Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2021

Διήγημα "Η νύφη φεύγει"

Γυρίζαμε από ένα πανηγύρι στα βουνά της Ροδόπης αλλά δεν πήραμε τον δημόσιο δρόμο του Διδυμοτείχου, σκαρφαλώσαμε στην οροσειρά να γνωρίσουμε κι αυτή τη διαδρομή. Θαυμαστό τοπίο. Ταξιδεύαμε ψηλά στις βουνοκορφές, τριγυρισμένοι από βελανιδιές και άλλα δέντρα που δεν θυμάμαι να τα κατονομάσω. Ανάμεσα στα ανοίγματα του δάσους διακρίναμε τον θρακικό κάμπο και, όσο χαμηλώναμε στα οροπέδια και στα ξέφωτα, δεκάδες αγελάδες βοσκούσαν αμέριμνες και μόνες. Κάποια στιγμή σταματήσαμε να μαζέψουμε ρίγανη που μύριζε έντονα παντού.

Μια εναλλακτική σκέψη να βλέπαμε έναν ρωμαϊκό τύμβο, λίγο παρακάτω, εγκαταλείφθηκε. Περνούσε η ώρα. Αρκετά πια με τους τάφους και τους τεκέδες, γεμάτη ήταν η Θράκη και πεινούσαμε. Να μη βραδιαστούμε· είχαμε κανονίσει να δούμε έναν φίλο, από ένα χωριό των Σερρών, που δούλευε σε κάτι δημόσια έργα εκεί κοντά.

Το κινητό μας βρήκε και πάλι σήμα και έτσι, μετά τις τελευταίες στροφές, φτάσαμε στα Αρριανά, χωριό πεδινό, απλωμένο. Θα είχε καμιά χιλιάδα κατοίκους, μειονοτικό χωριό, κάπου στο βάθος ξεχώριζε ο μιναρές ανάμεσα στα αγροτόσπιτα με τις μεγάλες αποθήκες και τις τεράστιες αυλές, όπου λιάζονταν τα καπνά και στοιβάζονταν οι σοδειές.

Ξαποστάσαμε, όπως θα λέγανε οι παλιοί οδοιπόροι, οι Τσελεμπήδες και οι παρόμοιοι αφηγητές, σε μια ταβέρνα στην πλατεία, μια απλωσιά στο κέντρο του χωριού. Στο μαγαζί μέσα έξω πηγαινοέρχονταν ο ιδιοκτήτης και ένας βαριεστημένος νεαρός. Παραγγείλαμε μπύρες, το χύμα τσίπουρο το αποφεύγαμε, ενώ στο βάθος ακούγονταν μουσικές. Ήταν μια Κυριακή του Αυγούστου με μπόλικη ζέστη και καθόλου αέρηδες.

Ο Γιώργος μάς βρήκε αμέσως, αδύνατος όπως πάντα, χτίστης δυνατός, είχε γκρεμίσει και επισκευάσει τα πατρικά μας στα χωριά, έφτιαχνε επίσης περίτεχνα τζάκια βάζοντας και μια δική του «πινελιά» –καμιά φορά πομπώδη– αλλά περιζήτητη στις αυθαίρετες βίλες των βορειοελλαδίτικων ακτών. Τι νέα; Κάπνιζε, γελούσε, έμενε μαζί με άλλους τέσσερις εργάτες σε ένα σπίτι, δούλευαν στο φράγμα, λίγο παραπάνω, μπας και μαζευτεί νερό για το διψασμένο χώμα. Χρόνια κωλυσιεργούσε το έργο, πήγαινε από προκήρυξη σε ακύρωση και πάλι απ’ την αρχή, σταγόνα δεν μαζεύονταν.

Το γλέντι στο μεταξύ δυνάμωνε, στην ψησταριά ετοίμαζαν μπιφτεκάκια (που θα μας βαρυστομάχιαζαν) ο ταβερνιάρης μάλωνε με το γιο του. «Να τους προσέξουμε», έλεγε, «είναι δημοσιογράφοι». Φυσικά και δεν ήμασταν, αλλά το δηλώναμε, έστω και ένας κάθε φορά, γιατί ούτε «συγγραφέας» ούτε «καθηγητής» ακούγονταν καλά. Πολύ καλά όμως ακούγονταν τα τραγούδια που λες και έρχονταν καταπάνω μας. Πρέπει να ήταν 2015, η τελευταία εκδρομή με τον Δημήτρη, γιατί μετά αρρώστησε τρία χρόνια, γιατρεύτηκε, μας βρήκε η καραντίνα και από ταξιδευτές καταντήσαμε ονειρευτές ταξιδιών.

 

Θέλω να γράψω, του λέω, μια ιστορία για εκείνη την ημέρα, για την νύφη που την πήγαιναν στον γαμπρό με όργανα και χορούς, με νταούλια και ζουρνάδες που όσο πλησίαζαν μας ξεκούφαιναν και οι άντρες χόρευαν εκστατικά, μεθυσμένοι εντελώς, γύρω από ένα μαύρο BMW μέσα στο οποίο καθόταν η νύφη και ένας κοστουμαρισμένος τύπος οδηγούσε με μηδαμινή ταχύτητα μέχρι το σπίτι των πεθερικών, όπου θα την παρέδιναν στον γαμπρό. Θα έκαναν ώρες, μας είχε πει ο ταβερνιάρης, που με καλόπιανε γιατί ο γιος του θα κατέβαινε στην πρωτεύουσα για μια καλύτερη δουλειά.

«Μα δεν συνέβη κάτι εκείνη την ημέρα», μου λέει ο Δημήτρης, «φάγαμε μπιφτέκια με βραστά παντζάρια που μύριζαν χωματίλα, χαζεύαμε τους μεθυσμένους στην μέση της πλατείας και την αγανακτισμένη νύφη –φαντάζομαι– δεν ξεχώριζε καλά... Ο Γιώργος μετά μας πρότεινε να πάμε για ένα ποτό στο μπαρ μιας Ρωσίδας».

Να τι ήθελα να θυμηθώ! Εκείνο το μπαρ στη μέση του κάμπου για αγρότες και εργάτες, που είχε στηθεί αφότου ξεκίνησε το φράγμα. Η Ρωσίδα είχε βάλει μέσα κορίτσια, πίσω υπήρχε ένα δωματιάκι για πιο ιδιαίτερες στιγμές, απέξω τρακτέρ και αγροτικά. Ο Γιώργος πήγαινε για καμιά βότκα, παντρεμένος με γιο, δεν χαράμιζε τα μεροκάματα, μάλιστα ο γιος του θα έδινε εξετάσεις και πώς να αντέξει μια οικογένεια τα έξοδα των σπουδών; Για μια σπέσιαλ βότκα, τόνισε, δεν είχε αντίρρηση ειδικά για την ρώσικη που σέρβιραν εκεί μέσα. Τελικά περάσαμε απέξω αλλά δεν είχαμε κουράγιο να μπούμε μέσα. Το όνομα του μπαρ μού είχε κάνει εντύπωση. Σίγουρα θα το θυμάται ο Γιώργος.

 

Τηλεφωνώ στον Γιώργο, έχω να μιλήσω πολύ καιρό μαζί του, αν το σηκώσει θα μου πει, χάθηκες, πώς και μας σκέφτηκες; Όμως αυτός δεν το σηκώνει και παίρνω πάλι τον Δημήτρη να τον ρωτήσω τι συμβαίνει. «Τίποτε», θα μου πει. Δεν έχει δουλειές, με τον κορονοϊό σταμάτησαν και τα χτισίματα, η γυναίκα του απολύθηκε από ένα μαγαζί, ο γιος πέρασε στη Θεσσαλονίκη αλλά δεν τα έβγαζαν πέρα και ξαναγύρισε στο χωριό. Ο Γιώργος έγινε αναστενάρης.

«Δηλαδή πατάει στα αναμμένα κάρβουνα;»

«Βεβαίως» μου λέει ο Δημήτρης. «Με τα εικονίσματα αγκαλιά. Στην Αγία Ελένη, στο διπλανό χωριό, είχαμε πάει παλιά, τα έγραψες κάπου κι αυτά. Μα τι ψάχνεις από εκείνη την μέρα, δεν έγινε κάτι σπουδαίο».

 

Μην είσαι σίγουρος... Θυμάμαι τα νταούλια και τους ζουρνάδες, τις χλομές λάμπες στα στενόδρομα, τους ασκούπιστους δρόμους, τη νύφη καθηλωμένη στο άρμα του γάμου, εμείς να τρώμε κι ο ταβερνιάρης να μαλώνει με τον γιο του που έβλεπε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα στην τηλεόραση, η νύφη να σκύβει ανυπόμονα να δει πότε θα παραμερίσουν οι μεθυσμένοι πολιορκητές για να συναντήσει επιτέλους τον γαμπρό, ούτε τριακόσια μέτρα δεν είχαν απομείνει, όλα θα τελείωναν τότε, μετά θα έμπαιναν στο αυτοκίνητο, εκείνη φορώντας μαντίλα, φορτωμένη δώρα και θα ταξίδευαν ώρες, διασχίζοντας χώρες, διανυκτερεύοντας σε μοτέλ, θα έφταναν στην Ολλανδία, σε μια συνοικία κοντά σε εργοστάσια, θα έμεναν σε ένα σπίτι σαν των άλλων εργατών, δικοί τους είναι οι περισσότεροι, οι δικοί τους μουσουλμάνοι, Έλληνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Όχι, δεν πρέπει η νύφη να τον ακολουθήσει: ας ανοίξει την πόρτα, να δώσει μια σπρωξιά στους περιτμημένους μεθύστακες, να πεταχτεί στο δρόμο ανασηκώνοντας το νυφικό, αφήνοντας πίσω της φωνές, ουρλιαχτά κι αφηνιασμένα σκυλιά, να τρέξει παραπατώντας με τις ψηλές γόβες πάνω σε λακούβες και σβουνιές, λαχανιασμένη, μέχρι να δει τη λαμπερή επιγραφή «BAR...». Ναι, το θυμήθηκα! «BAR BAIKAL».

Σπρώχνει την πόρτα με δύναμη, είναι νωρίς ακόμη, δεν έχει κόσμο αλλά στο βάθος την περιμένει αινιγματική και χαρμόσυνη η Ρωσίδα, η περίφημη Βέρα, έλα εδώ κορίτσι μου, θα σε βρει αν θέλει ο γαμπρός, όλοι από εδώ περνάνε κι αν δεν έρθει εμείς έχουμε να πάμε κι αλλού, μεθαύριο ξεστήνουμε, τελειώνει το φράγμα και της βάζει μία παγωμένη βότκα φτιαγμένη από τα νερά της πιο βαθιάς λίμνης του πλανήτη, της λίμνης Βαϊκάλης.



Θεόδωρος Γρηγοριάδης


δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΠΟΧΗ


3 Ιανουαρίου 2021. Ένθετο η "Εποχή των βιβλίων"

 


Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2021

Φιοντόρ Ντοστογιέβσκι «Οι Δαιμονισμένοι»

Mετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Γκοβόστης, 2014


Πάλη μεταξύ ιδεολογικών φωνών


Πώς να περιγράψει κανείς ένα πολύπλοκο και προφητικό μυθιστόρημα εκατοντάδων σελίδων; Πώς να αναφερθείς στη ζωή του συγγραφέα όταν η πιο σημαντική πεντάτομη βιογραφία του, γραμμένη από τον Αμερικανό Τζόζεφ Φρανκ, φτάνει τις δύο χιλιάδες τετρακόσιες σελίδες;

O Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι1 γεννήθηκε στη Μόσχα το 1821 και πέθανε το 1881. Με το βαθιά πολιτικό του έργο προσπαθεί να συνομιλήσει με τους συνανθρώπους του για τα προβλήματα της εποχής του και για τον κόσμο που έρχεται. Η ρώσικη λογοτεχνία είχε επωμιστεί και άλλα πολλά καθήκοντα που δεν ήταν «λογοτεχνικά». Τα πρώτα πενήντα χρόνια του 20ού αιώνα, η υψηλή φήμη των Ρώσων συγγραφέων είχε επιδράσει στο έργο πολλών σπουδαίων ομότεχνών τους, όπως των Τζόζεφ Κόνραντ, Τζέιμς Τζόις, Βιρτζίνια Γουλφ.

Ο Ντοστογιέφσκι νέος ανήκε στον κύκλο διανοούμενων του Πετρασέφσκι που παρακολουθούνταν και συνελήφθησαν με βαρύτατες κατηγορίες. Καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή ανέγνωσε ένα απαγορευμένο γράμμα του σπουδαίου κριτικού Μπελίνσκι που αναφερόταν στον Γκόγκολ. Την τελευταία στιγμή ο τυφεκισμός μεταβλήθηκε σε κάτεργο ύστερα από τη χάρη που τους έδωσε ο τσάρος Νικόλαος Α΄. Τέσσερα χρόνια, με ξυρισμένο κεφάλι και διάβασμα της Βίβλου, η θρησκευτική του μεταστροφή ήταν αναπόφευκτη. Βγαίνοντας από τα κάτεργα γράφει τα μεγάλα του έργα: «Έγκλημα και τιμωρία», «Ο ηλίθιος», «Αδελφοί Καραμάζοφ» και «Οι Δαιμονισμένοι».


Βασικό θέμα του μυθιστορήματος «Οι Δαιμονισμένοι» (1870-71) είναι η διαταραχή που προκαλείται στη ζωή της μικρής πόλης Σκβορένσκι, στην τσαρική Pωσία του τέλους του 19ου αιώνα, από μια ομάδα επαναστατών που θα καταλήξουν τρομοκράτες. Ο όμορφος εικοσιπεντάχρονος Νικολάι Σταβρόγκιν. με διφορούμενη φήμη. θα ταράξει την κοινωνία ερχόμενος από το εξωτερικό κοντά στη πλούσια χήρα μητέρα του, την Βαρβάρα Πετρόβνα. Στο σπίτι του συναντάει τον Στεπάν Τροφίμοβιτς, παλιό του παιδαγωγό. Ξαφνικά ο Νικολάι αρχίζει να φέρεται επικίνδυνα. Η μητέρα του τον στέλνει πάλι στο εξωτερικό για να ξεχαστούν τα παραπτώματά του. Εκεί συνδέεται με τα μέλη μιας μυστικής ομάδας, στην οποία ανήκει ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς, γιος του Στεπάν, ο οποίος επιδιώκει να τον ανακηρύξει αρχηγό της. Ο Ντοστογιέφσκι δείχνει μια σχετική προτίμηση στον Στεπάν, ένα κούφιο άνθρωπο, με αρνητική επιρροή σε όσους πέρασαν από δίπλα του, όπως ο γιος του ο Πιοτρ και ο Νικολάι.


Φλεγόμενος μηδενισμός


 Παράλληλες ιστορίες αλληλομπλέκονται. Η πόλη βρίσκεται σε κοινωνική και πολιτιστική παρακμή. Η Βαρβάρα ανακαλύπτει τον κρυφό γάμο του Νικολάι στο εξωτερικό με την Μαρία Τιμοφέγεβνα, μια ταλαίπωρη κουτσή κοπέλα. Ο Πιοτρ δικαιολογεί τον Νικολάι και προσεταιρίζεται την Βαρβάρα που υπόσχεται να αποκαταστήσει την Μαρία, ενώ εκείνη εξαφανίζεται. Στο μεταξύ αναζωπυρώνεται η παλιά εχθρότητα του κόσμου προς τον Νικολάι.


Ο Πιοτρ ετοιμάζει την τρομοκρατική ομάδα προσπαθώντας να εγκλωβίσει τον Νικολάι ως αρχηγό, όμως εκείνος ισχυρίζεται ότι αναμίχτηκε από πλήξη και μόνο. Κατηγορεί τον Πιοτρ ότι λειτουργεί με το φαντασιακό, νομίζοντας ότι ανήκουν σε ένα τεράστιο δίκτυο επαναστατικών πυρήνων, και προτίθεται να αναγνωρίσει δημόσια το γάμο του με την Μαρία. Εκείνοι τον απειλούν με αποκαλύψεις. Ο Νικολάι, παίζοντας τον ήρεμο, υποδαυλίζει τους πάντες ενώ η κοινωνία τον αποδέχεται ξανά ως αγαπημένο της πόλης στην οποία συμβαίνουν τόσα ζοφερά: Ένα νέο παιδί αυτοκτονεί επειδή έχασε στον τζόγο, η χολέρα εξαπλώνεται στην τοπική φάμπρικα, πυρκαγιές ξεσπάνε σε πόλεις και χωριά.


Σε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του βιβλίου, ο Νικολάι επισκέπτεται τον εφημέριο Τύχωνα και εξομολογείται. Πρόκειται για ένα συνταρακτικό κεφάλαιο που απαγορεύτηκε στην πρώτη έκδοση του βιβλίου. Πενήντα χρόνια τώρα συμπεριλαμβάνεται στο μυθιστόρημα ρίχνοντας φως στην αβυσσαλέα ψυχή του νεαρού Νικολάι. Βίασε ένα κοριτσάκι δεκατεσσάρων ετών που κρεμάστηκε στη συνέχεια.


Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες. Η αποδιοργανωμένη πόλη ταράσσεται από κακόβουλες φήμες, κουτσομπολιά, αυθαιρεσίες. Σε μια πυρκαγιά (προφανέστατος εμπρησμός) στην άκρη της πόλης ο νομάρχης φωνάζει ότι φλέγεται ο μηδενισμός. Ανάμεσα στους καμμένους και σφαγμένους βρίσκεται και η Μαρία.


Η ομάδα κλονίζεται, συνειδητοποιούν ότι δεν υπάρχει κανένα δίκτυο. Τα μέλη αλληλοκαρφώνονται, συλλαμβάνονται, αναγκάζονται να αυτοκτονήσουν. Ο Νικολάι θα βρεθεί κρεμασμένος στη σοφίτα του σπιτιού του.


Και ποιος σώζεται χωρίς να τον αγγίξουν ιδιαίτερα όλα αυτά; Ο αφηγητής Γκονόροφ, ο ανέμπνευστος, ο ανώνυμος Καθένας, ο επιζών, ο μόνος Ρώσος που δεν μπόρεσαν να καταλάβουν οι δαίμονες.


Ο διάλογος ως σκοπός

«Με αποκαλούν ψυχολόγο: δεν είναι αλήθεια, είμαι μόνον ένας ρεαλιστής στην ύψιστη μορφή, δηλαδή περιγράφω τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής», λέει ο Ντοστογιέφσκι.


Ποτέ ξανά τόσο παρανοϊκοί και εξτρεμιστικοί χαρακτήρες δεν εμφανίστηκαν σε ένα μυθιστόρημα. Όμως, όσο αποτροπιαστικές και νά ’ναι οι πράξεις των ηρώων του, υπάρχει πάντα μια θετική καταγραφή. Τα παθήματα των ανθρώπων συχνά οδηγούν σε ταπείνωση και αγάπη για τον άλλο. Ξεπροβάλλει το αίτημα της ελευθερίας και της πνευματικής ανεξαρτησίας. Άλλωστε οι αρνητικοί χαρακτήρες δίνονται τόσο απωθητικά που αποτελούν παράδειγμα αποφυγής. Υπάρχει χιούμορ και κυνισμός στο μυθιστόρημα στα όρια της μαύρης κωμωδίας.


Στα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι προεικονίζεται η ψυχοπαθολογία του 20ού αιώνα, τα λάθη και οι συμφορές του. Οι άνθρωποι υποφέρουν, μιλάνε για τα πάθη τους, επαναπροσδιορίζουν τους ταξικούς κώδικες συμπεριφοράς. Ο συγγραφέας έζησε σε μια εποχή όπου επικρατούσε ο υλισμός, οι επιστημονικές ανακαλύψεις ήταν πολλές, ενώ υποχωρούσε το αίσθημα της θρησκευτικής πίστης. Η επιστήμη υποσχόταν τεχνολογικές εξελίξεις, πρωτόγνωρη ευμάρεια, μείωση της βίας και των πολέμων, απελευθέρωση από τη φτώχεια και τις δεισιδαιμονίες.


Ο Ντοστογιέφσκι θέλησε να επιτεθεί στις ριζοσπαστικές ιδέες που γοήτευαν τη νεότερη γενιά. Του δινόταν η ευκαιρία να απαντήσει λογοτεχνικά στους νεότερους και να αντιτεθεί στους συγγραφείς της παλιότερης γενιάς. Ένα μυθιστόρημα κατά των μηδενιστών ήταν πριν απ’ όλα ένα ξεκαθάρισμα με τον εαυτό του. Η μικρογραφία ενός ρωσικού χωριού, που παραδίδεται στα δαιμόνια «νέων ανθρώπων», αποβαίνει διαχρονικά η μακρογραφία και άλλων τόπων και χωρών. Το αχανές, και ατιθάσευτο μερικές φορές, κείμενο φόβιζε και τον ίδιο όταν το έγραφε παλεύοντας μαζί του.


Από τις μυριάδες θεωρητικές προσεγγίσεις του έργου του Ντοστογιέφσκι ας ξαναδούμε εκείνη του Μπαχτίν2: Ο Ντοστογιέφσκι είναι βαθιά πλουραλιστικός. Αν στον Σέξπηρ, τον Ραμπελέ και τον Θερβάντες υπάρχουν τα έμβρυα της πολυφωνίας, οι πρώτοι καρποί της πολυφωνίας ωριμάζουν στον Ντοστογιέφσκι. Στη βάση του ύφους του, βρίσκεται η αντιδικία, η πάλη μεταξύ των ιδεολογικών φωνών. Υποβάλλει σε ηθικά γυμνάσια τους ήρωές του για να τους αποσπάσει το λόγο της μέχρις εσχάτων αυτογνωσίας. Το βασικό πάθος του έργου του είναι η μάχη ενάντια στη μετατροπή του ανθρώπου, των ανθρώπινων σχέσεων και όλων των ανθρώπινων αξιών σε αντικείμενο υπό καπιταλιστικές συνθήκες. Στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι συντελείται ένας τεράστιος διάλογος που έχει όλες τις ιδιαιτερότητες του «σωκρατικού διαλόγου». Ο διάλογος δεν αποτελεί τον προθάλαμο της δράσης αλλά την ίδια τη δράση. Τα πάντα στο ντοστογιεφσκικό μυθιστόρημα οδηγούν στο διάλογο και στη διαλογική αντιπαράθεση. Τα πάντα αποτελούν ένα μέσο, ενώ ο διάλογος σκοπό.


Για τη δυναμικότητα του έργου αλλά και τους προβληματισμούς που προκύπτουν σε κάθε ανάγνωση οι Δαιμονισμένοι παραμένουν το μεγαλύτερο πολιτικό μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ.


 


Σημειώσεις


1. Η αναγραφή των ονομάτων διατηρήθηκε από την προτεινόμενη επίσης μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου των εκδόσεων Ίνδικτος.


2. Μπαχτίν, «Ζητήματα ποιητικής στον Ντοστογιέφσκι», εκδ. Πόλις, μετ. Δημήτρης Τζιόβας.


(c) Θεόδωρος Γρηγοριάδης

ΕΠΟΧΗ

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2021

Γεωγραφία της γραφής και λογοτεχνικοί τόποι

"Η αφήγηση του τόπου και ο τόπος ως αφήγηση" από τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη

portrait.jpg-theodoros_grigoriadis

 "Η αφήγηση του τόπου και ο τόπος ως αφήγηση"

Ποια είναι η σχέση μας με τον τόπο; Πώς επιδρά στη διαμόρφωσή μας; Σε ποιον βαθμό και με ποιους όρους καθορίζει τις επιλογές μας; Ερωτήματα που όσο αφορούν το βίωμα και την καθημερινή μας πράξη άλλο τόσο αφορούν και το φαντασιακό ή την επινόηση του «άλλου» μας κόσμου.

Πεζογράφοι σχολιάζουν τόσο για τους ίδιους όσο και για τη γραφή τους την πολύσημη αυτή σχέση δίνοντας και ένα απόσπασμα από κάποιο έργο τους που λειτουργεί ως ένδειξη για την παραπάνω σύζευξη.

Πιστεύουμε ότι θα φιλοξενούμε πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις τόσο λογοτεχνικά όσο και ερευνητικά.

Καλή ανάγνωση!

Άννα Αφεντουλίδου


Γεωγραφία της γραφής και λογοτεχνικοί τόποι

Α.

Γράφοντας μια ιστορία, πάντα έχουμε στο νου μας έναν τόπο. Η αφηγηματική πεζογραφία και ειδικά το ρεαλιστικό μυθιστόρημα διαδραματίζεται σε οικείους χώρους που γνωρίζουμε ή αναπλάθουμε. Ένας συγκεκριμένος τόπος αποτελεί ασφαλές έδαφος για να τοποθετηθούν οι ιστορίες και οι χαρακτήρες μιας ιστορίας και εξαρτάται από τον συγγραφέα πώς θα εκμεταλλευτεί τις συνιστώσες που δεν είναι πάντα γεωγραφικές. Υπάρχουν επιβλητικοί τόποι που καθορίζουν το ύφος και την πλοκή μιας ιστορίας όπως οι μεγαλουπόλεις του κόσμου, ας μην ξεχνάμε όμως ότι πολλές ιστορίες εκτυλίσσονται σε φανταστικούς ή επινοημένους τόπους αλλά και σε μέρη που οι συγγραφείς δεν τα επισκέφτηκαν ποτέ.

Η αφηγηματική μου γεωγραφία σχετίζεται πάντα με τους τόπους και τους ανθρώπους όπου έζησα. Οι λογοτεχνικοί μου τόποι είναι η γη, τα ταξίδια που έκανα και ονειρεύτηκα, οι μνήμες, οι παραδόσεις, οι μύθοι τους. Μια προσωπική ανθρωπογεωγραφία. Τα περισσότερα μυθιστορήματά μου διαδραματίζονται στη Βόρεια Ελλάδα, στην Αθήνα και σε ορισμένες χώρες του εξωτερικού. Όμως ο τόπος καταγωγής, ο τόπος των νεανικών μας χρόνων, είναι το κομβικό σημείο στο οποίο επιστρέφει ο συγγραφέας.

Ο τόπος της λογοτεχνίας φτιάχνεται με τα υλικά του συγγραφέα γι' αυτό και ένα ηλιόλουστο μέρος μπορεί να είναι ο πιο σκοτεινός τόπος ενός μυθιστορηματικού χαρακτήρα. Όμως το ίδιο καθοριστικό είναι και η χρονική στιγμή που διαδραματίζεται μια ιστορία κι έτσι ο χρόνος και ο τόπος φτιάχνουν μαζί τη δική τους χρονοτοπία.

Β.

Εκτός από τρία αθηναϊκά μυθιστορήματα ["Αλούζα χίλιοι κι ένας εραστές" (2005), "Ζωή μεθόρια" (2015), "Καινούργια πόλη" (2017], τα υπόλοιπα εννέα αλλά και πολλά διηγήματα που έχω δημοσιεύει και εκδώσει διαδραματίζονται στο βορρά.

Είναι τα μέρη όπου γεννήθηκα, μεγάλωσα, σπούδασα και εργάστηκα, τόποι που αγάπησα, έκανα τους πρώτους φίλους. Σε αυτή την έκταση περιλαμβάνεται η περιοχή που περιβάλλει τον τόπο καταγωγής μου, το Παλαιοχώρι Παγγαίου, την πεδιάδα των Φιλίππων και φτάνει μέχρι την Θεσσαλονίκη και τον Έβρο.

Το πρώτο μυθιστόρημα "Κρυμμένοι άνθρωποι" (1990, Λιβάνης, Πατάκης) διαδραματίζεται σε ένα απομονωμένο συνοριακό χωριό. Εκεί ένας νεοδιορισμένος δάσκαλος αντί να διδάξει την κατεστημένη γνώση εντάσσεται στην μυστικιστική κοινότητα του χωριού. Η επαφή του με τα νερά, τα βουνά, τη γη εντείνουν την μύηση και την μεταστροφή του. Το μυθιστόρημα δεν καθορίζει ακριβώς το γεωγραφικό στίγμα του τόπου, το χωριό έχει ένα φανταστικό όνομα, Μέρτυρα, ωστόσο κανείς αναγνώστης ή κριτικός δεν αμφέβαλλε ότι επρόκειτο για ένα μειονοτικό χωριό της Ξάνθης. Προσωπικά είχα εμπνευστεί από τα χωριά των Πομάκων όταν δούλεψα καθηγητής σε μειονοτικό σχολείο τη δεκαετία του ογδόντα. Η απόκρυψη του αληθινού τόπου σχετιζόταν με τις πρώτες μου γραφές που τότε εντρυφούσαν ιδιαίτερα στο φανταστικό αλλά και στην αποφυγή παρεξηγήσεων λόγω της ιδιαιτερότητας της κατάστασης στη Θράκη.

Η συλλογή διηγημάτων "Ο αρχαίος φαλλός" (1991, Λιβάνης, Κέδρος, εκτός κυκλοφορίας) είναι μια συλλογή οκτώ ιστοριών και μιας νουβέλας. Τόποι και πάλι ο Βορράς, η Δράμα, το Παγγαίο αλλά και ένα βόρειο νησί, η Λήμνος. Κι εδώ οι ήρωες πάσχουν σε σχέση με τα πάθη τους αλλά και με τον τρόπο που ο τόπος τους καθορίζει. Στο ομώνυμο διήγημα περιγράφεται η ερωτική σχέση μιας μόνης γυναίκας με ένα... ολόσωμο αρχαιοελληνικό άγαλμα που βρέθηκε τυχαία καθώς όργωνε τη γη ένας αγρότης.

Ο "Ναύτης" (1993, Κέδρος, Πατάκης) είναι το πιο προσωπικό μου μυθιστόρημα, όπου ένας έφηβος, σε ένα ορεινό χωριό του Παγγαίου, ονειρεύεται μια θάλασσα που την ταυτίζει με την πεδιάδα των Φιλίππων όπως την αντικρίζει από τις πλαγιές του χωριού του. Ωστόσο το δικό μου Παγγαίο, όπως τα ξανάδα γράφοντας από το γραφείο μου στην Αθήνα, είναι ένα βουνό που πέρα από τις γεωλογικές του ιδιαιτερότητες κουβαλάει έναν μύθο, και επιδρά δραστικά στον ψυχισμό ορισμένων χαρακτήρων. Ο αφηγητής ως ναύτης ταξιδεύει στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο ενοποιώντας τον χώρο της εφηβικής του φαντασίας μ΄αυτήν του κόσμου που ανακαλύπτει.

Το "Έξω από το σώμα"(2003, Πατάκης) είναι το απόλυτο Παγγαιορείτικο μυθιστόρημα, εντελώς βουνίσιο, όπου ντόπιοι κάτοικοι και οπαδοί του Διόνυσου συγκρούονται στα ανηφορικά μονοπάτια του ιερού βουνού. Όπως και στον "Ναύτη" κυριαρχεί η συνύπαρξη του σύγχρονου με το μυθολογικό και η κάθαρση επέρχεται είτε στην κορυφή του Παγγαίου είτε στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων. Το "Έξω από το σώμα" μελετήθηκε από ορειβάτες για την πιστή αναπαράσταση των μονοπατιών, κανείς όμως-ευτυχώς- δεν βρήκε το Ιερό του Διόνυσου και δεν ταυτίστηκε με την μανία των χαρακτήρων. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής προσδίδει μια υποκειμενικότητα στην μαρτυρία όσων εξιστορεί και καθόλου τυχαία ονομάζεται Ρήσος.

Τις Σέρρες τις γνώρισα από φίλους και αποσπάστηκα εκεί τα τελευταία χρόνια στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη. Στο μυθιστόρημα "Ο χορευτής στον ελαιώνα" (1996, Κέδρος, εκτός κυκλοφορίας) κυριαρχεί ο τόπος, η πόλη και ένας ελαιώνας. Ο ψυχισμός του χορευτή Μύρωνα, του ήρωά μου, καθορίζεται σχεδόν μοιρολατρικά από την δύναμη του τοπίου και ενός μυστικού που κρύβει ο ελαιώνας τον οποίο ματαίως αναζητούσαν οι περιπατητές στην γνωστή κοιλάδα των Σερρών. Στην ευρύτερη περιοχή δεν υπήρχε παρά μόνον ένα χωριό, ο Ελαιώνας, σκαρφαλωμένο στα γύρω βουνά. Πάντως οι Σερραίοι, διαβάζοντας το μυθιστόρημα, δεν αμφέβαλλαν για την ύπαρξη του και το εξέλαβαν ως αληθινό και για χρόνια, εξ αιτίας αυτού του μυθιστορήματος, με θεωρούσαν "Σερραίο συγγραφέα".

Αποκορύφωμα της γεωγραφικής μου περιπλάνησης αποτελούν τα "Νερά της χερσονήσου" (1996, Κέδρος εκτός κυκλοφορίας.). Το μοναδικό μυθιστόρημα ιστορικής περιόδου, διαδραματίζεται στις αρχές του αιώνα, το 1906. Προσπάθησα να καταγράψω την πορεία των τριών περιηγητών και προσκυνητών από την Λυδία της Καβάλας και τους Φιλίππους μέχρι την Κωνσταντινούπολη μέσα από τις παλιές βαλκανικές διαδρομές. Σκοπός των περιηγητών, μέσα από παλιούς χάρτες, να επισκεφτούν και να καταγράψουν τα 'εβδομήντα ιερά αγιάσματα', δική μου πρόθεση να διαλογιστούμε πάνω στο τέλος της οθωμανικής αυτοκρατορίας και στις τύχες των βαλκανικών λαών. Εδώ ο χρόνος του κειμένου είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη γεωγραφία, στοιχεία της οποίας άντλησα από παλιά κείμενα και χάρτες που πιθανόν να μην ήταν απόλυτα ακριβείς. Όμως ο σχεδιασμός του μυθιστορήματος θύμιζε ένα παλιότερης εποχής.

Καμιά φορά λογοτεχνικό τόπο αποτελεί και μία μόνον πόλη, ένα κομμάτι, το κέντρο της. Στο μυθιστόρημα το "Παρτάλι" (2001, Πατάκης), περιγράφονται τα χρόνια της μεταπολίτευσης 1974-78 στην Θεσσαλονίκη. Μια ομάδα φοιτητών μετα-κινείται ανάμεσα σε έναν χώρο που ορίζεται από το Πανεπιστήμιο και το κτίριο της Φιλοσοφικής φτάνοντας στο Βαρδάρη με βασικό συνδετικό άξονα την Εγνατία οδό. Και, καθώς κάθε τόπος κουβαλάει το στίγμα της χρονικής του διάστασης, εδώ προσπάθησα γράφοντας είκοσι χρόνια μετά, να καταγράψω την ατμόσφαιρα εκείνης της πόλης που διαμόρφωσε τον χαρακτήρα μου και, μέσα από τις σπουδές μου, τον λογοτεχνικό μου ορίζοντα. Το Βαρδάρη και η Θεσσαλονίκη αποβαίνει τόπος μεταμορφώσεων, παρενδυσίας και ερωτικής απελευθέρωσης για τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος.

Στο μυθιστόρημα "Αλούζα χίλιοι κι ένας εραστές" (2005, Πατάκης) για πρώτη φορά γράφω με φόντο την Αθήνα του νέου αιώνα, ωστόσο κι αυτή περιορίζεται στον Κεραμεικό και στο ιστορικό της κέντρο. Η ηρωίδα είναι μισή Ελληνίδα, μισή Αραβίδα με πολλά ταξίδια στην μεσογειακή ανατολή. Η Αλούζα ταξιδεύει έχοντας παρέα διανοούμενους, καβαφιστές, ιστορικούς ακολουθώντας τις διαδρομές του ελληνιστικού κόσμου. Αυτή η διαχρονική διαδρομή (χρόνος της Αλούζα στο μυθιστόρημα,αρχαίες διαδρομές και ο παρών χρόνος της ανάγνωσης) προσδίδει έναν τρισδιάστατο γεωγραφικό και ιστορικό χάρτη όπου οι εποχές διασταυρώνονται στον ίδιο χρονότοπο.

Το μυθιστόρημα μεταφράστηκε στα αραβικά και κυκλοφόρησε στην Αίγυπτο το 2017. Όμως σήμερα οι περισσότεροι προορισμοί και τα λιμάνια που ταξίδευε η Αλούζα έχουν αλλάξει ή κατάντησαν επικίνδυνες ζώνες πολέμου ή περάσματα προσφυγιάς. Η επιθυμία μου να συνδέσω την Αθήνα με μια μεσογειακή ανατολή, που έχει τις ρίζες της στην ύστερη ελληνιστική ιστορία, σήμερα ανατρέπεται, σχεδόν ακυρώνεται. Να πώς μπορούν να διαβαστούν τα βιβλία. Και ως χαμένοι παράδεισοι και διαψευσμένες γεωγραφίες. Για μένα ο τόπος της ανατολής όπως τον φαντάστηκα ως ένας αναπόφευκτα νεο-οριενταλιστής κάτι που το συνάντησα διαβάζοντας πρόσφατα το βιβλίο του Ματιάς Ενάρ «Η πυξίδα» (εκδ. Στερέωμα).

Στα διηγήματά "Οι χάρτες" (2007, Πατάκης), όπως άλλωστε δηλώνεται και στον τίτλο, η γεωγραφικότητα διαμόρφωσε και την δομή του βιβλίου. Μοίρασα 70 ιστορίες σε τέσσερις γεωγραφικές ενότητες: "Χωριά και κωμοπόλεις", "Πόλεις και συνοικίες", "Ξενιτιές και εξορίες", "Ουτοπίες και δυστοπίες".

Μια μετάβαση από τον μικρό τόπο στον μεγαλύτερο, από το ντόπιο στο ξένο και από τον φανταστικό στον ονειρικό και το δυστοπικό. Εδώ οι τόποι υπονοούνται περισσότερο παρά κατονομάζονται, όμως παραμένουν καθοριστικοί και βρίσκονται σε αλληλοεπίδραση με τους χαρακτήρες και στα συμβάντα. Οι "Χάρτες" απαρτίζουν τον πλέον διευρυμένο λογοτεχνικό μου χάρτη.

Σε ένα ακόμη μυθιστόρημα οι ήρωές μου διασχίζουν σύνορα και χώρες. "Ο παλαιστής και ο δερβίσης" (2010, Πατάκης) είναι μια ιστορία των αρχών του 20ου αιώνα, με πρωταγωνιστές Έλληνες και έναν Τούρκο παλαιστή από την Αδριανούπολη. Τα διαρκή ταξίδια των εμπλεκόμενων σε ερωτικές και και όχι μόνον περιπέτειες ξεκινάνε από την Θεσσσαλονίκη και τις Σέρρες και φτάνουν μέχρι την Αθήνα, την Αδριανούπολη και την Κωνσταντινούπολη, δίνοντας περιγραφές των πόλεων, των διαδρομών με καθόλου τουριστική διάθεση ή εθνικιστικές επισημάνσεις. Στα κεφάλαια αναγράφονται οι πόλεις και οι χρονιές ως τίτλοι. Κάθε φορά που οι ήρωες διαπερνάνε τις χώρες τους ταυτόχρονα ξεπερνάνε και τα δικά τους όρια και στερεότυπα,

Το "Μυστικό της Έλλης" (2012, Πατάκης) είναι ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στις αρχές της οικονομικής κρίσης στο μοντέρνο Γκάζι και στον λαϊκό Βοτανικό, ένθεν και ένθεν των σιδηροδρομικών γραμμών. Σ΄ αυτή την μικρή οριοθετημένη περιοχή η πενηντάρα μοναχική Έλλη, σπουδαγμένη και ψαγμένη, συναντάει τον μικρότερό της, παντρεμένο Αντώνη, και ζει ίσως την τελευταία ερωτική περιπέτεια της ζωής της. Ο χώρος είναι καθοριστικός, η ίδια διαπερνάει τα κοινωνικά και ερωτικά της όρια, τις σιδηροδρομικές γραμμές που την χωρίζουν από τον λαϊκό εραστή Αντώνη. Χρόνια τώρα πατρίδα της είναι κάθε φορά το καινούργιο της σπίτι, συνηθισμένη από τα ταξίδια και τις μεταθέσεις της ακόμη και στην Αφρική.

Οι εσωτερικές μεταναστεύσεις και οι μετατοπίσεις των ηρώων μου είναι ένα εξ ίσου σημαντικό θέμα που με απασχολεί πάντα σε συνάρτηση με την καταγωγή τους. Κάθε ήρωας κουβαλάει στα γονίδιά του την καταγωγή, την ρίζα και αυτό αλλού είναι ιδιαίτερα έντονο και αλλού υποβόσκει.

Η "Ζωή μεθόρια" (2015, Πατάκης), όπως μαρτυράει και από τον τίτλο του, έχει έντονο το στοιχείο του τόπου και της μεθορίου. Η Θεσσαλονικιά καθηγήτρια Ζωή, πρωτοδιορίζεται στην Ορεστιάδα και αργότερα στην Ξάνθη. Ο χώρος την αναδομεί θετικά αλλά και αρνητικά, την αναγκάζει να δει τον εαυτό της, το πεπρωμένο της που το φοβάται. Για άλλη μια φορά το τοπίο της Θράκης ανακαλείται λογοτεχνικά και γεωγραφικά μαζί, μυστικιστικά και περιθωριακά. Να κάτι που δεν μπορεί να κάνει η κλασική γεωγραφία που όμως -όπως διαβάζω σε κάποια άρθρα- λαμβάνει υπόψη τα μυθοπλαστικά κείμενα.

Το μικρό βιβλίο "Ο ξεχασµένος άγγελος των Φιλίππων" (2015, Πατάκης) είναι ένας ποιητικός µονόλογος με αναφορές στην Ιστορία, τους µύθους, τις λατρείες και τις ζωές των ανθρώπων της ευρύτερης περιοχής των Φιλίππων. Γράφτηκε για την παράσταση "Οι επτά άγγελοι των Φιλίππων" στα πλαίσια του Φεστιβάλ Φιλίππων και Καβάλας 2015. Πρόκειται για την αφήγηση του Άγγελου, ενός ντόπιου καντινιέρη, ενός ανήσυχου άντρα που κουβαλάει από τη φύση του µια τρέλα και που, µέσα από µιαν αινιγµατική οραµατική επαφή στον αρχαίο χώρο των Φιλίππων, µεταµορφώνεται σε αγγελιοφόρο μιας χαμένης τραγωδίας του Σοφοκλή. Η μεταμόρφωση λαμβάνει χώρα μέσα στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων και ολοκληρώνεται με την ανάβασή του στο Ιερό του Παγγαίου ως οπαδός του Διόνυσου.

Η έκδοση συμπεριελάμβανε το σύντομο αφήγηµα "Ο αναπόφευκτος τόπος" όπου καταγράφω τις προσωπικές μου µνήµες, τις επισκέψεις και τις συγγραφικές μου επιρροές από τον κάµπο των Φιλίππων και τον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο. Ένας τόπος µε µυστική δύναµη και υποβλητική οµορφιά που κάθε φορά αποκαλύπτεται λες και είναι η πρώτη. Οι Φίλιπποι, μαζί με το Παγγαίο, είναι οι δύο τόποι, βουνό και πεδιάδα, Ιερό και Αρχαίο Θέατρο, που αναφέρονται σχεδόν σε όλα τα βορειοελλαδίτικα μυθιστορήματά μου, έστω και με μια αναφορά, ένα πέρασμα των ηρώων μου. Πιστεύω ότι αυτό το μικρό βιβλίο είναι το απόσταγμα της εμμονικής μου σχέσης με τον Τόπο και τον Μύθο της περιοχής μου.

"Η καινούργια πόλη" (2017, Πατάκης) είναι η Αθήνα και είναι καινούργια για τον νέο άντρα, τον Μανώλη και την μοιραία, όμορφη μάνα του. Έρχονται για πρώτη φορά στην πρωτεύουσα, αρχές της δεκαετίας του 90, εκείνη για να ξεφύγει από ένα άσχημο συμβάν, που συνέβη στη Θράκη, εκείνος για να την προστατέψει αφήνοντας πίσω του, την Σουηδία, όπου ζούσε μέχρι πρότινος. Μέσα από την πρωτόγνωρη ματιά τους θα δούμε μιαν άλλη πόλη, της λάμψης και του ξοδέματος του 90 και, μέσα από τους περιπάτους, του κλασικού φιλολόγου Μανώλη, θα ξαναδούμε το παρελθόν της πόλης, όπως εκείνος το εντοπίζει στις αναφορές τόπων και συναντήσεων στους Πλατωνικούς και Σωκρατικούς διαλόγους.

Η συλλογή διηγημάτων "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου" (2018, Πατάκης) περιλαμβάνει είκοσι έξη ιστορίες που διαδραματίζονται στη στην Ανατολική Μακεδονία, στον Έβρο, στο Παγγαίο αλλά και στην Σουηδία και στην Σαμψούντα της Μαύρης Θάλασσας. Ιστορίες προσφύγων του πολέμου στη Μέση Ανατολή, διακινήσεις μεταναστών και εξαφανίσεις κυριαρχούν ανάμεσα στα θέματα.

Τονίζεται επίσης η διπλή μου καταγωγή, ντόπια και προσφυγική, το δίγλωσσο χωριό μου όπου κατοικούσαν πριν το 1922 οι μουσουλμάνοι Οθωμανοί και οι ριζωμένοι ντόπιοι. Αυτή η γονιδιακή διττότητα ήταν το καλύτερο δώρο από πλευρά καταγωγής, γιατί άκουσα πολλές λαλιές προσφυγικές και ντόπια ιδιώματα, άκουσα ιστορίες και κουβάλησα αυτό τον "γεωγραφικό και πολιτιστικό" διχασμό στις ιστορίες μου. Ο ελληνικός βορράς είναι πιο ιδιόμορφος από τον νότο (αν εξαιρέσεις την πρωτεύουσα) επειδή δέχθηκε τους περισσότερους πρόσφυγες από την Μικρά Ασία και αυτή η ανάμειξη υπήρξε καθοριστική.

Ακριβώς μια επέκταση και των παραπάνω σκέψεων, σε μια σύντομη αυτοβιογραφική (αλλά και αυτομυθοπλαστική) αφήγηση, είναι και το "Τραγούδι του πατέρα" (2019, Πατάκης), η ιστορία ενός μουσικού τρίο στο Παλαιοχώρι μέσα στο οποίο ο πατέρας μου έπαιζε κιθάρα. Τρία προσφυγόπουλα που ξεκίνησαν με καντάδες στα κορίτσια και διασκέδασαν με τις μουσικές τους τον κόσμο.

Γ.

Η λογοτεχνική μου γεωγραφία είναι μια αφηγηματική επικράτεια, η δική μου μυθοπλαστική πατρίδα, με αληθινά και φανταστικά όρια που μου επιτρέπει να ονειρεύομαι και να δημιουργώ.

 Ο Μισέλ Φουκώ, πολύ νωρίς τη δεκαετία του '70, θεμελιωτής της ετεροτοπίας, επεσήμανε ότι η αγωνία της εποχής μας εντοπίζεται πια θεμελιωδώς στον χώρο, πολύ πιο έντονα απ΄ ότι στον χρόνο. Αυτή την αγωνία για τον χώρο και τον τόπο έρχεται η λογοτεχνική γεωγραφία να τον χαρτογραφήσει με το δικό της υλικό αλλά και με απαραβίαστους κανόνες: την συμμετοχή του αναγνώστη που θα ανακαλέσει και θα προσαρμόσει στη δική του οντότητα την γεωγραφικότητα μέσω ενός διαλόγου με το περιβάλλον έξω από αυτόν και εντός του κειμένου. Η διαμεσολάβηση ανάμεσα στο κείμενο και στον αναγνώστη είναι μια εναργής διαδικασία που θα οδηγήσει σε νέες λογοτεχνικές επικράτειες τις οποίες μπορεί να μην είχε καν προσχεδιάσει και ίδιος ο συγγραφέας.


* Ολόκληρη η ομιλία παρουσιάστηκε στο "Βιβλιοτρόπιο" Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016 στην εκδήλωση "Γεωγραφία της γραφής και λογοτεχνικοί τόποι" που έλαβε χώρα στο Κέντρο Λόγου και Τεχνών Τεχνοδρόμιο στην Λεμεσό. Για το culturebook ειδικά παρουσιάζεται το μεγαλύτερο μέρος της παρουσίασης συμπληρωμένη με τα νεότερα πεζογραφικά κείμενα που εκδόθηκαν στο μεταξύ. 

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2020

Τα βραβεία μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature του λογοτεχνικού περιοδικού δε|κατα


Τα βραβεία μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature, που θέσπισε το 2006 το λογοτεχνικό περιοδικό δε|κατα,  εξαιτίας των επιλογών τους, χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης στον χώρο των κριτικών λογοτεχνίας, των δημοσιογράφων, των εκδοτών, των συγγραφέων, των μεταφραστών, των επιμελητών, των ανθρώπων του βιβλίου εν γένει. Εφέτος, 14η χρονιά διοργάνωσής τους, λόγω καραντίνας, δεν έγινε ζωντανή τελετή απονομής των βραβείων. Πρόκειται για βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2019. 

Το βραβείο Ξένου Μυθιστορήματος απονέμεται στην μεξικανικής καταγωγής αμερικανίδα Valeria Luiselli για το βιβλίο της Το αρχείο των χαμένων παιδιών , σε μετάφραση από τα αγγλικά Βασιλικής Κνήτου, εκδόσεις Μεταίχμιο. H Valeria Luiselli, μία επιδέξια συγγραφέας, αφυπνισμένη κοινωνικά και πολιτικά, στο βραβευμένο βιβλίο της καταπιάνεται με μεγάλα θέματα, ανανεώνει τους σύγχρονους τρόπους αφήγησης, γνωρίζει και αξιοποιεί στο κείμενό της τις τάσεις της παγκόσμιας λογοτεχνίας, την οποία διαβάζει όχι μόνο ως συγγραφέας αλλά και ως αφηγήτρια του εαυτού της.

Το βραβείο Ελληνικού Μυθιστορήματος απονέμεται στον Ευάγγελο Αυδίκο, για το βιβλίο του Οδός Οφθαλμιατρείου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Ο Ευάγγελος Αυδίκος με άψογη αφηγηματική τεχνική (μικτές διηγήσεις, ευφυής χειρισμός ιστορικού χρόνου, γλωσσικά άλματα, στοχαστικές παρατηρήσεις), επιτυγχάνει να δώσει άλλη προοπτική στη μυθιστορηματική βιογραφία συνδέοντας το λογοτεχνικό μας παρελθόν με τις προκλήσεις του.

Και τα δύο βιβλία, λαμπρά δείγματα ρεαλιστικής μυθοπλασίας, ξεχωρίζουν για τη στιλπνότητα του λόγου, την πυκνή γλώσσα, τον ποικίλο κόσμο των εννοιών και το χτίσιμο χαρακτήρων, αποκαλύπτοντας τις αντιφάσεις μέσα στις οποίες ζούμε. Bασικό κριτήριο υπήρξε η λογοτεχνικότητα και ο συνδυασμός ύφους, πλοκής, γλώσσας και περιεχομένου.

Τα βραβεία THE ATHENS PRIZE FOR LITERATURE θέσπισε το 2006 το λογοτεχνικό περιοδικό δε|κατα. Χορηγός τα εργαλεία γραφής Mont Blanc.

ΟΙ ΒΡΑΧΕΙΕΣ ΛΙΣΤΕΣ/SHORT LISTS

ΞΕΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ/FOREIGN NOVEL

Antonio Ferrari, To μυστικό, η αληθινή ιστορία της απαγωγής του Άλντο Μόρο, μετάφραση από τα ιταλικά Δημήτρης Μαμαλούκας. Κέδρος

Mahir Guven, Μεγάλος αδελφός, Μετάφραση από τα γαλλικά Λίζυ Τσιριμώκου. Ίκαρος

Patrick McGrath,  To φάντασμα του βεστιάριου, μετάφραση από τα αγγλικά Μιχάλης Μακρόπουλος, Μεταίχμιο

Valeria Luiselli, Το αρχείο των χαμένων παιδιών , μετάφραση από τα αγγλικά Βασιλική Κνήτου, Μεταίχμιο.

Elizabeth Macneal, Το Εργαστήριο με τις κούκλες, μετάφραση από τα αγγλικά Μιχάλης Μακρόπουλος, Ψυχογιός

Don Delillo, ZERO K, μετάφραση από τα αγγλικά Λαμπρινή Κουζέλη, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 

Michel HOUELLEBECQ , Σεροτονίνη, μετάφραση από τα γαλλικά Γιώργος Καράμπελας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Αlessandro Piperno, Εκεί που τελειώνει η ιστορία, μετάφραση από τα Ιταλικά Άννα Παπασταύρου, Πατάκης

Annie Proux. Άνθρωποι του δάσους, μετάφραση από τα αγγλικά Γιώργος Κυριαζής. Καστανιώτης

Κikke Ferrari, Από μακριά μοιάζουν με μύγες, μετάφραση από τα ισπανικά Άννα Βερροιοπούλου. Καστανιώτης


Για το έτος 2019 οι συγγραφείς - κριτές των ξένων μυθιστορημάτων ήταν οι Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Νίκος Δαββέτας, Φίλιππος Δρακονταειδής,  Σοφία Νικολαΐδου και Κοσμάς Χαρπαντίδης.


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ/GREEK NOVEL

Ευάγγελος Αυδίκος, Οδός Οφθαλμιατρείου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Μάρω Βαμβουνάκη, Ένας αφηρημένος άντρας, Ψυχογιός 

Λουκία Δέρβη, Θέα Ακρόπολη, Μεταίχμιο

Άντζελα Δημητρακάκη, Τίνα. Η ιστορία μιας ευθυγράμμισης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Φίλιππος Δρακονταειδής, Η πρόσοψη, Κέδρος

Μήτσος Κασόλας, Η γερακίνα, Καστανιώτης

Θωμάς Κοροβίνης, Ολίγη μπέσα ορέ μπράτιμε, Άγρα

Ηλίας Μαγκλίνης. Είμαι όσα έχω ξεχάσει, Μεταίχμιο

Καρολίνα Μέρμηγκα, Κάτι κρυφό μυστήριο, Μελάνι

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Casa Μπιάφρα, Πατάκης

Για το έτος 2019 οι συγγραφείς - κριτές των ελληνικών μυθιστορημάτων ήταν οι Κωνσταντίνος Μπούρας, Ντίνος Σιώτης, Δημήτρης Σωτάκης και Κώστας Χατζηαντωνίου.



Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2020

Βραχείες Λίστες The Athens Prize for Literature 2019

Τα βραβεία μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature του περιοδικού δε|κατα,  λόγω των επιλογών τους, χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης στον χώρο των κριτικών λογοτεχνίας, των δημοσιογράφων, των εκδοτών, των συγγραφέων, των μεταφραστών, των επιμελητών, των ανθρώπων του βιβλίου. Εφέτος, δέκατη τέταρτη χρονιά διοργάνωσής τους, λόγω καραντίνας δεν προβλέπεται ζωντανή τελετή απονομής των βραβείων. Λεπτομέρειες για την ανακοίνωση των δύο νικητών εν καιρώ. Χορηγός τα εργαλεία γραφής Mont Blanc.


ΞΕΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


 Antonio Ferrari, To μυστικό, η αληθινή ιστορία της απαγωγής του Άλντο Μόρο, μετάφραση από τα ιταλικά Δημήτρης Μαμαλούκας. Κέδρος


 Mahir Guven, Μεγάλος αδελφός, Μετάφραση από τα γαλλικά Λίζυ Τσιριμώκου. Ίκαρος


Patrick McGrath,  To φάντασμα του βεστιάριου, μετάφραση από τα αγγλικά Μιχάλης Μακρόπουλος, Μεταίχμιο


Valeria Luiselli, Το αρχείο των χαμένων παιδιών , μετάφραση από τα αγγλικά Βασιλική Κνήτου, Μεταίχμιο.


Ελίζαμπεθ ΜακΝίλ, Το Εργαστήριο με τις κούκλες, μετάφραση από τα αγγλικά Μιχάλης Μακρόπουλος, Ψυχογιός


Ντον ΝτεΛίλλο, ZERO K, μετάφραση από τα αγγλικά Λαμπρινή Κουζέλη, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 


Μισέλ Ουελμπέκ, Σεροτονίνη, μετάφραση από τα γαλλικά Γιώργος Καράμπελας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας


Αλεσσάντρο Πιπέρνο, Εκεί που τελειώνει η ιστορία, μετάφραση από τα Ιταλικά Άννα Παπασταύρου, Πατάκης


Άννυ Πρου. Άνθρωποι του δάσους, μετάφραση από τα αγγλικά Γιώργος Κυριαζής. Καστανιώτης


Κίκε Φεράρι, Από μακριά μοιάζουν με μύγες, μετάφραση από τα ισπανικά Άννα Βερροιοπούλου. Καστανιώτης


Για το έτος 2019 οι συγγραφείς - κριτές των ξένων μυθιστορημάτων ήταν οι Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Νίκος Δαββέτας, Φίλιππος Δρακονταειδής,  Σοφία Νικολαΐδου και Κοσμάς Χαρπαντίδης.


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


Ευάγγελος Αυδίκος, Οδός Οφθαλμιατρείου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας


Μάρω Βαμβουνάκη, Ένας αφηρημένος άντρας, Ψυχογιός 


Λουκία Δέρβη, Θέα Ακρόπολη, Μεταίχμιο


Άντζελα Δημητρακάκη, Τίνα. Η ιστορία μιας ευθυγράμμισης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας


Φίλιππος Δρακονταειδής, Η πρόσοψη, Κέδρος


Μήτσος Κασόλας, Η γερακίνα, Καστανιώτης


Θωμάς Κοροβίνης, Ολίγη μπέσα ορέ μπράτιμε, Άγρα


Ηλίας Μαγκλίνης. Είμαι όσα έχω ξεχάσει, Μεταίχμιο


Καρολίνα Μέρμηγκα, Κάτι κρυφό μυστήριο, Μελάνι


Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Casa Μπιάφρα, Πατάκης


Για το έτος 2019 οι συγγραφείς - κριτές των ελληνικών μυθιστορημάτων ήταν οι Κωνσταντίνος Μπούρας, Ντίνος Σιώτης, Δημήτρης Σωτάκης και Κώστας Χατζηαντωνίου.




Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2020

Τζόζεφ Κόνραντ "Η καρδιά του σκότους"

Το 1889 ένας άνεργος Πολωνός ναυτικός, μη μπορώντας να βρει δουλειά στο Λονδίνο, πήγε στις Βρυξέλλες όπου υπέγραψε με μια βελγική ναυτιλιακή εταιρεία. Στο Κονγκό, αποικία του Βασιλιά Λεοπόλδου ΙΙ, υπήρχε μια θέση γι’ αυτόν μιας και ο προηγούμενος διευθύνων είχε δολοφονηθεί κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Έτσι ο πλοίαρχος Τζόζεφ Τέοντορ Κόνραντ Κορζενιόφσκι, γεννημένος στην Ουκρανία το 1857, γιος διανοουμένου, ο οποίος εξορίστηκε λόγω της συμμετοχής του στους αγώνες για την πολωνική ανεξαρτησία, ξεκίνησε το ταξίδι του για την Αφρική.



Οι Βέλγοι διεκδικούσαν τεράστια τμήματα της κεντρικής Αφρικής. Αυτό που ξεκίνησε σαν μια κίνηση ανθρωπιστικής βοήθειας για την αποτροπή του εμπορίου σκλάβων και για «να φέρουν πρόοδο στη χώρα», κατέληξε σε μια από τις βιαιότερες σφαγές λαού σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Κόνραντ, πρώτος, έφερε στο φως αυτή τη συνταρακτική γενοκτονία των 10 με 15 εκατομμυρίων ανθρώπων.
Κατά τη διάρκεια του πλου και μέσα από πορείες στη ζούγκλα ανάμεσα στην Κινσάσα και το Κισανγκάνι, κατάφερε να αντέξει λίγους μήνες με όσα είδε. Παραιτήθηκε, γύρισε πίσω ράκος στα πρόθυρα της ψυχικής κατάρρευσης. Μέσα από τις σημειώσεις του προέκυψε το πρώτο του βιβλίο, «Η τρέλα του Αλμάγιερ», ακολούθησε το σύντομο «Ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της προόδου» και τελικά, το 1902, εκδόθηκε το πιο διάσημο έργο του «Η Καρδιά του Σκότους» («Heart of Darkness»).
Η ιστορία αρχίζει στο Λονδίνο πάνω σε ένα δικάταρτο ιστιοπλοϊκό, αραγμένο στον Τάμεση. Μια παρέα και ανάμεσά τους ο ανώνυμος αφηγητής. Αυτός μιλάει για τον Μάρλοου, τον έμπειρο ναυτικό με την ασκητική μορφή και, μέσα από τη αφήγηση του Μάρλοου, θα μας αποκαλυφθεί το ταξίδι του. Έτσι από τον μουντό Τάμεση, που «υπήρξε κάποτε ένας από τους σκοτεινούς τόπους της γης», ξεκινάει το ταξίδι στην Αφρική.

Ταξιδιώτες σε μια γη προϊστορική

Ο Μάρλοου πηγαίνει πρώτα στις Βρυξέλλες, στα σκοτεινά γραφεία μιας Εταιρίας για να υπογράψει ως πλοίαρχος σε μια αποστολή στην Αφρική. Ο προηγούμενος καπετάνιος είχε σκοτωθεί σε μια συμπλοκή. Ο Μάρλοου κοπανιέται στον ωκεανό με ένα γαλλικό ατμόπλοιο και φτάνει, ύστερα από τριάντα μέρες, στην εκβολή του μεγάλου ποταμού. Στη συνέχεια ταξιδεύει με ένα μικρό ποντοπόρο ατμόπλοιο μέχρι τον Σταθμό της Εταιρείας.
Εκεί βλέπει για πρώτη φορά την κακοποίηση των ιθαγενών και ακούει για τον Κουρτς, ένα στέλεχος της Εταιρίας, που «είχε αναλάβει ένα εμπορικό φυλάκιο, ένα πολύ σημαντικό φυλάκιο, στην πραγματική πηγή του ελεφαντόδοντου, στο απώτερο τέρμα εκεί πέρα…»
Αφήνει τον σταθμό, με ένα καραβάνι εξήντα ανδρών, για διακόσια μίλια πορεία σε ένα έρημο και δύσβατο τόπο. Η επόμενη στάση του είναι ο Κεντρικός Σταθμός. Αλλά το ατμόπλοιο, που θα αναλάμβανε, έχει κολλήσει στον πάτο του ποταμού. Αρχίζουν οι προσπάθειες επισκευών. Εδώ οι πληροφορίες για τον Κουρτς πληθαίνουν. Είναι επικεφαλής του Ενδότερου Σταθμού, θεωρείται μια διάνοια, ένα πλάσμα εξαιρετικό…
Αρχίζει το ταξίδι στο ποτάμι για να συναντήσουν τον Κουρτς και να τον επαναφέρουν στον πολιτισμό. Αδιαπέραστα δάση, σκοτεινές φιγούρες στις όχθες. «Εισχωρούσαμε όλο και πιο βαθιά στην καρδιά του σκότους… Είμαστε ταξιδιώτες σε μια γη προϊστορική, μια γη που είχε την όψη άγνωστου πλανήτη… ταξιδεύαμε μέσα στην νύχτα των πρώτων αιώνων, των αιώνων που πέρασαν αφήνοντας πίσω τους ελάχιστα ίχνη-και καμιά ανάμνηση».
Όσο πλησιάζουν στον σταθμό του Κουρτς τόσο μεγαλώνει η αγωνία του Μάρλοου να συναντήσει αυτόν τον τρομερό άνθρωπο που λέγεται ότι είναι, εκτός από φοβερός έμπορος, και μια επιβλητική προσωπικότητα αφού κατόρθωσε να κυριαρχήσει ανάμεσα στους ιθαγενείς.
Θα δεχθούν την επίθεση ιθαγενών και ο τιμονιέρης σωριάζεται νεκρός. Τίποτε δεν πτοεί όμως την αποστολή. Οι πληροφορίες λένε ότι ο Κουρτς είναι σοβαρά άρρωστος και πρέπει να μεταφερθεί πίσω στον πολιτισμένο κόσμο. Όμως δεν είναι μόνον αυτό. Είναι και το τεράστιο φορτίο ελεφαντόδοντου που διαχειρίζεται ο Κουρτς.
Το ταξίδι του Μάρλοου συγκρίνεται με την κατάδυση στον άλλο κόσμο, με τους κύκλους της Κόλασης, που εδώ είναι το πέρασμα από τον ένα σταθμό στον άλλο, μέχρι την τελική συνάντηση με τον Κουρτς, τη μετεμψύχωση του διαβόλου.
Η συνάντηση του Μάρλοου με τον Κουρτς παραμένει μοναδική στη λογοτεχνική ιστορία. Η φράση «Η φρίκη! Η φρίκη!» εξακολουθεί να προβληματίζει. Ποια φρίκη; Τι έχει δει ο Κουρτς; Τη φρίκη των πράξεών του ή μήπως πράγματι είδε τον ίδιο τον θάνατο που θα τον απαλλάξει από τους θριάμβους και τις βαναυσότητες της πρόσκαιρης ζωής;
Ο Μάρλοου θα επιστρέψει στις Βρυξέλλες, την «ταφούπολη», κλονισμένος ψυχικά και σωματικά από την καρδιά του σκότους που τελικά επικράτησε. Ένα χρόνο αργότερα θα συναντήσει την μνηστή του Κουρτς. Εκείνη περιγράφει έναν άνθρωπο με ευγενική καρδιά και ο Μάρλοου ψεύδεται ότι ο Κουρτς πρόφερε το όνομά της πεθαίνοντας.

Φως στην υπόσταση της τέχνης

«Το αριστούργημα Η καρδιά του σκότους», όπως γράφει ο C.B. Cox, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, «ανήκει σε εκείνα τα σύγχρονα μυθιστορήματα που, όπως ο Θάνατος στη Βενετία του Τόμας Μαν ή η Δίκη του Κάφκα, ρίχνουν φως στην υπόσταση της τέχνης του εικοστού αιώνα, στα προβλήματα και στα επιτεύγματά της». Έχει ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους μέσα στον εικοστό αιώνα. Οι αντι-ιμπεριαλιστές δίνουν έμφαση στο βασανισμό και στην εκμετάλλευση των ιθαγενών της Αφρικής. Από τη μαρξιστική πλευρά ο Κούρτς ενσαρκώνει όλα τα κακά που παράγει ένα αλόγιστο καπιταλιστικό σύστημα. Οι οπαδοί του ψυχολόγου Γιουγκ ανακάλυψαν ένα ταξίδι μέσα στη νύχτα του ασυνείδητου, μια συνάντηση με τις μυστικές εγκληματικές δυνάμεις που ο πολιτισμός διατηρεί σε ύφεση. Το ταξίδι μέσα στο Κονγκό έχει αναλυθεί επίσης σαν ένα φροϊδικό ταξίδι στην αγριότητα του σεξ, στην αποκάλυψη του κρυμμένου Εγώ. Αρχής γενομένης του Έντουαρντ Σαΐντ άρχισε η αποδόμηση του βιβλίου ενώ οι μετααποικιακές σπουδές το ξαναδιαβάζουν σε σχέση με τον όρο «Africanism», δηλαδή τον τρόπο που οι μαύροι Αφρικανοί εκπροσωπούν τον «Άλλο» και η Δύση αναπαριστά την Αφρική, έναν όρο που καθιέρωσε η Τόνι Μόρισον.
Πολλές οι προσεγγίσεις που καθιστούν ακόμη πιο δύσκολη την αποκάλυψη του μυστικού αυτού του μικρού μυθιστορήματος. Το σκοτεινό μοτίβο επανέρχεται σε όλο το μυθιστόρημα αφήνοντας ανοιχτή κάθε πιθανή ερμηνεία. Ο Μάρλοου και ο Κουρτς, οι ντόπιοι και η άγρια ερημιά, παραμένουν αινίγματα στα οποία η αφήγηση κατά καιρούς ρίχνει κάποιο φως. Όμως η σκοτεινότητα δεν θα φανερώσει ποτέ τα μυστικά της.
Ο μοντερνιστής Τζόζεφ Κόνραντ συνετέλεσε στην πρώιμη σύλληψη της παγκοσμιοποίησης και του αποικιοκρατισμού μέσα από τις προσωπικές και μυθοπλαστικές του ιστορίες που ξεκινάνε από την Πολωνία, το Λονδίνο και φτάνουν στη Μασσαλία, στην Αφρική, στην νοτιοανατολική Ασία. Στο πλούσιο έργο του αναπτύσσονται θέματα όπως η τρομοκρατία, η μετανάστευση, η επιβολή της εξουσίας σε ηπείρους και φυλές.
Ελάχιστοι συγγραφείς έχουν διεισδύσει τόσο βαθιά στην καρδιά της ανθρωπότητας και όλα αυτά από έναν άνθρωπο που άφησε πίσω μια πατρίδα και, υιοθετώντας μιαν άλλην, έγραψε σε μια καινούργια του γλώσσα, την αγγλική, ένα από τα πιο υποδειγματικά μυθιστορήματα της αγγλικής και την παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Πέθανε ξαφνικά στον κήπο του σπιτιού του στο Κεντ της Αγγλίας το 1924.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης,
συγγραφέας


ΕΠΟΧΗ, 2/05/2020

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2020

Ντανίλο Κις, «Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών

Ντανίλο Κις, «Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών», 

μετάφραση Μαρία Κεσίνη, εκδόσεις Καστανιώτης, 2018

 

 

Ο Ντανίλο Κις, βαλκάνιος συγγραφέας με κεντροευρωπαϊκές και μπορχικές επιρροές, αποτύπωσε στο έργο του τη βιαιότητα της Ιστορίας μέσα από μια ασυνήθιστη λογοτεχνική φωνή, πάντα πολιτική, βασισμένη στην ιστορία του 20ού αιώνα η οποία χτίστηκε πάνω στο θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων.

Στα ελληνικά μεταφράστηκαν τα περισσότερα γραπτά του, αρκετά βρίσκονται εκτός κυκλοφορίας. Θα άξιζε να ξεκινήσουμε από την «τριλογία της μαθητείας»: «Πρώιμα βάσανα», «Κήπος, στάχτες», «Κλεψύδρα» (Κέδρος) που σχετίζεται με την παιδική ηλικία του συγγραφέα και τη δραματική ιστορία του πατέρα του. Η απλοϊκή ματιά του παιδιού καθορίζει αφηγηματικά τα δύο πρώτα βιβλία ενώ στην Κλεψύδρα ο συγγραφέας περνάει στην επικράτεια του Τζόις κάτι που θα παραδεχθεί και ο ίδιος σε συνεντεύξεις του.

Με τον Τζόις μοιραζόταν μια εκπληκτική σύμπτωση: «Ο πατέρας μου είδε το φως στη Δυτική Ουγγαρία και αποφοίτησε από την Εμπορική Ακαδημία στον τόπο γεννήσεως κάποιου κυρίου Βίραγκ, ο οποίος με την ευλογία του κυρίου Τζέιμς Τζόις, θα γίνει ο περίφημος Λέοποντ Μπλουμ» («Σύντομη αυτοβιογραφία» στην πρώτη έκδοση της Εγκυκλοπαίδειας στον Εξάντα, το 1992). Η μετέπειτα επιρροή του Μπόρχες θα τον μεταμορφώσει ριζικά όπως και ο Μπρούνο Σουλτς («Ο Σουλτς είναι ο Θεός μου», είπε κάποτε στον Τζόν Άπντάικ).

Ο πατέρας του πέθανε στο Άουσβιτς το 1944 και κάποια γράμματα που άφησε πίσω του αποτέλεσαν για τον Ντανίλο Κις ένα είδος λογοτεχνικής παρακαταθήκης, υλικό βαρύτιμο για τον κόσμο των Εβραίων της Ουγγαρίας και των Ούγγρων φασιστών που κατέλαβαν τη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια του πολέμου.

 

Το εργαστήριο της βιωματικής του γραφής

 

Ο Ντανίλο Κις γεννήθηκε το 1935 στην Σουμπότιτσα της Σερβίας κοντά στα ουγγρικά σύνορα. Έζησαν εκεί οικογενειακά μέχρι το 1942 χρονιά της σφαγής Εβραίων και Σέρβων από τους Ούγγρους φασίστες με εκατόμβες θυμάτων. Ο Ντανίλο Κις είδε πτώματα να πλέουν στο ποτάμι και να σωριάζονται στους δρόμους, είδε φίλους και γείτονες κατακρεουργημένους. Αυτό αποτέλεσε το εργαστήριο της βιωματικής βασανιστικής του γραφής.

Μετά τις σφαγές διέφυγαν στην επαρχία της Ουγγαρίας όπου έζησαν σε απόλυτη φτώχεια. Ο Ντανίλο δούλεψε σαν εργάτης στα χωράφια και, όταν πήραν τον πατέρα του στο Άουσβιτς, επέστρεψαν στο Μοντενέγκρο και πήγε στο γυμνάσιο. Είχαν γλυτώσει λόγω της Μαυροβούνιας Χριστιανής μητέρας του που βάπτισε τον Ντανίλο στα πέντε του Ορθόδοξο Χριστιανό.

Τελειώνοντας το λύκειο γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου και ήταν ο πρώτος απόφοιτος της νέας έδρας της Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Έζησε στο Παρίσι από το 1962 και το 1968 βίωσε τον γαλλικό Μάη. Σαν τον Ναμπόκοφ, τον οποίο εκτιμούσε πολύ, προτίμησε τη γραφή παρά το δρόμο, το θεωρούσε εμπόδιο στη συγγραφική του εξέλιξη.

 

Προσωπική μνήμη χωρίς τη γενίκευση της Ιστορίας

 

Σε ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε το 1978, ο Ντανίλο Κις διαχώρισε το διήγημα στην «πριν τον Μπόρχες και μετά τον Μπόρχες» εποχή. «Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών» ανήκει στη δεύτερη περίοδο όπου οι μυθοπλασίες εμπλέκονται με τη φαντασία, τη μεταφυσική, τα ντοκουμένα, τα αρχεία. Χωρίς κραυγαλέες καταγγελίες στο υπόστρωμα της μυθοπλασίας του βρίσκεται το Ολοκαύτωμα και ο Σταλινισμός.

Τα διηγήματα της συλλογής «Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών» βασίζονται στη Βίβλο, στο Κοράνι, σε μεσαιωνικές αφηγήσεις, στη συνωμοσιολογία του 20ού αιώνα. Η παράθεση των τίτλων είναι ενδεικτική της θεματολογίας: Σίμων ο Μάγος, Επικήδειες τιμές, Η εγκυκλοπαίδεια των Νεκρών, Ο θρύλος των κοιμωμένων, Ο καθρέπτης του αγνώστου, Η ιστορία του Δασκάλου και του μαθητή, Είναι ένδοξος ο υπέρ πατρίδος θάνατος, Το βιβλίο των βασιλέων και των ανόητων, Τα κόκκινα γραμματόσημα με τη μορφή του Λένιν. Ας παραμείνουμε σε ένα πολύ σημαντικό:

Το διήγημα «Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Βελιγράδι το 1981 στο περιοδικό Knjizevnost και ένα χρόνο αργότερα στο New Yorker. Αποσκοπεί στη διάσωση της προσωπικής μνήμης και της ατομικότητας αποδεσμευμένα από τη γενίκευση της Ιστορίας. Πώς να διασωθεί η ατομικότητα, πώς να διατηρηθεί το αρχείο όλου του κόσμου που να εμπεριέχει τα ονόματα και τις ζωές όλων των νεκρών;

Η αφηγήτρια, ερευνήτρια θεατρικών σπουδών, επισκέπτεται τη Βασιλική Βιβλιοθήκη της Σουηδίας, όπου της δίνεται η δυνατότητα να παραμείνει μέσα μέχρι το πρωί. Ανακαλύπτει ένα δαιδαλώδη τομέα με τη μεγαλύτερη εγκυκλοπαίδεια του κόσμου εκείνων που πέθαναν μετά το 1789 και, ανάμεσα στους άπειρους τόμους, εντοπίζει τη βιογραφία του πατέρα της που είχε πεθάνει δύο μήνες πριν.

 

Ένα όραμα ισότητας του κόσμου

 

Καθώς η ανάγνωση θα κρατούσε ως το χάραμα έπρεπε να επιλέξει πληροφορίες συγκροτώντας μια βασική περίληψη της ζωής του. Όμως όλα είναι γραμμένα τόσο μοναδικά! Οι τόποι, τα συναισθήματα, τα ταξίδια, οι χειρονομίες, οι στιγμές που δεν θα τις διάβαζες σε μια «αυθεντική» βιογραφία. Διαβάζει όσα δεν γνώριζε πριν γεννηθεί, εντοπίζει σκηνές που βίωσε και η ίδια από παιδί. Ο πατέρα της αντιμετωπίζεται, όπως και οι άλλοι νεκροί, με κάθε ιδιαιτερότητα γιατί πληροί τον όρο της καταχώρισης σε αυτήν τη μεγαλειώδη έκδοση: να μην αναφέρεται σε καμία άλλη εγκυκλοπαίδεια. Η εγκυκλοπαίδεια «εκφράζει ένα όραμα ισότητας του κόσμου... με σκοπό να διορθωθεί η επίγεια ανθρώπινη αδικία και να δοθεί σε όλα τα πλάσματα του θεού μια θέση ισοτιμίας στην αιωνιότητα». (σ.50).

Το λήμμα του πατέρα της είναι ολιγοσέλιδο αλλά συμπυκνωμένο: απόηχοι του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, χωρίς χρονολογική σειρά, ονόματα, ημερομηνίες, επιστολές, αποσπάσματα από εφημερίδες, εικόνες που ξεπηδούν ενώ διαβάζει και τις «βλέπει». Βλέπει τον πατέρα της νεότερο και ξεσπάει σε κλάματα (σαν να ξυπνάει από ένα αγχωτικό ανεκπλήρωτο όνειρο που θα μπορούσε να είναι το υπόβαθρο όλης αυτής της αφήγησης), προαισθανόμενη πόσο αφόρητη θα ήταν η απώλειά του. Ήταν τοπογράφος ο πατέρας της, διέσχισε την ενδοχώρα της Σερβίας, έφτιαξε κτηματολογικά και τοπογραφικά σχέδια που –ειδωμένα από το σήμερα– φαντάζουν σαν μια ανώφελη χαρτογράφηση της μετέπειτα διαλυμένης χώρας.

Στο καταπληκτικό αυτό διήγημα, που αξίζει να διαβαστεί πολλές φορές, αναφέρεται και η στιγμή που ο πατέρας γνωρίζει τη μέλλουσα μητέρα της. Συνεχίζοντας καταχωρούνται σημειώσεις από τα προσωπικά του τετράδια. Και η πιο ασήμαντη λεπτομέρεια αλλάζει νοηματικά από άνθρωπο σε άνθρωπο παραμένοντας ανεπανάληπτη, όπως ανεπανάληπτη είναι η ζωή του κάθε ανθρώπου, η μοναδικότητα κάθε όντος που έζησε πάνω στη γη. 

Στην πορεία του πατέρα παρεμβάλλονται και οι δικές της μνήμες. Το βασανιστικό τέλος του πατέρα της από καρκίνο, το «λουλούδι» που ζωγράφιζε ως μοτίβο (ένα αινιγματικό Rosebud), ταυτιζόταν με το μακάβριο σάρκωμα που «άνθιζε» μέσα του.

 

Άρχισε να μεγαλώνει μετά το θάνατό του

 

Η φήμη του Ντανίλο Κις, ως ενός από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Ευρωπαίους συγγραφείς, άρχισε να μεγαλώνει μετά το θάνατό του, το 1989 από καρκίνο στο Παρίσι σε ηλικία μόλις 54 ετών. Το 2015 ήταν ο πρώτος συγγραφέας από τη νοτιανατολική Ευρώπη που εκδόθηκε στην σειρά Penguin Modern Classics.

Η ποιητικότητα και πυκνότητα της γραφής του Ντανίλο Κις ενδεχομένως, στην εποχή των αλγορίθμων, να φαντάζει παράδοξη για έναν απαίδευτο αναγνώστη. Έγραφε ανοίκειες ιστορίες, μελετούσε τους άλλους συγγραφείς αναζητώντας την προσωπική του φωνή. Στάθηκε τυχερός που ανήκει στην προ-διαδικτυακή περίοδο της λογοτεχνίας γιατί σήμερα ακόμη και η Εγκυκλοπαίδεια των νεκρών θα αποθηκευόταν σε ένα μικροσκοπικό ψηφιακό αρχείο.

 

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2020

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ «Λολίτα»

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ «Λολίτα», μετάφραση: Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδόσεις Πατάκη, 2002 (13η έκδοση)

Το 2018 η Αμερικανίδα συγγραφέας Sarah Weinman με το βιβλίο της «Η αληθινή Λολίτα» (The Real Lolita: A Lost Girl, an Unthinkable Crime and a Scandalous Masterpiece) συσχέτισε το κλασικό μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ με μια αληθινή ιστορία που διαδραματίστηκε το 1940, την απαγωγή μιας νεαρής κοπέλας από έναν παιδόφιλο. Το βιβλίο της Weinman επαινέθηκε από την κριτική και κανείς δεν σκέφτηκε να το στιγματίσει επειδή έθιγε το θέμα της παιδεραστίας. Ωστόσο το μυθιστόρημα του Ναμπόκοφ τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στο στόχαστρο του νεοσυντηρητισμού και αρκετών κινημάτων (υπερβολικής) ορθότητας.
Ο Ρώσος εμιγκρέ, συγγραφέας και ερασιτέχνης εντομολόγος, πιθανώς να εμπνεύστηκε από τον αληθινό εγκληματία αφού στο μυθιστόρημα γίνεται μια ονομαστική αναφορά στον αληθινό απαγωγέα. Ποιος μιμείται ποιον; Η ζωή την τέχνη ή το αντίθετο και κατά πόσον ανάμεσα στους δεκάδες εγκληματικούς μυθιστορηματικούς χαρακτήρες ένας παιδόφιλος δεν έχει θέση;

Η Λολίτα είναι η αφήγηση του Χάμπερτ Χάμπερτ, καθηγητή λογοτεχνίας και παθιασμένου για τα «νυμφίδια», όπως αποκαλεί τα μικρά κορίτσια. Η αφήγηση στο Προοίμιο αναφέρεται ως: Η εξομολόγηση ενός λευκού άρρενος χήρου. Ο Τζον Ρέι, που την γράφει, επιμελήθηκε την έκδοση του κειμένου μιας και ο αφηγητής, ο Χάμπερτ Χάμπερτ, πέθανε στη φυλακή λίγες μέρες πριν την έναρξη της δίκης του.
Ο παράφρων Χάμπερτ απευθύνεται στους ενόρκους αναδιπλώνοντας –επιλεκτικά– τη ζωή του. Γεννήθηκε το 1910 στη Γαλλία από ευκατάστατη οικογένεια. Λίγο πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Χάμπερτ έρχεται στη Νέα Υόρκη, χωρισμένος και διαγνωσμένος κλινικά με παράνοια. Το 1947, στο Ραμσντέιλ, μια μικρή πόλη της Νέας Αγγλίας, νοικιάζει στο σπίτι της χήρας Σαρλότ Χέι η οποία ζει με τη δωδεκάχρονη κόρη της, την Ντολόρες (που στο μυθιστόρημα θα αποκαλείται Ντόλι, Λολίτα, Λο, Λι). Ο Χάμπερτ ξετρελαίνεται με τη μικρή, την παρακολουθεί εμμονικά. Η κυρία Χέιζ, που ελπίζει σε ένα γάμο, του δίνει ένα τελεσίγραφο με μορφή γράμματος και αυτός αποφασίζει να παντρευτεί την Σαρλότ καθώς, με την Λολίτα ως θετή κόρη, θα μπορέσει να πραγματοποιήσει τις φαντασιώσεις του. Έτσι προάγεται σε σύζυγο, εραστή και θετό πατέρα και ζούνε όλοι μαζί.
Μια μέρα η Σαρλότ, στο γραφείο του Χάμπερτ, διαβάζει το ημερολόγιό του. Αναστατωμένη και ταπεινωμένη αποφασίζει να φύγει με την κόρη της αλλά την χτυπάει θανάσιμα ένα αυτοκίνητο. Φοβισμένη η μικρή αποδέχεται τον Χάμπερτ διαφορετικά κινδυνεύει να βρεθεί υπό την κηδεμονία της Κοινωνικής Πρόνοιας. Στο μεταξύ ένας παράξενος τύπος (που αργότερα θα αποκαλυφθεί ότι είναι ο Κλερ Κίλτι), τους παρακολουθεί στενά.

Μια διαρκής φυγή

Αρχίζει ένα μεγάλο οδοιπορικό στη χώρα, από πολιτεία σε πολιτεία, από μοτέλ σε μοτέλ. Η Λολίτα είναι ιδανική καταναλώτρια αλλά αναλώνεται και η ίδια θλιβερά. Μια παράξενη, τρυφερή γοητεία αναδύεται από αυτό το μυθικό νυμφίδιο. Κατά βάθος πρόκειται για ένα επιπόλαιο και συνηθισμένο για την ηλικία της κοριτσόπουλο που, με όπλο το σεξουαλισμό της, εκβιάζει τον Χάμπερτ. Ξοδεύονται τεράστια ποσά, το ταξίδι τους καταντάει ένα ατέλειωτο κουραστικό οδοιπορικό. Αιχμάλωτοι ο ένας του άλλου, δεν απολαμβάνουν τίποτε άλλο παρά μια διαρκή φυγή.
Τελικά εγκαθίστανται σε μια καινούργια πόλη της Νέας Αγγλίας, στο Μπράντσλεϊ. Η Λολίτα έχει κυριολεκτικά το πάνω χέρι και αυτός σέρνεται στα πόδια της. Ο Χάμπερτ αντιλαμβάνεται ότι κάποιος τους ακολουθεί, του γίνεται έμμονη ιδέα ότι η Λολίτα τον γνωρίζει. Πράγματι ο Κλερ Κίλτι, ένας φίλος της Σαρλότ και ο ίδιος παιδόφιλος, καταφέρνει να πάρει μαζί του την Λολίτα.
Δύο χρόνια αργότερα ο Χάμπερτ λαμβάνει ένα γράμμα από την δεκαεπτάχρονη Λολίτα, η οποία του λέει ότι είναι παντρεμένη, έγκυος και έχει άμεση ανάγκη από οικονομική βοήθεια. Ο Χάμπερτ αρπάζει ένα πιστόλι, την επισκέπτεται, της επιστρέφει τα χρήματα που δικαιούνταν από την περιουσία της μητέρας της και της ζητάει να φύγει μαζί του. Η Λολίτα του εξηγεί ότι ο σύζυγός της, ένας ημίκωφος βετεράνος του πολέμου, δεν ήταν ο απαγωγέας της αλλά ο Κλερ Κίλτι τον οποίον είχε πραγματικά ερωτευτεί. Αργότερα ο Κίλτι πέφτει νεκρός από το χέρι του Χάμπερτ που συλλαμβάνεται για φόνο. Η Λολίτα πεθαίνει πάνω στη γέννα, Χριστούγεννα του 1952.

Γρίφοι και διαβρωτικά σχόλια

Η Λολίτα, γραμμένη στα αγγλικά, είναι μια παρωδία γεμάτη λεκτικά παιγνίδια, γρίφους και διαβρωτικά σχόλια πάνω στην αμερικανική κουλτούρα. Ο λόγος του αναξιόπιστου αφηγητή Χάμπερτ, μια ρητορία εξαπάτησης, έχει πάθος αλλά πόσο μπορεί να σαγηνεύσει; Οι αναγνώσεις και οι κριτικές που δέχτηκε το μυθιστόρημα μέχρι και σήμερα είναι πάμπολλες ενώ το διακειμενικό του πεδίο είναι απύθμενο, αντίστοιχο του Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις. Υφολογικά κλείνει το μάτι στις παρωδιακές αφηγήσεις του Μαρκ Τουέιν, του Απατεώνα του Χέρμαν Μέλβιλ ή των Νεκρών ψυχών του Νικολάι Γκόγκολ.
Ο Ναμπόκοφ στην αρχή δεν έβρισκε Αμερικανό εκδότη για τη Λολίτα που κυκλοφόρησε από την Olympia Press στο Παρίσι το 1955. Παρόλο που τα πρώτα 5.000 αντίτυπα έφυγαν αμέσως δεν υπήρξαν ουσιαστικές κριτικές. Στο τέλος της χρονιάς ο Βρετανός συγγραφέας Γκρέιαμ Γκριν, σε μια συνέντευξή του στους Τάιμς του Λονδίνου, το χαρακτήρισε ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα του 1955. Πιο συντηρητικές εφημερίδες το αποκάλεσαν «βρώμικο και ξεδιάντροπα πορνογραφικό». Το Βρετανικό Τελωνείο εμπόδισε τα αντίτυπα να μπούνε στην Βρετανία και, όταν τελικά κυκλοφόρησε, προκλήθηκε ακόμη και πολιτικό σκάνδαλο. Στην Αμερική, παρά τον αρχικό εκνευρισμό των επισήμων αρχών, η έκδοση έγινε χωρίς προβλήματα το 1958. Ο ίδιος ο Ναμπόκοφ μετέφρασε την Λολίτα στα Ρωσικά το 1967.



Ένας αμερικάνος από τη Ρωσία

Ο Ναμπόκοφ θεωρείται πια αμερικανός συγγραφέας αλλά γεννήθηκε στη Ρωσία, στην Πετρούπολη, το 1899, γόνος πλούσιας και αριστοκρατικής οικογένειας. Ο πατέρας του, διακεκριμένος νομικός, λόγιος, πολέμιος του αντισημιτισμού, πολιτικός και δημοσιογράφος, συνελήφθη κατά τη διάρκεια της Ρωσικής Επανάστασης. Η οικογένεια μετανάστευσε στο Βερολίνο και ο Ναμπόκοφ σπούδασε στο Τρίνιτι στο Κέμπριτζ απ’ όπου αποφοίτησε το 1923. Ο Ναμπόκοφ έζησε στο Βερολίνο για αρκετά χρόνια και μετακόμισε στο Παρίσι το 1937 όπου γνώρισε τον Τζέιμς Τζόις. Τα πρώτα εννέα μυθιστορήματά του εκδόθηκαν με το ψευδώνυμο Βλαντιμίρ Σιρίν. Αργότερα, μαζί με τη γυναίκα και το γιο του, έφυγαν για τις ΗΠΑ όπου δίδαξε ρώσικη λογοτεχνία σε πανεπιστήμια. Από το 1959 ο Ναμπόκοφ έζησε στην Ελβετία. Πέθανε στη Λοζάνη τον Ιούλιο του 1977.
Το αριστούργημα του Ναμπόκοφ είναι μια λογοτεχνία πολυσήμαντη όχι μόνον για την εποχή που γράφτηκε αλλά κυρίως για την εποχή μας. Ο διωγμός της Λολίτας, σε μια εποχή εκπόρνευσης των περισσότερων μέσων ενημέρωσης και κοινωνικών δικτύων, επαληθεύει τον τρόμο του υποκριτικού συστήματος απέναντι στη δύναμη της λογοτεχνίας. Καλά θα κάνουν οι ιεροεξεταστές να διαβάσουν προσεκτικά τη Λολίτα, αλλιώς ας αναζητήσουν το Κακό μέσα τους ή τριγύρω τους.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης,
συγγραφέας

 

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2020

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας»

 epohi.gr

epohi.gr



Του έρωτα και της επιδημίας 


Μετάφραση: Μαρία Παλαιολόγου, εκδόσεις Ψυχογιός, 2019

Άραγε τι θα έλεγε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες αυτές τις μέρες της πανδημίας; Πόσο αντίδοτο θα ήταν ο έρωτας; Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας αρέσει περισσότερο και από τα Εκατό χρόνια μοναξιάς μιας και διατηρεί λιγότερες δόσεις «μαγικού ρεαλισμού», δηλαδή για τον ίδιο λόγο που δεν θεωρείται επαρκές «μαγικό» για όσους θεωρούν τα Εκατό χρόνια μοναξιάς το αριστούργημά του. Το 1985, «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» ήταν ένα βιβλίο που το ανέμενε πολύ ο κόσμος. Όπως δηλώνει και ο τίτλος του μυθιστορήματος εμπεριέχει δύο αντιθετικά στοιχεία: τον έρωτα και την επιβίωση. Διαδραματίζεται από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ού σε μια ανώνυμη παραλιακή πόλη, λιμάνι της Καραϊβικής. Mετά το θάνατο του γιατρού Ουρμπίνο, η σύζυγός του, Φερμίνα Δάσα, μια κομψή και απόκοσμη γυναίκα, ορκίζεται να τον ακολουθήσει. Στην κηδεία, ανάμεσα στον κόσμο, ο Φλορεντίνο Αρίσα ένιωσε μια μαχαιριά στο πλευρό του. Δεν είχε σταματήσει να σκέφτεται την Φερμίνα Δάσα πενήντα ένα χρόνια, εννιά μήνες και τέσσερις μέρες ακριβώς πριν. Την είχε γνωρίσει στα δεκαοκτώ του, ήταν ο πιο περιζήτητος νεαρός, τηλεγραφητής τότε, κι εκείνη του έριξε ένα βλέμμα αιτία ενός ερωτικού κατακλυσμού που, μισό αιώνα αργότερα, δεν είχε κοπάσει. Η Φερμίνα, ο πατέρας της Λορένσο Δάσα, η ανύπαντρη αδελφή του, είχαν έρθει από μια άλλη πόλη, λίγο μετά την επιδημία της χολέρας. Η Φερμίνα Δάσα ενδίδει στα γράμματα του Φλορεντίνο και αρχίζουν μια τρελή αλληλογραφία με την ανοχή της θείας Εσκολάστικα. Όλα αυτά σε μια ταραχώδη περίοδο με έναν καινούργιο εμφύλιο πόλεμο, από τους τόσους που ερήμωναν τη χώρα για περισσότερα από πενήντα χρόνια. Όμως ο πατέρας της Φερμίνα Δάσα φορτώνει την κόρη του σε άμαξες και καράβια και την απομακρύνει για τρεις μήνες σε μακρινούς συγγενείς, διάσπαρτους σε κάθε γωνιά της χώρας, ένα ταξίδι «μέσα στο μπερδεμένο κουβάρι του συγγενικού αίματος ως τις πηγές της καταγωγής της». Δεν καταδεχόταν η κόρη του να παντρευτεί έναν άντρα της κατώτερης τάξης ξεχνώντας το δικό του γκρίζο παρελθόν. Όμως ο Φλορεντίνο εντοπίζει κάθε ίχνος της πορείας της αγαπημένης του ώσπου κάποια στιγμή η γολέτα ξαναφέρνει στο λιμάνι την Φερμίνα, ώριμη και μόλις δεκαεπτά ετών.

Ο Φλορεντίνο δεν βρήκε ξανά ευκαιρία να βρεθεί μόνος μαζί της ενώ εκείνη γνωρίστηκε με τον γιατρό Χουβενάλ Ουρμπίνο, ειδικό στην χολέρα, όταν την επισκέπτεται για μια τροφική εντερική λοίμωξη. Αργότερα όμως και με την οικονομική κατάρρευση του πατέρα της αποδέχεται την πρότασή του για γάμο.

Μισός αιώνας προσμονή

Ο Φλορεντίνο Αρίσα για να ξεπεράσει το γάμο της Φερμίνας μπαρκάρει σε ένα ταξίδι στο ποτάμι. Σύχναζε στα ξενοδοχεία του λιμανιού, Δον Ζουάν ασυγκράτητος. Εκείνη βρίσκεται σε κρίση με τον άντρα της: «Μια νύχτα ξύπνησε αλαφιασμένη από μια φασματική παρουσία, ο σύζυγός της την κοιτούσε μέσα στο σκοτάδι με κάτι μάτια που της φάνηκαν γεμάτα μίσος. Τέτοιο σύγκρυο είχε να νιώσει από πολύ νέα, όταν έβλεπε τον Φλορεντίνο Αρίσα στα πόδια του κρεβατιού, μονάχα που το δικό του όραμα δεν ήταν μίσους αλλά έρωτα». Φεύγει και αράζει, χοντρή και γερασμένη, στην εξαδέλφη της για δύο χρόνια. Ώσπου ένα βράδυ σε έναν κινηματογράφο, ο Φλορεντίνο Αρίσα αισθάνεται πίσω του μια οικεία φωνή και μυρωδιά. Με το θάνατο του γιατρού Ουρμπίνο φουντώνουν οι ελπίδες του. Δυο βδομάδες μετά, έφτασε το γράμμα που περίμενε για περισσότερο από μισό αιώνα. Στην πρώτη επέτειο του θανάτου του Χουβενάλ Ουρμπίνο πήγε στο μνημόσυνο και αυτή τον αποδέχεται στο σπίτι της. Στο μεταξύ ένα δημοσίευμα, που ξεσκεπάζει τον πατέρα της Φερμίνα, αναφέρει παράνομες συναλλαγές του και μια αγοροπωλησία όπλων με ενδιάμεσο τον Πολωνό ναυτικό… Τζόζεφ Κόνραντ! Η πιεσμένη και θυμωμένη Φερμίνα αναπτερώνεται όταν ο Φλορεντίνο της προτείνει ένα ταξίδι στο ποτάμι με ένα από τα δικά του πλοία. Έτσι το 1824 το ποταμόπλοιο Πίστη διασχίζει τον ποταμό Μαγδαλένα και η Φερμίνα εγκαθίσταται στην προεδρική καμπίνα κυρά κι αφέντρα. Ακόμη και εκεί μέσα τον απέφευγε και το ταξίδι δεν είναι τόσο παραδεισένιο όσο εκείνος το είχε περιγράψει: Αγριεύει, ασχημαίνει, πτώματα πλέουν, θύματα επιδημίας ή πολιτικοί αντιφρονούντες; Στο ταξίδι της επιστροφής εκείνη δεν ήθελε να την δει κανείς. Για να ταξιδέψει ένα καράβι χωρίς επιβάτες και φορτίο θα έπρεπε να κηρυχθεί σε καραντίνα. Ο Φλορεντίνο έδωσε γραπτή διαταγή κι έτσι η Καινούργια Πίστη σαλπάρει με την κίτρινη σημαία της χολέρας να κυματίζει στο μεγάλο κατάρτι. «Και ως πότε νομίζετε πως μπορούμε να συνεχίσουμε αυτό το διαολεμένο πηγαινέλα;» τον ρώτησε.

Ο Φλορεντίνο Αρίσα είχε έτοιμη την απάντηση εδώ και πενήντα τρία χρόνια, επτά μήνες και έντεκα μέρες με τις νύχτες τους. «Όλη μας τη ζωή», είπε.



Λογοτεχνία που δεν είναι στρωτή ρεαλιστική ιστορία

«Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» ξεχωρίζει από την τρέλα όχι μόνον των ηρώων του αλλά και της γραφής του. Εδώ κυριαρχεί ο σαρκασμός, μια κωμικοτραγική ανατρεπτική ατμόσφαιρα με έντονα σουρεαλιστικά στοιχεία και λιγότερες δόσεις μαγικού ρεαλισμού, που κακώς αποδιδόταν για χρόνια ως χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας της Λατινικής Αμερικής.
Ο Γκαρσία Μάρκες νοιάζεται για τις τύχες των απλών ανθρώπων, την κοινωνία, τις βιβλικές επιδημίες, τις εμφύλιες συγκρούσεις. Στις ιστορίες του συνυπάρχουν όλοι οι άνθρωποι, κατηγορούνται οι δικτάτορες, αναδεικνύεται η φτώχεια, τα όνειρα και οι αγώνες των φτωχών ανθρώπων. Ο συγγραφέας, στην απονομή του βραβείου Νόμπελ το 1982, μίλησε για τη μοναξιά της Λατινικής Αμερικής και ζήτησε από τα ανεπτυγμένα κράτη να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία σε αυτούς τους λαούς που αγωνίζονται για την πολιτική τους αυτονομία. Γεννημένος το 1928 στην Αρακατάκα, σε ένα μικρό χωριό στις βόρειες ακτές της Κολομβίας, μια μέρα η ζωή του άλλαξε όταν διάβασε τη Μεταμόρφωση του Κάφκα. Με αυτό το κείμενο αντιλήφθηκε ότι η λογοτεχνία δεν είναι μια απλή στρωτή ρεαλιστική ιστορία. Πάντως το αγαπημένο του κείμενο ήταν ο Οιδίπους του Σοφοκλή. Ο Φόκνερ και ο Σοφοκλής θα γίνονταν οι δύο μεγάλες του επιρροές για τα επόμενα χρόνια. Το βιβλίο «Εκατό χρόνια μοναξιάς» εκδόθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1967 και τα πρώτα τρία χρόνια πούλησε 500.000 αντίτυπα, ενώ μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες. Ήταν 39 ετών. Στο μεταξύ, με τα χρόνια, ο Μάρκες άρχισε να αποκτάει ένα εντονότερο πολιτικό προφίλ και να αναμειγνύεται σε υποθέσεις που αφορούσαν τα κράτη της Νοτίου Αμερικής βοηθώντας οικονομικά τις αριστερές δυνάμεις όπου χρειαζόταν. Η Κολομβία αναγκάστηκε να αποδεχθεί το διάσημο παιδί της μετά το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο Γκάμπο αποτέλεσε ένα σύμβολο εθνικής περηφάνιας πια.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Μάρκες έγραψε τη βιογραφία του. Ο τόμος «Ζω για να τη διηγούμαι» κυκλοφόρησε το 2001 και ήταν το πιο γρήγορο σε πωλήσεις βιβλίο στον ισπανόφωνο κόσμο. Συνέχισε με το «Οι πουτάνες της ζωής μου». Πέθανε από καρκίνο το 2014 σε ηλικία 87 ετών.

 Θεόδωρος Γρηγοριάδης