Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

Διηγήματα -προσεχώς- ρεπορτάζ στην Ελευθεροτυπία

Μικρές ιστορίες, μεγάλα προβλήματα

Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (spapa@enet.gr)

«Φαινόταν γυναίκα που είχε περάσει από σαράντα κύματα στη ζωή της, αλλά δεν βούλιαξε πουθενά. Φαινόταν γυναίκα που στα νιάτα της πρέπει να κρατούσε μαστίγιο. Ποια ήταν και πού πήγαινε πάντα την ίδια ώρα; Το κεφάλι συνήθως ψηλά, κάτι σαν έπαρση, με μια δαιμονική κίνηση γεμάτη νεύρο και πειθαρχία. Και τα χέρια συνεχώς να χαϊδεύουν ερευνητικά την κόκκινη τσάντα για να σιγουρευτεί ότι όλα τα πράγματα είναι στη θέση τους. Κάποια φορά άκουσα επιτέλους και λίγο τη φωνή της. Είπε την ώρα σε μια κοπέλλα που τη ρώτησε. Ενας ήχος όπως όταν σπας ένα ξερό κλαδάκι»...

Αυτή η ηλικιωμένη γυναίκα με τα βαμμένα ξανθά μαλλιά και ένα πρόσωπο «αχνό, τυλιγμένο στην πάχνη», υπήρξε κάποτε τακτική συνταξιδιώτισσα του Μάνου Ελευθερίου. Μοιράζονταν τη διαδρομή Φιλοθέη-Βασιλίσσης Σοφίας με το ίδιο λεωφορείο. Η αίσθηση σβησμένου μεγαλείου που εξέπεμπε του θύμιζε ένα παλιό αστέρι της οπερέτας από τα χρόνια του μεσοπολέμου. Να υπήρξε κι εκείνη ηθοποιός; Ή μήπως ήταν μέλος μιας εκλεκτής πνευματικής παρέας;

Κάποια στιγμή οι απορίες του Μ. Ελευθερίου θα λυθούν, κι όλες του οι φαντασιώσεις θα πάνε περίπατο. Η απογοήτευσή του, όμως, διοχετεύτηκε σ' ένα διήγημα που δίνει και τον τίτλο στο νέο του βιβλίο «Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ»: μια συλλογή 14 ιστοριών για τις παγίδες που κρύβει η νοσταλγία και για τη φθορά που προκαλεί ο χρόνος, που γράφτηκαν μέσα σε τέσσερις δεκαετίες και αναμένονται σύντομα από το «Μεταίχμιο».

Ανδρική υπόθεση

Πόσο καλλιεργείται, άραγε, το διήγημα στις μέρες μας; Υπάρχουν ακόμα συγγραφείς που επιμένουν συνειδητά στη μικρή φόρμα όπως ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, ο Δημήτρης Νόλλας, ο Περικλής Σφυρίδης, ο Δημήτρης Πετσετίδης, ο Σωτήρης Δημητρίου; Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύει στον τελευταίο «Ιχνευτή» ο Κώστας Βουκελάτος, το μερίδιο των συλλογών διηγημάτων στο σύνολο της πεζογραφικής παραγωγής όλο και λιγοστεύει: Μεταξύ 1990 και 2005 έπεσε από το 24,3% στο 20,7% ενώ εκείνο που αναλογεί στις νουβέλες και τα μυθιστορήματα σκαρφάλωσε από το 54% στο 62,4%. Ας σημειωθεί ότι με το απαιτητικό αυτό είδος που αντιμετωπίζεται από τον εκδοτικό χώρο ως εμπορικά καταδικασμένο, εξακολουθούν ν' αναμετρώνται άντρες κυρίως συγγραφείς. Μόνο τρία στα δέκα διηγήματα υπογράφονται από γυναίκες.

Οι αντρικές υπογραφές υπερτερούν και στις φθινοπωρινές εκδόσεις του είδους.

Από τη Σπάρτη ορμώμενος, ο Δημήτρης Πετσετίδης επανέρχεται με τη συλλογή «Λυσσασμένες αλεπούδες» («Κέδρος»). Μετά τον «Τροπικό του λέοντος» (εκδ. «Νεφέλη») όπου διακωμωδούσε σχεδόν τα πάντα, από τηλεοπτικά πρότυπα μέχρι λογοτεχνικές αξίες και πολιτικές πεποιθήσεις, επιστρέφει στον οικείο χώρο του Εμφυλίου, παραδίδοντας μέσα από λιτές, σκληρές κι ενίοτε υπερβατικές ιστορίες ένα «σκοτεινό, σκληρό και ακατανόητο σήμερα τοπίο θανάτου».

Από τον ίδιο κυκλοφορεί ήδη και η νέα δουλειά του Κωστή Γκιμοσούλη, η «Κραυγή της πεταλούδας»: μια σειρά από σύντομα, σύγχρονα και φαινομενικά αταίριαστα μεταξύ τους διηγήματα μ' έντονο το ερωτικό στοιχείο, τα οποία με μία μόνο εξαίρεση δεν έχουν δημοσιευτεί ώς τώρα.

Κοινό με απαιτήσεις

Διηγήματα γραμμένα κατά παραγγελία, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης έχει καμιά εικοσιπενταριά. Κανένα απ' αυτά όμως δεν περιλαμβάνεται στους «Χάρτες» («Πατάκης»).

Μια «πολύ οργανωμένη σύνθεση», λέει ο ίδιος, «με εβδομήντα διηγήματα που απλώνονται το πολύ σε δυόμισι σελίδες το καθένα, διαβάζονται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, κι εμπεριέχουν στοιχεία, χώρους και πρόσωπα διάσπαρτα σ' όλα τα προηγούμενα βιβλία μου». Οπως αναφέρει στο teogrigoriadis.blogspot.com, οι «Χάρτες» είναι ιστορίες μιας παρέας φίλων που περιφέρονται σε χωριά και κωμοπόλεις, σε συνοικίες και πόλεις, σε ερημιές και ξενιτιές, όπως και σε ουτοπίες ή δυστοπίες της φαντασίας τους. Κι είναι ιστορίες ευτράπελες, μελαγχολικές, ερωτικές, διεγερτικές ή απρόβλεπτες, οι οποίες οριοθετούν την ανθρωπογεωγραφία μιας γενιάς που λάτρεψε τα πάθη και τα λάθη της κι αποφάσισε ν' αφηγηθεί τη ζωή της και να εκτεθεί.

Με πρότυπα συγγραφείς όπως ο Τσέχοφ, ο Πολ Μπόουλς, ο Ρέιμοντ Κάρβερ, αλλά και οι Ιωάννου και Χατζής, ο Γρηγοριάδης είναι πεπεισμένος πως «το διήγημα προσφέρει ελευθερίες: Σου επιτρέπει να ρισκάρεις, να πειραματιστείς, να πάρεις περισσότερες ανάσες απ' ό,τι σ' ένα μυθιστόρημα. Πράγματι, στις αρχές του '90 που πρωτοδημοσίευσα τη συλλογή "Ο αρχαίος φαλλός", είχε μεγαλύτερη απήχηση ως είδος, ενώ σήμερα για έναν περίεργο λόγο περιφρονείται. Το επιχείρημα που προβάλλεται είναι πως τα περισσότερα βιβλία με διηγήματα σπάνια κάνουν πάνω από δύο εκδόσεις. Παραγνωρίζεται όμως ότι απευθύνονται στον σκληρό πυρήνα του αναγνωστικού κοινού, ένα κοινό με απαιτήσεις».

* Ο πεζογράφος και κριτικός Κώστας Κατσουλάρης, συμμετέχοντας, πέρσι, στην επιτροπή βραβείων του «Διαβάζω», κατέληξε στο συμπέρασμα πως το επίπεδο των υπό κρίση διηγημάτων ήταν υψηλό: «Στα δέκα μυθιστορήματα το ένα ήταν καλό, αλλά στις δέκα συλλογές ξεχώριζαν οι πέντε!» λέει.

Από εκείνη τη φουρνιά, άλλωστε, ξεπήδησαν δύο ταλαντούχοι πρωτοεμφανιζόμενοι, η Λένα Κιτσοπούλου με τις «Νυχτερίδες» («Κέδρος») και ο Νίκος Μάντης με το «Ψευδώνυμο» («Καστανιώτης»). Μολονότι, όμως, τα βιβλία τους προβλήθηκαν γενναιόδωρα από τον τύπο, δεν σημείωσαν ιδιαίτερη κίνηση στα βιβλιοπωλεία.

«Η φοβία των εκδοτών να επενδύσουν στο διήγημα είναι δικαιολογημένη» συνεχίζει ο Κατσουλάρης. «Ισως γι' αυτό παρατηρείται τελευταία η τάση να εκδίδονται ιστορίες δομημένες γύρω από ένα σκεπτικό».

Τέτοιες είναι κι οι δικές του στον «Μικρό δακτύλιο», το νέο του βιβλίο που θα συνοδεύεται από φωτογραφίες του Καμίλο Νόλλα (εκδ. «Ελληνικά Γράμματα»).

Περιλαμβάνει δέκα ανέκδοτα και δύο ήδη δημοσιευμένα διηγήματα που διαδραματίζονται στη σημερινή Αθήνα κι έχουν πέρα από επινοημένους ήρωες και πραγματικούς. Ανάμεσά τους, ιστορίες εμπνευσμένες από τους θαμώνες του «Φίλιον» στη Σκουφά, από την περσόνα του ηθοποιού Κωνσταντίνου Τζούμα, όπως κι από την παράσταση του Λ. Βογιατζή με το έργο του Διαλεγμένου «Bella Venezia».

Ο Κατσουλάρης ανήκει σ' εκείνους που πιστεύουν ότι «η συγγραφική ωριμότητα φαίνεται καλύτερα μέσα από μεγαλύτερες, μυθιστορηματικές συνθέσεις». Και θεωρεί πως το διήγημα γνωρίζει δύσκολες μέρες και στο εξωτερικό -«στη Γαλλία, για παράδειγμα, είναι πολύ υποβαθμισμένο».

* Στον αγγλοσαξονικό χώρο, ωστόσο, όπως επισημαίνει ο υπεύθυνος ξένης σειράς του «Καστανιώτη» Ανταίος Χρυσοστομίδης, «όταν αποφασίζουν να επενδύσουν σ' έναν συγγραφέα, το κάνουν ούτως ή άλλως. Δεν λειτουργεί το διήγημα απαγορευτικά, μολονότι οι εκδότες έχουν συνείδηση πως δεν θα υπάρξουν θεαματικές πωλήσεις. Οι κορυφαίοι λογοτέχνες συνηθίζουν να κάνουν ένα "διάλειμμα" κάθε τόσο. Το έκανε πρόσφατα η Ναντίν Γκόρντιμερ, ενώ κι ο Χάρι Μούλις γιόρτασε τα 75 του χρόνια μ' έναν πανηγυρικό τόμο όπου συγκέντρωσε όλα του τα διηγήματα».

Αξίζει ν' αναφέρουμε ότι δύο από τις ωραιότερες ταινίες των τελευταίων χρόνων, το «Επιστροφή στο Μπρόουκμπακ Μάουντεν» και το «Υστερόγραφο μιας σχέσης», βασίστηκαν σε διηγήματα της Αμερικανίδας Ανι Πρου και της Καναδέζας Αλις Μούνρο αντίστοιχα (βλ. «Μ' αγαπάει δεν μ' αγαπάει», εκδ. «Μεταίχμιο»). Η τελευταία, μάλιστα, ουδέποτε εγκατέλειψε το είδος κι όπως έχει αποφανθεί ο Απντάικ, τα διηγήματά της πλησιάζουν το μεγαλείο εκείνων του Τσέχοφ και του Τολστόι.

Αν εμπιστευτούμε πάντως τον Στίβεν Κινγκ, που γνωρίζει άριστα τους μηχανισμούς της αμερικανικής αγοράς, «το διήγημα είναι πολύ πιο κοντά από την ποίηση στο χείλος του βαράθρου της λήθης»!

Αυτό αναφέρει στον πρόλογο της συλλογής του «Ολα είναι δυνατά» που εκδόθηκε το 2002 (εκδ. «Bell») κι όπου ανάμεσα στις δεκατέσσερις σκοτεινές ιστορίες της, υπάρχει κι εκείνη που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Διαδίκτυο προσελκύοντας πάνω από μισό εκατομμύριο αναγνώστες («Η σφαίρα του τρόμου»): «Οταν πούλησα το πρώτο μου διήγημα το 1968, ήδη θρηνούσα για τη σταθερή εξαφάνιση της αγοράς του διηγήματος. Στα χρόνια που μεσολάβησαν την είδα να συρρικνώνεται κι άλλο» γράφει.

«Για μένα, όμως, υπάρχουν λιγοστές απολαύσεις τόσο υπέροχες όσο το να κάθομαι στην αγαπημένη μου πολυθρόνα μια παγερή βραδιά, μ' ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι, να ακούω τον αέρα έξω και να διαβάζω μια καλή ιστορία που, μέχρι να ξαπλώσω, θα την έχω τελειώσει».

«Διαβάζοντας μαθαίνεις να γράφεις»

Ιδού το παράδοξο: ενώ ο κόσμος παραπονιέται ότι δεν έχει χρόνο, διστάζει να καταφύγει στις σύντομες ιστορίες. Ισως επειδή ένα σφιχτοδεμένο διήγημα απαιτεί μεγαλύτερη εγρήγορση εκ μέρους του εθισμένου στη λογική των σίριαλ αναγνώστη.

Ενδεχομένως, όμως, η αντίφαση να ερμηνεύεται κι αλλιώς: αντιμέτωπος με μια κατακερματισμένη πραγματικότητα, λαχταρά κανείς να βυθιστεί επί μακρόν σ' ένα συνεκτικό μυθιστορηματικό σύμπαν που λειτουργεί για τον ίδιο παρηγορητικά.

Οπως και νά 'χει, η μικρή πεζογραφική φόρμα με τη μεγάλη παράδοση στην Ελλάδα -από τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό μέχρι τον Χάκκα, κι από τον Ε.Χ. Γονατά ώς τον Σκαρμπαδώνη ή τον Γκουρογιάννη- μπορεί να βρίσκεται σε ύφεση αλλά εξακολουθεί να βρίσκει θιασώτες. Η νεαρή Μαρία Σούμπερτ, για παράδειγμα, επιστρέφει και πάλι σ' αυτήν με τα «Μαθήματα γραφής» (σύντομα από το «Μελάνι»), όπου παρακολουθούμε τις διαδοχικές απόπειρες ενός εν δυνάμει συγγραφέα να γράψει το τέλειο διήγημα.

Μήπως υπάρχει κάποια ειδική τεχνική; Τι ακριβώς διδάσκονται όσοι παρακολουθούν τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής που πολλαπλασιάζονται πια σαν μανιτάρια;

* «Τα προβλήματα που παρουσιάζονται εκεί είναι ...χονδροειδή!» παραδέχεται ο Κ. Κατσουλάρης. «Πρώτα απ' όλα πρέπει να συνειδητοποιήσουν τι σημαίνει να κρατάς μια συνεπή αφηγηματική γραμμή, πώς χειρίζεσαι το θέμα του χρόνου, πώς διατηρείς μια ενότητα ύφους κ.ο.κ».

* Οπως διευκρινίζει ο Μισέλ Φάις, από το δυναμικό των εργαστηρίων του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, «η γραφή δεν διδάσκεται, διαβάζοντας μαθαίνει να γράφει κανείς». Και θεωρώντας τη γραφή ενιαία και αδιαίρετη, προσπαθεί να στρέψει το ενδιαφέρον των μαθητών του σε διηγήματα που «έχουν το φινίρισμα του ποιήματος και την ανάσα του μυθιστορήματος». Επιπλέον, στήνει γέφυρες ανάμεσα στους τελευταίους και τον έξω κόσμο, προωθώντας τη δουλειά των πιο ταλαντούχων είτε σε περιοδικά όπως το «Εντευκτήριο» και τα «δέκατα» είτε σε εκδοτικούς οίκους (βλ. τη συλλογή της Χρύσας Φάντη «Το δόντι του λύκου», «Πατάκης»).

Στον Μ. Φάις χρεώνεται και η πρωτοβουλία του «Πατάκη» να διοργανώνει κάθε χρόνο πανελλήνιους θεματικούς διαγωνισμούς διηγήματος. Στον περσινό που είχε για θέμα τη διηγηματογραφία του Βιζυηνού έστειλαν κείμενα 147 επίδοξοι συγγραφείς, ενώ στον φετινό που έχει ως άξονα ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα στο παγκόσμιο σκηνικό, τη μετανάστευση, έλαβαν μέρος 227. Η κριτική επιτροπή, στην οποία συμμετέχουν μεταξύ άλλων η Αννα Πατάκη, η πανεπιστημιακός Α. Νάτσινα και η περσινή νικήτρια Λουίζα Σπηλιωτοπούλου, έχει ήδη ξεχωρίσει τα δώδεκα καλύτερα διηγήματα.

Και, ως είθισται, εκείνο που θ' αποσπάσει το πρώτο βραβείο κι άλλα πέντε ακόμη, θα πάρουν δρόμο για το τυπογραφείο στην σειρά «Hotel, Ενοικοι γραφής».

3 Νοεμβρίου 2007



Δεν υπάρχουν σχόλια: