρα σου και τους στόχους σου, ενώ σκιαγραφείται και ο χαρακτήρας του άλλου. Όταν ο αντίπαλος είναι πιο ψηλά από σένα, θες να τον ξεπεράσεις, πωρώνεσαι. Σίγουρα υπάρχει σεβασμός, δέος και φόβος για τον αντίπαλο και φυσικά ουδέποτε δεν πρέπει να τον υποτιμάς γιατί δεν ξέρεις ποτέ πώς θα σου γυρίσει. 
Κάτι δεν πήγε καλά στη Γερμανία και γυρίσανε πίσω οικογενειακά. Ο Μάκης τελείωσε μια τεχνική σχολή και αμέσως μετά υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις. Θα μπορούσε ως αθλητής να κάνει μια «ελαφρότερη» θητεία, όμως προτίμησε να καταταγεί στους καταδρομείς στη Ρεντίνα. Όχι ότι αισθάνθηκε καμία κόπωση, οι άλλοι ζορίζονταν. 

Τελειώνοντας τον στρατό, συνέχισε να παλεύει, όμως άρχισε ν’ απομακρύνεται από την ολυμπιακή πάλη και προτιμούσε τις ανοιχτωσιές του κάμπου των Σερρών και τα οροπέδια της Θράκης. Ανοιχτή, παραδοσιακή πάλη, εκεί που το τοπίο δεν προδίδει την εποχή του και αισθάνεσαι μέρος της διαχρονικής ιστορίας. Γι’ αυτό και οι πιο δυνατές του εμπειρίες είναι από εκείνη την περίοδο. 
Μια φορά που κινδύνεψε, αισθάνθηκε να γυρίζει ο σβέρκος του ανάποδα και να ακουμπάει πίσω, μέχρι τον αστράγαλο. Πώς τη γλίτωσε· πάντως ο ώμος του εξαρθρώθηκε για μεγάλο διάστημα. Σίγουρα έκανε και ο ίδιος λάθος, αλλά υπάρχουν ορισμένοι αντίπαλοι που μάχονται πραγματικά ύπουλα. Οι Σκοπιανοί είναι από τους πιο καθαρούς παλαιστές, οι Τούρκοι όχι (αν και έχει κολλητούς). Ένας Τούρκος στο Αλάν Τεπέ τού είχε ρίξει λάδια στα μάτια. Στα θρακικά οροπέδια η πάλη γίνεται με το λάδι. Το αλείφουν σ’ όλο το σώμα, διαποτίζει κάθε πόρο. Είναι μέρος της τελετουργίας, έχει σχέση με τον εξαγνισμό του σώματος και της ψυχής αλλά και με την ευκολία να γλιστράνε τα σώματα και να γίνονται πιο διεισδυτικές και αρπακτικές οι λαβές. Γυαλίζει το κορμί στον ήλιο και ανάβει από την τριβή αλλά και την ένταση. 
Στο κορμί, στην πάλη με το λάδι, φοράνε τα κιουσπέτια, τα χειροποίητα παντελόνια από δέρμα μοσχαριού. Αυτά περνάνε από παππού σε γιο και σε εγγονό. Ο Κυριάκος, με καταγωγή τη Βιθυνία, βρήκε από εκεί ένα κιουσπέτι και το φόρεσε και αργότερα το χάρισε στον Μάκη. Από τότε φροντίζει να τα φέρνουν από τα ίδια εργαστήρια. Το όνομα ενός προγόνου τους είναι σκαλισμένο στη ζώνη με μεγάλα κεφαλαία γράμματα. “ΑΚΡΙΤΑΣ”, γράφει, και γι’ αυτούς ήταν τιμή να συνεχίζουν την παράδοση ενός παλαιστή που δεν τον γνώρισαν ποτέ, αλλά φοράνε το κορμί του, το δέρας, την ψυχή που περιβάλλει αυτό το όχι τόσο άψυχο ρούχο. Γι’ αυτό και ο Μάκης το προσέχει περισσότερο κι από το δέρμα του. Όταν λούζεται μετά την πάλη, με απορρυπαντικό κουζίνας, μια διαδικασία δύσκολη γιατί το κολλημένο λάδι σπανίως ξεπλένεται σε βάθος, κι ας βοηθιούνται στο τρίψιμο μεταξύ τους οι παλαιστές, παίρνει το δερμάτινο παντελόνι και το περιποιείται σαν ένα ξεχωριστό κορμί. Όσο δύσκολα το βάζει για να χωρέσει από τη μέση και κάτω τόσο δύσκολα το βγάζει. Καμιά φορά, δυο μαζί συμπαλαιστές βοηθάνε τον τρίτο να τα καταφέρει, συνοδεύοντας με σχόλια και πειράγματα όλη αυτή την προσπάθεια. 

Ο Μάκης ξεκίνησε να παλεύει δυνατά στα δεκαεννιά του όταν άλλαξε κατηγορία. Πάλευαν Βούλγαροι, Τούρκοι, Σκοπιανοί σε ένα ξεχασμένο χωριό της Θράκης. Εκεί βρισκόταν και ένας πολύ ονομαστός παλαιστής που όλοι τον είχανε για αδιαμφισβήτητο νικητή. Ο πεισματάρης νεαρός, γερά προετοιμασμένος, είχε ανάψει το κεράκι στον εορτάζοντα άγιο στο εκκλησάκι παραδίπλα (να μην ξεχνιόμαστε, προς τιμήν του γίνεται όλο αυτό), έκανε και τον σταυρό του (τυπικά–ξετυπικά, δεν έχει σημασία) και άρπαξε τον τριανταεξάχρονο με μια λαβή και δεν έλεγε να τον αφήσει. Ήταν τόσο δυνατός, που ο άλλος αναγκάστηκε να παραιτηθεί, και αυτή η νίκη θεωρήθηκε σπουδαία. Έτρεξαν τα νεαρά αγόρια χοροπηδώντας τριγύρω του σαν να γύρευαν πια έναν νέο ακαταμάχητο παλαιστή. 

Κι εκεί, στον Σοχό, ενώ είχε πάθει θλάση στο χέρι από έναν Σκοπιανό, συνέβη κάτι ανεξήγητο. Ενώ πίστευε ότι είχε αδειάσει και πάλευε μηχανικά, άρχισε σταδιακά να ξαναδυναμώνει, η φωνή του πατέρα του έγινε ιαχή, ενώ ακόμη και οι μουσικοί με τους ζουρνάδες τον ξεσήκωναν όσο ποτέ. Σε εκείνη τη μεθυστική στιγμή φούσκωσε μέσα του μια θύελλα που έγινε τυφώνας και άρπαξε τον αντίπαλο, τον σήκωσε τέσσερις φορές ψηλά για να τον ρίξει, εκείνος δεν έπεφτε, ο κόσμος φώναζε, είχαν σηκωθεί από τις τσιμεντένιες κερκίδες και του εμφυσούσαν δύναμη. Ναι, ο κόσμος εκείνος τον σήκωσε μαζί με τον ηττημένο, που τώρα τον πέταγε κατάχαμα. Και τότε τρεις χιλιάδες θεατές άρχισαν να αλαλάζουν. Ο Μάκης δεν είχε το κουράγιο ούτε το χέρι του να σηκώσει για χαιρέτημα και, όταν έκανε τη γύρα με το μαντίλι, αποθεωνόταν και μάζευε χρήματα που έπεφταν από παντού.

Το τέλος ενός τέτοιου αγώνα αλλά και κάθε άλλης σωστής πάλης είναι σαν την ολοκλήρωση μιας ερωτικής πράξης, τόσο ανακουφισμένος βγαίνεις, κι ας απέχεις από την κανονική ερωτική ζωή δυο με τρεις βδομάδες πριν από τους αγώνες. Και για κάτι τέτοιους αγώνες αξίζει να προπονείσαι και να περιμένεις τη μαγική στιγμή, γιατί είτε νικητής είτε νικημένος η ευχαρίστηση είναι η ίδια.
Για κάτι τέτοιες στιγμές αξίζει η αφοσίωση στην πάλη. Είναι τρόπος ζωής, αφού όλες οι προηγούμενες μέρες έχουν έναν στόχο: τις αλάνες. Την περίοδο της συντήρησης είναι πιο χαλαρές, όμως μετά έρχεται η προετοιμασία και οι έντονες προπονήσεις. Τρέξιμο στο βουνό, ταχύτητα στο γήπεδο, ξεκούραση στο ενδιάμεσο, πολλά γεύματα, προπόνηση με βάρη, πάλη στο ταπί τρεις φορές την εβδομάδα, προπόνηση με λάδι στο γήπεδο του Λαγκαδά μεσημεριάτικα και με τον ήλιο κατακόρυφα. Εκεί χρειάζονται και άλλοι συμπαλαιστές για να μη χάνεται η επαφή και για να διαφοροποιείται ο αντίπαλος. Ο πατέρας του τον ακολουθεί στις προπονήσεις και τον περιχύνει με λάδι στο κορμί, τον βοηθάει να φορέσει το κιουσπέτι. 

