Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Διήγημα European Refugee Τourism: “Διαδρομή Δυσκολίας Α”




European Refugee Τourism:
Διαδρομή Δυσκολίας Α”



Οι τρεις ομάδες συναντήθηκαν κοντά στο πάρκο, αφημένο κι αυτό, απέναντι απ' τις παλιές αποθήκες του σταθμού του ΟΣΕ. Το στενάκι βρισκόταν μακριά από τα μάτια των περαστικών και ήταν αρκετά δύσκολο να εντοπιστεί από τα διερχόμενα περιπολικά. Οι “πρόσφυγες”, αυτή τη φορά είκοσι ένας στον αριθμό, είχαν διαλέξει την “Διαδρομή Δυσκολίας Α”, μία αρκετά δύσκολη και ακριβή δράση. Κατέφτασαν με ένα μικρό φορτηγάκι που τους ξεφόρτωσε -κυριολεκτικά- στην λαμαρινένια είσοδο του ετοιμόρροπου κτιρίου. Οι περισσότεροι δεν δήλωσαν ταυτότητα άλλωστε αυτό προβλεπόταν και από τους κανονισμούς. Είχαν όμως χωριστεί σε συντροφιές.
Η πρώτη ομάδα ήταν Σκανδιναβοί, ενώ οι άλλες δύο περιελάμβαναν πολίτες από το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Γερμανία και έναν Βρετανό. Οι περισσότεροι δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους, ταξίδευαν μόνοι, εκτός από το ζευγάρι των σαραντάρηδων Σουηδών που είχαν αποφασίσει να κάνουν μαζί το ταξίδι. Ο διακινητής, με σπασμένα αγγλικά, τους έσπρωξε μέσα σε μια αποθήκη όπου είχε απλώσει μερίδες φαγητό και μπουκάλια εμφιαλωμένο νερό πάνω σε έναν ξεχαρβαλωμένο πάγκο. “Μην τριγυρνάτε έξω... Χωρίς διαβατήρια θα σας πιάσουν για παράνομους”.
Η Λιβ έσφιξε το χέρι του άντρα της κι εκείνος της χαμογέλασε κουρασμένος. Οι Σκανδιναβοί ένιωθαν εξαντλημένοι. Είχαν διανύσει την μεγαλύτερη απόσταση, φτάνοντας με νοικιασμένο αυτοκίνητο στην καρδιά της Ευρώπης, και μετά το εγκατέλειψαν. Ένα φορτηγάκι τους παρέλαβε στην Ουγγαρία, μπήκαν από τα σύνορα της Σερβίας περπατώντας ώρες νυχτιάτικα. Όσο προχωρούσαν νότια τόσο δυσκόλευαν τα πράγματα. Δύο οδηγοί, ακαθόριστης βαλκανικής υπηκοότητας, τους καθοδήγησαν μέσα από βουνίσια μονοπάτια μέχρι τα Σκόπια. Ύστερα τους στοίβαξαν ασφυκτικά σε μια εμπορική αμαξοστοιχία μέχρι την Θεσσαλονίκη. Οκτώ ημέρες χρειάστηκαν από τον Σκανδιναβικό βορρά μέχρι την έξοδο στο Αιγαίο, μια απόσταση μόλις τεσσάρων ωρών με απευθείας πτήση.
Μέσα στο κτίριο αρχίζουν να γνωρίζονται μεταξύ τους. Κάποιοι έψαχναν τα κινητά τους, ένας διάβαζε μια μέθοδο αραβικής, ένας άλλος έκανε γιόγκα. Με κοινή γλώσσα τα αγγλικά άρχισαν να ανταλλάσσουν πληροφορίες για το “παράνομο” ταξίδι τους και να σκέφτονται τα πιο δύσκολα που ερχόταν.
“Θα φτάσετε μέχρι την Συρία;” ρώτησε ο Μπερτράν.
Ο Σβεν κούνησε με άγχος το κεφάλι τους. “Ελπίζουμε να τα καταφέρουμε”. Ήταν κοινωνιολόγος αλλά προσπαθούσε να το ξεχάσει. Ήθελε να περάσει στην θέση του πρόσφυγα: αυτό επιζητούσε εξ αρχής όταν είχε δει τον ιστότοπο “Ευρωπαϊκός προσφυγισμός”. Η σελίδα υποσχόταν περισσότερη περιπέτεια και εμπειρία και δεν έταζε καμία ασφάλεια. Επρόκειτο για ένα ριψοκίνδυνο ταξίδι που ενδεχομένως δεν είχε επιστροφή. Θα έφταναν στην καρδιά του πολέμου, της καταστροφής και φυσικά η τύχη τους εκεί ήταν αβέβαιη.
Στρώθηκαν να φάνε τα σάντουιτς αμίλητοι. Στο βάθος του σταθμού αναχωρούσε ένα τρένο και μια μυρωδιά κλεισούρας και ποντικίλας τους χτύπησε στη μύτη. Την επομένη θα επιβιβάζονταν ως κανονικοί επιβάτες στο καράβι για την Μυτιλήνη, θα ξεκουράζονταν πάνω στο κατάστρωμα και θα απολάμβαναν την θάλασσα χωρίς ρίσκο. Ο διακινητής τους παρέδωσε τα εισιτήρια και τους πρότεινε, πάνω στο καράβι, να υποδύονται τους παλιούς εαυτούς τους, τους παραδοσιακούς Ευρωπαίους τουρίστες, για να περνάνε απαρατήρητοι στον νέο τους ρόλο.

****

Εικοσιοκτώ ώρες αργότερα το καράβι της γραμμής Θεσσαλονίκη-Μυτιλήνη έδενε στο λιμάνι του νησιού. Εκεί, σωριασμένοι στο λιμάνι, στα πεζοδρόμια, στα παρκάκια και στα παγκάκια, οι αληθινοί πρόσφυγες από την Συρία και το Ιράκ, περίμεναν απελπισμένοι για μια θέση μέχρι την Αθήνα. Γίνονταν τακτικά συμπλοκές ανάμεσα σε αυτούς και τους λιμενικούς που τους υπόσχονταν ειδικά ναυλωμένα καράβια για την ασφαλή τους διοχέτευση στην Ευρώπη. Μια ομάδα αλληλεγγύης ντόπιων προσπαθούσε να τους εξασφαλίσει λίγη τροφή.
Ο διακινητής μάζεψε την δική του “προσφυγική ομάδα” και τους πρότεινε να μείνουν λίγο στο λιμάνι για να βρεθούν με κάποιους πρόσφυγες. Αν όμως τους εξηγούσαν ότι αυτοί, οι Ευρωπαίοι, ξεκινούσαν το αντίστροφο ταξίδι θα γίνονταν άραγε πιστευτοί; Ίδιες οι ανάγκες τους για επιβίωση και ίδιες για περιπέτεια;
Η Λιβ πλησίασε μια οικογένεια με τρία παιδιά. Μίλησαν σε σπασμένα αγγλικά, ένας δεκαπεντάχρονος γιος τα μιλούσε καλά. Ο πατέρας τους αμίλητος, πληγωμένος, είχε χάσει ένα κοριτσάκι πάνω στην βάρκα, όταν η μικρή έσκυψε λίγο παραπάνω στα κύματα που τους βολόδερναν μεσοπέλαγα. Η Λιβ τους πρότεινε να της δώσουν στοιχεία για να βρει πίσω το σπίτι τους ή ό,τι απόμεινε. Η ίδια τους έδωσε στοιχεία να την βρούνε -αν ποτέ έφταναν στην Στοκχόλμη-”πάρτε και το κλειδί μου” είπε και έβγαλε ένα κλειδί με κρυφή αγωνία και τους το έδωσε. Ο άντρας την κοίταζε με τρόμο σαν να της έλεγε: τόσο είσαι σίγουρη ότι δεν θα γυρίσεις;
Βράδιαζε. Η ομάδα των “Ευρωπαίων προσφύγων” κατέφτασε πεζοπορώντας σε μια κλειστή ακτή στη νότια πλευρά του Μολύβου. Εκεί μια φουσκωτή βάρκα χοροπηδούσε πάνω στην σκούρη θάλασσα. Μέσα στην βάρκα ένας Τούρκος (από τη γλώσσα του μαντεύουμε) τους έκανε νοήματα να σκαρφαλώσουν βουτώντας μέχρι τη μέση στα νερά.
Ο διακινητής τους αποχαιρέτησε βιαστικά. Μέχρις εδώ ήταν τα καθήκοντά του. Από την προηγούμενη ομάδα, που αναχώρησε μία βδομάδα πριν, δεν έφτασε κανένα μαντάτο. Και πώς άλλωστε; Αν ήθελε κανείς του έστελνε ένα μήνυμα. Γενικά όμως απαγορευόταν να επικοινωνούν μεταξύ τους. Το ταξίδι αυτό ήταν απαγορευμένο αφού κρίθηκε επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια των Ευρωπαίων πολιτών. Δεν έβρισκες την έδρα ή το γραφείο των διοργανωτών. Μια ιστοσελίδα μόνον που άλλαζε διεύθυνση κάθε τόσο. Υπήρχαν ωστόσο φήμες ότι η ζήτηση αυξανόταν.

***

Ο βαρκάρης πρόσεχε τα θαλάσσια ρεύματα. Αλίμονό τους αν έπεφταν πάνω σε περιπολικά της Frontex. Έπρεπε να αγγίξουν τις ακτές της Τουρκίας χωρίς αναπάντεχα. Εκείνος φυσικά είχε πληρωθεί αλλά υπήρχαν και οι υπόλοιποι που περίμεναν τον δικό τους μερτικό στην μικρασιατική στεριά. Ο Σβεν κρατούσε το χέρι της γυναίκας του. Η Λιβ έγραφε αστυνομικά μυθιστορήματα με μέτρια αποδοχή. Πίστευε ότι μια τέτοια, δαντική εμπειρία, θα την έκανε καλύτερη συγγραφέα και γιατί όχι, διαφορετικό χαρακτήρα, λιγότερο άκαμπτη. Αν επιζούσε...
Τρεις ώρες μετά είχαν προσκρούσει σε μια βραχώδη ακτή. Εκεί άρχισε να ξεφουσκώνει η βάρκα. Παραλίγο να πνιγούν δυο ταξιδιώτες όμως μπόρεσαν να ξαναμαζευτούν στην στεριά: όλοι; Όταν μετρήθηκαν, έλειπε ένας. Ποιος όμως ήταν και από πού; Δεν είχαν χρόνο για χάσιμο.
Άρχισαν να βαδίζουν μέσα από ένα χωμάτινο ανηφορικό μονοπάτι και τρεις ώρες αργότερα βρέθηκαν σε ένα άδειο χωριό. Κάποιος προσπάθησε να βρει στο κινητό του το γεωγραφικό στίγμα, όμως τέλειωσε η μπαταρία του. Μερικοί είχαν σωριαστεί καταγής αλλά έπρεπε να φτάσουν πριν ξημερώσει στο σημείο όπου τους περίμενε το φορτηγό. Εκεί, μόλις που θα χωρούσαν και θα ταξίδευαν, χωρίς στάση μέχρι τα συνοριακά περάσματα της Τουρκίας με την Συρία. Ώρες πολλές.
Και μετά κάποιοι “ξεναγοί” θα τους περνούσαν μέσα στην εμπόλεμη ζώνη παράνομα. Θα τους έδειχναν τους δρόμους, τις βομβαρδισμένες πόλεις, τα εκκενωμένα χωριά, τα γκρεμισμένα σπίτια, τα πτώματα θαμμένα και πεταμένα, το χάος, την φρίκη, σκοτεινιά.
Δέκα ώρες, μέσα στο μισοσκότεινο φορτηγάκι, κανείς Ευρωπαίος δεν αισθανόταν όπως όταν ξεκίνησε. Ένα ρίγος τρόμου και αγωνίας τους διαπερνούσε. Όποιος επιβίωνε και ξαναγύριζε πίσω θα είχε να πει πολλά. Όμως πώς θα επέστρεφαν; Πολλοί από αυτούς μάλλον δεν ήθελαν να ξαναγυρίσουν στα πολιτισμένα τους λημέρια. Το ταξίδι τους μια αυτοκτονική απόπειρα, μια ήττα του δικού τους πολιτισμού.
Γι αυτό και, όταν η οβίδα έπληξε το ύποπτο όχημα ανατινάζοντας στον αέρα δεκάδες ανθρώπινα μέλη, κανείς δεν νοιάστηκε ποιους κουβαλούσε μέσα. Στα μάτια των φανατισμένων εκδικητών έλαμψε η περιφρόνηση και η χαρά. Ήταν σίγουροι ότι επρόκειτο για ένα φορτηγό αυτοκτονίας, προορισμένο να τους επιτεθεί και να τους οδηγήσει μια ώρα αρχύτερα στα περιβόλια του ουρανού.
Ας πήγαιναν εκείνοι πρώτοι.




Θεόδωρος Γρηγοριάδης, συγγραφέας. 
Δημοσιεύτηκε στο Έθνος, "Ιστορίες μέλλοντος", Αύγουστος 2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια: