Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Κριτική για την Καινούργια πόλη




Ένας flâneur στην Αθήνα της δεκαετίας του 1990


Γράφει η Αλεξάνδρα Γερακίνη // *

Σε μια εποχή που η λέξη κρίση κυκλώνει τις ζωές μας και η λογοτεχνική πένα των συγγραφέων προσπαθεί να καταγράψει το αποτύπωμα της, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στρέφει το ενδιαφέρον του στη δεκαετία του 90, στη δεκαετία της διαφήμισης και της ιδιωτικής τηλεόρασης, του εύκολου πλουτισμού και των χρυσών ευκαιριών, των ψευδαισθήσεων και της επίπλαστης ευτυχίας. Ίσως γιατί στην καθοριστική αυτή δεκαετία στο τέλος του 20ου αιώνα, που κυοφόρησε τις συνθήκες για κάτι καινούριο και ισοπεδώθηκε τελικά άδοξα, μπορεί κανείς να αναζητήσει τις ρίζες της κατάστασης που βιώνουμε σήμερα.
Ο Μανόλης και η μάνα του, η Μαργαρίτα εγκαταλείπουν τη βόρεια Ελλάδα και βρίσκουν καταφύγιο στην Αθήνα, αναζητώντας όχι μόνο μια καινούρια πόλη που θα στεγάσει όνειρα και ελπίδες αλλά και μια καινούρια ζωή. Εκείνος, φιλόλογος ή καλύτερα «πλατωνιστής» αφήνει πίσω του τα χρόνια παραμονής του στη Σουηδία και έναν ανεκπλήρωτο έρωτα και εκείνη φιλάρεσκη που τρέφεται από τη γοητεία της και δεν συμβιβάζεται με το πέρασμα του χρόνου, αφήνει πίσω της την κοινωνική κατακραυγή. Υφαίνοντας ένα πλέγμα προστασίας ο ένας για τον άλλο και  έχοντας καλά κρυμμένο στις αποσκευές τους ένα ένοχο μυστικό που υποσκάπτει τα θεμέλια του νέου τους οικοδομήματος και που δεν θα αποκαλυφθεί παρά στο τέλος του μυθιστορήματος, προσπαθούν ν’ απαλλαγούν από τις προσωπικές τους ερινύες και να κλείσουν τα ανοιχτά μέτωπα της ζωής τους. Αρκεί όμως μια πόλη που προσδιορίζει τα βήματα των νεοφερμένων κατοίκων της με το γοητευτικό παρόν και το ένδοξο παρελθόν της για να επανακαθορίσουν την ταυτότητα τους και να κλείσουν τις ρωγμές του παρελθόντος;
Η Αθήνα της δεκαετίας του 1990 είναι ο βασικός πρωταγωνιστής στην Καινούργια Πόλη και γύρω της εξυφαίνεται το νήμα της μυθιστορηματικής πλοκής. Ο συγγραφέας διεισδύει στα άδυτα της ανθρωπογεωγραφίας της και τη σκιαγραφεί σε βάθος μέσα από τις αλλεπάλληλες περιηγήσεις του Μανόλη. Αχόρταγος flâneur o Μανόλης, τη μορφή του οποίου έπλασε ο Baudelaire τον 19ο αιώνα, ρουφάει κυριολεκτικά το αττικό τοπίο με το ανήσυχο βλέμμα του και  την κοφτερή ματιά του. Έρχεται αντιμέτωπος με νέες αστικές συνθήκες σε μια πόλη που πάσχιζε να βρει ένα καινούριο ή πιο εναλλακτικό πρόσωπο και που το είχε θεωρήσει τόσο αυτονόητα βιωμένο στη σουηδική του παραμονή(σελ. 27). Βαδίζει σε μια πόλη που ασφυκτιά από την κίνηση και το νέφος, οσμίζεται την ένταση της πόλης και την ανεξέλεγκτη μέθη(σελ. 65), μάταια αναζητά τα χνάρια της Ακαδημίας του Πλάτωνα. Ο αναγνώστης ακολουθεί τον Μανόλη και ψηλαφίζει τα χνάρια της ιστορικής διάστασης· το συλλογικό υπερβαίνει το ατομικό και οι μικροιστορίες με τις λεπτομέρειες τους ξετυλίγουν το κουβάρι της μακροιστορίας.
Κατά τη διάρκεια της εξωτερικής του περιπλάνησης και εσωτερικής του περιδίνησης ο Μανόλης συναντά μια Αθήνα με σκαμμένους δρόμους, δημόσια έργα που καθυστερούσαν λόγω χρηματοδότησης και άλλα υπερχρεωμένα ετοιμοπαράδοτα (σελ. 48), μια Αθήνα που καλλωπίζεται πρόχειρα και υποκριτικά για να υποδεχτεί τους ολυμπιακούς αγώνες του 2004, μια ασφυκτική πρωτεύουσα που δεν είχε αφήσει λίγο χώρο, λίγο δρόμο ακόμη για το σημαντικό της παρελθόν (σελ. 85). Νεολεφτάδες, άνθρωποι που «γουστάριζαν», κοινό που ρουφάει εύπεπτα, έξυπνα και άμεσα μηνύματα και λόγια (σελ. 94), αστοί και μικροαστοί που πληροφορούνται αδιάφορα τον θάνατο του Ελύτη και του Χατζιδάκη, μια πόλη με μεταμφιεσμένη κουλτούρα που δανειζόταν στοιχεία από το αγοραίο και το λαϊκό, από αυτό που δεν κατείχε αλλά και δεν την αφορούσε(σελ. 112). Η Αθήνα αλλάζει τη δεκαετία του 1990 αλλά ο Μανόλης μετά από πέντε χρόνια παραμονής σ’ αυτήν δεν μπορούσε να δει αυτήν την αλλαγή, είχε εντοπίσει μόνο μια υλική και χρηματική αναστάτωση την οποία όλοι εκλάμβαναν ως αναβάθμιση (σελ. 240).



Χωρίς ίχνος διδακτισμού και στείρας κριτικής, ο συγγραφέας κατορθώνει να αναδείξει τις όψεις μιας πόλης μέσα από τις διαδρομές ανθρώπων αλλοφερμένων, ανθρώπων που δεν συμβαδίζουν με την εποχή στην οποία ζουν, πραγματικά απομεινάρια μιας άλλης εποχής, θιασώτες τελικά των επιλογών και των λαθών τους και αποδεχόμενοι οικειοθελώς το τίμημα που αναπόδραστα καλούνται να πληρώσουν. Οι ήρωες του Θ. Γρηγοριάδη, ζωντανοί, πραγματικοί, χτισμένοι με γερά υλικά, θα παραμείνουν παρείσακτοι και αποσυνάγωγοι σε μια πόλη που απλώνεται άναρχα, γιγαντώνεται αλαζονικά και αναπτύσσεται ακαλαίσθητα με ανθρώπους που απορροφούν με ευχέρεια το χρήμα και τις ευκαιρίες αλλά τους λείπει η βαθιά ικανοποίηση, η χαρά της δημιουργίας και η απόλαυση(σελ.98). Η λαμπερή ατμόσφαιρα της πόλης θα πλανέψει προσωρινά τους ανυποψίαστους Μανόλη και Μαργαρίτα και θα τους παρασύρει στη δίνη της και αυτοί θα στροβιλιστούν μέχρι τελικά να κατακρημνιστούν, συνειδητοποιώντας το ανεκπλήρωτο, το ανώφελο και το αβέβαιο μιας ολόκληρης γενιάς  (σελ. 124) αλλά και την πικρή αίσθηση της ήττας. Πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη γραφή συνδυάζονται για να παρακολουθήσουμε το οδοιπορικό στην Αθήνα ενώ η εύστοχη επιλογή της επιστολικής γραφής της Μαργαρίτας φωτίζει τα γεγονότα και ξετρυπώνει μύχιες σκέψεις και ανομολόγητες πράξεις.
Στο τέλος, η Μαργαρίτα γίνεται μια κουκίδα στο ασημένιο σύννεφο που πνίγει τον αττικό ουρανό και ο Μανόλης μεταφέρει τη ζωή του στο ερείπιο της Αλκιβιάδου με τις σκάλες να τρίζουν και τη φθορά να χάσκει επικίνδυνα σε μια εποχή που όλοι έτρεχαν να επενδύσουν και  γυάλιζαν οι μετοχές στους δρόμους και στα σπίτια(σελ. 247).
Η καινούργια πόλη του Θ. Γρηγοριάδη, καθώς η αττική γη συνταράσσεται συθέμελα το φθινόπωρο του 1999, θα αποδειχτεί καινούργια για κάποιους αλλά παλιά για κάποιους άλλους όπως τον Μανόλη που αναπτύσσει ταχύτητα, αφού ο ομφάλιος λώρος έχει πια κοπεί οριστικά, και νιώθει ότι πετάει πάνω απ’ όλους, πάνω από το κακό, εισπνέοντας τον πνιγμό της ατμόσφαιρας και αφήνοντας πίσω του μια άλλη, καινούργια πόλη που δεν τον αφορά όμως (σελ. 300).


* Η Αλεξάνδρα Γερακίνη γεννήθηκε και ζει στην Καβάλα. Είναι φιλόλογος, απόφοιτος της Φιλοσοφικής σχολής Ιωαννίνων με μεταπτυχιακές σπουδές στο Α.Π.Θ. σε θέματα ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και πολιτισμού. Εργάζεται στο 6ο Γυμνάσιο Καβάλας και είναι πιστοποιημένη εκπαιδεύτρια ενηλίκων. Συνεργάστηκε με το κέντρο ελληνικής γλώσσας στο πρόγραμμα συγγραφής και εφαρμογής διδακτικών σεναρίων στη Λογοτεχνία με αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέσμου Φιλολόγων Καβάλας και εδώ και έξι χρόνια διατηρεί στο διαδίκτυο το φιλολογικό ιστολόγιο (alexgger.blogspot.gr) στο οποίο αναρτά υλικό και καινοτόμες ιδέες για τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται συστηματικά με την προώθηση της φιλαναγνωσίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση μέσα από ποικίλες δράσεις όπως την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων στο πλαίσιο του σχολικού ωραρίου, τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς φιλαναγνωσίας και την επικοινωνία με συγγραφείς.

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Το Παρτάλι επιστρέφει


Εκδόθηκε το 2001 και εξαντλήθηκε στην τέταρτη έκδοση. Μόλις επανεκδόθηκε χωρίς παρεμβάσεις ή διορθώσεις, απλώς άλλαξε η φωτό (!) στο εξώφυλλο (μεγαλώνουμε όλοι μας) και προστέθηκαν οι κριτικές στο τέλος.
 “Το Παρτάλι” κυκλοφόρησε το 2001 προξενώντας μεγάλη αίσθηση. Είναι γραμμένο με κέφι και ζωντάνια, είναι διασκεδαστικό και απρόβλεπτο ως ιστορία, έχει πολλούς πρωτότυπους χαρακτήρες και περιγράφει μια ολόκληρη παρέα των φοιτητών, τις οικογένειές τους, την πόλη της Θεσσαλονίκης αμέσως μετά την μεταπολίτευση.
Είναι το πρώτο μυθιστόρημα της ελληνικής λογοτεχνίας που θέτει τόσο έντονα θέματα σεξουαλικότητας, φύλου και ταυτότητας αλλά και θίγει θέματα της πρόσφατης ιστορίας. Το βιβλίο εδώ και χρόνια διδάσκεται σε τμήματα νεοελληνικών σπουδών σε Πανεπιστήμια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Το 2003 μεταφράστηκε στα γαλλικά. Το 2011 ανέβηκε ως θεατρικός μονόλογος στο Φεστιβάλ Αθηνών  και έχει επίσης ανεβεί δύο φορές ως πειραματική παράσταση από ερασιτεχνικές φοιτητικές ομάδες στην Θεσσαλονίκη.

--------------

«Παρτάλι» σημαίνει “το κουρέλι, το απομεινάρι ενός ρούχου, το απομεινάρι ενός ανθρώπου, ο περιθωριακός”.
Αυτό το όνομα έχει ένας παρενδυτικός, παράξενος τύπος, που συχνάζει στις υπόγειες ταβέρνες του Βαρδάρη. Μένει στο ξενοδοχείον «Λιμάνι», στον Βαρδάρη, υποκοσμιακό και λιμανίσιο χώρο.
Είμαστε στη Θεσσαλονίκη της Μεταπολίτευσης, τέλη της δεκαετίας του ’70. Ο Εβρίτης φοιτητής Μανόλης συναντάει πρώτος το απόκοσμο αυτό πλάσμα. Θα έρθει κοντά του, θα διαδώσει την ιστορία του στην παρέα του, θα την αναπαραστήσουν θεατρικά με την φοιτητική ομάδα θεάτρου αναζητώντας ταυτόχρονα και την πραγματικότητα που κρύβει η αινιγματική ζωή του.
Το Παρτάλι  σαγηνεύει τους πάντες: ως άντρας, ως γυναίκα, ως άνθρωπος, τελικά, αδιαφορώντας για το φύλο.
Ο Μανόλης και ο Μάικ και η  παρέα  μαθαίνουν σταδικά την ιστορία του μυθικού αυτού ανθρώπου: Το Παρτάλι είναι το αγοράκι από ένα χωριό του Παγγαίου που έντυνε η μάνα του κοριτσάκι στην Κατοχή, για να μην το πάρουν οι Βούλγαροι κατακτητές· είναι το αγοράκι ντυμένο με κοριτσίστικα ρούχα, για να μπορεί να μεταφέρει μηνύματα στους αντάρτες στα βουνά που πάλευαν για την απελευθέρωση· είναι το αγοράκι που δεν επέστρεψε ποτέ στον εαυτό του·
Μαζί με το Παρτάλι παρελαύνουν απ’ τη ζωή του και απ’ τον Βαρδάρη πολλοί ήρωες του βιβλίου που αγωνίζονται να καταλάβουν τον εαυτό τους και τον κόσμο.  Ο φοβισμένος Μανουήλ, ο διψασμένος για νέες εμπειρίες Μάικ, η αυστηρή αριστερή Ζωή, η διοργανώτρια των ερωτικών πάρτι Πένυ, ο επιρρεπής στα ναρκωτικά Σταύρος.
Τα υγρά υπόγεια και η ημιφωτισμένη, γενικά, ζωή που περιγράφεται στο Παρτάλι δεν είναι απλώς ένα σκηνικό που βοηθά στην κατανόηση μιας συγκεκριμένης εποχής ή μιας συγκεκριμένης κατάστασης. Είναι και η ίδια η Ελλάδα όπως βγαίνει από μια τραυματισμένη περίοδο, την χούντα, φορώντας τα κουρέλια της και αναζητώντας ένα καινούργιο πρόσωπο.

Το Παρτάλι έδωσε συνέχεια σε άλλα δύο μυθιστορήματα  φτιάχνοντας μια τριλογία.
Στη “Ζωή μεθόρια” (2015) συναντάμε την πρώην φοιτήτρια Ζωή ως καθηγήτρια πρωτοδιορισμένη στη Θράκη τη δεκαετία του '80.
Στο “Καινούργια πόλη” ( 2107) πρωταγωνιστούν ο Μανόλης και η μάνα του με σκηνικό την Αθήνα της δεκαετία του '90.






Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Κριτική του Χρίστου Κυθρεώτη για την Καινούργια πόλη.


Ζώντας ενάντια στη δεκαετία του ενενήντα 


του Χρίστου Κυθρεώτη

Είναι κοινή διαπίστωση πως η κρίση έχει μετατρέψει το πρόσφατο παρελθόν της Μεταπολίτευσης σε ιστορία – σε έναν ιστορικό κύκλο που έκλεισε, καλώντας μας να τον μελετήσουμε και να τον επαναξιολογήσουμε από τη σημερινή οπτική, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ενδιαφέρον που έχει εκδηλωθεί τα τελευταία χρόνια για τη δεκαετία του ογδόντα. Ο σχετικός δημόσιος διάλογος, αν και απλουστευτικά επιχειρεί συχνά να συνδέσει παρελθούσες προβληματικές με τωρινά επίδικα, φανερώνει ωστόσο κάτι πολύ σημαντικότερο – την αγωνία της ελληνικής κοινωνίας να επανατοποθετηθεί αξιακά απέναντι στο πρόσφατο παρελθόν της με δύο κατά βάση τρόπους: είτε αρνούμενη ότι τελείωσε, είτε απορρίπτοντάς το συλλήβδην και άκριτα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ακόμα πιο ενδιαφέρουσα και γόνιμη, ιδίως από λογοτεχνικής άποψης, ίσως αποδειχθεί στο μέλλον η δεκαετία του ενενήντα. Στη διάρκειά της μια σειρά από χαρακτηριστικά έδωσαν στην ελληνική κοινωνία τη συγκεκριμένη μορφή με την οποία κλήθηκε αργότερα να αντιμετωπίσει την κρίση, ενώ η υπερβολή και η «λάμψη» της, καθώς και οι αντιφατικές πολιτικές της πραγματικότητες, συγκροτούν μία πλούσια δεξαμενή, από την οποία θα μπορεί να αντλεί για χρόνια η λογοτεχνία μας.
Με το τελευταίο του βιβλίο, την «Καινούργια πόλη», ο μυθιστοριογράφος Θεόδωρος Γρηγοριάδης επιχειρεί μια χαρτογράφηση αυτής της δεκαετίας, χρησιμοποιώντας ως «πλοηγούς» δύο ιδιαίτερους και χαρακτηριστικούς για την πεζογραφία του ήρωες. Έχοντας ζήσει για χρόνια στη Σουηδία, ο Μανόλης επιστρέφει στην Ελλάδα και εγκαθίσταται στην Αθήνα – μαζί του έρχεται και η μητέρα του, Μαργαρίτα, προς αναζήτηση καταφυγίου από το ασφυκτικό πλαίσιο που έχει διαμορφώσει για την ίδια ο θάνατος του άντρα της και οι συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη. Χωρίς να μένουν μαζί, μάνα και γιος ακολουθούν παράλληλες πορείες, τις οποίες ο Γρηγοριάδης επιλέγει να παρακολουθήσει από την οπτική γωνία πότε του ενός και πότε του άλλου. Μέσα στο κλίμα «ευκαιριών» και την οικονομική ευκολία της εποχής, και παρότι έρχεται στην Αθήνα χωρίς σαφές βιοποριστικό σχέδιο, ο Μανόλης δεν αργεί να βρει τον τρόπο να τα βγάλει πέρα, απασχολούμενος μάλιστα σε εμβληματικά επαγγέλματα της εποχής: πρώτα ως διαφημιστής και έπειτα ως σεναριογράφος. Οι δουλειές αυτές –που του φαίνονται «εύκολες» και εξωφρενικά επικερδείς– του επιτρέπουν να μετάσχει κατά κάποιον τρόπο των «θαυμάτων» εκείνης της περιόδου. Εύκολος πλουτισμός, παρέες από τον χώρο του θεάματος, στέκια επωνύμων, ανερχόμενοι πολιτικοί, όλα παρελαύνουν.
Ωστόσο, σε ένα μοτίβο που συναντάμε συχνά στην πεζογραφία του Γρηγοριάδη, ο Μανόλης παραμένει κατά βάση αποστασιοποιημένος από το γενικότερο κλίμα – και είναι η απόσταση αυτή που του δίνει τη δυνατότητα να το καταγράψει. Με σπουδές κλασικής φιλολογίας, αυτοαποκαλούμενος «πλατωνιστής», αδυνατεί στην πραγματικότητα να χωνέψει τη φρενήρη, επιδερμική ευφορία που επικρατεί γύρω του και αρνείται να αφομοιωθεί σε αυτήν. Έτσι, το τριτοπρόσωπο πρώτο μέρος του βιβλίου (που είναι και αυτό στο οποίο απεικονίζεται γλαφυρότερα η ατμόσφαιρα της περιόδου) δίνει τη θέση του σε ένα πρωτοπρόσωπο τρίτο μέρος, όπου περιγράφεται η υπαναχώρηση του ήρωα από τα «κεκτημένα» του και η περιχαράκωσή του μέσα σε έναν πιο ήπιο και ουσιαστικό, αν και ελαφρώς ανερμάτιστο, τρόπο ζωής. Με τη μετάβαση από το τρίτο στο πρώτο πρόσωπο, ο συγγραφέας υπογραμμίζει την απόσπασή του Μανόλη από το πλήθος και τη σταδιακή ψυχική του απομάκρυνση από μια πόλη που φαντάζει για εκείνον τόσο καινούρια, όσο και ξένη – απομάκρυνση που θα κορυφωθεί συμβολικά στο τέλος του βιβλίου, όταν ο Μανόλης θα αρχίσει να διασχίζει τρέχοντας τους δρόμους της Αθήνας, μετά τον σεισμό του 1999.
Αντίστοιχα ξένη προς την πόλη και τον παλμό της εποχής παραμένει και η Μαργαρίτα, παρά τις προσπάθειές της να προσαρμοστεί και να κατανοήσει όσα συμβαίνουν γύρω της. Η σχέση της με τον γιο της διαμορφώνει τον βασικό άξονα του μυθιστορήματος, ενώ μέσα από τα δικά της μέρη (τόσο τα τριτοπρόσωπα αφηγηματικά, όσο και τις ζωντανές και συγκινητικές επιστολές της) σκιαγραφείται ως μια πληθωρική και έντονη προσωπικότητα, γεγονός που φωτίζει και τον χαρακτήρα του Μανόλη – και ιδίως την τάση του να αποσύρεται από το προσκήνιο, όχι ακριβώς προς το περιθώριο, αλλά προς πιο έκκεντρες διαδρομές (τάση που χαρακτηρίζει βέβαια και άλλους ήρωες του συγγραφέα). Το «μυστικό» που τον συνδέει με τη μητέρα του αποτελεί περισσότερο ένα σύμβολο των μυστικών: κατά κάποιον τρόπο, όλη η ζωή του Μανόλη είναι «μυστική», υπό την έννοια ότι έρχεται σε διάσταση με το κυρίαρχο ρεύμα, ή πάντως το απορρίπτει, επιχειρώντας σε τελική ανάλυση να ενσαρκώσει το επικούρειο (παρότι πλατωνιστής ο ίδιος) ιδανικό τού «λάθε βιώσας». Κι αυτό, ενάντια σε μία εποχή που διατυμπάνιζε το αντίθετο.

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Κριτική για το Παρτάλι

Με αφορμή την επανακυκλοφορία του μυθιστορήματος σε λίγες μέρες μια από τις κριτικές της χρονιάς που πρωτοκυκλοφόρησε:

Ο Βαρδάρης και η δυσφορία του γένους

του Βαγγέλη Αθανασόπουλου


Είναι αγόρι ή κορίτσι ρωτούν όλοι όταν γεννιέται ένα μωρό. Κι όταν συναντάμε κάποιον για πρώτη φορά, το πρώτο που βλέπουμε - ή νομίζουμε πως βλέπουμε- είναι το φύλο του. Η έννοια του προσώπου ή της προσωπικότητας είναι πολύ αφηρημένη έως θεωρητική και στην πράξη αντιστοιχεί σε ένα σύνολο χαρακτηριστικών που λειτουργεί σαν γενική εντύπωση. Αντίθετα, αυτό που αντιλαμβανόμαστε από τον άλλον είναι αυτό που αφήνει να φανεί, το οποίο συνεπάγεται τις κοινωνικές ιεραρχίες και διακρίσεις: το βιολογικό φύλο, το κοινωνικό φύλο ή γένος, τη φυλή, την κοινωνική θέση.

«Παρτάλι» στη Βόρεια Ελλάδα λένε το πολυφορεμένο ρούχο, αλλά και τον ξεπεσμένο και περιθωριακό. Αυτό είναι το όνομα του βασικού χαρακτήρα του μυθιστορήματος του Θ. Γρηγοριάδη, που ντυμένος με γυναικεία ρούχα ζει στη Θεσσαλονίκη της μεταπολίτευσης. Η εμφάνιση του, αλλά και ο μύθος γύρω από τη ζωή του γοητευτικού και αινιγματικού σαρανταπεντάρη, ελκύει τους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής, ξεκινώντας μια διαδικασία αυτοσυνειδησίας, στην οποία η αλήθεια και το θέαμα συνεχώς συγχέονται.

Τα θέματα του γένους, της ταυτότητας και της μεταμφίεσης στοιχειώνουν «Το Παρτάλι», ενώ η κυριαρχία του θέματος της παρενδυσίας φτάνει σε τέτοιο σημείο, ώστε να αφορά μεγάλο αριθμό ανδρικών χαρακτήρων, δίνοντας την αληθοφανή εντύπωση πως οι μισοί δίνουν αγώνα για να αποφύγουν το φουστάνι. Ίσως, όμως, αυτή η υπερβολή να είναι σκόπιμη, και να φανερώνει την πρόθεση του συγγραφέα, σχετικά με τον εντοπισμό του δραματικού στοιχείου της ιστορίας σε αυτόν ακριβώς τον αγώνα.

Το «Παρτάλι» καλύπτει την παρενδυσία του με δύο τρόπους: στην αρχική φάση (της Θράκης) με το πρόσχημα των ιστορικών συνθηκών, και στην κύρια φάση (της Αμερικής) με το πρόσχημα του επαγγέλματος (ντραγκ σόου). Μέσα σε αυτήν τη διαλεκτική των τόπων, η Θεσσαλονίκη αποτελεί τον ενδιάμεσο χώρο, τον χώρο της αποκάλυψης και της μύησης. Εκεί όπου πρώτα έρχεται ο έρωτας του Έρικ και μονιμοποιεί/νομιμοποιεί την παρενδυσία, αλλά τελικά και εκεί όπου καταλήγει επιστρέφοντας από την Αμερική, για να αποκαλύψει το πραγματικό Παρτάλι, αλλά και για να μυήσει τον γοητευμένο Μάικ, ο οποίος μετά τον θάνατο του γητευτή του μέσα στα ερείπια του σεισμού του 1978, θα συνεχίσει την ιστορία του μέσα σε μια κατεστραμμένη πόλη. Μέσα από τη συντέλεια του σεισμού θα ξαναγεννηθεί το σώμα της πόλης, ενώ παράλληλα το Παρτάλι θα ξαναγεννηθεί μέσα από το νεανικό σώμα του Μάικ, που σαν ένα νεόκοπο πλάσμα, οδηγημένο από τη γριά πόρνη (που περιφέρεται μέσα στην ιστορία σαν να είναι το πνεύμα του Βαρδάρη), θα βαδίσει προς την ένωση του με το νέο σώμα της πόλης το οποίο έχει ήδη αρχίσει να πλάθεται. Ανάλογο άλλοθι υπάρχει και στην περίπτωση του ψεύτικου Παρτάλι, όπου με την παρενδυσία του θέλει να αποκαλύψει την κρυφή ιστορία του πατέρα του, αριστερού εξόριστου. Αντίθετα, στις περιπτώσεις παρενδυσίας του Μανουήλ και του Μάικ, δεν χρησιμοποιείται κάποιο άλλοθι.

Οι περιπτώσεις που παρουσιάζονται στο μυθιστόρημα συνθέτουν μια συνοπτική ιστορία της παρενδυσίας, σύμφωνα με την οποία το έναυσμα δίνεται μέσα από τις ιστορικές συγκυρίες, το οποίο όμως στη συνέχεια λειτουργεί καταλυτικά έξω από τα ιστορικά συμφραζόμενα, κάνοντας κάποιους να συνειδητοποιήσουν τις πολλές τους ταυτότητες και να νιώσουν πρώτα τη δυσφορία του δικού τους γένους, και μετά την ανάγκη να ντυθούν ένα άλλο γένος. Φορώντας το ξένο ή εξωτικό ρούχο, υπερβαίνουν προκλητικά όχι μόνο τη συγκεκριμένη, αλλά όλες τις συμβατικές διακρίσεις ανάμεσα σε γένη, φύλα, φυλές και κοινωνική θέση.

Πολύσημος είναι ο υπαινιγμός για μια αναλογία ανάμεσα στην παρενδυσία και στην ιστορία. Πραγματικά, το ιστορικό στοιχείο είναι παρόν στις βασικές εκδοχές της παρενδυσίας, αλλά κυρίως στην περίπτωση του μικρού αληθινού Παρτάλι που δημιουργείται μέσα στη βουλγαρική κατοχή (όταν μια μάνα θέλοντας να προστατέψει τον γιο της τον ντύνει κορίτσι). Ο πατέρας, επίσης, του ψεύτικου Παρτάλι είναι αριστερός φυλακισμένος που, χωρίς να είναι ομοφυλόφιλος, ντύνεται με γυναικεία ρούχα για να βρεθεί με συγκρατούμενό του. Αλλά και η μεταπολίτευση παίζει τον ρόλο της στο γαϊτανάκι της μεταμφίεσης, αποτελώντας ένα απροκάλυπτο πλέον ξέσπασμα μιας κραυγαλέας «παρενδυσιακής» περιόδου: της επταετούς δικτατορίας των συνταγματαρχών. Το γεγονός πως η διαδικασία ξεκινά από την εκδοχή της μεταμφίεσης για την κάλυψη του φύλου (δηλαδή από μια μεταμφίεση που έχει ιστορική αιτία), για να καταλήξει με τη μεταπολίτευση σε μια μεταμφίεση χωρίς ιστορική αιτία, συνιστά μια διαδικασία έκπτωσης από τη μεταμφίεση/μεταμόρφωση προς τη μεταμφίεση/τρανσβεστισμό. Η επιλογή της μεταπολίτευσης είναι πολύ επιτυχημένη, όχι μόνο ψυχολογικά (ως εποχή κατά την οποία εκδηλώνεται μια κρίση ταυτοτήτων), αλλά και ρεαλιστικά, επειδή αποτέλεσε μια εποχή έξαρσης, κατά την οποία οι φοιτητές δοκίμαζαν τα πάντα και οι διανοούμενοι εισέβαλαν στο λούμπεν, με φυσική συνέπεια τη συγχώνευση των φοιτητών του Αριστοτέλειου με το λούμπεν του Βαρδάρη.

Το ιστορικό στοιχείο σε αυτήν την ιστορία της ακραίας μορφής της μεταμφίεσης, δηλαδή της παρενδυσίας, δεν λειτουργεί μόνο στη μεγάλη κλίμακα της ιστορικής περιόδου, αλλά και σε μια μικρή κλίμακα αναφορών ή υπαινιγμών σε υπαρκτά πρόσωπα, τα οποία μέσα στον μικρό κύκλο τους έχουν ιστορική σημασία. Από τη στιγμή, λοιπόν, που τον χωρικό αλλά και ιδεολογικό άξονα του μυθιστορήματος σχηματίζουν ο κύκλος του Αριστοτέλειου και εκείνος του Βαρδάρη, οι αναφορές σε πανεπιστημιακούς καθηγητές είναι αυτονόητες (Χασιώτης, Σαββίδης, Χρύσανθος Χρήστου, ενώ ο Μαρωνίτης κρύβεται πίσω από τον καθηγητή που διδάσκει πολύ καλά Όμηρο). Οι λογοτεχνικές αναφορές είναι πιο υπαινικτικές: ο αριστερός φυλακισμένος φαίνεται πως υπονοεί τον Ρίτσο, ο ποιητής - ντέντεκτιβ συναιρεί τα πρόσωπα του Χριστιανόπουλου, περισσότερο και λιγότερο του Ιωάννου (ως φιλολόγου), ενώ το ψεύτικο Παρτάλι ενσωματώνει στον λόγο του στίχους του Γιώργου Θέμελη.

Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Καθημερινή

-->

Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Βιβλιοφιλικά αποσπάσματα

....Ύστερα βγήκε να αγοράσει μερικά βιβλία, αναζήτησε μικρά βιβλιοπωλεία στα στενάκια στην Ακαδημίας, έστριψε στην Ζωοδόχου Πηγής. Ένα βιβλίο που είχε αγαπήσει και το “δίδασκε” στην Σουηδία, το “Ελληνικό καλοκαίρι”, το εντόπισε στον ίδιο τον εκδοτικό οίκο, ένα ισόγειο βιβλιοπωλείο.
Στο γραφείο μια κυρία με γκριζόλευκα μαλλιά τον κοιτούσε. Την καλημέρισε και της είπε ότι από εδώ παράγγελνε αρκετά βιβλία λίγα χρόνια, πόσο δύσκολα ήταν να γίνει μια τέτοια παραγγελία στο εξωτερικό!
“Εμείς να δεις όταν τα ζητάμε τα δικαιώματα πόσο δύσκολα είναι επίσης”.
Του συστήθηκε: η κυρία Χατζηνικολή. Αυτός την ρώτησε αν είχε να του συστήσει κάτι ενδιαφέρον. Τον ενδιέφεραν οι ταξιδιωτικές περιπλανήσεις όπως του Λακαριέρ. Εκείνη τον οδήγησε στο ράφι με τα βιβλία ενός Εγγλέζου, Μπρους Τσάτουιν, τον συνέστησε.
-->
  “Είναι ένας οξυδερκής και ακατάπαυστος ταξιδιώτης, αλλά μην ξεχνάς την Γιουρσενάρ: εδώ έχεις να κάνεις με μια παγκόσμια συγγραφέα, τους γνώρισα όλους αυτούς”.
.....

Καινούργια πόλη. Απόσπασμα

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Ευρυπίδης στο αρχαίο Θέατρο της Μίεζας


Το 2015 ο μονόλογός μου "Ο ξεχασμένος άγγελος των Φιλίππων" ακούστηκε μέσα στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων. Αύγουστος τότε, τον ίδιο μήνα φέτος θα βρεθώ μέσα στην σκηνή ενός αρχαίου θεάτρου να διαβάζω Ευριπίδη.
Το βράδυ της 7ης Αυγούστου, τέσσερις συγγραφείς -η Ζυράννα Ζατέλη, ο Θωμάς Κοροβίνης, Γλυκερία Μπασδέκη και μαζί τους εγώ- παρουσιάζουμε στο Αρχαίο Θέατρο της Μίεζας την Ιφιγενεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη, σε μορφή θεατρικού αναλογίου, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Θοδωρή Γκόνη.
 Να τονίσω ότι και στις δύο περιπτώσεις που προανέφερα ο Θοδωρής Γκόνης ήταν ο σκηνοθέτης και εμπνευστής τους. Θεωρώ τα αρχαία μας θέατρα την μεγαλύτερη πνευματική κληρονομιά μας και γι αυτό είμαι πολύ συγκινημένος που θα βρεθώ εκεί.
Το ξεχωριστής ιστορικής σημασίας, Αρχαίο Θεατρο της Μίεζας εγκαινιάζεται την πρώτη πανσέληνο του Αυγούστου, με την Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας και το Φεστιβάλ Φιλίππων σε συνεργασία με τον Δήμο Νάουσας.
Η Μίεζα ήταν μια μικρή πόλη της ερατεινής Ημαθίας, χτισμένη στους πρόποδες του Βερμίου στη μέση περίπου του δρόμου που ένωνε τις Αιγές, την βασιλική μητρόπολη των Μακεδόνων με την Πέλλα, το μακεδονικό λιμάνι στη βόρεια ακτή του Θερμαϊκού που το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. είχε αναπτυχθεί σημαντικά με αποτελεσμα να γίνει τόπος της δεύτερης κατοικίας της βασιλικής οικογένειας. 
Η γεωγραφική θέση και το παραδεισένιο τοπίο με τα πλούσια λιβάδια, τα βαθύσκια δάση και τα πολλά νερά είναι ίσως ο λόγος που έκαναν τον Φίλιππο Β΄ να διαλέξει την Μίεζα για να εγκαταστήσει εκεί τη σχολή όπου ο Αριστοτέλης θα δίδασκε τον γιο και διάδοχο του Μέγα Αλέξανδρο, αλλά και τα παιδιά των εταίρων που προορίζονταν να γίνουν η ελίτ και να στελεχώσουν όλα τα αξιώματα του κράτους. Εκεί έγραψε και ο Ευριπίδης τα δύο τελευταία του έργα, την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» και τις «Βάκχες». Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας, συντήρησε και αποκατέστησε το θέατρο ολοκληρώνοντας το έργο το 2014 με αυτεπιστασία και χρήματα από το Γ΄ΚΠΣ και το ΕΣΠΑ. 

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Κριτική για την Καινούργια πόλη στην Καθημερινή

Λίνα Πανταλέων
Ένα μυθικό τοπίο
Η​​ καινούργια πόλη του μυθιστορήματος είναι μια πόλη παλιά, χαμένη μαζί με τα μεγαλεία της. Πρόκειται για την Αθήνα της δεκαετίας του ’90, ματαιόδοξη και αλλοπαρμένη, ζαλισμένη από τον παροξυσμό κέρδους και αλλαγής. Ο ήρωας φτάνει μαζί με τη μητέρα του σε αυτήν την αμέριμνη, φιλήδονη πόλη αναζητώντας καταφύγιο, ένα μέρος να περιθάλψει το παρελθόν και τις ανοιχτές ιστορίες του. Φιλόλογος, με γνώσεις φιλοσοφίας, κουβαλά στις αποσκευές του καλλιτεχνικές προσδοκίες, έναν τυραννικό νεκρό, σκιώδεις φοιτητικές βραδιές στο Βαρδάρι και έναν ημιτελή σουηδικό έρωτα. Η μετακίνησή του από τον Βορρά της Ευρώπης στις νότιες εσχατιές της δεν τον γλιτώνει από όσα λαχταρά να εγκαταλείψει. Μπορεί για λίγο να παρασύρεται από την έξαλλη υπερκινησία της πόλης, αλλά τα βήματά του ακινητούν σε άλλα μέρη, του νου και της μνήμης.
Στο μυθιστόρημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη γοητεύει η εξεικόνιση της αθηναϊκής υστερίας. Ο συγγραφέας μεταφέρει πολύ ζωηρά την ηδονοθηρία εκείνης της εποχής, την «αφύσικη αισιοδοξία» της, την «ανεξέλεγκτη μέθη» της, τον πάνδημο σχεδόν ενθουσιασμό για τη θεόσταλτη, θαρρείς, ευημερία, την ανάδυση μιας πολύφερνης «αγοράς», τη «χρηματική αναστάτωση την οποία όλοι εκλάμβαναν ως αναβάθμιση», την αδημονία της πόλης να προβάλει «ένα καινούργιο ή πιο εναλλακτικό πρόσωπο».
Ο ήρωας του βιβλίου, ο Μανόλης, τριγυρίζει με το βλέμμα τού αλλοφερμένου σε αυτή την υπό ανακαίνιση πρωτεύουσα, λαχταρώντας άλλα τοπία, απαλές γραμμές στον ορίζοντα και ήσυχα ρυάκια να αρδεύουν φιλοσοφικές φιλονικίες. Ομως, τα τοπία εκείνα των διαβασμάτων σκεπάζονταν από τον κονιορτό των εργολαβιών, τα λόγχιζαν «θεριεμένες σιδεριές και τσιμεντένιες επιστρώσεις», πνίγονταν στην αποφορά της πόλης, «μια περίεργη μυρωδιά», «αστική, μεταβιομηχανική, εργολαβική». Καθώς περιπλανιόταν στους δρόμους, ο Μανόλης πάλευε να ανακαλέσει τη γεωγραφία των πλατωνικών διαλόγων, αλλά κυρίως πάλευε να φύγει όσο το δυνατόν μακρύτερα από έναν νεκρό που καταδίωκε εκείνον και τη μητέρα του. «Παντού ερείπια, μνήμες παλιές και νεότερες, θαμμένες στο χώμα και στο μυαλό».
Η σχέση γιου και μητέρας είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου. Οι υπόκωφες εντάσεις μεταξύ τους, η αλληλεξάρτησή τους, η αφοσίωση του ενός στην άλλη, υποθάλπουν ένα αίσθημα συνενοχής. Μοιράζονταν «έναν τραγικό άνθρωπο», έναν νεκρό. Η μητέρα, προφυλαγμένη από την απεγνωσμένη της φιλαρέσκεια, κατάφερνε να του ξεφεύγει, αλλά ο γιος της δεν γλίτωνε από τη μορφή του που τον επισκεπτόταν τις νύχτες σαν Ερινύα.
Συχνά ερχόταν και ξάπλωνε δίπλα του ο πνιγμένος που παρέμενε αβύθιστος στη μνήμη. Αλλά και όταν ακόμη ο νεκρός επισκέπτης απουσίαζε από το κρεβάτι, «εκεί δίπλα του, έχασκε ένα κενό τόσο απότομο, που πολλές φορές γραπωνόταν από την πλευρά του κρεβατιού στη δική του μεριά για να μην κατρακυλήσει στο βάθος του». Αν τις νύχτες του τυραννούσε ένας νεκρός, τις μέρες του παρηγορούσε μια άλλη μορφή, καταυγασμένη από το αττικό φως, μια μορφή λυρική, υπερχρονική και ρέουσα. Ανιχνεύοντας πλατωνικές διαδρομές στα ανασκαμμένα χώματα της πρωτεύουσας, ο Μανόλης είχε συναντήσει στο άλσος της Ακαδημίας Πλάτωνος έναν νεαρό δρομέα, που σαν να περιφρονούσε τη δική του βραδυπορία στο επείγον παρόν, τον προσπερνούσε, αφήνοντας τον αέρα να χαράζει πίσω του «σημάδια στο απέραντο», ενσαρκώνοντας την ίδια στιγμή «μια μεταφορά της ιδέας του άλλου». Καθώς ο ήρωας τον έβλεπε να χάνεται σε ένα αρχαίο τοπίο, φανταζόταν τις κινήσεις των μελών του βγαλμένες από αττικά αγγεία.
Οταν στο τέλος του μυθιστορήματος, σπρωγμένος από το πλάνταγμα των σωθικών της πόλης, που τη συντάραζε ο σεισμός του 1999, ο Μανόλης αρχίζει να τρέχει στους δρόμους σαν τον δρομέα της Ακαδημίας Πλάτωνος, έχει την αίσθηση πως αυτό που άφηνε πίσω του έμοιαζε ήδη «με μια άλλη, μια καινούργια πόλη». Εμείς, βέβαια, ξέρουμε πως αυτή η καινούργια πόλη που σε μια πενταετία μετά τον σεισμό έφτασε στο απόγειο της ματαιοδοξίας της, δεν υπάρχει πια. Ανήκει στα ερείπια του αγλαούς παρελθόντος που θέλγουν τον ήρωα. Ως μυθική προσφέρεται για μυθιστορήματα.