Και ύστερα από μέρες θα τον παρακολουθεί προσεκτικά καταγράφοντας κάθε του κίνηση, σωστή ή λάθος. Εκεί πια μάχεται ο άλλος του εαυτός, η φυσική του συνέχεια. Μια ζωή με ξυπόλυτα πόδια που ριζώνουν στη γη, αλλά ενδυναμώνονται από τα σπλάχνα της, πάλεμα σε χώμα, σε χαλίκι, σε άμμο, ακόμη και σε χιόνι, πάνω σε αγριόχορτα και ξερόκλαδα ανάλογα με τον τόπο. Τελευταία έσκασε μύτη και λίγο γκαζόν σε πιο «λαμπερές» διοργανώσεις, όμως η σκληρή πραγματικότητα της πάλης είναι μία. Από τις πέντε το απόγευμα μέχρι τις δέκα το βράδυ, βάλε και δώδεκα καμιά φορά· υπάρχει τελικός που κράτησε δύο ώρες. Νά γιατί εκεί στους Ολυμπιακούς με τα ολιγόλεπτα παλέματα στερούν το θέαμα και την ένταση και κατάντησαν τους αγώνες στατικούς σαν Σούμο. Κάτι δεν τους άρεσε εκεί τους δυτικότροπους από τη φιλοσοφία της πάλης, η αρχαία και ανατολίτικη χροιά της, και αυτό το θεώρησαν αντιεμπορικό και πάνε να το καταργήσουν. Όμως όσο υπάρχουν άνθρωποι και κορμιά θα παλεύουν και θα συμπλέκονται, γιατί η παραδοσιακή πάλη δεν περιμένει τις ψηφιακές τους καταγραφές. Η ακρίβεια των υπολογιστών δεν μπορεί να καταγράψει τις ψυχικές ενδείξεις. Αυτό που αποκάλεσαν «ρώμη» μάλλον δεν έχει θέση στους ολυμπιακούς που καταχρώνται το όνομα και παρακάμπτουν την παράδοση.

«Εμάς θα μας βρούνε μπροστά τους», λέει ο Κυριάκος. Ο Μάκης συμφωνεί με τον πατέρα του. Ετοιμάζει την τσάντα της προπόνησης, σήμερα θα περάσει ένας Τούρκος φίλος του που μένει στην Ελλάδα και θα παλέψουν μαζί. Πάνε μεσημεριάτικα στον Λαγκαδά, δίπλα σε κάτι  πρόχειρες αθλητικές εγκαταστάσεις. Ο Τσελίκ τού κρατάει την πετσέτα να ξεντυθεί: μια κοπελιά περνάει απέξω ανέμελα κι αυτοί γελάνε. Ο Κυριάκος ετοιμάζει το μπουκάλι με το λάδι. Σίγουρα δεν είναι έξτρα παρθένο, αλλά στο κορμί του γιου του θα κάνει τη δουλειά του. Πατέρας και γιος γνωρίζουν ότι η ζωή δυσκολεύει, τα μεροκάματα λιγοστεύουν, τα χρήματα στους αγώνες είναι συμβολικά. Όμως αυτοί θα είναι πάντα εκεί, μέρος της παράδοσης, μέρος του πανηγυριού που συνεχίζεται από το βάθος του χρόνου και της ιστορίας. Άλλωστε τα λαϊκά δρώμενα και οι αγώνες δεν συντελούνται στην πρωτεύουσα, εξακόσια χιλιόμετρα μακριά τους, αλλά εδώ, στη χωματίλα, πάνω στη γη, δίπλα στα σύνορα, ανάμεσα στα χορταριασμένα χωράφια, με τα φίδια και τους σκορπιούς να παραμονεύουν, υγρό καλοκαίρι στα βόρεια, πυρπολημένο, διονυσιακό, ζαλιστικό. Ζωή, σώμα, έρωτας, αγώνας. Εκεί. Και παραπέρα.


Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας. Το τελευταίο του μυθιστόρημα είναι «Το μυστικό της Έλλης», Πατάκης 2012.



Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑgazino, Κυριακή 3 Αυγούστου 2013.






















Δεν υπάρχουν σχόλια: