Παρασκευή 22 Ιουλίου 2022

O Ηλίας Μαγκλίνης για την "Νοσταλγία της απώλειας"

 

Ο συγγραφέας Ηλίας Μαγκλίνης διάβασε το βιβλίο και έγραψε μια αληθινά συγκινητική παρουσίαση στην Καθημερινή της 22 Ιουλίου 2022: 



"Δεν υπάρχει τίποτα πιο μακρινό στον κόσμο από ένα βίωμα. Νομίζω αυτή η αποστροφή αποδίδεται στον Κάφκα και συγκεκριμένα στα ημερολόγιά του. Παράξενη απόφανση; Οχι και τόσο. «Το έζησα όντως;» λέμε κάποτε. Η απάντηση είναι: έχει τόση σημασία;

Το τελευταίο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, «Η νοσταλγία της απώλειας» (εκδ. Πατάκη), περιλαμβάνει σειρά ιστοριών, «διηγήσεις» τις χαρακτηρίζει ο ίδιος, οι οποίες, εκ πρώτης όψεως, προδικάζουν την εύκολη εντύπωση: εδώ πρόκειται για αναμνήσεις. Η αίσθηση αυτή όμως είναι απατηλή. Είναι απατηλή διότι πρόκειται για μυθοπλασίες, είτε συνέβησαν στ’ αλήθεια είτε όχι αυτές οι ιστορίες. Με άλλα λόγια, είναι λογοτεχνία.

Οι ιστορίες αυτές, από το Παγγαίο, από τη Θάσο, από τον Εβρο, από παιδικά, εφηβικά και νεανικά χρόνια κυρίως, ιστορίες ερωτικές, δίχως ίχνος σπασμού, γεμάτες απουσίες και σκιές που στιγματίζουν διά βίου, γεμάτες ταξίδια ακόμα και μέσα σε μια γειτονιά, διαστέλλουν τον χρόνο, δεν τον μασάνε.

Ο Γρηγοριάδης είναι ένας γλυκός συγγραφέας. Προσοχή: όχι στρογγυλεμένος, ανώδυνος ή γλυκερός. Γλυκόπιοτος όπως το κρασί που σε ζαλίζει και σε φορτίζει, σε καθιστά ευσυγκίνητο αίφνης, φέρνει έναν κόμπο στο στομάχι και έναν πνιχτό λυγμό στον λαιμό. Δίχως φανταχτερές εξάρσεις, με μια ροή υδάτινη, που όμως ποτέ δεν νανουρίζει, αφήνει τον υπαινιγμό του να λειτουργήσει σαν σεισμογράφος: οι δονήσεις είναι υπόγειες και εσύ διαρκώς βρίσκεσαι στο επίκεντρο του σεισμού. Φοβερή κατάκτηση για συγγραφέα: να είσαι βαθύς μένοντας συνεχώς στην επιφάνεια!

Μοιάζει όλο αυτό µε λιβάνισµα ενός συγγραφέα και του βιβλίου του; Ας είναι. ∆εν µε ενδιαφέρει. Οι διηγήσεις αυτές είναι και συναρπαστικές και γαλήνιες και συγκινητικές και χιουµοριστικές. ∆εν είχα ποτέ τη φιλοδοξία να είµαι κριτικός, αυτό που µε ενδιέφερε ήταν απλώς και µόνο να λειτουργώ σαν γέφυρα ανάµεσα σε ένα έργο και στον αναγνώστη της εφηµερίδας. Η «Νοσταλγία της απώλειας» είναι ένας πάρα πολύ καλός λόγος να διανύσετε αυτή τη γέφυρα.







Τρίτη 5 Ιουλίου 2022

Ρόμπερτ Μούζιλ γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης

 Ρόμπερτ Μούζιλ «Οι αναστατώσεις του οικότροφου Τέρλες», 

μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδόσεις Πατάκη, 2001


Το σύντομο μυθιστόρημα του αυστριακού συγγραφέα Ρόμπερτ Μούζιλ εκδόθηκε το 1906 με μεγάλη επιτυχία όταν εκείνος ήταν είκοσι πέντε ετών. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της γερμανόφωνης λογοτεχνίας που σημάδεψε τον 20ό αιώνα με την έμφαση στις σχέσεις εξουσίας και αδύνατου και με τη διορατικότητα να προφητεύσει τον επερχόμενο φασισμό.

Ο έφηβος Τέρλες, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, στέλνεται σε ένα μακρινό σχολείο, αυστηρό και κλειστοφοβικό. Από την πρώτη στιγμή δίνεται το στίγμα και το χρώμα της ατμόσφαιρας. Όλα γκρίζα, μολυβένια, μαύρα νερά, λασπεροί και έρημοι κήποι, σκοτάδια και φωτοσκιάσεις, ομίχλες, υγρά πεζοδρόμια και βρώμικος αέρας. Και αν αυτό είναι το εξωτερικό περιβάλλον του οικοτροφείου, μέσα η σκοτεινιά είναι ακόμη πιο αδιαπέραστη. Κτίριο λαβύρινθος, δαιδαλώδεις στοές και μία απόκρυφη σοφίτα όπου καταφεύγουν οι νεαροί οικότροφοι για να πραγματοποιήσουν τα άνομα σχέδιά τους. Μια σοφίτα που στην πραγματικότητα είναι ένα δωμάτιο βασανισμού και απελπισίας, ένα γκέτο για κάθε άνομη επιθυμία, ένας «λησμονημένος μεσαίωνας». Σκηνικοί χώροι μιας ασπρόμαυρης ταινίας που θα μπορούσε να είχε σκηνοθετήσει ο Φριτς Λανγκ αλλά τελικά γύρισε –σε ασπρόμαυρη και πάλι εκδοχή– ο Φόλκερ Σλέντορφ το 1966 στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία που βραβεύτηκε στις Κάνες.

Μόνος και ακοινώνητος ο νεαρός Τέρλες πολύ σύντομα παγιδεύεται από την καταπιεστική και διαβρωτική προσωπικότητα δύο συμμαθητών του, του Ράιτινγκ και του Μπάινεμπεργκ. Νέοι, αλλά φορτισμένοι με το πάθος για εξουσία και χειραγώγηση, εγκλωβίζουν τον αδύνατο σπουδαστή Μπαζίνι χειραγωγώντας τον με εκβιασμούς, βιασμούς και βασανιστήρια. Μάλιστα ομολογούν στον Τέρλες ότι πειραματίζονται με τον άνθρωπο-θύμα και τον χρησιμοποιούν για να μελετήσουν τις αντιδράσεις του. Η εξόντωση του αδύνατου βρίσκεται μέσα στα πιστεύω τους, η διαφορετικότητα του Μπαζίνι, η ευαισθησία του και ο διαρκής εκφοβισμός, η αντιμετώπισή του σαν σκουλήκι δοκιμάζουν τελικά την ψυχή και το πνεύμα του νεαρού Τέρλες. Ο Τέρλες αναγκάζεται να είναι παρών στην απόλυτη ταπείνωση του Μπαζίνι, γονατιστός σαν τετράποδο, σκηνές που φέρνουν στο νου το Σαλό του Παζολίνι, ταινία πάνω στην θηριωδία του ναζισμού, τον οποίο εξέθρεψαν οι νεότεροι πρόδρομοι του: οι βασανιστές του Μπαζίνι.

Άλλωστε και ο ίδιος ο Μούζιλ, χρόνια μετά το 1930, τους αποκάλεσε «δικτάτορες του σήμερα». Ο συγγραφέας έβλεπε τη μετεξέλιξη της Γερμανίας σε φασιστικό κράτος αλλά δεν πρόλαβε να δει τις ολοκληρωμένες θηριωδίες τους στην κορύφωση του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αφού πέθανε στην Γενεύη, όπου είχε καταφύγει το 1942, καθώς κινδύνευε η ζωή της Εβραίας γυναίκας του. Εκεί έζησε με ένα μικρό επίδομα, οι Γερμανοί είχαν απαγορεύσει ήδη τον τρίτο τόμο του μεγάλου του έργου «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ποτέ. Λησμονημένος πια, φτωχός, απελπισμένος παρακολουθούσε σε κατάσταση παραφροσύνης τη «μεγάλη σκιά» να απλώνεται σαν μαύρος ορίζοντας πάνω από την Ευρώπη.


Ωστόσο, άλλη μια πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή του μυθιστορήματος είναι εκείνη που σχετίζεται με τον ερωτισμό και τη δυσφορία του φύλου. Είναι μια πτυχή που κάπως παραμερίστηκε στις παλιότερες αναλύσεις του βιβλίου, λόγω της βίαιης και καθηλωτικής συμπεριφοράς των νεαρών βασανιστών, όμως υπάρχει μια φανερή αλλά και υποσυνείδητη διάδραση ανάμεσα στις πράξεις, στις επιθυμίες και στον αυτοκαθορισμό τους.

Αυτός που κυρίως εξελίσσεται είναι ο νεαρός Τέρλες καθώς συνειδητοποιώντας ότι ανήκει στην πλευρά των βασανιστών (εκβιάζεται και ο ίδιος για να μην αντιδράσει) δεν αντιδρά παρά στο τέλος, όταν αντιλαμβάνεται την αγάπη του Μπασίνι απέναντί του αλλά και τη δική του σταδιακή έλξη προς το καταρρακωμένο αγόρι. Μέσα από τον Μπαζίνι αναρωτιέται για τη δική του ταυτότητα («μήπως είμαι κορίτσι;»), ταυτίζεται αλλά και διεγείρεται ερωτικά. Ο πόθος του δημιουργεί ένταση και ενοχές. Δεν είναι πια η πόρνη της περιοχής στην οποία καταφεύγει, όπως τόσα άλλα αγόρια, που του ξυπνά τον ερωτισμό, αλλά ο πληγωμένος συμμαθητής του. Ωστόσο αυτή η σαδομαζοχιστική σχέση μόνον πρότυπο συντροφικότητας δεν μπορεί να είναι. Είναι ολοφάνερο ότι ο Μούζιλ, που δεν ήταν ομοφυλόφιλος, καθόλου δεν μπόρεσε να εξωραΐσει τη σχέση τους γιατί κατά βάθος τον ενδιέφερε η καταπιεστική και φασιστική μεταχείριση του αδύνατου.


Από αυτή την άποψη διαφοροποιείται από τους άλλους συγγραφείς εκείνης της περιόδου, ομοφυλόφιλους ή και αμφί, τον Αντρέ Ζιντ, τον Τόμας Μαν, τον Ζαν Κοκτό, που περιέβαλαν τους ήρωές τους με ένα πλέγμα παρακμιακής ποιητικότητας αλλά και αρρωστημένης κοινωνικότητας. Οι βασανιστές του Μπαζίνι είναι οι επόμενοι βασανιστές των μειονοτήτων και των Εβραίων, ενώ ο νεαρός Τέρλες απομακρύνθηκε στο τέλος από τη σχολή· «ρέπει προς την υστερία» αποφάνθηκαν οι καθηγητές του. Το βιβλίο ξεκινάει με τους γονείς του να τον φέρνουν στη σχολή και τελειώνει με την αναχώρησή του πίσω στην οικογένεια – άραγε κι αυτό δεν δίνει ένα στίγμα για τους γονείς και τη στάση τους όσον αφορά τις ευθύνες απέναντι στα παιδιά τους; Σίγουρα όμως δεν μπορούμε να του δώσουμε κι αυτουνού συγχωροχάρτι γιατί συνέδραμε στον διασυρμό του Μπαζίνι (τον αποκάλεσε «κλεπτομανή») και βασανισμό του μπρος στα μάτια του. Θα περάσουν αρκετά χρόνια που η λογοτεχνία δεν θα εκπροσωπεί την πλευρά των δυνατών αλλά θα δώσει φωνή στους σιωπηλούς και κακοποιημένους.

Ο τρόπος που γράφει και περιγράφει ο Μούζιλ είναι αστόλιστος, αντιποιητικός και βαθιά διεισδυτικός δίνοντας και μερικές ανάσες στοχαστικής ανάτασης στον ήρώα του. Ο Μούζιλ εντόπισε νωρίς, στις αρχές του 20ού αιώνα, το κακό, τον αδύναμο και με αυτή την ιστορία αφυπνίζει και προειδοποιεί. Άφησε πίσω του και άλλα εξαιρετικά κείμενα και φυσικά το ημιτελές τεράστιο έργο του «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες», που αποτελεί πρόκληση η αποπεράτωση της ανάγνωσης του.

Η μετάφραση του Τέρλες είναι του Αλέξανδρου Ίσαρη που ξαναδούλεψε μια δική του, ενώ η επιμελημένη έκδοση (της σειράς Σύγχρονοι Κλασικοί των εκδόσεων Πατάκη) περιέχει εισαγωγή του ιδίου, χρονολόγιο και φωτογραφίες.


Εποχή, Η εποχή των βιβλίων, Σαββατοκύριακο 2/3 Ιουλίου 2022 




Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΦΛΟΥΡΙΑ, διήγημα

Για τα 10 χρόνια του "Αναγνώστης"




                    "Τα χρυσά φλουριά"


    Ο ξάδελφος στο μαγαζί τους μου δείχνει τα χρυσά φλουριά. “Δεν είναι μαστίχες”, λέει. “Δεν τις μασάς. Τις φοράνε οι μπαμπάδες εδώ (μου δείχνει πάλι) όταν δεν θέλουν να κάνουν παιδιά”.

    Είμαστε στο μπακάλικο του θείου Αχιλλέα. ‘Ενα μαγαζί με χιλιάδες πράγματα. Τσουβάλια με φασόλια και φακές, πατάτες και ρύζια, κρεμμύδια, χαρούπια, τενεκέδες με βούτυρο, τυριά, σαλάμια… Ξύλινα ράφια γεμάτα κονσέρβες, η ζυγαριά που κουνιέται σαν τραμπάλα, το καντάρι για το βαρύ ζύγισμα, οι καφέ χαρτοσακούλες.

    Και ψηλά, ψηλότερα, πάνω από τα ράφια, κρεμασμένα τα κάδρα. Τοπία με θάλασσες και βουνά, με σκηνές από την Καινή Διαθήκη. Με παλιές γυναίκες που ακουμπάνε σε μπαλκόνια, λουλούδια και πουλιά κρέμονται από τα χέρια τους, αγγελούδια τραγουδάνε γύρω τους. Χαζεύω με τις ώρες τα κάδρα που τα αγοράζουν στους γάμους για δώρα. Μακάρι να’ταν δικό μας το μαγαζί.

    “Να το αγοράσουμε, αλλιώς θα μας φάει και μας η Γερμανία” είπε ο μπαμπάς το βράδυ που ξεσηκώθηκε να φύγει το μισό χωριό με το τρένο από την Δράμα και την Θεσσαλονίκη.

    Τελικά θα αγοράσουμε το μπακάλικο του θείου Αχιλλέα και θα έχουμε δύο δουλειές. ΄Αρα πιο πλούσιοι. Ο μπαμπάς μου λέει ότι περιμένει μεγάλη βοήθεια από μένα στο μέλλον. “Το μαγαζί θα το κρατάς εσύ” μου λέει σοβαρά. “΄’Είσαι πια δέκα χρονών, να το φροντίζεις. Να σέβεσαι τα χρήματα που βγάζουμε”.

    Βγάζει δύο τραπεζικά βιβλιάρια και αρχίζει τους υπολογισμούς.  

    Σπουδαία τα χρήματα. Ανοίγω το συρτάρι και τα μετράω. Τα χάρτινα έχουν μεγάλη αξία. Με ένα κατοστάρικο γεμίζεις μία τσάντα τρόφιμα για ένα μήνα. ΄Ομως οι περισσότεροι δεν έχουν χρήματα. Ψωνίζουν βερεσέ. “Γράψ’ τα” λένε με κατεβασμένο κεφάλι. Φέρνουν το τεφτεράκι, εμείς έχουμε το χοντρό βιβλίο και περνάμε εκεί τα βερεσέδια. Είναι πολλοί χρεωμένοι και θα μας πληρώσουν όταν πουλήσουν τα  καπνά. Καμιά φορά λυπάμαι που είναι  πιο φτωχοί από εμάς.

    Επίσης μου αρέσουν τα νομίσματα.΄Οχι όμως οι δεκάρες. Είναι ελαφριές και τρύπιες, δεν αγοράζεις τίποτε με δεκάρες. Τα άλλα νομίσματα έχουν πάνω τους το κεφάλι του Βασιλιά και από την άλλη μεριά ένα πουλί που τσουρουφλίζεται στις φλόγες.

    Και ξαφνικά θυμάμαι τα χρυσά φλουριά. Οι στρογγυλές τσίχλες βρίσκονται στη βιτρίνα με τα σοκολατάκια, τα πτι μπερ Παπαδοπούλου και τα λουκούμια. Τις ανοίγεις στα δύο και μασάς. Κάνεις  φουσκάλες. Πατ! Σκάνε και κολλάνε στα χείλη. Όμως οι άλλες, τα πονηρά χρυσά φλουριά, σκάω να μάθω τι έχουν μέσα. Τις μασάνε ή τις φοράνε; Τις λένε καπότες, λέξη κακή.

    Σηκώνομαι στις έξι το πρωί και έρχομαι στο μαγαζί γιατί από φέτος δεν με παίρνουν στα καπνά. Βγάζω έξω τα πράγματα, κουβάδες, σύρματα περίφραξης, σκούπες, κοντάρια, φιάλες υγραερίου, τσάπες, όλα βαριά κι ασήκωτα. Όταν δεν έχω δουλειά διαβάζω βιβλία και ακούω ραδιόφωνο. Αν έρθει πελάτης λίγο συγχύζομαι αλλά δεν πρέπει.

    Δεν μπορεί, κάπου τις έκρυψε ο μπαμπάς. Λέω τη λέξη δυνατά και με τρομάζει, γιατί ξέρω… Ξέρω τι τις κάνουν, όμως θέλω να τις δω και από μέσα. Μια μέρα ένας άντρας από τον πάνω μαχαλά με ρώτησε, “πότε έρχεται ο μπαμπάς σου, Θοδωράκη; Θέλω κάτι, εκείνος ξέρει”. Μου έκλεισε το μάτι με νόημα. Εγώ κατάλαβα. Λένε ότι γκαστρώνει κορίτσια.

    Τις βρήκα! Πίσω από τις χτένες και τα τσιμπιδάκια, κάτω από τις κρέμες NIVEA και τα ξυραφάκια ASTOR. Βαλμένες σε ένα χάρτινο κουτί που γράφει “πινέλα”. Ανοίγω προσεκτικά το κουτί και φυσικά δεν έχει πινέλα. Αστράφτουν στο φως. Τρέμω που τις πιάνω. Γεμάτο το κουτί, αν πάρω μία ποιος θα το καταλάβει; Τη χώνω στην τσέπη μου και περπατάω αργά λες και κρύβω πέτρα βαριά.

    Την ανοίγω στα δύο. Τη βάζω στο στόμα, φουσκώνει σαν μπαλόνι,  μεγαλώνει, μακραίνει, ξεφεύγει και πετάει μέσα στο δωμάτιο, προσγειώνεται πάνω στην ντουλάπα. Αυτό μας έλειπε. Να κυνηγάω τώρα και καπότες. Βάζω μια καρέκλα και την κατεβάζω, μαράθηκε. Θα τη τιμωρήσω, την πετάω στην τρύπα της χέστρας, βαθιά μέσα στον βόθρο.

    Κι αν πάρω άλλη μία τι θα γίνει; Θέλω να δω κάτι ακόμη. Την χώνω πάλι στην τσέπη μου, ελαφρόπετρα. Πρέπει να βρω μια ώρα που λείπουν όλοι από το σπίτι. Σκέφτομαι και κάτι άλλο. Να τη γεμίσω με νερό. Μέχρι επάνω. Έτσι μεγαλώνει περισσότερο και γίνεται σαν μπαλόνι. Πλαφ! Σκάει, χύνεται το νερό πάνω στον λουλουδάτο μουσαμά.

    Κι αν τις έχει μετρημένες ο μπαμπάς;

    Ο μπαμπάς με κοιτάζει παράξενα. “Καλά είναι που ψάχνεις και μαθαίνεις το μαγαζί. Αλλά άσε και καμία μέσα, δεν είναι παιχνιδάκι. Τις πουλάμε. Θα τις χρειαστείς κι εσύ μια μέρα”.

    Σιγά σιγά αδειάζει το κουτί και γεμίζει με πινέλα. Όμως και οι στρογγυλές καπότες άλλαξαν συσκευασία, έγιναν τετράγωνες. STOP τις λένε τώρα και τις πουλάει ο ανάπηρος πολέμου στο περίπτερο της πλατείας. Μάλιστα δεν τις κρύβει, τις έχει πάνω στο ραφάκι, δίπλα στα τσιγάρα και τις βλέπουμε πια όλοι, μικροί και μεγάλοι.

 

 

“Οι περιπέτειες ενός μικρού κειμένου” γράφτηκαν το 1980-3 και δημοσιεύονται σποραδικά σε λογοτεχνικά περιοδικά. Τα πρώτα αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στο “Υπόστεγο” της Καβάλας (1988 και 1997). 

Κυριακή 19 Ιουνίου 2022

Tα βιβλία του Ίαν Ράνκιν

Το αναδημοσιεύω καθώς αναφέρεται σε κάποιους συγγραφείς και βιβλία που εκτιμώ ιδιαίτερα, ειδικά στην Μuriel Spark και στον Georges Simenon.


Ian Rankin: ‘The Prime of Miss Jean Brodie is a perfect gem of a story’

The crime writer on being fascinated by A Clockwork Orange, inspired by Dr Jekyll and Mr Hyde and taking comfort in Muriel Spark’s novel

Ian Rankin
Ian Rankin. Photograph: Simone Padovani/Awakening/Getty Images

My earliest reading memory
I read children’s comics voraciously from a very young age, starting with Bimbo (aged four or five) and progressing via the Dandy and Beano to the Victor and the Hotspur. Then there were the comic strips in the Sunday Post newspaper – Oor Wullie and the Broons. I did try drawing my own comics, but wasn’t much of an artist. I do still read comics, by the way – and I credit them with being my gateway drug to literature.

My favourite book growing up
In my pre-teen years it was mostly Ladybird books and Enid Blyton. I don’t remember ever reading Winnie the Pooh or Thomas the Tank Engine, and didn’t encounter Dr Seuss until I was a parent myself. The only real books I kept and returned to were the comics’ Christmas annuals. I was also a sucker for TV tie-ins, so would have annuals based on the Gerry Anderson shows (Joe 90; Captain Scarlet) or Dr Who or The Persuaders!.

The book that changed me as a teenager
A Clockwork Orange by Anthony Burgess. I was 14 or 15 when I read it. A whole bunch of pulp paperbacks with titles such as Skinhead or Suedehead used to be passed around the school playground, but I felt that A Clockwork Orange was of a different order of merit. It felt very literary to me. There was a moral purpose to it; the language was fascinating. While my friends were hanging around street corners waiting for trouble, I would be sequestered in my bedroom, writing stories influenced by Burgess’s short sharp novel.

The writer who changed my mind
Joseph Heller, especially for Catch-22, which I studied at secondary school. I was the “clever one” in my family and destined to be the first to attend university. My parents thought that accountancy would be a good subject to study, as there would be a decent career at the end of it. But I was falling in love with the world of books, and Catch-22 made me want to study American literature. I persuaded them that I should study literature at Edinburgh University.

The author who made me want to be a writer
William McIlvanney was a huge influence on me in my early 20s. He came from a similar background and wrote exquisitely about the world around him. He had won the Whitbread prize in 1975 for his novel Docherty, but he also wrote crime fiction. I saw that crime was a way of dissecting society and its varied problems, discussing big themes while being entertaining and thrilling. In 1985 at the Edinburgh book festival I pressed my copy of Docherty into McIlvanney’s hand, explaining that I was in the process of writing about Edinburgh the way he wrote about Glasgow in his Inspector Laidlaw novels. He inscribed my book “Good luck with the Edinburgh Laidlaw”.

The author I came back to
Robert Louis Stevenson. I tried reading Kidnapped and Treasure Island in my teens, but only really warmed to their creator later, coming to realise what an extraordinary talent he was. Dr Jekyll and Mr Hyde has been a big influence on my crime fiction, tackling as it does the question of why we humans can so often become inhuman.

The book I reread
A Dance to the Music of Time by Anthony Powell. I was given the first three volumes one birthday while still a student. I found it hard going at first, because its world of privilege didn’t resonate with me, but I persevered, mostly because of the poised elegance of the prose, and fell under its spell. I read it again during the first Covid lockdown and enjoyed it all over again. Widmerpool is one of the great creations of the 20th century, and shows how a buffoon can rise to prominence and become a monster of sorts.

The book I could never read again
I was a fan of adventure stories when I was in my teens and Alistair MacLean was a favourite. A few of his best books still hold up but many now seem clunky and dated, though if the film of Where Eagles Dare ever pops up on TV, I find myself glued to it.

The book I discovered later in life
The Snow Was Dirty by Georges Simenon. I read this only a year or so ago and was blown away by it. If you only know Simenon for his Maigret novels, this may come as a revelation. It is the chilling account of a venal young man in second world war France who is eventually imprisoned by the Nazis. We start off despising him and end up rooting for him. It led me to other “romans durs” by Simenon. He was a great writer.

The book I am currently reading
The Voids by Ryan O’Connor. It’s a novel about a young man in Glasgow whose life is spiralling downwards, told in almost hallucinogenic prose. I catch glimpses of Alexander Trocchi and William Burroughs in it, but it retains its own unique quality.

My comfort read
Muriel Spark’s The Prime of Miss Jean Brodie. It’s such a perfect gem of a story, morally complex, harrowing, funny, and featuring the most charismatic anti-hero in Scottish literature. Plus you can read it in a day.

Κυριακή 12 Ιουνίου 2022

Μια συζήτηση με τον Νίκο Μπακουνάκη για την "Νοσταλγία της απώλειας",

 



Στο podcast της LIFO μιλάμε με τον Νίκο Μπακουνάκη. 

Εδώ βρίσκεται η εκπομπή. 

Έχει ενδιαφέρον η συζήτηση γιατί ήταν αυθόρμητη, έγινε μέσα στα χρονικά πλαίσια που προβλέπονται και δεν υπήρξε καμία παρέμβαση ή διόρθωση μετά. Σίγουρα προτιμώ αυτό το ζωντανό -έστω και βιαστικό διάλογο- παρά τις γραπτές ερωτήσεις που συνηθίζονται...

