Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Κριτική για το Παρτάλι

Με αφορμή την επανακυκλοφορία του μυθιστορήματος σε λίγες μέρες μια από τις κριτικές της χρονιάς που πρωτοκυκλοφόρησε:

Ο Βαρδάρης και η δυσφορία του γένους

του Βαγγέλη Αθανασόπουλου


Είναι αγόρι ή κορίτσι ρωτούν όλοι όταν γεννιέται ένα μωρό. Κι όταν συναντάμε κάποιον για πρώτη φορά, το πρώτο που βλέπουμε - ή νομίζουμε πως βλέπουμε- είναι το φύλο του. Η έννοια του προσώπου ή της προσωπικότητας είναι πολύ αφηρημένη έως θεωρητική και στην πράξη αντιστοιχεί σε ένα σύνολο χαρακτηριστικών που λειτουργεί σαν γενική εντύπωση. Αντίθετα, αυτό που αντιλαμβανόμαστε από τον άλλον είναι αυτό που αφήνει να φανεί, το οποίο συνεπάγεται τις κοινωνικές ιεραρχίες και διακρίσεις: το βιολογικό φύλο, το κοινωνικό φύλο ή γένος, τη φυλή, την κοινωνική θέση.

«Παρτάλι» στη Βόρεια Ελλάδα λένε το πολυφορεμένο ρούχο, αλλά και τον ξεπεσμένο και περιθωριακό. Αυτό είναι το όνομα του βασικού χαρακτήρα του μυθιστορήματος του Θ. Γρηγοριάδη, που ντυμένος με γυναικεία ρούχα ζει στη Θεσσαλονίκη της μεταπολίτευσης. Η εμφάνιση του, αλλά και ο μύθος γύρω από τη ζωή του γοητευτικού και αινιγματικού σαρανταπεντάρη, ελκύει τους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής, ξεκινώντας μια διαδικασία αυτοσυνειδησίας, στην οποία η αλήθεια και το θέαμα συνεχώς συγχέονται.

Τα θέματα του γένους, της ταυτότητας και της μεταμφίεσης στοιχειώνουν «Το Παρτάλι», ενώ η κυριαρχία του θέματος της παρενδυσίας φτάνει σε τέτοιο σημείο, ώστε να αφορά μεγάλο αριθμό ανδρικών χαρακτήρων, δίνοντας την αληθοφανή εντύπωση πως οι μισοί δίνουν αγώνα για να αποφύγουν το φουστάνι. Ίσως, όμως, αυτή η υπερβολή να είναι σκόπιμη, και να φανερώνει την πρόθεση του συγγραφέα, σχετικά με τον εντοπισμό του δραματικού στοιχείου της ιστορίας σε αυτόν ακριβώς τον αγώνα.

Το «Παρτάλι» καλύπτει την παρενδυσία του με δύο τρόπους: στην αρχική φάση (της Θράκης) με το πρόσχημα των ιστορικών συνθηκών, και στην κύρια φάση (της Αμερικής) με το πρόσχημα του επαγγέλματος (ντραγκ σόου). Μέσα σε αυτήν τη διαλεκτική των τόπων, η Θεσσαλονίκη αποτελεί τον ενδιάμεσο χώρο, τον χώρο της αποκάλυψης και της μύησης. Εκεί όπου πρώτα έρχεται ο έρωτας του Έρικ και μονιμοποιεί/νομιμοποιεί την παρενδυσία, αλλά τελικά και εκεί όπου καταλήγει επιστρέφοντας από την Αμερική, για να αποκαλύψει το πραγματικό Παρτάλι, αλλά και για να μυήσει τον γοητευμένο Μάικ, ο οποίος μετά τον θάνατο του γητευτή του μέσα στα ερείπια του σεισμού του 1978, θα συνεχίσει την ιστορία του μέσα σε μια κατεστραμμένη πόλη. Μέσα από τη συντέλεια του σεισμού θα ξαναγεννηθεί το σώμα της πόλης, ενώ παράλληλα το Παρτάλι θα ξαναγεννηθεί μέσα από το νεανικό σώμα του Μάικ, που σαν ένα νεόκοπο πλάσμα, οδηγημένο από τη γριά πόρνη (που περιφέρεται μέσα στην ιστορία σαν να είναι το πνεύμα του Βαρδάρη), θα βαδίσει προς την ένωση του με το νέο σώμα της πόλης το οποίο έχει ήδη αρχίσει να πλάθεται. Ανάλογο άλλοθι υπάρχει και στην περίπτωση του ψεύτικου Παρτάλι, όπου με την παρενδυσία του θέλει να αποκαλύψει την κρυφή ιστορία του πατέρα του, αριστερού εξόριστου. Αντίθετα, στις περιπτώσεις παρενδυσίας του Μανουήλ και του Μάικ, δεν χρησιμοποιείται κάποιο άλλοθι.

Οι περιπτώσεις που παρουσιάζονται στο μυθιστόρημα συνθέτουν μια συνοπτική ιστορία της παρενδυσίας, σύμφωνα με την οποία το έναυσμα δίνεται μέσα από τις ιστορικές συγκυρίες, το οποίο όμως στη συνέχεια λειτουργεί καταλυτικά έξω από τα ιστορικά συμφραζόμενα, κάνοντας κάποιους να συνειδητοποιήσουν τις πολλές τους ταυτότητες και να νιώσουν πρώτα τη δυσφορία του δικού τους γένους, και μετά την ανάγκη να ντυθούν ένα άλλο γένος. Φορώντας το ξένο ή εξωτικό ρούχο, υπερβαίνουν προκλητικά όχι μόνο τη συγκεκριμένη, αλλά όλες τις συμβατικές διακρίσεις ανάμεσα σε γένη, φύλα, φυλές και κοινωνική θέση.

Πολύσημος είναι ο υπαινιγμός για μια αναλογία ανάμεσα στην παρενδυσία και στην ιστορία. Πραγματικά, το ιστορικό στοιχείο είναι παρόν στις βασικές εκδοχές της παρενδυσίας, αλλά κυρίως στην περίπτωση του μικρού αληθινού Παρτάλι που δημιουργείται μέσα στη βουλγαρική κατοχή (όταν μια μάνα θέλοντας να προστατέψει τον γιο της τον ντύνει κορίτσι). Ο πατέρας, επίσης, του ψεύτικου Παρτάλι είναι αριστερός φυλακισμένος που, χωρίς να είναι ομοφυλόφιλος, ντύνεται με γυναικεία ρούχα για να βρεθεί με συγκρατούμενό του. Αλλά και η μεταπολίτευση παίζει τον ρόλο της στο γαϊτανάκι της μεταμφίεσης, αποτελώντας ένα απροκάλυπτο πλέον ξέσπασμα μιας κραυγαλέας «παρενδυσιακής» περιόδου: της επταετούς δικτατορίας των συνταγματαρχών. Το γεγονός πως η διαδικασία ξεκινά από την εκδοχή της μεταμφίεσης για την κάλυψη του φύλου (δηλαδή από μια μεταμφίεση που έχει ιστορική αιτία), για να καταλήξει με τη μεταπολίτευση σε μια μεταμφίεση χωρίς ιστορική αιτία, συνιστά μια διαδικασία έκπτωσης από τη μεταμφίεση/μεταμόρφωση προς τη μεταμφίεση/τρανσβεστισμό. Η επιλογή της μεταπολίτευσης είναι πολύ επιτυχημένη, όχι μόνο ψυχολογικά (ως εποχή κατά την οποία εκδηλώνεται μια κρίση ταυτοτήτων), αλλά και ρεαλιστικά, επειδή αποτέλεσε μια εποχή έξαρσης, κατά την οποία οι φοιτητές δοκίμαζαν τα πάντα και οι διανοούμενοι εισέβαλαν στο λούμπεν, με φυσική συνέπεια τη συγχώνευση των φοιτητών του Αριστοτέλειου με το λούμπεν του Βαρδάρη.

Το ιστορικό στοιχείο σε αυτήν την ιστορία της ακραίας μορφής της μεταμφίεσης, δηλαδή της παρενδυσίας, δεν λειτουργεί μόνο στη μεγάλη κλίμακα της ιστορικής περιόδου, αλλά και σε μια μικρή κλίμακα αναφορών ή υπαινιγμών σε υπαρκτά πρόσωπα, τα οποία μέσα στον μικρό κύκλο τους έχουν ιστορική σημασία. Από τη στιγμή, λοιπόν, που τον χωρικό αλλά και ιδεολογικό άξονα του μυθιστορήματος σχηματίζουν ο κύκλος του Αριστοτέλειου και εκείνος του Βαρδάρη, οι αναφορές σε πανεπιστημιακούς καθηγητές είναι αυτονόητες (Χασιώτης, Σαββίδης, Χρύσανθος Χρήστου, ενώ ο Μαρωνίτης κρύβεται πίσω από τον καθηγητή που διδάσκει πολύ καλά Όμηρο). Οι λογοτεχνικές αναφορές είναι πιο υπαινικτικές: ο αριστερός φυλακισμένος φαίνεται πως υπονοεί τον Ρίτσο, ο ποιητής - ντέντεκτιβ συναιρεί τα πρόσωπα του Χριστιανόπουλου, περισσότερο και λιγότερο του Ιωάννου (ως φιλολόγου), ενώ το ψεύτικο Παρτάλι ενσωματώνει στον λόγο του στίχους του Γιώργου Θέμελη.

Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Καθημερινή

-->

Δεν υπάρχουν σχόλια: