Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2020

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας»

 epohi.gr

epohi.gr



Του έρωτα και της επιδημίας 


Μετάφραση: Μαρία Παλαιολόγου, εκδόσεις Ψυχογιός, 2019

Άραγε τι θα έλεγε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες αυτές τις μέρες της πανδημίας; Πόσο αντίδοτο θα ήταν ο έρωτας; Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας αρέσει περισσότερο και από τα Εκατό χρόνια μοναξιάς μιας και διατηρεί λιγότερες δόσεις «μαγικού ρεαλισμού», δηλαδή για τον ίδιο λόγο που δεν θεωρείται επαρκές «μαγικό» για όσους θεωρούν τα Εκατό χρόνια μοναξιάς το αριστούργημά του. Το 1985, «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» ήταν ένα βιβλίο που το ανέμενε πολύ ο κόσμος. Όπως δηλώνει και ο τίτλος του μυθιστορήματος εμπεριέχει δύο αντιθετικά στοιχεία: τον έρωτα και την επιβίωση. Διαδραματίζεται από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ού σε μια ανώνυμη παραλιακή πόλη, λιμάνι της Καραϊβικής. Mετά το θάνατο του γιατρού Ουρμπίνο, η σύζυγός του, Φερμίνα Δάσα, μια κομψή και απόκοσμη γυναίκα, ορκίζεται να τον ακολουθήσει. Στην κηδεία, ανάμεσα στον κόσμο, ο Φλορεντίνο Αρίσα ένιωσε μια μαχαιριά στο πλευρό του. Δεν είχε σταματήσει να σκέφτεται την Φερμίνα Δάσα πενήντα ένα χρόνια, εννιά μήνες και τέσσερις μέρες ακριβώς πριν. Την είχε γνωρίσει στα δεκαοκτώ του, ήταν ο πιο περιζήτητος νεαρός, τηλεγραφητής τότε, κι εκείνη του έριξε ένα βλέμμα αιτία ενός ερωτικού κατακλυσμού που, μισό αιώνα αργότερα, δεν είχε κοπάσει. Η Φερμίνα, ο πατέρας της Λορένσο Δάσα, η ανύπαντρη αδελφή του, είχαν έρθει από μια άλλη πόλη, λίγο μετά την επιδημία της χολέρας. Η Φερμίνα Δάσα ενδίδει στα γράμματα του Φλορεντίνο και αρχίζουν μια τρελή αλληλογραφία με την ανοχή της θείας Εσκολάστικα. Όλα αυτά σε μια ταραχώδη περίοδο με έναν καινούργιο εμφύλιο πόλεμο, από τους τόσους που ερήμωναν τη χώρα για περισσότερα από πενήντα χρόνια. Όμως ο πατέρας της Φερμίνα Δάσα φορτώνει την κόρη του σε άμαξες και καράβια και την απομακρύνει για τρεις μήνες σε μακρινούς συγγενείς, διάσπαρτους σε κάθε γωνιά της χώρας, ένα ταξίδι «μέσα στο μπερδεμένο κουβάρι του συγγενικού αίματος ως τις πηγές της καταγωγής της». Δεν καταδεχόταν η κόρη του να παντρευτεί έναν άντρα της κατώτερης τάξης ξεχνώντας το δικό του γκρίζο παρελθόν. Όμως ο Φλορεντίνο εντοπίζει κάθε ίχνος της πορείας της αγαπημένης του ώσπου κάποια στιγμή η γολέτα ξαναφέρνει στο λιμάνι την Φερμίνα, ώριμη και μόλις δεκαεπτά ετών.

Ο Φλορεντίνο δεν βρήκε ξανά ευκαιρία να βρεθεί μόνος μαζί της ενώ εκείνη γνωρίστηκε με τον γιατρό Χουβενάλ Ουρμπίνο, ειδικό στην χολέρα, όταν την επισκέπτεται για μια τροφική εντερική λοίμωξη. Αργότερα όμως και με την οικονομική κατάρρευση του πατέρα της αποδέχεται την πρότασή του για γάμο.

Μισός αιώνας προσμονή

Ο Φλορεντίνο Αρίσα για να ξεπεράσει το γάμο της Φερμίνας μπαρκάρει σε ένα ταξίδι στο ποτάμι. Σύχναζε στα ξενοδοχεία του λιμανιού, Δον Ζουάν ασυγκράτητος. Εκείνη βρίσκεται σε κρίση με τον άντρα της: «Μια νύχτα ξύπνησε αλαφιασμένη από μια φασματική παρουσία, ο σύζυγός της την κοιτούσε μέσα στο σκοτάδι με κάτι μάτια που της φάνηκαν γεμάτα μίσος. Τέτοιο σύγκρυο είχε να νιώσει από πολύ νέα, όταν έβλεπε τον Φλορεντίνο Αρίσα στα πόδια του κρεβατιού, μονάχα που το δικό του όραμα δεν ήταν μίσους αλλά έρωτα». Φεύγει και αράζει, χοντρή και γερασμένη, στην εξαδέλφη της για δύο χρόνια. Ώσπου ένα βράδυ σε έναν κινηματογράφο, ο Φλορεντίνο Αρίσα αισθάνεται πίσω του μια οικεία φωνή και μυρωδιά. Με το θάνατο του γιατρού Ουρμπίνο φουντώνουν οι ελπίδες του. Δυο βδομάδες μετά, έφτασε το γράμμα που περίμενε για περισσότερο από μισό αιώνα. Στην πρώτη επέτειο του θανάτου του Χουβενάλ Ουρμπίνο πήγε στο μνημόσυνο και αυτή τον αποδέχεται στο σπίτι της. Στο μεταξύ ένα δημοσίευμα, που ξεσκεπάζει τον πατέρα της Φερμίνα, αναφέρει παράνομες συναλλαγές του και μια αγοροπωλησία όπλων με ενδιάμεσο τον Πολωνό ναυτικό… Τζόζεφ Κόνραντ! Η πιεσμένη και θυμωμένη Φερμίνα αναπτερώνεται όταν ο Φλορεντίνο της προτείνει ένα ταξίδι στο ποτάμι με ένα από τα δικά του πλοία. Έτσι το 1824 το ποταμόπλοιο Πίστη διασχίζει τον ποταμό Μαγδαλένα και η Φερμίνα εγκαθίσταται στην προεδρική καμπίνα κυρά κι αφέντρα. Ακόμη και εκεί μέσα τον απέφευγε και το ταξίδι δεν είναι τόσο παραδεισένιο όσο εκείνος το είχε περιγράψει: Αγριεύει, ασχημαίνει, πτώματα πλέουν, θύματα επιδημίας ή πολιτικοί αντιφρονούντες; Στο ταξίδι της επιστροφής εκείνη δεν ήθελε να την δει κανείς. Για να ταξιδέψει ένα καράβι χωρίς επιβάτες και φορτίο θα έπρεπε να κηρυχθεί σε καραντίνα. Ο Φλορεντίνο έδωσε γραπτή διαταγή κι έτσι η Καινούργια Πίστη σαλπάρει με την κίτρινη σημαία της χολέρας να κυματίζει στο μεγάλο κατάρτι. «Και ως πότε νομίζετε πως μπορούμε να συνεχίσουμε αυτό το διαολεμένο πηγαινέλα;» τον ρώτησε.

Ο Φλορεντίνο Αρίσα είχε έτοιμη την απάντηση εδώ και πενήντα τρία χρόνια, επτά μήνες και έντεκα μέρες με τις νύχτες τους. «Όλη μας τη ζωή», είπε.



Λογοτεχνία που δεν είναι στρωτή ρεαλιστική ιστορία

«Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» ξεχωρίζει από την τρέλα όχι μόνον των ηρώων του αλλά και της γραφής του. Εδώ κυριαρχεί ο σαρκασμός, μια κωμικοτραγική ανατρεπτική ατμόσφαιρα με έντονα σουρεαλιστικά στοιχεία και λιγότερες δόσεις μαγικού ρεαλισμού, που κακώς αποδιδόταν για χρόνια ως χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας της Λατινικής Αμερικής.
Ο Γκαρσία Μάρκες νοιάζεται για τις τύχες των απλών ανθρώπων, την κοινωνία, τις βιβλικές επιδημίες, τις εμφύλιες συγκρούσεις. Στις ιστορίες του συνυπάρχουν όλοι οι άνθρωποι, κατηγορούνται οι δικτάτορες, αναδεικνύεται η φτώχεια, τα όνειρα και οι αγώνες των φτωχών ανθρώπων. Ο συγγραφέας, στην απονομή του βραβείου Νόμπελ το 1982, μίλησε για τη μοναξιά της Λατινικής Αμερικής και ζήτησε από τα ανεπτυγμένα κράτη να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία σε αυτούς τους λαούς που αγωνίζονται για την πολιτική τους αυτονομία. Γεννημένος το 1928 στην Αρακατάκα, σε ένα μικρό χωριό στις βόρειες ακτές της Κολομβίας, μια μέρα η ζωή του άλλαξε όταν διάβασε τη Μεταμόρφωση του Κάφκα. Με αυτό το κείμενο αντιλήφθηκε ότι η λογοτεχνία δεν είναι μια απλή στρωτή ρεαλιστική ιστορία. Πάντως το αγαπημένο του κείμενο ήταν ο Οιδίπους του Σοφοκλή. Ο Φόκνερ και ο Σοφοκλής θα γίνονταν οι δύο μεγάλες του επιρροές για τα επόμενα χρόνια. Το βιβλίο «Εκατό χρόνια μοναξιάς» εκδόθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1967 και τα πρώτα τρία χρόνια πούλησε 500.000 αντίτυπα, ενώ μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες. Ήταν 39 ετών. Στο μεταξύ, με τα χρόνια, ο Μάρκες άρχισε να αποκτάει ένα εντονότερο πολιτικό προφίλ και να αναμειγνύεται σε υποθέσεις που αφορούσαν τα κράτη της Νοτίου Αμερικής βοηθώντας οικονομικά τις αριστερές δυνάμεις όπου χρειαζόταν. Η Κολομβία αναγκάστηκε να αποδεχθεί το διάσημο παιδί της μετά το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο Γκάμπο αποτέλεσε ένα σύμβολο εθνικής περηφάνιας πια.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Μάρκες έγραψε τη βιογραφία του. Ο τόμος «Ζω για να τη διηγούμαι» κυκλοφόρησε το 2001 και ήταν το πιο γρήγορο σε πωλήσεις βιβλίο στον ισπανόφωνο κόσμο. Συνέχισε με το «Οι πουτάνες της ζωής μου». Πέθανε από καρκίνο το 2014 σε ηλικία 87 ετών.

 Θεόδωρος Γρηγοριάδης 

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2020

Marguerite Yourcenar «Άννα, σορόρ…»



μετάφραση: Σπύρος Γιανναράς, εκδόσεις Άγρα, 2020, σ. 139


Για μία συγγραφέα, λόγια και κλασικής παιδείας, σαν την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, η έκδοση ή επανέκδοση κάθε γραπτού της αποκτάει μια ιδιαίτερη βαρύτητα πόσο μάλιστα όταν τα σφραγισμένα αρχεία με την αλληλογραφία της θα ανοίξουν το 2037!

Το μικρό μυθιστόρημα «Άννα, σορόρ…» επανέρχεται με το διαφωτιστικό επίμετρο της ίδιας της συγγραφέως και την καλοδουλεμένη μετάφραση του συγγραφέα Σπύρου Γιανναρά. Έτσι εγκαταλείπεται η παλαιότερη έκδοση της Ιωάννας Χατζηνικολή, που είχε αναλάβει να εκδώσει και να μεταφράσει όσο ζούσε ολόκληρο το έργο της Γιουρσενάρ.

H Μαργκερίτ Γιουρσενάρ γεννήθηκε στις Βρυξέλλες στις 7 Ιουνίου του 1903. Λίγες μέρες μετά η Βελγίδα μητέρα της πέθανε από επιλόχειο πυρετό και περιτονίτιδα. Έτσι η μικρή θα μεγαλώσει στο πλευρό του Γάλλου πατέρα της και για ένα διάστημα θα έχει τη διακριτική «μητρική» επίβλεψη της Ζαν, μιας αδελφικής φίλης και συμμαθήτριας της μητέρας της.

Η μικρή Μαργκερίτ θα ταξιδεύει ακατάπαυστα στην Ευρώπη και στον κόσμο, συνοδεύοντας τον επιφανή και όχι πάντα οικονομικά εύρωστο πατέρα της. Μετακόμιζαν συχνά και δεν πήγε ποτέ της σχολείο. Εκείνος την θεωρούσε τέλεια κόρη και φρόντισε να τροφοδοτεί τις γνώσεις και την παιδεία της. Εκείνη τον επανέφερε στα κείμενά της στους χαρακτήρες του Αδριανού ή του Ζήνωνα, αλλά κυρίως τον έκανε βασικό της ήρωα στα «Αρχεία του Βορρά».

Σίγουρα βάραινε η απουσία της μητέρας της, ωστόσο δεν είχε προλάβει να την γνωρίσει κι έτσι γλίτωσε από την ιδιαίτερη εκπαίδευση των κοριτσιών εκείνης της εποχής. Διαμόρφωνε το δικό της ανεξάρτητο πνεύμα, με εφόδια τις ξένες γλώσσες, το διάβασμα, τα ταξίδια, τα μουσεία. Το ταξίδι, η περιπλάνηση ήταν ο στόχος της και έζησε σαν νομάς ανακαλύπτοντας τόπους και ιστορίες, εμπνεόμενη από παντού.

Έφηβη στα δεκαεπτά είχε αρχίσει να γράφει και να σκέφτεται μια έκδοση και έτσι ο εκδότης Περέν εκδίδει το 1921 με έξοδα του πατέρα της το πρώτο της ποιητικό έργο «Ο κήπος των Χιμαιρών». Στο χειρόγραφο η υπογραφή «Μαργκ Γιουρσενάρ» δεν προσδιορίζει το φύλο του συγγραφέα. Και εξήντα χρόνια μετά, στα εβδομήντα οκτώ της, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ θα είναι η πρώτη γυναίκα που γίνεται δεκτή στην Γαλλική Ακαδημία, ενώ θα πεθάνει το 1987 στην Αμερική, στο νησί του Μάουντ Ντέζερτ, κατέχοντας και την αμερικανική υπηκοότητα.


Κείμενα προδρομικά των αριστουργημάτων


Ακολουθεί ένα δεύτερο ποιητικό έργο το 1922 ενώ τότε συλλαμβάνει τη γραφή ενός μεγάλου μυθιστορήματος, οι «Στρόβιλοι», που θα αφηγείται την αλληλένδετη ιστορία πολλών οικογενειών σε διάστημα τεσσάρων περίπου αιώνων (στοιχεία από τη βιογραφία της Γιουρσενάρ γραμμένη από την Josyane Savigneau εκδ. Χατζηνικολή 1990). Ξαναδουλεμένα τα κείμενα αυτού του προσχεδίου θα αποτελέσουν στη συνέχεια (το 1934) τη συλλογή από νουβέλες «Ο θάνατος οδηγεί τα υποζύγια». Για να τους δώσει μια ενότητα μορφής είχε αποφασίσει να τα ονομάσει Κατά το πρότυπο του Ντίρερ, Κατά το πρότυπο του Γκρέκο, Κατά το πρότυπο του Ρέμπραντ, όμως τελικά της φάνηκαν αρκετά εμμονικοί και μουσειακοί τίτλοι. Το δεύτερο εξ αυτών με ελάχιστες τροποποιήσεις κυκλοφόρησε το 1981 με τίτλο Anna soror… (soror στα λατινικά είναι η αδελφή). Κείμενα προδρομικά των αριστουργημάτων που θα ακολουθήσουν όπως το «Αδριανού απομνημονεύματα».

H περιπλανώμενη Μαργκερίτ είχε αγαπήσει την Ιταλία από το 1922 όταν διέμενε στη Βενετία. Την επόμενη δεκαετία θα ακολουθήσουν και άλλες επισκέψεις που θα αποτελέσουν σκηνικό στις ιστορίες. Στη Νάπολη, βασικό τόπο του παρόντος μυθιστορήματος, έφτασε την άνοιξη του 1925. Σκαρφαλώνοντας στο Φρούριο του Σεντ Έλμο, δείχνει στον πατέρα της την παράξενη Πιετά, στην εκκλησία της Αγίας Άννας των Λομβαρδών, μια βίαιη υποβλητική εικόνα που την περιγράφει στο Αnna soror… τη στιγμή της σκηνής της Μεγάλης Πέμπτης, ένα από τα δυνατά επεισόδια που σηματοδοτούν τον έρωτα ανάμεσα στους δύο ήρωές της, την Άννα και τον αδελφό της Μιγκέλ.



Θρησκευτικές ταυτίσεις, υπερβατικές στιγμές


Αυτός ο αιμομικτικός έρωτας είναι και το βασικό θέμα του σύντομου μυθιστορήματος που διαδραματίζεται το δέκατο έβδομο αιώνα στο Φρούριο της Νάπολης αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Καλαβρίας, όπου καλλιεργεί τα κτήματά του ο πατέρας τους ο Ισπανός Ντον Αλβάρε. Η πλοκή επικεντρώνεται στις μέρες πριν την αναχώρηση του Μιγκέλ για την Ισπανία στην καινούργια θέση που του προορίζεται, γεγονός που γεμίζει με θλίψη την Άννα.

Στο μεταξύ στα κτήματα της Καλαβρίας ο Μιγκέλ βιώνει πρωτόγνωρες εμπειρίες, πιστεύει ότι συναντάει μια κοπέλα βγαλμένη από ελληνικούς μύθους, βαραίνει το κλίμα στους βάλτους και η μάνα τους, η Ντόνια Βαλεντίνη, πεθαίνει από πυρετό ζητώντας τους να μην μισήσουν ποτέ ο ένας τον άλλον. «Αγαπιόμαστε» είπε η Άννα. «Το ξέρω» είπε η μάνα τους κλείνοντας τα μάτια. Την μεταφέρουν να θαφτεί πίσω στην Νάπολη ύστερα από μια βασανιστική πορεία με τις άμαξες. Πόθος, θάνατος και πένθος για τα δύο αδέλφια.

Κι ενώ ο Μιγκέλ ετοιμάζεται για το ταξίδι του η Άννα τον παίρνει μαζί της στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας όπου, μέσα στις εκκλησίες, αναβλύζει η αγάπη τους μέσα από θρησκευτικές ταυτίσεις, υπερβατικές στιγμές αλλά και ψυχοσωματικές απωθήσεις σε σημείο ο Μιγκέλ να ζηλεύει τη λατρεία της αδελφής του προς τον Ιησού. Αισθήματα συνενοχής, έντασης, καχυποψίας τους διακατέχουν. Παρακολουθεί ο ένας τον άλλον, τις ανεπαίσθητες κινήσεις τους, τα μισόλογα, τα υπονοούμενα. Η αναπόφευκτη ερωτική τους προσέγγιση είναι οικειοθελής και περιγράφεται πολύ διακριτικά. Νύχτα Μεγάλης Παρασκευής ολοκληρώνεται το πάθος και το δράμα τους. Το ταξίδι του Μιγκέλ όμως ακυρώνεται κι εκείνος θα καταφύγει στις γαλέρες, διώκτης των κουρσάρων, μέχρι που θα σκοτωθεί, ενώ η Άννα θα βρεθεί πολύ αργότερα παντρεμένη στην Φλάνδρα, συμβιβασμένη, ζώντας εκείνο το παλιό όνειρο, το αξεπέραστο της αδελφικής αγάπης.


Υποδοχή με αρκετές αντιρρήσεις


Το βιβλίο της Γιουρσενάρ το υποδέχθηκαν με αρκετές αντιρρήσεις τον καιρό που εκδόθηκε. Στο επίμετρο, ένα κείμενο της, προσπαθεί να εκθέσει τα κίνητρα και τις επιρροές της γραφής της φέρνοντας παραδείγματα αιμομικτικών σχέσεων από την παγκόσμια λογοτεχνία (Τζον Φορντ, Μπάιρον, Τόμας Μαν). Η ίδια ταυτιζόταν και με τους δύο ήρωές της, απαντώντας στην απορία πώς μία γυναίκα μπορεί να γράφει από αντρική σκοπιά ή το αντίθετο και παραπέμποντας στη δήλωση του Φλομπέρ πως κάθε συγγραφέας κουβαλάει όλα τα φύλα μέσα του.

Σήμερα διαβάζουμε το βιβλίο αυτό όχι μόνον για το κοινωνικο-ιστορικό του πλαίσιο και για το αισθητικό περιεχόμενο, μα κυρίως γιατί πρόκειται για ένα κείμενο, γραμμένο στις αρχές του αιώνα από μια νεαρή γυναίκα που τόλμησε να προσεγγίσει θέματα ταμπού: θέματα ερωτισμού, επιθυμίας και ταυτότητας, δείχνοντας και το δρόμο που θα ακολουθούσε στη γραφή και στη ζωή της, κρατώντας τα μάτια της ανοιχτά μέχρι τέλους, αντικρίζοντας τον κόσμο σαν ένα διαχρονικό, διατοπικό σύνολο, συμφιλιωμένο με τα όνειρα και τα πάθη του.


Θεόδωρος Γρηγοριάδης,

συγγραφέας

7 Ιουνίου 2020 ΕΠΟΧΗ

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2020

Ο Γκράχαμ Γκρην, η Λολίτα και η Μύριελ Σπαρκ





Ξαναδιαβάζοντας το μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ ΛΟΛΙΤΑ για την σελίδα “Κλασικοί live!” του μηνιαίου ένθετου βιβλίων της εφημερίδας “Εποχής”, έγραφα:

“Ο Ναμπόκοφ στην αρχή δεν έβρισκε Αμερικανό εκδότη για την Λολίτα που κυκλοφόρησε από την Olympia Press στο Παρίσι το 1955. Παρόλο που τα πρώτα 5.000 αντίτυπα έφυγαν αμέσως δεν υπήρξαν ουσιαστικές κριτικές. Στο τέλος της χρονιάς ο Βρετανός συγγραφέας Γκράχαμ Γκριν, σε μια συνέντευξή του στους Τάιμς του Λονδίνου, το χαρακτήρισε ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα του 1955. Πιο συντηρητικές εφημερίδες το αποκάλεσαν «βρώμικο και ξεδιάντροπα πορνογραφικό». Το Βρετανικό Τελωνείο εμπόδισε τα αντίτυπα να μπούνε στην Βρετανία και, όταν τελικά κυκλοφόρησε, προκλήθηκε ακόμη και πολιτικό σκάνδαλο”.


Εκτίμησα την στάση του Βρετανού συγγραφέα και συνέχισα το διάβασμα με τον “Ανθρώπινο παράγοντα” που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, συναρπαστικό μυθιστόρημα. Τον Γκράχαμ (ή Γκρέιαμ) Γκρήν τον πρωτοδιάβασα τη δεκαετία του εβδομήντα στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, όταν σπούδαζα αγγλική φιλολογία. 


Μου άρεσε ο “Ανθρώπινος παράγοντας” και θέλοντας να μάθω περισσότερα για τη ζωή του συγγραφέα ήρθα σε μια άλλη πτυχή του. Έγραφε σε ένα άρθρο ότι ο Γκρην εκτιμούσε πολύ την Σκωτσέζα συγγραφέα Μύριελ Σπαρκ, επίσης διδαγμένη στο Πανεπιστήμιο και αγαπημένη μου. Και όχι μόνον αυτό αλλά τη βοήθησε κανα δυο χρόνια οικονομικά να γράψει απερίσπαστα λέγοντάς την να μη το δημοσιοποιήσει ποτέ. 


Και γιατί δεν διαβάζω και πάλι Μύριελ;  αναρωτήθηκα. Έχω τα άπαντά της στην Βιβλιοθήκη μου. Ένα από τα τελευταία της όμως παρέμενε χρόνια αδιάβαστο. Ήθελα πολύ να δω πώς θα μου φαινόταν αυτή η metafiction υπέροχη συγγραφέας που στην Ελλάδα έγινε γνωστή από την “Μις Μπρόντι στο άνθος της ηλικίας της”. Γενικά δεν μπόρεσε να περάσει στο ευρύτερο κοινό, είναι πυκνό το γράψιμο και χωρίς εύκολους ψυχολογισμούς.


Αρχίζοντας το “Reality and Dreams” (1996) μπαίνεις αμέσως στο γνωστό ύφος της. Ένας σκηνοθέτης, έπεσε από τον γερανό σκηνοθετώντας, στο νοσοκομείο πάνε κι έρχονται η σύζυγος, η ερωμένη, δύο κόρες του, φίλοι. Γίνονται λόγια, υποθέσεις, ανατροπές. Εκεί κάπου σε έναν φίλο του ο ήρωάς μας παινεύεται ότι γνώρισε πολύ κόσμο της τέχνης και τον γραμμάτων. Και ανάμεσά τους αναφέρει τον φίλο του, τον Γκράχαμ Γκρην με όλα τα καλά και τα κουσούρια του. Ποτό, γυναικάς κλπ. Μια χαρά τον περιποιείται. 

Ιδού το απόσπασμα:



Πολύ χάρηκα αυτές της συμπτώσεις που συμβαίνουν στο κόσμο της μεταμυθοπλασίας. 


Θεόδωρος Γρηγοριάδης (c) 2020

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2020

Μια ιστορία για την θάλασσα δημοσιευμένη στην Καθημερινή.

 


“Πού είναι η θάλασσα;”


“Τι είναι αυτό;” “Αυτό είναι ένα βιβλίο” “Πού είναι το βιβλίο;” “Πάνω στο τραπέζι”. 

Ανυψωμένα δάκτυλα έδειχναν το  βιβλίο εκμάθησης της αγγλικής πάνω στο γραφείο, ένα φθαρμένο μεταλλικό έπιπλο, στριμωγμένο δίπλα στην ξυλόσαμπα με τα μαύρα απειλητικά μπουριά. Με τέτοιες ερωτήσεις ξεκινούσε το μάθημα των αγγλικών στην πρώτη γυμνασίου, στο ελληνικό μειονοτικό γυμνάσιο του Εχίνου ' για πράγματα που ήταν τριγύρω, μέσα στην τάξη ή φαίνονταν έξω από τα γυμνά παράθυρα. 

“Πού είναι το βουνό;”

Εδώ και το βουνό, εδώ και το χωριό,  σκαρφαλωμένο στην πλαγιά. Το διδακτικό βιβλίο αγγλικής γλώσσας του Υπουργείου ήταν γεμάτο άσχετες εικόνες: άγρια ζώα, αυτοκίνητα, ουρανοξύστες, οικιακές συσκευές που επεξηγούσαν τις αγγλικές λέξεις και φράσεις. Τα παιδιά  μιλούσανε στο σπίτι τους πομακικά,  ελληνικά μάθαιναν στο σχολείο. Η πομακική δεν είχε αλφάβητο, παρέμενε μια ρευστή προφορική γλώσσα. Η ερμηνεία μιας έννοιας ή  λέξης στα ελληνικά  δυσκόλευε γιατί παρέμενε κι αυτή μια άγνωστη γλώσσα -κι ας ήταν η επίσημη γλώσσα τους- και παρά  τις προσπάθειες της δραστήριας φιλολόγου των Νέων Ελληνικών. 

Το χωριό ήταν χτισμένο ψηλά στα βουνά της Ροδόπης, τριάντα χιλιόμετρα από την  Ξάνθη. Στο ελληνικό γυμνάσιο είχαμε μόλις δεκαπέντε μαθητές, στο γειτονικό Ιεροδιδασκαλείο, με επίσημη γλώσσα την τουρκική, σπούδαζαν εκατόν τριάντα παιδιά. Όλα αγόρια.  

“Πού είναι ο πατέρας σου;” “Στο χωράφι” “Πού είναι η μητέρα σου;” “Στο σπίτι”. 

Γύρισα στον μικρόσωμο Ερκάν. “Πού είναι ο πατέρας σου;” 

Με κοίταζε θλιμμένα. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά μπλε, ένας συμμαθητής του πετάχτηκε να πει ότι ο πατέρας του Ερκάν δουλεύει στη Γερμανία. Πράγματι, στην επίδοση ελέγχων του πρώτου τριμήνου, δεν ήρθε κανείς κηδεμόνας να παραλάβει τους βαθμούς του και τελικά τους πήρε ένας κοντινός συγγενής. Γυναίκα κηδεμόνας δεν τολμούσε να μπει στο γυμνάσιο.

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε η  “θάλασσα” στα αγγλικά. Στο άχαρο βιβλίο υπήρχε μια μικρή ασπρόμαυρη εικόνα μιας παραλίας. 

“The sea, the sea!” Τα παιδιά επανέλαβαν την λέξη, μπερδεύτηκαν με το “see” (βλέπω) αλλά θάλασσα δεν έβλεπαν,  μόνον τη λέξη νερό ( “βόντα”)  γνώριζαν στη γλώσσα που μιλούσαν. Ο Ερκάν δυσκολευόταν περισσότερο απ΄όλους. Στο επόμενο μάθημα έφερα μια μια πομπώδη διαφημιστική αφίσα του ΕΟΤ, ένα κυκλαδίτικο νησί. Δεκαετία του ογδόντα, μεθόρια της χώρας, δεν είχαμε  διαθέσιμα οπτιακουστικά μέσα, ειδικά σε ένα τέτοιο απομακρυσμένο χωριό όπου έφτανες μετά από τρία σημεία ελέγχου. 

“Look at the sea”, λέω του Ερκάν όμως εκείνος κοίταζε έξω από το παράθυρο το ποτάμι που έκοβε το χωριό στα δύο. Δύο τσιμεντένιες γέφυρες το ένωναν ενώ άλλες, τοξωτές γέφυρες, είχαν χτιστεί στην αντίστροφη πορεία προς τις πηγές του. Όταν πλημμύριζε όμως -αλίμονο- έπνιγε τον τόπο με τα ορμητικά του νερά. 

Οι περισσότεροι μαθητές δεν είχαν δει ποτέ τους τη θάλασσα. Γιατί ήταν παιδιά, γιατί η θάλασσα της Ξάνθης απείχε τριάντα χιλιόμετρα νότια, μια δύσκολη διαδρομή που κατέληγε στα Άβδηρα, στα Μάγγανα και στη Μάνδρα, γιατί τα καλοκαίρια δούλευαν με τους γονείς τους στα καπνά και σε άλλες ορεινές απασχολήσεις. Για ποια θάλασσα να τους μιλούσα; Για πιο Αιγαίο του Ποιητή να τους έλεγε και η ικανή φιλόλογος; 

Οπότε,  στο επόμενο μάθημα, χάρηκα όταν ο  Ερκάν ψέλλισσε: “Where is the sea;”

Πώς να του εξηγούσα; Έδειξα προς την πόλη, στην κατηφοριά, χρησιμοποίησα απλές λέξεις. Άρα κάτι ήξερε για την θάλασσα, αφού ο πατέρας του δούλευε στα ναυπηγεία του Αμβούργου, δίπλα στην ακρογιαλιά αλλά εν στάσει, πάνω στο κύμα αλλά αταξίδευτα. Αυτά θα τα μάθαινα καιρό μετά.

Έτσι, όταν ήρθε ο καιρός της ημερήσιας σχολικής εκδρομής, κανείς δεν σκέφτηκε κάποιον άλλον προορισμό παρά την πανέμορφη Θάσο. Βόλευε πολύ καθώς απέχει μιάμιση ώρα μέχρι το λιμάνι της Κεραμωτής και από εκεί μισή ώρα με το φέρι μποτ. Οι μαθητές χοροπηδούσαν ευτυχισμένοι όμως ο Ερκάν παρέμενε προβληματισμένος. 


********


Στο γυμνάσιο πηγαίναμε με ναυλωμένο ταξί της Νομαρχίας και φυσικά περνούσαμε από τα σημεία ελέγχου που φύλαγαν οι φαντάροι και καταργήθηκαν τα επόμενα χρόνια. Να όμως που τώρα, τις ίδιες στροφές, τις κάναμε με εκδρομικό λεωφορείο κατεβαίνοντας τα ασφαλτοστρωμένα παλιά μονοπάτια. Διασχίσαμε την πόλη, βγήκαμε στην Εθνική Οδό προς Καβάλα μια διαδρομή  πρωτόγνωρη για τα παιδιά, και ανοιχτήκαμε στον κάμπο. Όταν ξεπρόβαλε η  γέφυρα του Νέστου οι μαθητές ξαφνιάστηκαν. Από ποτάμι χορτασμένο το μάτι τους όμως εδώ, τους εξήγησα, μετά τα τέμπη του Νέστου, το ποτάμι, (“ρέκα” στα πομακικά), ενώνεται με τη θάλασσα στο Δέλτα του Νέστου. “Ρέκα, από το ρυάκι” αποφάνθηκε η επιρρεπής στην ετυμολογία φιλόλογος. 

Η θάλασσα πουθενά ακόμη ενώ η Θάσος  ξεπήδαγε σαν βουνό ριζωμένο στη καμπίσια γη. Στρίψαμε αριστερά προς την Κεραμωτή. Ο πύργος ελέγχου του καινούργιου αερολιμένα της Καβάλας ξεχώρισε στο βάθος. Ο Ερκάν κοίταζε προς κάθε κατεύθυνση, απέφευγε τα αστειάκια της παρέας, όσο περνούσε η ώρα τον έβλεπα και πιο σκεπτικό.

Στο λιμάνι της Κεραμωτής πετάχτηκαν όλοι όρθιοι, το καταπράσινο νησί ερχόταν καταπάνω μας. Άστραφτε το μπλε, γη και ουρανός. 

“The sea, the sea!” ξεφώνησα, ανακαλώντας το ομώνυμo μυθιστόρημα της Iris Murdoch . “Deniz, denize bak!”  κάποιος φώναξε στα τουρκικά να δούμε τη θάλασσα. Η φιλόλογος συνέτεινε στην κάθοδο των ορεσείβιων με την ξενοφώνεια κραυγή: “Θάλαττα, θάλαττα!” 

Στο μεταξύ, ενώ οι μαθητές  έτρεχαν προς το φέρι μποτ, ο Ερκάν στεκόταν καθηλωμένος δίπλα στο λεωφορείο, λες και φοβόταν να προχωρήσει προς στο πορθμείο. 

“Έλα, πάμε” τον παρότρυνα. Με κοίταζε διστακτικά. Η  φιλόλογος πλησίασε. Του δώσαμε το χέρι, νέα κοπέλα εκείνη, όμορφη, Ζωή την έλεγαν. Σαν ζευγάρι τον κρατήσαμε και τον μπάσαμε στο φέρι μποτ λίγο πριν σηκωθεί ο καταπέλτης. Από το κατάστρωμα φαινόταν ο εύφορος κάμπος της Χρυσούπολης, το πυκνό πευκόδασος, οι δαντελωτές ακτές της βιοτοπικής ακτής, η μεγάλη αμμόγλωσσα που διείσδυε στο βόρειο Αιγαίο. 

Διαυγής, δροσερή μέρα, μέσα Μαίου ήταν. Είχαμε τον νου μας στα παιδιά, πράγματι τα περισσότερα ανέβαιναν για πρώτη φορά σε πλοίο και ο Ερκάν φαινόταν λιγότερο διστακτικός. 

“Σου αρέσει;” τον ρώτησα ενώ οι γλάροι βουτούσαν τριγύρω μας ανταγωνιζόμενοι τα αφρισμένα κύματα. Ένιωθε διαφορετικά τώρα ο μικρός. Περήφανα σήκωσε το χέρι του  δείχνοντας τα γλαροπούλια.

“Ο μπαμπάς μου” είπε.  Άραγε εννοούσε ότι οι γλάροι πετούσαν προς εκείνον; Μάλλον λάθος κατεύθυνση διάλεξαν, ο πατέρας του ζούσε  πίσω από τα θρακιώτικα κορφοβούνια, στον ευρωπαϊκό βορρά. 

Σταδιακά ξέφυγε από την επίβλεψή μας και πλησίασε δειλά στην πλώρη. Έμεινε εκεί αρκετή ώρα διερευνώντας τον ορίζοντα και το πέλαγος και μετά θαρραλέα γύρισε και έτρεξε να ενωθεί με τα άλλα παιδιά.


******


Δέκα χρόνια αργότερα έγιναν κάποιες προσπάθειες να καταγραφεί η πομακική γλώσσα με τη χρήση του ελληνικού αλφάβητου. Στα λεξικά που εκδόθηκαν αλλά και σ΄αυτά που  κυκλοφορούν  διαδικτυακά, ανάμεσα στις καταχωρημένες λέξεις, δεν υπάρχει καμία πομακική λέξη για τη “θάλασσα”.


Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Συγγραφέας


Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής, 16 Αυγούστου 2020.



Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2020

Φραντς Κάφκα «Η μεταμόρφωση»

Η ελεγεία του αποκλεισμού


Φραντς Κάφκα «Η μεταμόρφωση», μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εικονογράφηση: Αντόνιο Σάντος, εκδόσεις Πατάκης, 2018


«Ξυπνώντας κάποιο πρωί ο Γκρέγκορ Σάμσα από ταραγμένο ύπνο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σ’ ένα τεράστιο έντομο». Το πιο διάσημο ξεκίνημα ενός βιβλίου, μαζί με εκείνο για τις «ευτυχισμένες οικογένειες» στην Άννα Καρένινα του Τολστόι, διαγράφουν εξ αρχής το τέλος της ιστορίας, καθιστώντας την αναγνωστική πορεία προς το δραματικό φινάλε ακόμη πιο τραγική κάθε φορά. Γιατί, στο κλασικό αφήγημα, γνωρίζουμε το τέλος του ήρωα αλλά αγωνιούμε για την έκβαση.


Η Μεταμόρφωση του Κάφκα διαρθρώνεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος ο Γκρέγκορ ξυπνάει με τη μορφή ενός εντόμου. Σταδιακά χάνει τη φωνή αλλά όχι τη συνείδησή του. Προσπαθεί να μετακινηθεί και να ερευνήσει το χώρο, ενώ απέξω ήδη τον αναζητάει ο διαχειριστής από τη δουλειά του. Η αδελφή του κλαίει και τρομάζει γιατί τον ακούει: «Σαν φωνή ζώου». Ο Γκρέγκορ απωθείται στο δωμάτιό του, μια εξαναγκαστική υποχώρηση, πληγώνεται, πέφτει στο πάτωμα, βασανίζεται. Στο δεύτερο μέρος, ο Γκρέγκορ προσπαθεί να επιβιώσει, επανατοποθετείται απέναντι στους άλλους, το βλέμμα της μάνας του είναι τραγικό, όταν προσπαθεί να τον αναγνωρίσει, ενώ ο πατέρας του τού πετάει μήλα. Ένα μήλο καρφώνεται στην πλάτη του και θα παραμείνει εκεί μέχρι να σαπίσουν μαζί.


Στο τρίτο μέρος, ολοκληρώνεται ο αποκλεισμός και η απόρριψη, η αποδιάρθρωση της οικογένειας. Κάποιοι ενοικιαστές, που έμεναν εκεί, αναχωρούν, η αδελφή θέλει να απαλλαγούν από το τέρας. Ο Γκρέγκορ παραιτείται σταδιακά, εξαντλείται σπαρακτικά. Η φράση «Ψόφησε!» της υπηρέτριας φέρνει την ανακούφιση στα «κανονικά» μέλη της οικογένειας που, σύντομα, θα επιχειρήσουν έξοδο στον κόσμο, με το τραμ, στον ήλιο.


Ερμηνείες και μεταφορές


Στη Μεταμόρφωση του Κάφκα ο Ναμπόκοφ σχεδιάζει την κάτοψη του σπιτιού των Σάμσα και προσπαθεί με πλήθος σχεδίων να προσδιορίσει το είδος του εντόμου στο οποίο μεταμορφώθηκε ο Γκρέγκορ, όμως έχει άραγε σημασία τι είδους μαμούνι είναι αυτό; Ο Ζιλ Ντελέζ και ο Φελίξ Γκουαταρί επισημαίνουν ότι οι ζωοποιήσεις είναι απόλυτες εκτοπίσεις τουλάχιστον στην αρχή, που βυθίζονται στον αποψιλωμένο κόσμο όπου έχει επενδύσει ο Κάφκα. Να γίνεις ζώο σημαίνει ακριβώς να κάνεις την κίνηση, να χαράξεις τη γραμμή διαφυγής σε όλη της τη θετικότητα, να διαβείς ένα κατώφλι, να φτάσεις σε μια αλληλουχία εντάσεων που ισχύουν αφ’ εαυτών… Ο Γρηγόρης γίνεται κατσαρίδα όχι μόνο για να αποφύγει τον πατέρα του, αλλά μάλλον για να βρει μια διέξοδο εκεί όπου ο πατέρας του δεν ήξερε να την βρει, για να ξεφύγει από τον διευθυντή, το εμπόριο και τους γραφειοκράτες.


Ωστόσο ο Κάφκα στο ημερολόγιο το 1921 γράφει: «Οι μεταφορές είναι ένα από τα πράγματα που με απελπίζουν σχετικά με τη λογοτεχνία». Ο Κάφκα νεκρώνει ρητώς κάθε μεταφορά, κάθε συμβολισμό, κάθε σημασία, όπως και κάθε ορισμό.


Οικογένεια και σχολείο


Το 1916, όταν εκδίδεται η Μεταμόρφωση που γράφτηκε τρία χρόνια νωρίτερα, ο Φραντς Κάφκα είναι ένας απόμακρος, «ασυμβούλευτος» σύμφωνα με τα δικά του λόγια. Η «επιθυμία για μια μέχρι λιποθυμίας μοναξιά» ξεκίνησε από την στιγμή που συνειδητοποίησε ότι οικογένεια και σχολείο τον προόριζαν για κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που ήταν. Η αναζήτηση «μιας φωτιάς με την οποία έπρεπε να ζεστάνω τις παγωμένες εκτάσεις του κόσμου μας» δεν ήταν παρά οι απόπειρες διαφυγής και ο κρυμμένος πόθος για μια ζωή σε κοινότητα. Γεννιέται στην Πράγα 3 Ιουλίου του 1883. Ο πατέρας του Χέρμαν ήταν έμπορος και προερχόταν από την τσέχικη προλεταριακή επαρχία. Παρά την εβραϊκή του καταγωγή προσπάθησε να ενσωματωθεί στη γερμανική κοινότητα στέλνοντας όλα τα παιδιά της οικογένειας σε γερμανικά σχολεία.


Η γέννηση του Κάφκα στα όρια των δύο αυτών συνοικιών πιστοποιεί την ιδιοτυπία της διπλής του καταγωγής. Μιλούσε και έγραφε άψογα στα τσέχικα, όμως η γλώσσα της λογοτεχνίας του ήταν η γερμανική. «Βρισκόταν μέσα στη γερμανική γλώσσα σαν ένας ταξιδιώτης σ’  ένα ξενοδοχείο», γράφει ο κριτικός Τζόρτζ Στάινερ.



Ο Κάφκα σε όλη του τη ζωή αρνήθηκε να καταφύγει βαθιά μέσα σε μια κοινότητα, ομάδα ή κόμμα. Κινήθηκε ανάμεσα στη μοναξιά και στη συνύπαρξη με τους άλλους. Έτσι δεν μπόρεσε να διατηρήσει μια κριτική απόσταση απέναντι σε όσα του συνέβησαν. Άλλωστε γι’ αυτό δεν ήταν και ποτέ σίγουρος για τα γραπτά του. Ευτυχώς που εκείνη την περίοδο γνωρίζει τον συγγραφέα Μαξ Μπροντ, ο οποίος αναλαμβάνει την κοινωνικοποίηση του φίλου του και την προώθηση της συγγραφικής του καριέρας.

Κείμενο κλειδί


Η Μεταμόρφωση είναι ένα κείμενο κλειδί στην ιστορία της λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα για την προσωπική μοναξιά, την κοινωνική απομόνωση, τον οικογενειακό αποκλεισμό, τη βίαιη μετάλλαξη του ατόμου. Ο Χάρολντ Μπλουμ, στη γενικότερη ενότητα που ονομάζεται «Ο Χαοτικός αιώνας», στο «Δυτικό Κανόνα», συνδέει εξ αρχής τον Κάφκα με τον Αριστοφάνη, ως μακρινή συγγένεια. Για τους αφορισμούς του τον θεωρεί ισάξιο και καλύτερο του φιλόσοφου Βιτγκενστάιν και του Νίτσε. Θεωρεί επίσης τα ερωτικά γράμματα του Κάφκα ως μοναδικά που εκφράζουν την αγωνία του αιώνα. Ο Μπλουμ θεωρεί ότι ο Κάφκα συνοψίζει τη διαίρεση της ύπαρξης και της συνείδησης. Τον θεωρεί πνευματικό συγγραφέα και μοναδικό που θα επιβιώσει στον αιώνα περισσότερο από τον Σαίξπηρ και τον Φρόιντ. Συμφωνούμε: Ο Κάφκα όπως και οι άλλοι μοντερνιστές, ο Τζόζεφ Κόνραντ, ο Τόμας Μαν, με τις λογοτεχνικές και πνευματικές τους ανησυχίες, αναζήτησαν την παραδοξότητα της ανθρώπινης υπόστασης, προσπαθώντας να εξηγήσουν τη διαπάλη μεταξύ της ηθικής προσταγής του κόσμου που ζούμε και της έντονης πνευματικής ανησυχίας.


Στην ανάγνωση του Μισέλ Φουκό, στο «Τι είναι ένας συγγραφέας», εκτός από το θέμα της σχέσης της γραφής με το θάνατο, προκύπτει και η ιδέα του έργου του συγγραφέα. Όμως στο δικό μας πολιτισμό αυτή η ιδέα της αφήγησης ή του γραψίματος έχει μεταμορφωθεί. Το έργο που κάποτε προοριζόταν ως αθάνατο, τώρα αποκτάει το δικαίωμα να σκοτώνει, να γίνεται δολοφόνος του ίδιου του συγγραφέα, όπως συνέβη με τον Γκιστάβ Φλομπέρ, τον Μαρσέλ Προυστ και όπως συμβαίνει με τον Κάφκα. Ο συγγραφέας εκμηδενίζεται ως τη μοναδική του απουσία. Παραδέχεται το ρόλο του νεκρού ανθρώπου στο παιχνίδι της γραφής.


Επικύρωση της αγωνίας του 20ού αιώνα


Στην περίπτωση Κάφκα το έργο του παραμένει ανοικτό: ημερολόγια, σημειώσεις, ημιτελή κείμενα, γράμματα, πρόσθετες εκδοχές, αφορισμοί, όνειρα, παραβολές, σκίτσα, φράσεις ξεκομμένες έρχονται να ανατρέψουν τις προσπάθειες ενός συγκροτημένου έργου. Άραγε ποια θεωρία του κειμένου μπορεί εδώ να εφαρμοστεί;

Αυτή η ατέλεια του έργου συνοψίζεται στον Κάφκα και επικυρώνει την αγωνία του εικοστού αιώνα. Δημιουργεί εικόνες που για πρώτη φορά εικονογραφούν τα καινούργια δεδομένα: την παράλογη δίκη, τον πύργο, τις αποικίες των τιμωρημένων, την ανθρώπινη αφαίμαξη, τον περιθωριοποιημένο καλλιτέχνη. Επικεντρώνεται στη γραφειοκρατία, στην απανθρωπιά, στο κεφάλαιο και την εκμετάλλευση της ανθρώπινης ψυχής, στις μονολιθικές κοινωνικές αντιλήψεις. Κι εκείνος επιμένει, στη γραφή:




«Μια και δεν είμαι τίποτε άλλο παρά λογοτεχνία και δεν μπορώ ούτε θέλω να είμαι κάτι άλλο, η δουλειά μου ποτέ δεν πρόκειται να με τραβήξει,

μπορεί αντίθετα να με διαλύσει τελείως…»


Και αν ο Κάφκα είναι «λογοτεχνία» τότε όλοι οι άλλοι τι είμαστε; Αν τη λέξη «έντομο» αντικαταστήσουμε με τις λέξεις «μαύρος, τρανς, γκέι, λεσβία, μετανάστης, πρόσφυγας, ξένος, άνεργος, αντιρρησίας, αδύναμος, στοχοποιημένος»… τότε θα καταλήξουμε στη συνομοταξία του καφκικού εντόμου. Όμως και οι ζωές των εντόμων μετράνε.


Θεόδωρος Γρηγοριάδης,

συγγραφέας

6 Ιουλίου 2020






Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ 2020 Βραβείο Νίκος Θέμελης στο "Τραγούδι του πατέρα"




Οι Κριτικές Επιτροπές του Αναγνώστη ανακοίνωσαν τα Λογοτεχνικά Βραβεία 020 για την εκδοτική παραγωγή του 2019. Τα Βραβεία παρουσιάστηκαν την Πέμπτη το βράδυ στις 8μμ σε livestreaming από το cafe τουΒιβλιοπωλείου Ευριπίδης στην Κηφισιά με την τεχνική επιμέλεια του Παναγιώτη Σιδηρόπουλου και της Bookia.gr.

Μπορείτε να δείτε εδώ την εκδήλωση  https://youtu.be/2hdmsS1Cp6c
 ΜΕΓΑΛΟ ΤΙΜΗΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ
Αλέξης Πανσέληνος

ΒΡΑΒΕΙΟ ΝΙΚΟΥ ΘΕΜΕΛΗ
Θεόδωρος Γρηγοριάδης για το βιβλίο του Το τραγούδι του πατέρα, Πατάκης

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Ανυφαντάκης Ιάκωβος. Κάποιοι άλλοι, Πατάκης

ΔΙΗΓΗΜΑ
Μακρόπουλος ΜιχάληςΜαύρο νερό,  Κίχλη

ΠΟΙΗΣΗ
Χουλιαράκης Δημήτρης . Ψυχή στα δόντια, Το Ροδακιό,

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ – ΜΕΛΕΤΗ
Ρασιδάκη ΑλέξάνδραΥπό ρομαντική οπτική γωνία, γερμανικός ρομαντισμός και Γ. Βιζυηνός, Άγρα

ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΙ ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΙ
Λουκά Δήμητρα. Κόμπο στον κόμπο, Κίχλη

ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
Καρπούζης Γιάννης. Ο χάρτινος χρόνος τελείωσε, Πανοπτικόν

  ΠΑΙΔΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ
Αντώνης ΠαπαθεοδούλουΑμάλια, εικ. Ντανιέλα Σταματιάδη, Ίκαρος

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
Έρση Νιαώτη. Ο υπέροχος κύριος Μαμαλούξ, εικ. Κατερίνα Χαδουλού, Καλειδοσκόπιο

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΕΦΗΒΟΥΣ
Μελίνα ΣιδηροπούλουΉλιος με μουστάκια, Καλειδοσκόπιο

ΒΙΒΛΙΟ ΓΝΩΣΕΩΝ
Ροδούλα ΠαππάΠώς φτιάχνεται ένα παιδικό βιβλίο, εικ. Κώστας Μαρκόπουλος, Νεφέλη

ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
Με παράδειγμα το βιβλίο «Χριστόφορος Κάσδαγλης, 1983, σχεδίαση εξωφύλλου Κλαίρη Σταμάτη, σχεδίαση έκδοσης Εκδόσεις Καστανιώτη» η Κριτική Επιτροπή βραβεύει όλη τη σειρά των εκδόσεων Καστανιώτη αυτού του τύπου. Υπενθυμίζουμε ότι η επιτροπή στοχεύει στην ανάδειξη των επιμέρους στοιχείων -σχεδιασμός σελίδων, επιλογή γραμματοσειρών, πρόταση χαρτιών, εκτύπωση και βιβλιοδεσία- που απαιτούνται για αποτελέσματα υψηλής τεχνικής και αισθητικής στην μορφοποίηση του βιβλίου που θα εμφανιστεί στους πάγκους και τα ράφια των βιβλιοπωλείων




ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΩΝ ΚΡΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΡΙΣΗΣ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΕΝΗΛΙΚΩΝ
Χρίστος Κυθρεώτης, συγγραφέας. Κώστας Γ.Παπαγεωργίου, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας.Ευριπίδης Γαραντούδης, καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ.Γιάννης Ν.Μπασκόζος, δημοσιογράφος, συγγραφέας
Αριστοτέλης Σαΐνης, φιλόλογος, κριτικός λογοτεχνίας.Κατερίνα Σχινά, κριτικός λογοτεχνίας, μεταφράστρια.Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, κριτικός λογοτεχνίας

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΡΙΣΗΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ
Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου, ομότιμη καθηγήτρια ΕΚΠΑ.Ζωή Κοσκινίδου, δημοσιογράφος.Σοφία Μαντουβάλου, συγγραφέας, εκπαιδευτικός, τεχνολόγος.Χαρά Μαραντίδου, εικαστικός.Κατερίνα Φρουζάκη, Υπεύθυνη στην Παιδική Βιβλιοθήκη Search, Κηφισιάς
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
Δημήτρης Αρβανίτης, σχεδιαστής, μέλος της AGI.Μιχάλης Αρφαράς, καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και διευθυντής του Τομέα Χαρακτικής .Γιώργος Δ. Ματθιόπουλος, Καθηγητής εφαρμογών (Τμήμα Γραφιστικής, Σχολή Καλλιτεχνικών Σπουδών – ΤΕΙ Αθήνας), Τυπογραφικός σχεδιαστής (Εταιρεία Ελληνικών Τυπογραφικών Στοιχείων).


Interview with Colson Whitehead and Nana Kwame Adjei-Breny...

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2020

Κριτική του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου για το Τραγούδι του πατέρα



Αναπολώντας το παρελθόν.

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης επιστρέφει στην παιδική του ηλικία απαλλαγμένος από το οποιοδήποτε νοσταλγικό πνεύμα.

Του ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ


Ένα βιβλίο εντελώς διαφορετικό απ΄όσα έχει γράψει μας δίνει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, με το Τραγούδι του πατέρα που εννοεί κυριολεκτικώς τον τίτλο του. Ο συγγραφέως ξετυλίγει εδώ τα χρόνια της μουσικής δραστηριότητας του πατέρα του και δύο στενών του φίλων σε ένα καπνοχώρι του Παγγαίου Όρους κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, οπότε και παίζοντας κιθάρα, βιολί και ακορντεόν συστήνουν ένα τρίο με τραγούδια τανγκό και λάτιν, πλαισιωμένοι από μια ολιγοσέλιδη, άκρως πυκνή και από σκοπού όχι εξαντλητική αφήγηση, κάτι μεταξύ ελλειπτικού ημεορλογίου, αποσπασματικού οικογενειακού χρονικού και πολυκαιρισμένου φωτογραφικού άλμπουμ (με καταχωνιασμένο επί χρόνια υλικό ως συνοδευτικό του κειμένου), όπου η αυτοεξιστόρηση συναντά την προφορική ιστορία και η μαρτυρία συνδυάζεται με ένα είδος αυτόκλητης ανθρωπολογικής έρευνας.
Οι μουσικές που παίζει το τρίο στις γιορτές και στα ξεφαντώματα των τοπικών γάμων ξεσηκώνουν τους ανθρώπους, στέλνοντας στα ουράνια το κέφι τους. Τίποτε δεν είναι τυχαίο: η εποχή τους είναι η εποχή της μεταπολεμικής ανόρθωσης (ακόμα κι αν η ανόρθωση έχει κουτσά ποδάρια), οι γάμοι γίνονται με μια αδιανόητη για τα σημερινά μέτρα συχνότητα και τα πάντα αποκτούν ζωτικό νόημα σε έναν κόσμο ο οποίος παρά τις άπειρες στερήσεις του (ο καθ΄ημέραν βίος στα καπνοχώρια αποδεικνύεται ιδιαίτερα σκληρός και επίπονος) ξέρει πώς να αντλεί δύναμη ή θάρρος κι από το ελάχιστο, αντλώντας τη χαρά του από μια προσδοκία στηριγμένη στη χειροπιαστή ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο-ένα αύριο που θα τερματίσει όλα τα δεινά τα οποία προηγήθηκαν και πιθανόν να μην έχουν τελειώσει ακόμη.
Η εικονογράφηση αυτού του πηγαίου πνεύματος, της ανεμπόδιστης πίστης σε όσα είναι επί θύραις και δεν θα αργήσουν διόλου να έρθουν (παρά τους όχι και τόσο μακρινούς απόηχους του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου) αποτελεί και την ισχυρότερη σύσταση του αφηγήματος του Γρηγοριάδη : όχι γιατί αντικατοπτρίζει γενικώς μια περίοδο αισιοδοξίας και αθωότητας, αλλά επειδή αναπαράγει το ήθος και τον τόνο της καθημερινότητας ενός τόπου προβεβλημένου υπό συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και σε δεδομένη χρονική φάση. Κάτι τέτοιο οφείλεται βεβαίως στην οξυμένη αίσθηση (τόσο τη βιωματική όσο και τη λογοτεχνική) του Γρηγοριάδη, που έχει την ευφυία (και την ευαισθησία) να αποφύγει από την αρχή μέχρι το τέλος δύο αλληλένδετες παγίδες: τη νοσταλγία και τη μυθολόγηση.
Η αναδρομή στις εμπειρίες του οργανοπαίκτη πατέρα και των ομοτέχνων του κατά την περίοδο της παιδικής και της αφηβικής ηλικίας του συγγραφέα δεν επιβαρύνεται από κανένα νοσταλγικό πνεύμα, δεν σκιάζεται από κανέναν ανεκπλήρωτο πόθο ανάκτησης των ιδεωδώς χαμένων. Απαραίτητο για να μη στραφεί η αφήγηση προς μια ανάλογη κατεύθυνση είναι να μη μυθολογηθούν και μην εξιδανικευτούν οι μορφές του πατέρα και των φίλων. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει. Και οι τρεις φίλοι εγκαταλείπουν σιγά -σιγά τις ευφρόσυνες μουσικές τους επιδόσεις όχι ως διαψευσμένοι και ακυρωμένοι καλλιτέχνες, που θρηνούν για την απώλειά τους, αλλά εξαιτίας των κοινωνικών και οικονομικών περιστάσεων της δεκαετίας του 1950. Περιστάσεις αποτυπωμένες διακριτικά στον απέριττο λόγο του Γρηγοριάδη, όπου το τρίο εγκαταλείπει τα όργανά του λόγω των αδήριτων εξαναγκασμών της καπνοκαλλιέργειας ή της πίεσης να αναζητηθούν σε άλλους τόπους, μέσω της μετανάστευσης, οι πόροι της επιβίωσης, που είναι τόσο αναγκαίοι όσο και οι πόροι τους οποίους παρέχει ο καπνός.
Ο συγγραφέας κατορθώνει έτσι να ανεβάσει τους ήρωές του πάνω σε μια εντελώς ρεαλιστική σκηνή, χωρίς να λείψουν από την αναπαράστασή του η τρυφερότητα της μνημονικής ανάκλησης και η ζωντάνια της προσωπικής, καθαρώς αυτοβιογραφικής εμπλοκής στα τεκταινόμενα. Σε κάθε περίπτωση, μια ακέραιη προσπάθεια.

ΤΟ ΒΗΜΑ, ΒΙΒΛΙΑ
Κυρικαή 3 Μαίου 2020

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2020

Το γιατρικό της αμόλυντης λογοτεχνίας.


Το διάβασμα είναι μία από τις πιο μοναχικές τέχνες, προσωπικά το θεωρώ μία δημιουργική ενασχόληση. Να μπορείς να συγκεντρώνεσαι πάνω σε ένα κείμενο, να το αφουγκράζεσαι αλλά και να το κάνεις δικό σου. Η προσωπική ανάγνωση απαιτεί συνήθως μια εσωτερική απομόνωση και όχι να σου επιβάλλεται εξωτερικά. Φαντάζομαι σε ένα κελί ή σε ένα καταφύγιο, μαζί με άλλους, δεν δραπετεύεις πάντα με ένα βιβλίο. Εφηβος, όταν αρρώσταινα, καθόμουν στο σπίτι και αποτελείωνα ένα ολόκληρο μυθιστόρημα, μάλιστα μια φορά «ανέβασα πυρετό» παραπάνω για να τελειώσω το «Ανθρώπινο κτήνος» του Ζολά – το θυμάμαι ακόμη.
Και να που βρέθηκε χρόνος για διάβασμα τις μέρες αυτές, χρόνος πολύς, χρόνος που μας επιβλήθηκε. Ως μοναχικός χαρακτήρας το αποδέχθηκα σαν μια προέκταση της μέχρι τώρα ζωής μου. Στα κοινωνικά δίκτυα πολλοί αναφέρουν ότι δεν μπορούν να συγκεντρωθούν σε ένα βιβλίο, κάποιοι το έχουν ρίξει στο ψυχαναγκαστικό διάβασμα όσων βιβλίων είχαν παραμερίσει τις ανέμελες μέρες.
Για εμένα, που το διάβασμα ήταν μια καθημερινότητα, εξακολουθεί να παραμένει αλλά οι περιστάσεις το καθιστούν ακόμη πιο αδέσμευτο. Με δεδομένο ότι δεν υπάρχει καμιά σιγουριά για το αύριο, αποδεσμεύθηκα από κάθε «υποχρεωτικό» διάβασμα, που οφειλόταν σε κάποιες κοινωνικές υποχρεώσεις όπως να διαβάσεις πρώτα, πριν πας σε κάποια εκδήλωση ή επειδή κάποιο βιβλίο συζητιέται στους βιβλιόφιλους κύκλους. Θα διαβαστούν κάποια στιγμή, αργότερα.
Αναζητώντας την ουσία
Τώρα, περισσότερο από ποτέ, αναζητώ την ουσία της ανάγνωσης γιατί ο χρόνος από τη μια φαντάζει άπλετος, από την άλλη όμως αβέβαιος. Αυτή η ουσιαστική ανάγνωση δεν έχει ανάγκη καμιάς επίδειξης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν ασκώ πρωταθλητισμό ανάγνωσης ούτε τον σνομπισμό του εκλεκτού αναγνώστη. Επανέρχομαι στην εφηβεία μου, χάνομαι μέσα στο κείμενο και ας είναι ό,τι θέλει. Περιφέρομαι στις βιβλιοθήκες μου, κατεβάζω τόμους, ένα διήγημα από δω, μία σελίδα από εκεί, ένα ποίημα κάθε τόσο.
Κρατώντας το βιβλίο στο χέρι αισθάνομαι μια τρυφερότητα, μια σιγουριά, λες και εγείρονται οι συγγραφείς και συνομιλούν μαζί μου. Δεν βιάζομαι να αποτελειώσω πολλά βιβλία, οι ώρες του διαβάσματος είναι διάσπαρτες σε όλη τη διάρκεια της μέρας και της νύχτας που τείνουν να ενοποιηθούν σε έναν αλλόκοτο χωροχρόνο.
Αφοσιώνομαι στο κείμενο, γιατί εκεί έξω δεν με περιμένει κανείς, είναι όλα κλειστά, ακόμη και τα βιβλιοπωλεία που σύχναζα, αντλώ δύναμη και μια –ίσως φαινομενική– αυτάρκεια απαραίτητη στο παράλογο των ημερών. Αν στην εφηβεία μου έκλεβα χρόνο για διάβασμα, τώρα –τι ειρωνεία!– ο χρόνος αυτός  ξανακερδίζεται αλλά μέσα σε τόσο δυσοίωνες συνθήκες.
Διαβάζοντας ηρεμώ και όταν αφήσω το βιβλίο στην άκρη (γιατί μου αρέσει να σκορπίζω τα βιβλία σε διαφορετικά σημεία του σπιτιού), οραματίζομαι ότι μπορεί να επιβιώσουμε ως ήρωες μιας εποχής. Και ότι ήδη είμαστε μέσα σε δυστοπικό αφήγημα που θα επιβιώσει για τις επόμενες γενιές.
Συνταξιδιώτες
Τις μέρες της απομόνωσης δεν είμαι μόνος, ταξιδεύουν πολλοί μαζί μου, βρίσκομαι στο τρένο με τους ήρωες του Μοπασάν, ξαφνικά επιστρέφω με τον Ιζό στο λιμάνι της Μασσαλίας και ύστερα στο Βερολίνο του μεσοπολέμου με τον Ισεργουντ, στον φάρο με τη Βιρτζίνια Γουλφ, στις στέπες του Τσέχοφ, στις δυστοπίες του Μπόρχες, στην Ομόνοια του Γιώργου Ιωάννου, στις πολιτείες του Τσίρκα, στις λεκτικές επικράτειες του Χειμωνά. Βρίσκομαι παντού.
Και τότε σκέφτομαι  τον ήρωα του Χέρμαν Μέλβιλ, τον Μπάρτλεμπι τον γραφέα, που, κλεισμένος μέσα σε ένα γραφείο, αρνείται να δουλέψει, να βγει στον κόσμο, δεν έχει ελπίδα, ο εγκλεισμός του είναι αμετάκλητος όπως και η μεταμόρφωση σε έντομο του ήρωα του Κάφκα.
Ο Μέλβιλ είναι ένας συγγραφέας που τον διαβάζω τακτικά αλλά, υπό τις τωρινές συνθήκες, μου είναι πιο διαυγής, ειδικά στις νουβέλες του, στον «Μπίλι Μπαντ», στον «Μπενίτο Σερένο». Οι χαρακτήρες του Μέλβιλ δοκιμάζονται σωματικά, ηθικά, κοινωνικά, άλλοι επιβιώνουν άλλοι όχι. Και μετά είναι και ο ίδιος ο Μέλβιλ που, απομονωμένος από μια σπάνια αρρώστια και πικραμένος γιατί δεν αναγνωρίστηκε το έργο του όσο ζούσε, πεθαίνει άδοξα πριν τον ανακαλύψει ο μοντέρνος εικοστός αιώνας.
Και να η θαυματουργή ίαση της λογοτεχνίας. Τέτοια κείμενα έρχονται και γιατρεύουν τη ψυχή, χαμένοι και σωσμένοι χαρακτήρες σε παρασύρουν με τις ιστορίες τους. Η καταξίωση μπορεί να ήρθε αργά για τον Μέλβιλ, αλλά το έργο του είναι άτρωτο. Γιατί η λογοτεχνία είναι αμόλυντη, κανένας ιός δεν θα τη μεταλλάξει, θα είναι πάντα εκεί και τα λογοτεχνικά αντισώματα θα μεταμορφώνουν τις ψυχές μας και θα μας οπλίζουν με κουράγιο.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2020

"Αγαπημένη" της Τόνι Μόρισον




Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης
ΤΟΝΙ ΜΟΡΙΣΟΝ "Αγαπημένη"
Μετάφραση Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Παπαδόπουλος 2019
Σε κάθε της γραπτό –από τα έντεκα μυθιστορήματα, διηγήματα ή κριτικά δοκίμιά της– η Τόνι Μόρισον (1931, Λορέιν, Οχάιο – 2019, Νέα Υόρκη) αγωνίζεται να αποκαλύψει τις πτυχές του ρατσισμού και του σεξισμού από την αρχή της δουλείας στις ΗΠΑ ως σήμερα. Όπως λέει η ίδια, «λογοτεχνία χωρίς πολιτική σημαίνει ότι το περιεχόμενο δεν έχει καμιά σημασία, ότι ο γυναικείος λόγος δεν είναι σημαντικός και ότι οι γυναίκες δεν έχουν να πουν τίποτε το αξιόλογο». Το 1993, η Τόνι Μόρισον ήταν η πρώτη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τα βιβλία της τής χάρισαν πολλά βραβεία, διεθνή αναγνώριση και πουλήθηκαν πολύ γιατί αναφέρονται στο κοινό παρελθόν των Αμερικανών, είτε αυτοί ανήκουν σε φυλετική μειονότητα είτε στη λευκή άρχουσα τάξη. Επιπλέον, η γυναικεία οπτική που υιοθετεί στην προσπάθειά της να αποτυπώσει ιστορικά την εμπειρία των Αφροαμερικανίδων στη λευκοκρατούμενη και ανδροκρατούμενη κοινωνία των ΗΠΑ χαρίζουν στα μυθιστορήματά της πρωτοτυπία και γνησιότητα. Tο καλύτερο μυθιστόρημα της Μόρισον είναι αναμφισβήτητα η Αγαπημένη που εκδόθηκε το 1987. Το 1988 η Αγαπημένη κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ και εξακολουθεί να διαβάζεται πολύ. Μόνον ο Σέξπιρ την ξεπερνάει σε αριθμό μελετών στα πανεπιστήμια. Μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη το 1998, σε σκηνοθεσία Τζόναθαν Ντιμ, με πρωταγωνίστρια την Όπρα Γουίνφρι. Στα ελληνικά η πρώτη έκδοση ήταν στη Νεφέλη το 1989, σε μετάφραση Έφης Καλλιφατίδη.
Πρόκειται για ένα έργο που συγκεντρώνει αριστοτεχνικά όλα τα στοιχεία των προηγούμενων βιβλίων της: προφορική παράδοση, μαγικό ρεαλισμό, μοντερνισμό, αλληγορία, ιστορικές αναφορές, προγονική λατρεία, ανάγκη ελευθερίας και αυτοκαθορισμού. Πιο απλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Αγαπημένη είναι μια ιστορία φαντασμάτων που εξερευνά τις ψυχολογικές συνέπειες του φόνου, της οδύνης, της μοναξιάς. Μόνον που τα φαντάσματα ελλοχεύουν μέσα στο είναι των ηρώων.
***
Η Αγαπημένη στηρίζεται στην αληθινή ιστορία της Μάργκαρετ Κάρνετ που είχε δραπετεύσει από το Κεντάκι και προσπάθησε να σκοτώσει τα παιδιά της όταν την πρόλαβαν οι φρουροί, στο Οχάιο του 1850, γιατί δεν ήθελε να καταντήσουν κι εκείνα σκλάβοι. «Στην αρχή σκέφτηκα ότι δεν θα μπορούσε να γραφτεί μια τέτοια ιστορία αλλά με ενοχλούσε να μην μετουσιωθεί σε τέχνη», έγραψε η συγγραφέας. Γιατί, όπως το Ολοκαύτωμα έτσι και η Δουλεία είναι μια πολύ σοβαρή Ιστορία για να μετατραπεί σε μυθοπλασία και χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση κάθε φορά.
***
Στο νούμερο 124 στην οδό Μπλοθστόουν, απ’ όπου ξεκινάει η αφήγηση, βρίσκεται το στοιχειωμένο σπίτι: «Γεμάτο με το δηλητήριο ενός μωρού».
Βρισκόμαστε στο 1873, μόλις έχει τελειώσει ο εμφύλιος πόλεμος και, μολονότι η σκλαβιά έχει τερματιστεί, εξακολουθεί να βασανίζει την ψυχή των Αφροαμερικανών μαύρων. Η γιαγιά Μπέιμπι Σαγκς, η πεθερά της Σιθ, έχει πεθάνει πριν από οκτώ χρόνια, τα δύο εγγόνια της και παιδιά της Σιθ έχουν φύγει μην αντέχοντας την ατμόσφαιρα στο 124. Η Σιθ και η κόρη της, Ντένβερ, μόνες πια και αποφασισμένες, πρέπει να αναμετρηθούν με το φάντασμα που τις βασανίζει, γιατί το στοιχειωμένο σπίτι κατατρύχεται από την οπτασία της σκοτωμένης κόρης της. Ποτέ δεν μαθαίνουμε το όνομα του κοριτσιού, η Σιθ ζήτησε να χαράξουν στον τάφο της μια απλή λέξη, «Αγαπημένη», κι αυτό το έκανε δίνοντας το κορμί της στον χαράκτη ανάμεσα στους τάφους.
 Το μυθιστόρημα ξεκινάει την ημέρα που εμφανίζεται ο Πωλ Ντη, τον οποίο γνώριζε η Σιθ όταν δούλευαν στο κτήμα του κυρίου Γκάρνερ, στο Κεντάκι. Ο Πωλ Ντη, ο τελευταίος άντρας από το «Φιλόξενο σπιτικό», αναζητά την Σιθ δεκαοκτώ χρόνια μετά. Η Σιθ τον καλεί μέσα. Αυτός λοιπόν εξορκίζει το φάντασμα του σπιτιού. Από αυτό το σημείο και μετά η ιστορία ξετυλίγεται σε παράλληλα επίπεδα: αφ’ ενός στο παρόν, στο 124, και αφ’ ετέρου σε ό,τι συνέβη στο «Φιλόξενο σπιτικό» στο παρελθόν. Το κομμάτι του παρελθόντος περιγράφεται μέσα από αναδρομές όπου ξεπηδάει σταδιακά η ιστορία της Σιθ. Γεννήθηκε στο Νότο από μητέρα Αφρικάνα που δεν γνώρισε ποτέ, στα δεκατρία της πουλήθηκε στους Γκάρνερ, στο «Φιλόξενο Σπιτικό». Η Σιθ ζήτησε να παντρευτεί τον Χαλ επειδή εκτίμησε το γεγονός ότι, για να εξαγοράσει την ελευθερία της μητέρας του, νοίκιαζε τον εαυτό του τα Σαββατοκύριακα. Έτσι η Σιθ και ο Χαλ απόκτησαν δύο αγόρια και ένα κορίτσι που δεν μαθαίνουμε το όνομά του. Όμως, όταν πέθανε ο κύριος Γκάρνερ, ανέλαβε το κτήμα ο γαμπρός του, ο επονομαζόμενος δάσκαλος που, μαζί με τους ανιψιούς του, γίνονται πιο σκληροί και καταπιεστικοί και συλλαμβάνουν τον Πωλ Ντη που ήθελε να δραπετεύσει. Στο μεταξύ η Σιθ σκόπευε να το σκάσει και έχει ήδη στείλει τα παιδιά της, με ένα καραβάνι νέγρων, στην πεθερά της την Μπέιμπι Σαγκς, στο Σινσινάτι. Ύστερα από τη σύλληψη των σκλάβων, φυλακίζουν την Σιθ μέσα στην αποθήκη και την κακοποιούν ενώ ο Χαλ, κρυμμένος, παρατηρεί την αποτρόπαιη σκηνή και τρελαίνεται. Ο Πωλ Ντη είναι αναγκασμένος να φοράει ένα σιδερένιο φίμωτρο. Η Σιθ μαστιγώνεται παρά το γεγονός ότι είναι έγκυος. Πληγωμένη και σημαδεμένη δραπετεύει έχοντας ένα «δέντρο» στην πλάτη της από το μαστίγωμα. Και όταν θα έρθει η ώρα να επιλέξει αν πρέπει το μωρό της να ζήσει σκλαβωμένο, δεν θα το επιτρέψει.
Όλα αυτά τα μαθαίνουμε σαν να ξεφλουδίζουμε ένα κρεμμύδι. Οι μνήμες ανασύρονται και θάβονται, όπως το μυαλό της Σιθ που είναι φυλακισμένο αλλά απελευθερώνεται μέσα από την πράξη της αφήγησης. Το φάντασμα του νεκρού μωρού και η επιστροφή της Αγαπημένης στο 124 είναι η αφορμή για την επανεκκίνηση της μνήμης, συμφιλιωτικής και στενάχωρης, ιαματικής και τραυματικής.
***
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό στα μυθιστορήματα της Μόρισον είναι οι δυνατές φιλίες γυναικών. Μπορεί η σχέση ανδρός και γυναικός να είναι μια πρωτεύουσα σχέση αλλά οι γυναίκες πάντα έχουν στο πλευρό τους φίλες, ειδικά όταν λείπουν οι άντρες και δεν κυριαρχούνται από την έλλειψη του άλλου φύλου όπως στα μυθιστορήματα του Χένρι Τζέιμς ή της Τζέιν Ώστιν. Μπορεί σήμερα να έχουμε δεκάδες αφηγήσεις με φιλίες γυναικών αλλά όταν ξεκίνησε να τις περιγράφει η Μόρισον, ειδικά με το Σούλα (1971), ήταν κάτι εντελώς ριζοσπαστικό.
Η Αγαπημένη, μια ιστορία βίαιη, σωματική, λυρική, απόκοσμη αλλά και γήινη, διαβάζεται σαν ένα τραγούδι των Μαύρων που ξεκινάει από τις φυτείες των σκλάβων, περνάει στους αγώνες τους να αποτινάξουν τις αλυσίδες και τα φίμωτρα και φτάνει στις μέρες μας, στους ίδιους αγώνες που δίνει κάθε μεγάλη ή μικρή κοινότητα για να διεκδικήσει δικαιώματα και ισότιμη μεταχείριση. Η Αγαπημένη είναι ένα γκόσπελ που μετατρέπεται σε τζαζ και απλώνεται με σόουλ και χιπ χοπ ρυθμούς στις γειτονιές του κόσμου.
Θεόδωρος Γρηγοριάδης,
συγγραφέας

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2020

Για το τραγούδι η Λίνα Πανταλέων γράφει στην Καθημερινή


03  / 03 / 20
Με μελωδίες μακρινές, κιθάρας, ακορντεόν και βιολιού, που αντηχούσαν τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 στα σοκάκια και στα καλντερίμια ενός ορεινού χωριού, ανασταίνει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης την ανάμνηση του πατέρα του. Από ένα κουτί ξεχύνονται παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες και σκορπίζονται στις σελίδες του βιβλίου του. Στις περισσότερες φωτογραφίες εικονίζονται τρεις νεαροί άνδρες που παίζουν μουσική στους γάμους και στα γλέντια του χωριού. Ο κιθαρίστας του τρίο είναι ο πατέρας του συγγραφέα. Εδώ και χρόνια οι φωνές των τροβαδούρων σιγούν σε μια μαγνητοταινία, ξέφτι σε ένα χαλασμένο μαγνητόφωνο.
Ομως, στη μνήμη η μουσική ουδέποτε παύει. Η ηχώ της καταπαύει το πένθος. Ανακαλώντας «λόγια χαμένα και ξαναβαλμένα», για χρόνια τραγουδισμένα, ο Γρηγοριάδης επιστρέφει στη συντροφιά του πατέρα του, αλλά και στο τοπίο της παιδικής του ηλικίας, τοπίο μυθικό και αρχαίο. Η φωνή του πατέρα του αναβλύζει από τις πηγές του Παγγαίου, από βουνοκορφές απ’ όπου κατέβαιναν «παγωμένα νερά, φαντάσματα και νεράιδες», κυλά στα ρέματα, δολιχοδρομεί στα οδόσημα της αρχαίας Εγνατίας και εγχαράσσεται στα αιωνόβια μονοπάτια του βουνού για να αρδεύσει την πεδιάδα των Φιλίππων.
Ο Γρηγοριάδης γράφει για τον πατέρα του με υπόκρουση ένα ταγκό. Η μελωδία τού θυμίζει τις λάτιν παραλλαγές του τρίο σε λαϊκά τραγούδια της εποχής και απορεί πώς και «ένα μικρό χωριό σκαρφαλωμένο στην πλαγιά του μυθικού βουνού» παθιαζόταν «με τέτοιους λατινογενείς ρυθμούς». Θυμόταν ακόμη μια μελωδική εκκεντρικότητα, τον παππού του να παίζει ένα λάτιν με το ούτι. Και φυσικά δεν ξεχνούσε πως το μοναδικό τραγούδι που ενορχήστρωσε το τρίο ήταν ένα ταγκό για την ωραία Σμυρνιά που ζούσε σε ένα ερειπωμένο χάνι, κατάλοιπο της οθωμανικής περιόδου. Μέσα από τα τραγούδια του πατέρα αναθάλλει ένας ποικιλόχρωμος κόσμος, αργασμένος από τη σφύρα και τον άκμονα της Ιστορίας. Η πρώτη γενιά προσφύγων κατοίκησε στις γειτονιές των μουσουλμάνων, χωρίς να αποφύγει την καχυποψία των ντόπιων. Οι έριδες, αν και αμβλυμένες, δοκίμασαν και τη δεύτερη γενιά προσφύγων στην οποία ανήκε ο πατέρας του Γρηγοριάδη. Παίζοντας την κιθάρα του άνοιγε χώρο σε έναν τόπο που ασφυκτιούσε από βαθύρριζες ιστορίες, ιστορίες που αργοπέθαιναν στα καφενεία του χωριού.
Οι μουσικές αναζητήσεις του τρίο εγκιβώτιζαν την αγωνία της γενιάς τους, να ζήσουν σε έναν κόσμο πλατύτερο από αυτόν όπου γεννήθηκαν. Ομως, μόνον ο ακορντεονίστας θα αποτολμήσει τη φυγή. Οι άλλοι δύο ρίζωσαν στον κάμπο και στα καπνά. Η κιθάρα και το βιολί ήταν η ανάπαυλα από τον ολοήμερο μόχθο. Ο νεαρός, αταξίδευτος κιθαριστής ονειρευόταν να κάνει καντάδες «κάτω από μισοσκότεινα παράθυρα και τραβηγμένα δαντελένια κουρτινάκια», αλλά όταν κατέκτησε τη γυναίκα της ζωής του, τον κυρίευσε η έγνοια της οικονομικής αποκατάστασης.
Ο βιολιστής, πάλι, που είχε ανακαλύψει τη μουσική χάρη στο βιολί ενός Γερμανού αιχμαλώτου, δεν μπόρεσε ποτέ να αναρρώσει από το τριπλό χτύπημα του πολέμου, του εμφυλίου και της χούντας.
Στο σβήσιμο των μελωδιών, αποστάζεται πυκνή η θλίψη. Στις τελευταίες και ομορφότερες σελίδες του βιβλίου, ο Γρηγοριάδης αφουγκράζεται ένα απόκοσμο μέλος να εκρέει από το «έρεβος της ψυχής» του ετοιμοθάνατου πατέρα του. Η αντίστιξη ανάμεσα στην οδύνη της απώλειας και στην παραμυθία της μουσικής, χορδίζει τη γραφή του Γρηγοριάδη, ο οποίος αντιτάσσει στην εσωστρέφεια του πόνου την εξωστρέφεια του τραγουδιού. Διότι η μουσική χάρη στην υπερλογική της φύση, αφυπνίζει τα ανείπωτα του νου, τα σπάνια φυλαχτά της καρδιάς, που συλλέγει η σιωπή και αρνείται να εκχωρήσει στη γλώσσα. 
Έντυπη

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2020

Συνέντευξη με τον Γιάννη Πανταζόπουλο στην LIFO




Θεόδωρος Γρηγοριάδης: «Την κρίση την πληρώνουν εκείνοι που δεν την προκάλεσαν» 




Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης γεννήθηκε στο Παλαιοχώρι Παγγαίου του νομού Καβάλας το 1956. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εμφανίστηκε στον χώρο της ελληνικής πεζογραφίας το 1990 με το μυθιστόρημα «Κρυμμένοι άνθρωποι».


Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και έχει εργαστεί ως καθηγητής Αγγλικών στη μέση εκπαίδευση σε διάφορες πόλεις. Στην Αθήνα ήρθε για να γίνει συγγραφέας.


Το διαμέρισμά του στη Νέα Σμύρνη διαθέτει απρόσκοπτη θέα στο Άλσος. Ένας τεράστιος όγκος βιβλίων, ταξινομημένων μάλιστα ανά συγγραφέα, καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του σπιτιού. Άλλωστε, εκεί περνά το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινότητάς του, γι' αυτό και είναι διακοσμημένος με το δικό του στυλ. Στη συζήτησή μας ανατρέχει στο παρελθόν, στο περιεχόμενο των βιβλίων του αλλά και στις εμπειρίες που κουβαλά ως πολύτιμο υλικό της ζωής του.


Τον συναντώ με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «το τραγούδι του πατέρα», γραμμένο για τον πατέρα του Λεωνίδα που πέθανε το 2009. Μια νουβέλα που μπορεί να θεωρηθεί ταυτόχρονα χρονικό εποχής και εξομολογητική βιογραφία. Όπως υποστηρίζει ο ίδιος: «Ένα τραγούδι για τον πατέρα, τους φίλους του και τη γενιά τους, µια γενιά που πάλεψε να ορθοποδήσει, που τόλμησε να ονειρευτεί µε κέφι και ελπίδα».


Οι άνθρωποι, βαθιά μέσα τους, παραμένουν οι ίδιοι, απλώς η ψηφιακή τεχνολογία τούς έδωσε τη δυνατότητα να πειραματιστούν με ταυτότητες και συμπεριφορές που παλιότερα θα τους ήταν αδιανόητες. Ταυτόχρονα, βιώνουν μια ναρκισσιστική μοναξιά, απόρροια της εικονικής τους ευδαιμονίας.

Είναι η στιγμή που μου δείχνει την κιθάρα του πατέρα του, η οποία υπάρχει ακόμη μπροστά στο γραφείο του, όπως και οι πολυάριθμες σελίδες από το προσωπικό του ημερολόγιο.


Πρόκειται για έναν άνθρωπο χαμογελαστό και καλοσυνάτο, με μειλίχιο και ευγενικό ύφος. Η γραφή γι' αυτόν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σκέψης του, ενώ κάθε σημείο στο διαμέρισμα είναι διαποτισμένο από τοπία, έρωτες, ταξίδια και προσωπικές αναζητήσεις.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά για τα παιδικά του χρόνια, τους γονείς του, την εποχή μας, την κρίση, την Ιστορία, τη συγγραφή, την απώλεια, τη μοναχικότητα αλλά και για το τι θεωρεί σημαντικό στη ζωή.

(. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO)


— Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε; Τι θυμάστε πιο έντονα από τα παιδικά σας χρόνια;

Γεννήθηκα σε μια γειτονιά που έσφυζε από ζωή, στο Παλαιοχώρι Καβάλας, στους πρόποδες του Παγγαίου. Το σπίτι μας ήταν κολλητά με του παππού μου, του Θόδωρου, κι έτσι ως παιδί έχω εικόνες με πολύ κόσμο – έξι παιδιά είχε ο παππούς, ήμουν το πρωτότοκο εγγόνι και απολάμβανα την αγάπη όλων. Ύστερα, ήταν μια γειτονιά γεμάτη παιδιά, με αυλές που ακουμπούσαν η μία στην άλλη – πηδούσαμε φράχτες και πηγαινοερχόμασταν.

Πάνω απ' όλα, ήταν ένα χωριό με κοντά 4.000 κόσμο, ένας προκομμένος τόπος, αυτάρκης, με πολλά μαγαζιά και κινηματογράφο. Δηλαδή, από τα παιδικά μου χρόνια έχω την εικόνα μιας μικρής ολοκληρωμένης κοινωνίας που θα κατακερματιζόταν όσο μεγάλωνα, ειδικά από τη στιγμή που θα έφευγα από το χωριό για να σπουδάσω.


— Πώς θα χαρακτηρίζατε την εποχή μας και γιατί;
Μέσα σε έξι δεκαετίες είδα αρκετές μεταμορφώσεις της κοινωνίας, έζησα σε διαφορετικές πόλεις και χωριά ως καθηγητής μέχρι να καταλήξω εδώ, στην Αττική, στη Νέα Σμύρνη. Οι αλλαγές στα ήθη ήταν σημαντικές, αλλά όχι ουσιαστικές. Οι άνθρωποι βαθιά μέσα τους παραμένουν οι ίδιοι, απλώς η ψηφιακή τεχνολογία τούς έδωσε τη δυνατότητα να πειραματιστούν με ταυτότητες και συμπεριφορές που παλιότερα θα τους ήταν αδιανόητες.

Ταυτόχρονα, βιώνουν μια ναρκισσιστική μοναξιά, απόρροια της εικονικής τους ευδαιμονίας. Ως κοινωνία, όμως, δεν προχωρήσαμε, χαθήκανε και χάνονται συνεχώς ευκαιρίες, π.χ. το Δημόσιο και η παιδεία λειτουργούν ακόμα με ξεπερασμένα μοντέλα, ενώ δεν έχουν απαλειφθεί πολλές προκαταλήψεις, ο φόβος του ξένου και του διαφορετικού.


— Πώς ανακαλύπτει ένας άνθρωπος τι είναι αυτό που θέλει στη ζωή;

Μπορεί και να μην το ανακαλύψει ποτέ. Είσαι εδώ, μετά δεν υπάρχεις. Και ψαχνόμαστε να καταλάβουμε κάτι απ' όλα αυτά, κάτι μη νοητό. Κάποιοι καταφέρνουν με υλικά μέσα να περάσουν καλύτερα, άλλοι δεν θα απολαύσουν ούτε μια σταγόνα ευημερίας. Το δράμα της ύπαρξής μας είναι ότι είμαστε έρμαια της μεταφυσικής, αλλά δεν την επικαλούμαστε ποτέ.

Θέλει να σκεφτείς αρκετά πάνω στη ζωή και τις ανάγκες σου, όμως, μέχρι να το συνειδητοποιήσεις, έχει σχεδόν περάσει. Τουλάχιστον, ας ξαναδώσουμε βάρος σ' εκείνα που δικαιούμαστε όλοι: το συναίσθημα, την αγάπη, τον έρωτα, την κοινωνικότητα, τη δικαιοσύνη.


— Το βιβλίο σας περιγράφει την ιστορία του πατέρα σας. Τελικά, η μνήμη είναι πόνος ή γιατρικό;

Το «τραγούδι του πατέρα» είναι ένα τραγούδι αφιερωμένο σ' εκείνον, περίπου δέκα χρόνια αφότου έφυγε. Σε μια παλιά συζήτηση μεταξύ του Λου Ριντ και του Πολ Όστερ θυμάμαι τον δεύτερο να λέει: «Αρκετοί άνθρωποι που αγαπήσαμε και νοιαστήκαμε γι' αυτούς δεν είναι πια μαζί μας, αλλά τους κουβαλάμε μέσα μας. Καθώς γερνάς η ζωή σου γίνεται μια ήσυχη συνομιλία με τους νεκρούς. Το βρίσκω λυπηρό αυτό και ταυτόχρονα εξαιρετικά παρηγορητικό».

Ο πατέρας μου ανήκε στη γενιά που αναστήλωσε την Ελλάδα μετά τον Εμφύλιο. Καπνοπαραγωγός, παντοπώλης, μουσικός, δεν υπήρχε μεροκάματο που να μην το κάνει. Ήταν το πρότυπό μου σε πολλά επίπεδα. Δούλευε, δεν χρώσταγε πουθενά και διαρκώς δημιουργούσε. Πεισματάρης αλλά και ευγενικός. Τα βράδια, κουρασμένος, έπιανε την κιθάρα και μας έπαιζε μουσική, ενώ η καλλίφωνη μάνα μου τραγουδούσε από δίπλα. Άνθρωποι του δημοτικού, που είχαν μια φυσική ευγένεια και ιδιαίτερες ευαισθησίες.

Αυτό το μικρό βιβλίο αφιερώνεται στη μνήμη του, αλλά είναι γραμμένο και ως μυθοπλασία. Στην τελευταία σελίδα, κάθε φορά που τη διόρθωνα, έκλαιγα. Ωστόσο είναι ένα ευχάριστο βιβλίο, έχει μια αισιοδοξία όσον αφορά την επιβίωση, τη χαρά και το γλέντι, έχει πολύ τραγούδι.



— Τι κρατάτε περισσότερο από τους γονείς σας;

Η μητέρα μου ζει μόνη της στο χωριό, αρνείται να έρθει στη Νέα Σμύρνη, δεν την αφορά η ζωή σε μια αχανή πόλη. Έζησαν αρμονικά οι δυο τους. Ήταν το ίδιο ευαίσθητοι και δυναμικοί. Μαζί αποφάσιζαν. Δούλευαν χωρίς να βαρυγκομούν, στα χωράφια, στο μαγαζί.

Κρατάω την αίσθηση της ελευθερίας που μας έδωσαν, εμένα και του αδελφού μου. Προτού γίνω είκοσι χρονών με έστειλαν έναν μήνα το καλοκαίρι στο Λονδίνο για να μάθω τη γλώσσα, στερώντας από το μάζεμα των καπνών δυο χέρια.

Όταν τους ανακοίνωσα ότι θα έφευγα στην Αθήνα, στην αρχή ξαφνιάστηκαν. Δεν είχα λόγο να φύγω από τη Βόρεια Ελλάδα, ήμουν εκεί διορισμένος καθηγητής. Τους εξήγησα ότι ήθελα να γίνω συγγραφέας. Και η μόνη ένσταση του πατέρα μου αφορούσε το βιοποριστικό: «Τουλάχιστον, θα βγάλεις χρήματα απ' όλα αυτά;». Έκτοτε, έστεκαν διακριτικά στο πλάι μου, με αφουγκράζονταν χωρίς πολλά λόγια και εξηγήσεις, με εμπιστεύονταν.


— Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να γράψετε για τον πατέρα σας;

Η απουσία του, αυτό που εκπροσωπούσε. Επέλεξα μια πιο αυτομυθοπλαστική μορφή στο κείμενο. Ήθελα να είναι σύντομο, αλλά περιεκτικό, σαν ένα τραγούδι που, αφού το διαβάσεις, θέλεις και να το τραγουδήσεις. Όταν το έγραφα άκουγα συνεχώς μουσικές και ειδικά εκείνης της εποχής, ισπανόφωνα και καντάδες, αλλά και της δικής μου εφηβείας, ποπ και σόουλ.

Να 'ναι καλά το Spotify, ανέστησε ηχητικά όλο εκείνο το περιβάλλον, γιατί οι δίσκοι έχουν παλιώσει και το παλιό πικάπ πεθαίνει μέσα στην παλιά καπναποθήκη στο χωριό. Θα ήθελα να παίζω κιθάρα, όπως ο πατέρας μου, με το μουσικό τρίο κάτι ξεκίνησα, ποτέ δεν είναι αργά. Η κιθάρα του είναι εδώ, μαζί μου, απέναντι από το γραφείο μου.


— Πώς ξεπερνιέται η απώλεια;

Καμιά ανθρώπινη απώλεια δεν ξεπερνιέται, απλώς ξεγελιέται. Έφτασα σε μια ηλικία όπου οι ανθρώπινες απώλειες είναι περισσότερες από ποτέ. Έτσι, όμως, ωριμάζουμε και επανεκτιμούμε τη ζωή.

Επέλεξα μια πιο αυτομυθοπλαστική μορφή για το κείμενο. Ήθελα να είναι σύντομο, αλλά περιεκτικό, σαν ένα τραγούδι που, αφού το διαβάσεις, θέλεις και να το τραγουδήσεις. Όταν το έγραφα, άκουγα συνεχώς μουσικές και ειδικά εκείνης της εποχής, ισπανόφωνα και καντάδες, αλλά και της δικής μου εφηβείας, ποπ και σόουλ.


— Γράφετε για εσάς από εσωτερική ανάγκη ή για τους αναγνώστες;

Και για τα δύο. Ξεκίνησα να γράφω ημερολόγιο δεκατεσσάρων ετών και μετά μικρές ιστορίες. Το υλικό μου σε χειρόγραφα σημειωματάρια είναι τεράστιο. Έγραφα από ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον, είχα εφεύρει έναν φανταστικό φίλο, τον Frank, στον οποίον απευθυνόμουν στο ημερολόγιο, αρχίζοντας «Αγαπητέ Φρανκ». Το όνομα το εμπνεύστηκα από την Άννα Φρανκ, όταν διάβασα στα δεκαπέντε μου το ημερολόγιό της.

Στο πανεπιστήμιο, στη Θεσσαλονίκη, διάβαζα ποιήματα και ιστορίες μου σε συμφοιτητές μου, ήμουν μέλος της Φοιτητικής Ομάδας Θεάτρου - Κινηματογράφου, του ΦΟΘΚ, κι έτσι ξεθάρρεψα. Αυτοί ήταν οι πρώτοι μου αναγνώστες, οι φίλοι μου, και μετά έστελνα διηγήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Το ημερολόγιο συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, αλλά δεν έχει καμία σχέση με την πεζογραφία. Όταν έρχεται η στιγμή της έκδοσης ενός βιβλίου, έχεις απέναντι τους αναγνώστες. Δεν οφείλουν να ακούσουν τα σώψυχα ή τα παραληρήματά σου. Το προσωπικό πρέπει να μετουσιωθεί σε μυθοπλαστικό. Αυτή η μεταβατική διαδικασία του μυθοπλάστη με γοητεύει πολύ. Γιατί ξέρεις ότι δεν είσαι πια ο εαυτός σου αλλά η συγγραφική του περσόνα. Κι εκεί έρχεται ο αναγνώστης και διαβάζει ό,τι θέλει και καμιά φορά περισσότερο απ' όσα εσύ σκόπευες να μεταφέρεις στο χαρτί.

— Μέσα από τη συγγραφή ανακαλύψατε πράγματα που δεν γνωρίζατε για τον εαυτό σας;

Κάθε είδους συγγραφή είναι μια μορφή ενδοσκόπησης και εξομολόγησης αλλά και προέκτασης των εκφραστικών σου μέσων: ανέκδοτα κείμενα, ημερολόγια, σημειωματάρια ονείρων και καθημερινών περιστατικών, ένα αχανές πια υλικό που προσπαθώ να βάλω σε τάξη. Γράφοντας σκέφτεσαι, ανακεφαλαιώνεις, λυτρώνεσαι. Και μετά έρχεται η λογοτεχνία, η οποία, επιμένω, είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Γι' αυτό και απορώ σήμερα με το άγχος κάποιων να βγάλουν το βιβλίο που μόλις έγραψαν. Τι έχει προηγηθεί;


— Τι είναι η λογοτεχνία για εσάς;

Ένα παράλληλο σύμπαν. Έχοντας μεγαλώσει με βιβλία, γραφές, τετράδια και τόσους υπολογιστές, ζω γράφοντας και διαβάζοντας καθημερινά. Η λογοτεχνία είναι μια τεράστια επικράτεια γλώσσας, ύφους, ιστοριών, πάθους, είναι ένα σύνθετο πράγμα που ο καθένας διατηρεί στο μυαλό του και δεν θα ήθελα να το επιβάλω σε κανέναν.

Όποτε κρίνω ότι μπορεί να εκδοθεί ένα βιβλίο, το δίνω στην εκδότη μου – μάλιστα εκδίδω τακτικά. Αν σκεφτώ τον όγκο της υπόλοιπης δουλειάς σε σχεδιάσματα, πρώτα χειρόγραφα, παρατημένα κείμενα, βιβλία ανολοκλήρωτα ή ολοκληρωμένα που απέρριψα, μπορώ να πω ότι όσα βιβλία μου κυκλοφόρησαν αποτελούν την «επίσημη» λογοτεχνική μου παρουσία, όμως εκπροσωπούν μόλις το ένα τέταρτο όσων έμειναν συνολικά στην αφάνεια.

Πολλές φορές, ανοιγοκλείνοντας τα δεκάδες σημειωματάρια, αναρωτιέμαι γιατί να μην υπάρχουν λογοτεχνικοί κληρονόμοι, όχι των πνευματικών δικαιωμάτων αλλά όσων κατάλοιπων και ιδεών αφήνεις πίσω σου, για να τους πεις: «Αν σου αρέσει κάτι, πάρε και γράψε, διάλεξε, αποτέλειωσε όποιο κείμενο είναι μισογραμμένο, ξαναγράψε την ίδια ιστορία». Αυτή θα ήταν η τέλεια πνευματική κληρονομιά και όχι τα μουσειακά αρχεία ή τα χειρόγραφα που φυλάσσονται σε συρτάρια συγγενών.


— Έχουμε μάθει κάτι από την κρίση;

Βεβαίως. Ότι την κρίση την πληρώνουν εκείνοι που δεν την προκάλεσαν. Όσοι ταλαιπωρούνται ακόμα είναι τα χαμηλά και μεσαία στρώματα, οι άνεργοι, οι άνθρωποι του μεροκάματου, οι συνταξιούχοι των 340 ευρώ, τα παρατημένα μπλοκάκια και τα κλειστά μικρομάγαζα. Και, δυστυχώς, εξακολουθούν να είναι οι περισσότεροι ψηφοφόροι πολιτικών κομμάτων, μηδενός εξαιρουμένου, που μας καταταλαιπωρούν δεκαετίες τώρα.


— Με αφορμή τα 200 έτη από την Ελληνική Επανάσταση, πιστεύετε ότι οι Έλληνες γνωρίζουν την Ιστορία τους;

Φυσικά και δεν γνωρίζουμε Ιστορία, έτσι κατακερματισμένα και μονομερώς που τη διδαχτήκαμε, αν κρίνω και από το πέρασμά μου από το σχολείο. Η Ιστορία είναι ένα πεδίο γεγονότων, γνώσεων και αρχείων που ερμηνεύεται ανάλογα με την κάθε εποχή και τις ανάγκες κάθε χώρας. Δεν μου αρέσουν οι επέτειοι, προτιμώ να συνδιαλέγομαι με το τώρα. «Όλη η Ιστορία είναι σύγχρονη Ιστορία» έλεγε ο Wallace Stevens. Εμείς, ως Καβαλιώτες, ενταχθήκαμε στο ελληνικό κράτος το 1913. Αυτό το «κενό πατρίδας» μέχρι τότε με ενδιαφέρει πολύ.


— Πείτε μου ένα χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας που σας ενοχλεί.

Ο συντηρητισμός της. Είναι τόσο βαθιά ριζωμένος, που οι ρίζες του γίνονται ένα μεγάλο ανάποδο δέντρο το οποίο χώνεται όλο και βαθύτερα στο ελληνικό υποσυνείδητο.


— Ποιες είναι οι πηγές της συγγραφικής σας περιέργειας;

Το διάβασμα της λογοτεχνίας. Αγαπώ την ελληνική ποίηση, το σινεμά, η μουσική με βοηθάει πολύ να μπω στη διαδικασία της γραφής. Όμως βασικά είμαι ένας παρατηρητής της ζωής των άλλων, έχω τον τρόπο μου, χωρίς να γίνομαι αδιάκριτος, να ακούω ιστορίες, να τις μεταπλάθω. Αρκετοί φίλοι και γνωστοί που έτυχε να μου αφηγηθούν τα πάθη και τα παθήματά τους δεν τη γλίτωσαν. Ωστόσο, πιστεύω ότι δεν εξέθεσα κανέναν, γιατί όλα φιλτράρονται στην πεζογραφία μέσα από πολλά αφηγηματικά εργαλεία.


— Ποιος είναι ο μεγαλύτερός σας φόβος;

Να βρεθώ ναυαγός σε ερημονήσι χωρίς βιβλία και καφέ.

— Σας τρομάζει ο θάνατος;

Όχι η στιγμή του, αλλά η μεταθανάτια πλευρά του. Αυτό το αδιανόητο, ακατάληπτο κενό.


— Ποιος είναι το κέρδος και ποιο το κόστος της μοναχικότητας;

Η μοναχικότητα είναι μια υπέροχη επιλογή, γιατί μπορείς να την παραβιάζεις τακτικά. Δεν είναι εύκολη κατάσταση, ο κόσμος είναι πλασμένος και αναγκασμένος να συνυπάρχει, οι αναχωρητές πληρώνουν το τίμημα αρκετά σκληρά. Όμως, όποιος τα καταφέρει, μπορεί να βιώσει μοναδικές στιγμές, χωρίς το βουητό των άλλων.


— Έχετε ανακαλύψει τι σημαίνει ευτυχία;

Η στιγμή που ξεσπάει μέσα σου η ανάγκη να εκφραστείς και να δημιουργήσεις.


— Μια βαθιά πληγή που σας ακολουθεί ακόμη;

Δεν κουβαλάω βαθιά τραύματα, είμαι λίγο ενοχικός, γιατί πολλές φορές δεν ανταποκρίθηκα στις προσδοκίες των άλλων.


— Τι θεωρείτε σημαντικό στη ζωή;

Να είσαι ο εαυτός σου. Απροσποίητος, με καθαρή συνείδηση, αξιοπρέπεια, ανιδιοτέλεια και την αποδοχή του άλλου. Και να ζεις σε μια ευρύχωρη δημοκρατία, ισότιμη και αξιοκρατική για όλους.