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2022

Κριτική του Μάνου Κοντολέων



Γράφει ο Μάνος Κοντολέων στην Bookpress


Θεωρώ τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη ως έναν από τους πλέον σημαντικούς συγγραφείς μας. Με τα δεκαοκτώ, έως σήμερα, βιβλία του (κυρίως μυθιστορήματα, αλλά και διηγήματα όπως και θεατρικούς μονολόγους) έχει πλέον με σαφήνεια χαράξει τη δική του πορεία στην σύγχρονη ελληνική πεζογραφία.

Το κεντρικό χαρακτηριστικό που τον διακρίνει είναι οι –συχνά τολμηρές, μα πάντα αποτελεσματικά διεισδυτικές– προσεγγίσεις του σε ανθρώπους που ζουν ή δίπλα μας ή και κάποτε στην «πίσω αυλή του σπιτιού μας». Και ακόμα οι –με έντονο κοινωνικό περιεχόμενο– περιγραφές τόπων, συνοικιών και πόλεων. Ο Γρηγοριάδης χαρτογραφεί τόπους και τύπους. Και η χαρτογράφησή του αυτή συνοδεύεται από βαθείς συλλογισμούς και απροσδόκητους φωτισμούς.

Ως τεχνική αφήγησης επιλέγει μια όπου η –χωρίς τερτίπια– δόμησή της αφήνει ελεύθερο το πεδίο στις φράσεις να παρασύρουν τον αναγνώστη. Με άλλα λόγια, ο Γρηγοριάδης δεν θέλει να εντυπωσιάσει με τη γραφή του, αλλά να προσφέρει στον αναγνώστη του μια ποικιλία θέσεων όρασης γεγονότων και ανθρώπων.

Στο τελευταίο του βιβλίo –μια συλλογή διηγήσεων– αυτή η συγγραφική του στάση ολοκληρώνεται απόλυτα, καθώς πλέον αφηγητής και δημιουργός ταυτίζονται και οι εμπειρίες της ζωής τους προσφέρονται στον αναγνώστη χωρίς το όποιο προσωπείο της κατασκευασμένης μυθοπλασίας. Μα κι έτσι αποδεικνύεται πως ο Γρηγοριάδης δεν χρησιμοποιεί μόνο συγγραφικά τον τρόπο ενός πολυπρισματικού φωτισμού, αλλά και ο ίδιος καταφεύγει σε αυτόν αφενός για να εμπλουτίσει τις εμπειρίες του και αφετέρου αυτήν την πείρα να την μεταφέρει στις μυθοπλασίες του.

Η συλλογή Η νοσταλγία της απώλειας «μαρτυρά» πως ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης έχει ολοκληρωτικά ταυτίσει την καθημερινότητά του με τη συγγραφική του έμπνευση.

Μα και κάτι ακόμα αποδεικνύει αυτή η συλλογή. Αναφέρομαι στην ενδιαφέρουσα τεχνική με την οποία ο Γρηγοριάδης μετατρέπει το πλέον ασήμαντο ή και συντομότατο συμβάν στη ζωή του, σε ένα αφήγημα που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ενώ παράλληλα καταγράφει μια ιδεολογική πορεία ζωής.

Οι διηγήσεις του βιβλίου έχουν χωριστεί σε τρεις ενότητες και ένα επίλογο. Ο ίδιος ο συγγραφέας μας ενημερώνει πως όλα σχεδόν τα κείμενα γραφτήκανε κατά τη διάρκεια του διετούς εγκλεισμού λόγω covid, αλλά δεν έχουν να κάνουν με αυτόν, παρά μόνον το κείμενο του επίλογου.

Στον πρώτο κύκλο ο Γρηγοριάδης ως νεοδιορισμένος καθηγητής αγγλικών, υπηρετεί σε μακρινά χωριά και κωμοπόλεις των βόρειων συνόρων. Και στα μέρη αυτά ο ευαίσθητος καθηγητής που μέσα του κρύβει τον εκκολαπτόμενο συγγραφέα θα παρακολουθεί τους γύρω του ανθρώπους – κυρίως τους μαθητές και τις μαθήτριές του.

Στον δεύτερο κύκλο είναι πλέον συνεργάτης μια δημοτικής βιβλιοθήκης, αλλά και αναγνωρισμένος συγγραφέας. Με το ίδιο πάθος αναζητά να κατανοήσει τον κόσμο των απλών ανθρώπων την ώρα που προσπαθεί να τους μυήσει στη διαχρονική λογοτεχνία, ενώ λες και συνεχίζει να προκαλεί νέες εμπειρίες που θα του χαρίσουν και νέες εμπνεύσεις.

Στον τρίτο κύκλο, μόνιμα πλέον εγκαταστημένος την Αθήνα, δεν απαρνιέται τα πάθη των ανθρώπων και τα αναζητά σε μέρη όπου συχνάζουν οι μετανάστες, αλλά και σε γειτονιές αστικές μα και υποβαθμισμένες· σε γυναίκες και άντρες που κάθονται σε καφενεία πνιγμένα στον καπνό ή στα σκαλιά παλιών και μικρών μονοκατοικιών.

Σχεδόν όλα τα πρόσωπα που μαζί τους ασχολήθηκε κάποια στιγμή στη ζωή του, αργότερα και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα τα συναντήσουμε στα έργα του. Στην ουσία, δηλαδή, η συλλογή Η νοσταλγία της απώλειας «μαρτυρά» πως ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης έχει ολοκληρωτικά ταυτίσει την καθημερινότητά του με τη συγγραφική του έμπνευση.


Ξεκίνησα αυτό το σημείωμα αναφέροντας πως θεωρώ τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη ως ένα από τους πλέον σημαντικούς συγγραφείς μας. Οι διηγήσεις αυτής της συλλογής –ως πηγή έμπνευσης και ως τεχνική αφήγησης– νομίζω πως επιβεβαιώνουν την άποψή μου.


Δημοσίευση 1 Ιουνίου 2022, Bookpress

Τρίτη 10 Μαΐου 2022

Έγραψα στην ΑΥΓΗ για το κανούργιο βιβλίο:



Η καινούργια μου συλλογή διηγημάτων, «Η νοσταλγία της απώλειας», είναι η τέταρτη στη σειρά από το 1990. Συγκροτείται από είκοσι επτά αδημοσίευτα πεζά κείμενα και τέσσερα δημοσιευμένα (ένα εξ αυτών είχε πρωτοδημοσιευτεί στην ΑΥΓΗ το 2013).

Καθώς η παρόρμηση και η έμπνευση προέκυψε στο διάστημα της καραντίνας, εκμεταλλεύτηκα τις μεταπτώσεις μου και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όχι όμως για να περιγράψω τις δύσκολες μέρες του (αυστηρού) εγκλεισμού, αλλά για να φέρω στην επιφάνεια ή να σκεφτώ όσα δεν είχα γράψει τα προηγούμενα χρόνια.

Χρονολογικά ξεκινάνε από τη δεκαετία του εβδομήντα και φτάνουν μέχρι τις μέρες μας. Το υλικό αυτό υπήρχε σε σημειωματάρια, σε προσχέδια ή σε ημιτελή μορφή. Παρέμενε στην αφάνεια είτε από αναποφασιστικότητα είτε γιατί δεν μπορούσε να βρει την πεζογραφική του ολοκλήρωση. Κάποιες ιστορίες είχαν υποστεί μιαν εσωτερική λογοκρισία, σε κάποιες άλλες σκεφτόμουν ότι το φανέρωμά τους ενδεχομένως να ενέπλεκε ορισμένα πραγματικά πρόσωπα. Όμως η μυθοπλαστική πλευρά πάντα υπερισχύει όταν έρχεται η στιγμή της γραφής. Τα περιστατικά και οι άνθρωποι μεταμορφώνονται και έτσι, μέσα στην καραντίνα, ενισχύθηκε η βούληση και τόλμη μου να τα ολοκληρώσω.

Έγραφα τη μια ιστορία μετά την άλλη και έβλεπα ότι όλα όσα είχα γράψει σχημάτιζαν τρεις κύκλους με βάση τον τόπο, τον χρόνο και το θέμα που παρέμενε σταθερό: η απώλεια ανθρώπων, τόπων και τρόπων ζωής. Απώλεια της μνήμης, του έρωτα, της επικοινωνίας. Και ταυτόχρονα μια νοσταλγία όχι μόνον για εκείνα που χάθηκαν αλλά για την ίδια την έννοια της απώλειας.

Έτσι προέκυψε ο τίτλος του πρώτου κύκλου. Ο δεύτερος ωστόσο, “Η ανάμνηση των παθημάτων”, μιλούσε για χαμένες καταστάσεις αλλά με περισσότερο χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Ο πρώτος κύκλος είναι βορειοελλαδίτικος και θρακιώτικος, ο δεύτερος έχει πολλές διηγήσεις από τις μέρες μου στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών και στο Πήλιο, ενώ με τον τρίτο κύκλο, που λέγεται “Περαστικοί στον νέο κόσμο”, κατέρχομαι οριστικά στον νότο και στην Αθήνα. Περιφέρομαι αφηγηματικά στα στενά του Νέου Κόσμου, της τελευταίας δεκαετίας, πριν αρχίσει η μεταμόρφωση της περιοχής σε μια trendy εκδοχή της Στέγης. Είναι ο “νέος κόσμος” των προσφύγων, των Ρωσοπόντιων, των Αράβων, των ανώνυμων ανθρώπων που ζούσαν πάντα εκεί. Το βιβλίο όμως ολοκληρώνεται με έναν επίλογο, “Ο θόρυβος των χρωμάτων”, μία sci-fi αφήγηση.

Από διήγηση σε διήγηση, πέρα από το κεντρικό θέμα κάθε κύκλου, δίνονται διάσπαρτα στοιχεία που σχηματίζουν μια αποσπασματική προσωπική ιστορία, λιγότερο αυτοβιογραφική και περισσότερο αυτομυθοπλαστική του συγγραφέα που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο. Κατά πόσον αυτές οι διηγήσεις είναι αληθινές δεν έχει σημασία· το βιβλίο παραμένει μια μυθοπλασία. Όμως για μένα αποτελεί μια θαρραλέα λογοτεχνική χειρονομία πέρα από τις επιταγές και τις εκδοτικές τάσεις της εποχής καθώς συνεχίζει και συνοψίζει τα τριάντα δύο χρόνια της συγγραφικής μου πορείας.




Στο άγνωστο θηρίο*


Στη Μεταμόρφωση καθόταν στην ίδια θέση, κρατώντας σημειώσεις. Ανέλυσα το κείμενο, διάβασα συνεπαρμένος αποσπάσματα· οι δυο αδελφές, η Νανά και η Νανίτα, σφούγγιζαν με χαρτομάντιλα τα δάκρυά τους όσο προχωρούσε η μεταμόρφωση του Γκρέγκορ σε κατσαρίδα. Μόνον εκείνος καθόταν ατάραχος, έγραφε, ανασηκώνοντας για λίγο το κεφάλι του, λες και ήξερε τι θα ακούσει. Στο τέλος ακολούθησαν αρκετές ερωτήσεις, επικεντρωθήκαμε στον κοινωνικό αποκλεισμό, στη μεταμόρφωση του διαφορετικού που ελλοχεύει μέσα στον καθένα μας. Στο άγνωστο θηρίο.

Και τότε εκείνος ταρακουνήθηκε στην καρέκλα του, κλείνοντας το τετράδιο απότομα. Η λέξη “θηρίο” τον αναστάτωσε. Η φράντζα του έπεσε απειλητικά στο μέτωπο, μου φάνηκε να ιδρώνει. Σήκωσε το χέρι του.

“Παρακαλώ” του έδωσα τον λόγο.

“Το θέμα του Κάφκα είναι αλληγορικό” είπε. “Θα προτιμούσα να ακούσω μια ιστορία αληθινής μεταμόρφωσης. Στο τέλος συμπάσχουμε με τον Γκρέγκορ αλλά δεν φοβόμαστε, γιατί ξέρουμε ότι κανείς μας δεν κινδυνεύει να γίνει κατσαρίδα. Αντίθετα, μια κατσαρίδα κινδυνεύει να την πατήσουμε, όσο και να φαίνεται άτρωτη. Να τη λιώσουμε”.

Κι έλιωσε τη λέξη στο σκοτεινό λαρύγγι του.

Κανείς δεν ανταπάντησε, κανείς δεν τον γνώριζε, κάποια κεφάλια γύρισαν να τον δουν. Εγώ ήμουν σίγουρος ότι δεν θα είχα καλά ξεμπερδέματα. Τελειώνοντας, μπήκα στην τουαλέτα και, ενώ έπλενα τα χέρια μου, εισέβαλε κι αυτός.


* Απόσπασμα από το βιβλίο «Η νοσταλγία της απώλειας»

ΑΥΓΗ, 10/05/22

Πέμπτη 21 Απριλίου 2022

"Τσιφτετέλι στην Συρία". Πασχαλινό διήγημα


 

Θεόδωρος Γρηγοριάδης  


        Τσιφτετέλι στην Συρία



            Ακόμα αντηχεί στα αυτιά μου η φωνή του ιμάμη να μας ξυπνάει από τα χαράματα. Φωνή και μιναρές  να διαπερνάνε τον  ορίζοντα  της πόλης,  απέναντι από το ξενοδοχείο Alaa Tower, στο κέντρο της Δαμασκού... Κάτι δεν μας άρεσε στην πασχαλιάτικη  διαμονή μας. Το ταξιδιωτικό γραφείο  μάς πάσαρε το Alaa Tower ως ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων ενώ θύμιζε σκηνικό  ταινιών της δεκαετίας του εβδομήντα. Βελούδινα σαλονάκια και βαριές κουρτίνες παντού. 

Πάντως ο  μάνατζερ του ξενοδοχείου, ο  «Τόνι», όπως  αυτοσυστήθηκε, υπήρξε πολύ φιλικός μαζί μας και αφάνταστα διαχυτικός. Μελαχρινός,  με λευκό  δέρμα, δεν έμοιαζε καθόλου για Άραβας  και ορισμένες στιγμές μου θύμιζε έναν ξένο ηθοποιό-να δεις πώς τον λέγανε...Μιλούσε  με ευχέρεια τα ελληνικά και αυτό το στοιχείο μας  εντυπωσίασε το ίδιο   με  το-καθόλου- αραβικό όνομά του. Ο Τόνι από την πρώτη στιγμή επέμενε να πάμε για φαγητό στο σπίτι του, πράγμα που αρνηθήκαμε, γιατί δεν θέλαμε να  στερηθούμε ούτε μια νύχτα κλεισμένοι σε ένα  συγκεκριμένο χώρο. 

Αρχίσαμε τις βόλτες στους δρόμους, στα σούκς και στα παζάρια. Παζαρεύαμε άχρηστα αντικείμενα και δοκιμάζαμε φεσάκια και κελεμπίες. Παράξενο! Κάθε φορά που  φορούσα την παραδοσιακή στολή των αράβων διαπίστωνα πόσο τους μοιάζω, κι αυτό μ’ ανησυχούσε ιδιαίτερα  γιατί ως τότε πίστευα ότι  υπερίσχυε το ευρωπαϊκό μου προφίλ.  

Ήρεμες φυσιογνωμίες οι Σύροι, κάπως κλειστοί χαρακτήρες,  δεν ενοχλούσαν τους ξένους  ούτε έπεφταν πάνω τους  πιεστικά όπως γινόταν στις Βορειοαφρικάνικες χώρες.  Εδώ δεν συναντούσες τη φτώχεια της Αιγύπτου αλλά ούτε και την γραφικότητά της. Σαφώς η επίδραση του στρατιωτικού καθεστώτος ήταν ανεξίτηλα αποτυπωμένη στα πρόσωπά τους.

Ήμασταν τρεις: Ο Χρόνης φωτογράφιζε σπίτια και μαγαζιά για ένα  περιοδικό  αρχιτεκτονικής, επιμένοντας στην ανατολίτικη αισθητική. Ο  Δημήτρης έτρεχε στα χαμάμ και στις γειτονιές  αναζητώντας τις συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων, και εγώ  έψαχνα ματαίως στα μικρά φτωχικά βιβλιοπωλεία  καμιά σπάνια έκδοση που να με αφορά. Ήθελα να βρω Έλληνες συγγραφείς μεταφρασμένους στα αραβικά για μια έρευνα που είχα ήδη ξεκινήσει. Υπήρχε μια αρμονία στα ενδιαφέροντα  και στις προθέσεις  της παρέας και σε ένα  συμφωνούσαμε απόλυτα: Αφού  διαλέξαμε να επισκεφθούμε Πάσχα την Συρία θα μπαίναμε στο πνεύμα της Μεγάλης Εβδομάδας μέσα από τις  ακολουθίες στις εκκλησίες των Σύρων Χριστιανών που δεν ήταν και λίγοι όπως μαθαίναμε. 

Γκρίζα και  ατημέλητη η Δαμασκός, ασφυκτιούσε μέσα στην απολυταρχικότητα του καθεστώτος. Το μονοδιάστατο βλέμμα του Προέδρου μάς κάρφωνε  από κάθε πιθανή γωνιά. Οι μεγάλες χρωματιστές αφίσες, με  την φυσιογνωμία του,  εμπόδιζαν το τοπίο στερώντας μας το βάθος του ορίζοντα. Με το ζόρι έψαχνες  μια όμορφη γωνιά για να φωτογραφηθείς, χωρίς να  έχεις  τον ηγέτη  μέσα στο κάδρο.  Σε πολλές άλλες αφίσες φιγουράριζε  ο γιος του, που θύμιζε  τον Σταλόνε με γυαλιά ρέιμπαν, ενώ ένας άλλος του γιος, ο μικρότερος, είχε σκοτωθεί κάνοντας ιππασία. 

Τη τρίτη μέρα της παραμονής μας στο ξενοδοχείο ο Τόνι μας κοίταξε ικετευτικά: «Πότε θα έρθετε σπίτι;» ρώτησε σε κυματιστά ελληνικά  που έγερναν προς τα νησιώτικα. Εμείς αρνηθήκαμε ξανά, κι αυτός ανασήκωσε χαριτωμένα τα  τοξωτά του φρύδια.               

Αντί να αποδεχθούμε την πρόσκλησή του τον ρωτήσαμε ποιον Επιτάφιο να ακολουθήσουμε. Στη Συρία επιβιώνουν όλες  θρησκείες του κόσμου και όλες  Εκκλησίες. Τέτοια κοιτίδα πολύ-θρησκευτικότητας αποκλείεται να στέριωνε στην μονόχνωτη πατρίδα μας. Ο Τόνι μας έδωσε οδηγίες πώς να φτάσουμε σε μια μακρινή χριστιανική γειτονιά. 

«Μπορεί να’ ρθω κι εγώ να σας βρω στις εννιά κι αργότερα πάμε σπίτι».

«Μα  γιατί επιμένει τόσο πολύ γι αυτή την επίσκεψη;» αναρωτήθηκε ο Δημήτρης. 

Μεσημέρι βρεθήκαμε στην «Πύλη του Θωμά» και από κει χωθήκαμε στην γειτονιά των Ορθοδόξων Χριστιανών. Μεγάλη Παρασκευή. Στα στενοσόκακα, και μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα και τις μπαλκονόπορτες, ακουγόταν η Λιβανέζα  Φαϊρούζ να ψάλλει  την «Ζωή εν Τάφω» στα ελληνικά, με την συνοδεία πολυμελούς ορχήστρας και χορωδίας. Η εκπομπή του κρατικού ραδιοφωνικού σταθμού αναμεταδιδόταν ταυτόχρονα από κάθε σπίτι. ΄Όσα  σπιτικά, τόσα ραδιόφωνα και άλλα τόσα τα συναισθήματα που  προκαλούσε η ανατολίτικη και βυζαντινή συνάμα ψαλμωδία.  Βιώναμε ένα πρωτόγνωρο θρησκευτικό συναίσθημα που δεν το είχαμε ξαναζήσει στο δικό μας σαματατζίδικο Πάσχα. 

Συνεχίσαμε τον ποδαρόδρομο. Στην αυλή μιας αρμένικης εκκλησίας ετοίμαζαν έναν Επιτάφιο-τον στόλιζαν με σοβαρό ύφος δυο αδύνατα αγόρια και μια κοπέλα με υπέροχα σχιστά μάτια.  Οι κινήσεις τους υπάκουαν σε μια θρησκευτική τελετουργικότητα. 

Το βράδυ πήγαμε στην εκκλησία των Σύρων Ορθοδόξων, όπως μας υπέδειξε ο Τόνι, και ακολουθήσαμε  τον Επιτάφιο. Προπορευόταν η μπάντα  παίζοντας ένα θλιβερό μονότονο σκοπό που έδινε και τον αργό  βηματισμό.    Ακολουθούσαν  οι πρόσκοποι και στη συνέχεια οι πιστοί. Ο  μακρύς ξύλινος Σταυρός, χωρίς Εσταυρωμένο, αποτελούσε  σημάδι αναγνώρισης της ακολουθίας. Κόσμος πολύς, περιποιημένος, και ανάμεσά τους πολλά νέα άτομα με καθαρά και λαμπερά πρόσωπα. Ταμπούρλα,  ύμνοι και ψαλμωδίες σε κάθε στάση της περιφοράς ΄  δεκαπέντε Φαϊρούζ μαζί και η Καϊρούζ από δίπλα, η ανιψιά της. Δροσερή η βραδιά. Σταυροκοπήθηκα ανυπόκριτα.        

 Στο μεταξύ, καθώς εμείς βρισκόμασταν ήδη ανάμεσα στο πλήθος,  εντοπίσαμε τον Τόνι  να  περιμένει διακριτικά στο απέναντι πεζοδρόμιο. Με ένα νεύμα προστέθηκε στην παρέα μας,  πήρε  ένα κερί στο χέρι, και προχώρησε μαζί μας σιωπηλός,  αψηφώντας την μουσουλμανική του πίστη. Όταν τελείωσε η  περιφορά του Επιταφίου, ξέραμε ότι δεν θα γλυτώναμε την πρόσκλησή του. Μας έβαλε σε ένα ταξί και ύστερα από λίγη ώρα φτάσαμε στα προάστια της πόλης, σε μια καινούργια σχετικά συνοικία, πυκνή και απρόσωπη. Ο Τόνι  ζούσε με την οικογένειά του σε μια τριώροφη πολυκατοικία, χωρίς ασανσέρ. Μια τσιμεντένια στριφογυριστή σκάλα μας ανέβασε στο διαμέρισμα.  


Μας υποδέχτηκε μια λεπτή ασκεπής κοπέλα.  Η αδελφή του. Πίσω της ξεπρόβαλε   μια ευτραφής γυναίκα τυλιγμένη με άσπρη μαντίλα -η μάνα τους.  Σε λίγο παρατηρούσα τη μάνα πιο εξεταστικά: Μελαγχολική και καταβεβλημένη γυναίκα με όμορφα χαρακτηριστικά που δεν  τα αδίκησε τόσο ο χρόνος-άντε να πλησίαζε τα πενήντα-όσο η απομόνωση και η παραίτηση από κάτι... Όσο εμείς μιλούσαμε εκείνη καθόταν στην πολυθρόνα,  απέναντι στην τηλεόραση, και έψαχνε απεγνωσμένα στα δορυφορικά κανάλια σαν να ήθελε να βρει κάτι συγκεκριμένο. Το σπίτι λιτό - με  όλα όμως τα απαραίτητα - δείγμα μιας σχετικής οικονομικής ευμάρειας. Είχα χρόνια να δω  μωσαϊκό δάπεδο. Το σαλόνι διαχωριζόταν από την τραπεζαρία με γύψινες κολώνες «ελληνιστικού ρυθμού». Ο βερνικωμένος μπουφές, με το συρόμενο τζαμάκι, ήταν γεμάτος αναμνηστικά και μικρά χρυσοστολισμένα ποτηράκια. Κατακόκκινες πολυθρόνες και μπαουλοντίβανα παντού. 

Η αδελφή του Τόνι έστρωσε  το τραπέζι με φελάφελ και χούμους και εκείνος έφερε άγευστες μπύρες. Αγριοκοιτάξαμε και οι τρεις την σαλάτα με τα ωμά λαχανικά  και το τυρί. Προσπαθήσαμε να τα αποφύγουμε   κάνοντας πάσα ο ένας στον άλλον: «Μα νηστεύω, δεν θα φάω τυρί, αποκλείεται...»

 Πάνω στη συζήτηση μάθαμε αρκετά για τον Τόνι. Ο Τόνι  είχε δουλέψει για δυο χρόνια σε ξενοδοχεία  της Κύπρου, γι’ αυτό μιλούσε τα ελληνικά με την ιδιαίτερη (άρα Κυπριώτικη) προφορά. Ως μάνατζερ ξενοδοχείου έβγαζε γύρω στις εξήντα χιλιάδες ελληνικές. Λάτρευε τον ελληνικό πολιτισμό και το όνειρό του ήταν να ταξιδέψει  στην Αθήνα και να πάει διακοπές στην Μύκονο, την Μέκκα του τουρισμού, όπως την αποκάλεσε. Είχε ακουστά πως αν πας έστω και μια φορά εκεί, δεν χρειάζεται να δεις άλλο τόπο.  

Ζαλιστήκαμε  με τις μπύρες. Ο Τόνι έβαλε στο κασετόφωνο «ελληνικά» τραγούδια (ντίσκο-τσιφτετέλια)  που γνώριζαν μεγάλη επιτυχία στην ανατολική μεσόγειο. Τις επόμενες μέρες, όπου και αν βρισκόμασταν (μαγαζιά, σινεμά, καφενεία), η συριστική φωνή μιας ελληνίδας  αοιδούς μας εκδικιόταν για την περιφρόνηση που της είχαμε δείξει στην πατρίδα μας! 

«Να χορέψουμε!» φώναξε ο Τόνι. 

Κανείς μας δεν κουνήθηκε. Μεγάλη Παρασκευή να στήσουμε χορό σε μουσουλμανικό σπίτι! Ο Χρόνης κρυφογελούσε, ενώ ο Δημήτρης παρακολουθούσε άφωνος τον Τόνι που έριχνε ήδη μια ζεϊμπεκιά με την συνοδεία  ενός άλλου συμπατριώτη μας τραγουδιστή -του ιδίου φυράματος με την πετυχημένη που λέγαμε... Ελληνικές δρασκελιές με δερβίσικη περιστροφή! 

Η μάνα του Τόνι τσίτωσε το κεφάλι της   χαμογελώντας. Έλυσε την μαντίλα της και την άφησε να πέσει στους ώμους. Τα γκριζαρισμένα μαλλιά της πλαισίωσαν ένα στρογγυλό πρόσωπο όπου διαγράφονταν δυο αμυγδαλωτά μελαγχολικά μάτια, όμοια με του γιου της. Βλέπαμε καθαρά μια όμορφη γυναίκα που ασφυκτιούσε πίσω από τον φερετζέ και την  καθιερωμένη φορεσιά των μουσουλμανίδων. Με το βλέμμα της ενθάρρυνε τη διασκέδασή μας,  ξεπερνώντας προφανώς κάθε συμβατικό κώδικα φιλοξενίας. 

Ο Τόνι σχολίασε ότι δεν φιλοξενούσαν συχνά ξένους. Τον παρακάλεσε όμως η μάνα του να τους φέρει   στο σπίτι. «Γιατί;» ρωτήσαμε.  Εκείνος, αντί για απάντηση, με τράβηξε πρώτο στο σαλόνι παραμερίζοντας τις καρέκλες και το τραπέζι.

Βλέποντας τη χαρά στο πρόσωπο της μεσήλικης γυναίκας   αποφάσισα να ενδώσω. Άλλωστε δεν είμαι και από αυτούς που δεν χορεύουν στη ζωή τους και μην σας πω ότι το βάζω και λίγο τάμα, όποτε βρεθώ εκτός Ελλάδας, να ρίξω -δοθείσης ευκαιρίας-και έναν πατροπαράδοτο χορό.

Έτσι βρέθηκα στην «πίστα», ο Τόνι να βαράει παλαμάκια, η μάνα του να κουνάει  τα χέρια και  το κεφάλι της και η αδελφή του να κοιτάζει τρυφερά τη μάνα  που το γλεντούσε. Μία από τις δύο γυναίκες μού πέταξε και ένα μαντήλι να το τυλίγομαι και να το κουνάω ρυθμικά. Θυμήθηκα ένα άλλο τσιφτετέλι πάνω σε  κρουαζιερόπλοιο στο Νείλο- εκεί μάλιστα φορούσα κελεμπία που δεν την έβγαλα μέρες μετά... Να μην ξεχάσω και τους χορούς της Τυνησίας, στο μπαρ  του Ματζέστικ, με ζωντανή ορχήστρα, ενώ είχε σημάνει το τέλος του ραμαζανιού... Τέλος πάντως, τέλος δεν έχουν οι χοροί...Φαίνεται πήρα  το ρόλο μου στα σοβαρά και τα έδωσα όλα. Φέραμε την Ανάσταση δυο μέρες νωρίτερα αλλά -τι πειράζει;-είχαμε πενθήσει δεόντως. 

Ξαφνικά εκεί όπως χορεύαμε  λικνιστά με τον Τόνι πετάγεται η μάνα του και χώνεται ανάμεσά μας. Πρόλαβα να διακρίνω το ξαφνιασμένο βλέμμα της κόρης της που δεν πρόλαβε να την συγκρατήσει. Ήταν αργά για όλη την οικογένεια, από την οποία  έλειπε ο πατέρας, να αναχαιτίσουν την κεφάτη μάνα, που κουνούσε τους γλουτούς, τους ώμους και τη μέση, με τόσο μα με τόσο ρυθμό που θα’ έλεγες ότι  χόρευε μια ζωή.  

Τέτοια τσαλίμια δεν έχω ξαναδεί, όπως θα’ λεγε ο συχωρεμένος, ο παππούς μου, και ξαφνικά μου’ ρθε στο μυαλό  μια καταχωνιασμένη ιστορία που η ανήσυχη μνήμη την επανέφερε καθόλου τυχαία στη δεδομένη στιγμή.   

 Δεκαετία εξήντα, στο χωριό μου, στο Παγγαίο. Εμφανίζεται ένας περιοδεύον θίασος με τουρκάλες χορεύτριες-έτσι τουλάχιστον δήλωναν- για να δώσουν μια παράσταση στο κινηματοθέατρο «Μέγας Αλέξανδρος». Πλήθος οι άνδρες να κατηφορίζουν στο σινεμά για το μπουλούκι. Και ενώ,  πάνω στην   σκηνή, χορεύουν οι ζουμερές μουσουλμάνες, πετάγεται ο πρόσφυγας παππούς μου-όμορφος πενηντάρης και κοτσανάτος1, και αρχίζει να λικνίζεται μαζί τους ξεσηκώνοντας τους υπόλοιπους αρσενικούς από χαρά και οργή. Γιατί, οι άλλοι, παρά το γεγονός ότι διασκέδαζαν με τις αλλόφυλες χορεύτριες δεν τολμούσαν να τις αγγίξουν μην και «μολυνθούν». Μόνον ένας τις έπιανε και τις πιλάτευε. Ποιος άλλος; Ο Θόδωρος, ο ουτσής!2. Βούιξε το χωριό την άλλη μέρα: ακούς εκεί να χορέψει με τουρκάλα! Να πάει να ξαναβαπτισθεί! Η γιαγιά έπεσε σε μελαγχολία. Για καιρό  τον έβλεπαν ως μιασμένο. 

 Έτσι τώρα κι εγώ χόρευα με μια αλλόπιστη που θα μπορούσε να ήταν μάνα μου-λίγο δύσκολο γιαγιά μου-αν και θα το’ θελα να  είχα μια τέτοια γλεντζού συγγενή. Με τι κέφι χόρευε αυτή η γυναίκα! Τι  στριφογυρίσματα, τι ρυθμικότητα! Για μια στιγμή, καθώς ακουγόταν ένα «λάτιν-τσιφτετέλι» ελληνικής επινόησης,  με άρπαξε  από τα χέρια  προσπαθώντας να με οδηγήσει στα βήματα  του ταγκό.

Χορέψαμε αρκετή ώρα μέσα σε ένα πανδαιμόνιο χαράς ώσπου η γυναίκα αποτραβήχτηκε με μια υπόκλιση. Ξαναφόρεσε τη μαντίλα της, τυλίχτηκε στα μακροφόρια και, αφού μας καληνύχτισε όλους, αποσύρθηκε στην κρεβατοκάμαρά της. Δεν παρέλειψε να μας ξανακαλέσει, μιλώντας άψογα αραβικά, στο σπιτικό τους. Όρκο δεν παίρνω-μέρες άγιες ήταν-αλλά μου φάνηκε ότι μου έκλεισε και λίγο το ματάκι, όχι τίποτε πονηρό αλλά σαν σινιάλο ευχαρίστησης...

«Και γιατί  σε φωνάζουνε Τόνι;»  ρώτησα τον γιο που έδειχνε ευτυχισμένος με το απροσδόκητο γλέντι της βραδιάς.  Ξεκουραζόμασταν  σε ένα μπαουλοντίβανο απ’ όπου ξεχείλιζαν μαξιλαράκια κεντημένα με δαιδαλώδη διακοσμητικά μοτίβα. Η αδελφή, ελαφρώς αμήχανη από το ξέσπασμα της μάνας της,  αφού μάζεψε πρώτα το τραπέζι, έφυγε να κοιμηθεί.  

«Επειδή είμαι μισός Σύρος και μισός Αργεντινός», δήλωσε αυτός   ελαφρά συγκινημένος.

Εμείς μείναμε εμβρόντητοι.  Έτσι εξηγιόταν η άνεση και το μπρίο για Μουσουλμάνο. Ναι, τώρα θυμήθηκα ποιον χολιγουντιανό ηθοποιό μου θύμιζε. Εκείνον που έπαιζε τους λατινοαμερικάνους... Πώς τον έλεγαν όμως; 

«Και ποιος απ’ τους δυο  είναι  Αργεντινός;», ρωτήσαμε με μια φωνή. 

«Η μάνα μου!»

Η μάνα του! Εκείνη  μάλλον θα κοιμόταν ευτυχισμένη. Ο Τόνι  έβγαλε τα παπούτσια του και έμεινε με τις άσπρες κάλτσες που τόσο πολύ τις φοράνε  στα μέρη του. Χαλάρωνε. Σίγουρος ότι θα μας ενδιέφερε η ιστορία του  ζήτησε ένα τσιγάρο κι ας μην κάπνιζε ποτέ. 

«Ο πατέρας μου  ήταν ναυτικός...» 

Ταξίδευε με εμπορικά πλοία σε όλο τον κόσμο. Έφευγε από το λιμάνι της Λατάκειας και περνούσε χρόνος για να επιστρέψει στην   πατρίδα του. Σε ένα από τα μακρινά του ταξίδια, στην Αργεντινή, γνώρισε μια όμορφη κοπέλα, μόλις δεκάξι χρόνων. Ήταν κι αυτός όμορφος-γύρω στα εικοσιπέντε-«εμένα έμοιαζε», τόνισε ο Τόνι χωρίς δισταγμό- και την κουβάλησε στην Συρία. Βέβαια υπήρξαν κάποιες δυσκολίες μέχρι να διευθετηθεί ο γάμος, αλλά φαίνεται πως και οι δυο τους ήταν τρελά ερωτευμένοι. 

«Και πώς έτυχε να γνωριστεί με ένα τόσο μικρό κορίτσι;» ρωτήσαμε και οι τρεις μαζί, οι φιλοξενούμενοι.

 Ο Τόνι δεν γνώριζε  τις επακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκαν οι γονείς του. Η μικρή κοπέλα έδειχνε ενθουσιασμένη που έφευγε από την άλλη άκρη της γης. Κάπου στον χάρτη έβλεπε μια χώρα,  κοντά στην θάλασσα και πολλές άλλες χώρες τριγύρω. Δυο ήπειροι μαζί,  Ασία και Ευρώπη και η Αφρική παρακάτω... Πού να ‘ξερε όμως η μικρή νοτιοαμερικάνα ότι θα έμπαινε σε μια εντελώς διαφορετική ζωή. Στην αρχή άντεξε υπομονετικά όλη την αλλαγή, βλέπεις  η αγάπη  είναι μεγάλο στήριγμα.  Όμως πρακτικά δυσκόλευαν τα πράγματα: άλλαζε πίστη, συμπεριφορά, καθημερινότητα.  Με τον καιρό μεταμορφωνόταν σε ντόπια,  καλυπτόμενη κάτω από την καινούργια   της αμφίεση, ώσπου  αφομοιώθηκε στο καινούργιο περιβάλλον και  ξέχασε εντελώς την πατρίδα της. Ξεχνιέται όμως μια πατρίδα; 

«Μεταξύ μας» είπε ο Τόνι χρησιμοποιώντας σωστά ακόμη και αυτή την φράση, «μαράζωνε από νοσταλγία αλλά δεν το έλεγε. Είναι πολύ περήφανη και υπομονετική γυναίκα. Ο πατέρας μου συνέχισε να ταξιδεύει και της υποσχόταν ότι θα την έπαιρνε μαζί του, να ξαναδεί τα μέρη της. Όμως, καθώς την παντρεύτηκε, έπαψε να ταξιδεύει σ’ εκείνες τις θάλασσες. Προτίμησε τις πιο κοντινές. Η μάνα μου το κατάλαβε.  Της έταζε ότι θα πήγαιναν αεροπορικώς. Με τον καιρό η μάνα μου σταμάτησε  κάθε επαφή με τους δικούς  της. Δεν ήταν και καμιά μεγάλη οικογένεια. Είχε μεγαλώσει με μια θεία της. Αληθινούς γονείς δεν γνώρισε ποτέ. Όταν πέθανε ο πατέρας μου από κακιά αρρώστια...»

  Ο Τόνι βούρκωσε στην αναφορά του πατέρα του. Παράξενη αντίδραση, έβγαλε τις κάλτσες του και αφού τις έκανε ένα πάνινο μπαλάκι τις πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου.  Τα ποτά τον  ζάλισαν κανονικά. Όταν πέθανε λοιπόν ο πατέρας του εκείνη βυθίστηκε στη θλίψη. Δεν έβγαινε ούτε  έξω στη γειτονιά. Ποιος θα την πήγαινε να ξαναδεί την πατρίδα της;  Βρισκόταν τόσο μακριά. Και δεν ήταν  μόνον αυτό. Καταλάβαινε ότι κάπου εδώ τελείωνε για πάντα η ζωή της ως γυναίκα. Και ήταν τόσο νέα και μόνη...

«Εγώ της το υποσχέθηκα» είπε ο Τόνι ξεκουμπώνοντας τώρα το πουκάμισό του, «να την πάω έστω για μια φορά  στην Αργεντινή. Έχω κι εγώ περιέργεια να δω πώς είναι η χώρα που ανήκω μισός. Όμως πρέπει να δουλέψω   πολύ για να βρεθούν τόσα χρήματα. Το ταξίδι είναι μακρινό, είναι δύσκολο. Δεν ξέρω αν μας δώσουν   βίζα. Και να πάμε, ποιον ξέρουμε; Θα είμαστε σαν τουρίστες, μάνα και γιος. Μήπως θα ζει η θεία; Θα την θυμούνται τα ξαδέλφια της;  Μπορεί να μην την συγχώρεσαν από τότε που  έφυγε...».

 Λίγο πριν βγάλει και το λευκό φανελάκι του, αργά, μετά τα μεσάνυχτα, σηκωθήκαμε να φύγουμε. Μας έβαλε σε ένα ταξί και γυρίσαμε στο ξενοδοχείο σκεπτικοί. Πρώτος ο Χρόνης άρχισε να τρέχει στην τουαλέτα και εγώ περίμενα την σειρά μου αναπηδώντας στους ίδιους ρυθμούς που χόρευα δυο ώρες πριν. Μαλώναμε ποιος έκανε την αρχή και έφαγε ωμά λαχανικά. Όταν πέσαμε για ύπνο η ιστορία της Αργεντινής κοπέλας στροβίλιζε στο κεφάλι μου και έπαιρνε άλλες διαστάσεις. Ξανάβλεπα τα μελαγχολικά μάτια της  γυναίκας  που ζωντάνεψαν στη θέα των ξένων επισκεπτών. Ξανάβλεπα με τι χαρά-κοριτσίστικη- χόρευε και λικνιζόταν. Ήμουνα πια σίγουρος ότι αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος που ο Τόνι επέμενε να επισκεφθούμε το σπίτι του- δεν ήταν μόνο επειδή αγαπούσε τη ράτσα μας. 

«Ελπίζω να μην κουβαλάει τακτικά τουρίστες για να την ψυχαγωγούν!» είπε  ο Δημήτρης πικρόχολα μέσα στο σκοτάδι.  

«Σιγά μην βρίσκει χορευταράδες Ευρωπαίους!» είπε ο Χρόνης που είχε χωθεί για τρίτη φορά στην τουαλέτα απελπισμένος. Τρικούβερτο γλέντι της εντεροκολίτιδας!  



Ανάσταση δεν κάναμε. Στα ερείπια της Παλμύρας και στο διπλανό  χωριό  δεν υπήρχε εκκλησία. Οι λίγοι χριστιανοί έφυγαν σε γειτονική πόλη για το βράδυ της Ανάστασης.  Την επομένη, καθ’ οδόν προς το Χαλέπι, χάλασε το αυτοκίνητο στην ερημιά. Στον γυρισμό, και ενώ περιμέναμε την επιβίβασή μας με την πτήση της Συριακής αεροπορικής γραμμής, ακυρώθηκαν ανεξήγητα οι θέσεις μας. Έξαλλοι βλέπαμε  τους  Μουσουλμάνους προσκυνητές, που ερχόντουσαν από την Μέκκα, να επιβιβάζονται με τις μποτίλιες του ιερού νερού στη δική μας πτήση και εμείς να παραμένουμε καθηλωμένοι στο έδαφος. Αναχωρήσαμε μέσω Κύπρου μια μέρα μετά. 

Στην Κύπρο θυμήθηκα τον Τόνι,  υπάλληλο, στα τουριστικά ξενοδοχεία. Ονειρευόταν να αγαπήσει μια  ξένη γυναίκα.  Μια Ελληνίδα ίσως. Λίγο δύσκολο, ε, Τόνι; Ποια θα ερχόταν να ζήσει στη Δαμασκό, επειδή εσύ έχεις αναλάβει μάνα και αδελφή;

Φθάνοντας στην Αθήνα τους ξέχασα για λίγο ώσπου  μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν αυτός! Με παρακαλούσε να του στείλω -έγκαιρα- ένα δισκάκι με τα καινούργια τραγούδια της γνωστής αοιδού  προτού κάνουν τον γύρο της Μεσογείου. Με χυμένα μούτρα μπήκα σε ένα δισκοπωλείο και αγόρασα το καινούργιο CD της ΄Άντζελας και του το έστειλα. 

Στο ευχαριστήριο τηλεφώνημα, που ακολούθησε, ο Τόνι μου αποκάλυψε κάτι που, όπως μου είπε διστακτικά, δεν το είχε πει σε κανέναν ως τώρα. Το έλεγε σε μένα επειδή κατάλαβε ότι μου άρεσαν οι ξένες ιστορίες: Η μάνα του είχε γνωρίσει τον πατέρα του χορεύοντας. Η θεία της, που  φρόντιζε την δεκαεξάχρονη ορφανή,  κρατούσε ένα μπαρ για ναυτικούς στο λιμάνι. Έβαζε τη μικρή να χορεύει εκεί μέσα -μια σταλιά κοριτσάκι...

«Ύστερα από σαράντα χρόνια χόρεψε ξανά.  Μαζί σου», είπε ο Τόνι. «Ο Αλλάχ να σε φυλάει». 

Και έκλεισε βουρκωμένος το τηλέφωνο.  

 




Σημειώσεις: 

1, Κανείς μας δυστυχώς δεν  κληρονόμησε τα πράσινα μάτια του παρά μόνον τα κουσούρια του: έβριζε (στα τουρκικά) και κάπνιζε πολύ.

 2, Έπαιζε ούτι που, επίσης, κανείς μας δεν έμαθε.



 Πρώτη γραφή Νέα Σμύρνη 1998

Πρώτη δημοσίευση στην “Οδό Πανός”, τ.116, Απρίλιος-Ιούνιος 2002

Περιλαμβάνεται στην συλλογή διηγημάτων “Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου” Πατάκης 2018.