Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Παγκόσμια μέρα βιβλίου

Από τις δεκάδες εκδηλώσεις της Κυριακής 23 Απριλίου αναφέρομαι σ΄αυτήν που διοργανώνει το Υπουργείο Πολιτισμού και στην οποία συμμετέχω:

Bιβλιοθήκη του Αδριανού. 
Στην Βιβλιοθήκη του Αδριανού, στην Ρωμαϊκή Αγορά από το απόγευμα της Κυριακής μέχρι την δύση του ήλιου, το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης παρουσιάζουν απόσπασμα από την παραγωγή τους «Ακυβέρνητες Πολιτείες» σε σκηνοθεσία Έφης Θεοδώρου (17:30-18:00), και επτά σύγχρονοι συγγραφείς διαβάζουν το έργο τους (18:00-20:30). 
Τον «χώρο» ανάμεσα στους συγγραφείς καταλαμβάνει η ποίηση. Συγκεκριμένα η ηθοποιός Μάνια Παπαδημητρίου συνοδεία μουσικής διαβάζει Καβάφη, Σεφέρη και Ελύτη. Η ερμηνεύτρια Αργυρώ Καπαρού παρουσιάζει μελοποιημένα έργα Ελλήνων ποιητών. Τέλος η νέα ηθοποιός Άννα Ψαρρά διαβάζει αποσπάσματα σύγχρονης ποίησης. Παίρνουν μέρος οι μουσικοί: Παντελής Ντζιάλας (κιθάρα) και Ευαγγελία Μαυρίδου (πιάνο). 
Οι συγγραφείς που θα συμμετάσχουν στη εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί στη βιβλιοθήκη του Αδριανού είναι (με αλφαβητική σειρά): Βασίλης Αλεξάκης, Ρέα Γαλανάκη, Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Δημήτρης Καλοκύρης, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Χρήστος Οικονόμου και η ΈρσηΣωτηροπούλου. Συντονίζει η κριτικός βιβλίου Μικέλα Χαρτουλάρη. 
Πληρoφορίες 
17:30-20:30 Ελεύθερη είσοδος στο κοινό. 
Βιβλιοθήκη του Αδριανού, Άρεως 3, Τ.Κ. 105 55, Αθήνα, Μοναστηράκι (Νομός Αττικής) 
Τηλέφωνο: +30 210 3249350 

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

O Αλεξανδρινός μεταφραστής Khaled Raouf

«Είμαστε καμωμένοι από το ίδιο χαρμάνι»

khaled_raouf.jpg

Khaled RaoufΟ Αλεξανδρινός μεταφραστής του, Khaled Raouf, σχολιάζει το εγχείρημα, υποστηρίζοντας ότι η λογοτεχνία μπορεί να χτίσει τις γέφυρες που δεν μπορούν να χτίσουν οι πολιτικοί


Χίλιοι και ένας μετανάστες από την αραβική Ανατολή, που συγκροτούν ένα ανδρικό χαρέμι σε μια Αθήνα με πολυεθνοτικό προσανατολισμό, έχουν ανάψει τις συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης των βιβλιόφιλων μουσουλμάνων.
Είναι οι λογοτεχνικοί ήρωες του Θεόδωρου Γρηγοριάδη στο μυθιστόρημα Αλούζα, χίλιοι και ένας εραστές που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2005 (Πατάκης), και μόλις εκδόθηκε στην Αίγυπτο, με κρατική επιχορήγηση για τη μετάφραση του δραστήριου Χάλεντ Ραούφ.
Εχοντας στο ενεργητικό του σπουδές Ελληνορωμαϊκής Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης στην Αίγυπτο, στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ, αλλά γνωρίζοντας και την Ελλάδα όπου έζησε για μια δωδεκαετία το ’90, ο Ραούφ εντόπισε την Αλούζα… και επέλεξε να τη μεταφράσει στη σημερινή συγκυρία.
Αυτό το μυθιστόρημα, λέει στην «Εφ.Συν.», «έπρεπε να ενταχθεί στην αραβόφωνη βιβλιογραφία κι ας είναι τολμηρό», διότι στοχάζεται αλλιώς τα πολιτιστικά και πολιτικά δρώμενα της εποχής μας, εστιάζοντας όχι στις αντιθέσεις μεταξύ ελληνικού και αραβικού πολιτισμού αλλά στις διασταυρώσεις και στους δεσμούς τους.
Οπως αναφέρει ο Γρηγοριάδης, η al-Uzza (Αλούζα) ήταν μία από τις τρεις γυναικείες θεότητες που διέγραψε ο Μωάμεθ από το Κοράνι, όταν απαγόρευσε τους «Σατανικούς Στίχους» -αυτούς που ενέπνευσαν τον Σάλμαν Ρούσντι. Αντιστοιχούσε στη θεά Αφροδίτη και την είχαν υιοθετήσει οι αρχαϊκοί πολιτισμοί της Ανατολής, κυρίως οι Αραβες, στην προχριστιανική-προϊσλαμική περίοδο. Μια απεικόνισή της έχει διασωθεί στην Πέτρα της Ιορδανίας, αλλά ίχνη της βρέθηκαν στη Δήλο και στην Κω.
Στο ομότιτλο μυθιστόρημα, το πανερωτικό πνεύμα της εκφράζεται από την πρωταγωνίστρια του βιβλίου, κόρη Ελληνα αρχαιολόγου και Αιγύπτιας, τη Νατάσα. Πρόκειται για μια πληθωρική 50άρα η οποία προσλαμβάνει μια νεαρή φιλόλογο, τη δυτικότροπη και ορθολογίστρια Μαριάννα, προκειμένου να τη βοηθήσει να αφηγηθεί την ιστορία της ζωής της.
Πρώτη ύλη της, οι εραστές της από την αραβική κυρίως Ανατολή, ο Χακάν, ο Αχμέτ, ο Ρασίντ, ο Ραφίκ και άλλοι. Αυτοί δίνουν στον συγγραφέα την αφορμή να αναστοχαστεί τον εμπλουτισμό της ελληνικής κοινωνίας με το εξ ανατολών μεταναστευτικό στοιχείο, θίγοντας ζητήματα ταυτότητας, ορίων και εξουσίας.
Ετσι «ακούει» τους διανοούμενους, τους καβαφιστές ή τους μεταμοντέρνους καλλιτέχνες και παράλληλα τις τραυματικές ιστορίες των Ιρακινών, των Κούρδων ή των Παλαιστίνιων μεταναστών και προσφύγων τόσο στις χώρες τους όσο και στη δική μας (απελάσεις, εργατική εκμετάλλευση κτλ), κατά την περίοδο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες και αμέσως μετά. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό το μυθιστόρημα περιλαμβάνεται στις ιστοσελίδες του migrantsingreece.org που αφορούν τους μετανάστες.
«Είναι καταπληκτικό το πώς η τέχνη και η λογοτεχνία μπορούν να χτίζουν τις γέφυρες που δεν μπορούν να χτίσουν η πολιτική και οι πολιτικοί» τονίζει.
Ποιο είναι λοιπόν το πολιτικό ζήτημα που θίγει η Αλούζα;
«Η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος εκπροσωπεί τη σύζευξη των πολιτισμών γύρω από τη Μεσόγειο» σημειώνει ο Ραούφ. «Και η περιπλάνησή της στην Ανατολική Μεσόγειο καταργεί κατά κάποιον τρόπο τα γεωγραφικά σύνορα, όπως συνέβαινε παλιά, τότε που οι άνθρωποι και οι μύθοι ταξίδευαν παντού και η Μεσόγειος ήταν η καρδιά του γνωστού κόσμου.
Μια τέτοια εποχή ήταν η ελληνιστική περίοδος που καθρεφτίζεται στην ποίηση του Καβάφη. Σήμερα πιστεύω κι εγώ ότι η θάλασσά μας, που γέμισε με βουλιαγμένες βάρκες προσφύγων, πρέπει να ξαναγίνει μια ανοιχτή θάλασσα όπου θα επικοινωνούν όλες οι χώρες της Μεσογειακής Ανατολής, γιατί έχουν πολλά κοινά στοιχεία, ιστορικά και πολιτιστικά. Θυμηθείτε ότι τις τελευταίες δεκαετίες διαβάζουμε και συζητάμε διαρκώς για τη “σύγκρουση των πολιτισμών” και μείναμε στο μπλα, μπλα, μπλα.
Ομως τώρα έχουμε προχωρήσει πέρα από αυτό το σημείο. Ολος ο κόσμος -κι όχι μόνο οι Ελληνες- δεν έχει άλλη επιλογή από το να ζει σε ένα πολυεθνοτικό περιβάλλον. Η λύση είναι αυτή ή το απόλυτο χάος. Αρα το ζητούμενο πλέον είναι εάν είμαστε πραγματικά ικανοί να αποδεχτούμε τον Αλλον και να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε καμωμένοι apo to idio “harmani”, opos leme ellinika».
Σε αυτό το τοπίο ένας ανήσυχος μεταφραστής, όπως ο Χάλεντ Ραούφ, δεν είναι απλός διαμεσολαβητής, αλλά θεμελιωτής μιας ουσιαστικής σχέσης ανάμεσα στον ελληνικό και στον αραβικό κόσμο.
Το μυθιστόρημα Αλούζα, χίλιοι και ένας εραστές, κυκλοφόρησε στην Αίγυπτο πριν από λίγους μήνες, σε 3.000 αντίτυπα. Απευθύνεται όμως σε ολόκληρη την αραβόφωνη αγορά, «που είναι στην πλειονότητά της μουσουλμανική», και ο αντίκτυπός του είναι έντονος στον Τύπο και στα social media, παρά το γεγονός ότι, όπως λέει ο Ραούφ, οι προ-ισλαμικές θεότητες του έρωτα «δεν πολυσυζητιούνται στην αιγυπτιακή ούτε στην ευρύτερη αραβική κοινωνία». Να λοιπόν μια απόδειξη ότι «οι αναγνώστες δεν έχουν θρησκεία όταν διαβάζουν».
Ο Χάλεντ Ραούφ ασχολείται επαγγελματικά με τη μετάφραση από το 2009. Και όπως εξηγεί, «ως μεταφραστής όφειλα να ακολουθήσω μια στρατηγική επειδή τις τελευταίες δεκαετίες είχαν μειωθεί πολύ οι μεταφράσεις βιβλίων από τα ελληνικά. Προσπαθώ λοιπόν να δώσω στην αραβική αγορά του βιβλίου μια πανοραμική ιδέα για την ελληνική λογοτεχνία από τη γενιά του ’30 μέχρι σήμερα. Εχω μεταφράσει Κοσμά Πολίτη, Καζαντζάκη, Ρίτσο, Τσίρκα αλλά και Δημήτρη Δημητριάδη και Πέρσα Κουμούτση κ.ά.
Οι μεταφραστικές μου επιλογές προσδιορίζονται από τα βιβλία που αγαπώ, από εκείνα που ζητούν οι εκδότες, και φυσικά από όσα πρέπει να μεταφραστούν γιατί είναι σημαντικά. Μέχρι τώρα ό,τι έχω μεταφράσει ικανοποιεί και τις τρεις κατηγορίες και βλέπω να μεγαλώνει το ενδιαφέρον για την ελληνική λογοτεχνία.
Τώρα μεταφράζω το μυθιστόρημα της Ερσης Σωτηροπούλου Ο,τι μένει από τη νύχτα (Πατάκης), όμως θέλω να μεταφράσω και βιβλία για τη σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδας, που είναι άγνωστο πεδίο για τον Αραβα αναγνώστη».
Τι έχει αλλάξει τελικά στο κοινωνικό επίπεδο για τους αραβικούς πληθυσμούς μετά την «αραβική άνοιξη»;
Τίποτα δεν άλλαξε προς το καλό» υποστηρίζει ο Χάλεντ Ραούφ. «Τα όνειρα που υπήρχαν είτε δεν ευοδώθηκαν είτε μετατράπηκαν σε μαζικούς εφιάλτες, όχι μονάχα για τους οραματιστές αλλά και για τον καθένα στην περιοχή. Μπορεί η “αραβική άνοιξη” να μην ήταν παρά μια περιπέτεια, ωστόσο είναι ακόμα πολύ νωρίς για να το κρίνουμε.
»Οι αλλαγές, ή οι συνέπειες όσων συμβαίνουν αυτή τη στιγμή, θα χρειαστούν τον χρόνο τους. Ετσι κι αλλιώς η οποιαδήποτε αλλαγή συνοδεύεται από πόνο, και μερικές φορές είναι φρικτός ο πόνος κι όποιος ζητά την αλλαγή, οφείλει να αντέχει. Για να δούμε…

Θεόδωρος Γρηγοριάδης: «Ζητούμενο ένα διαπολιτισμικό τόξο»

Θεόδωρος Γρηγοριάδης
Οταν έγραφε την Αλούζα, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης εργαζόταν στη Μέση Εκπαίδευση και έπαιρνε πολιτική θέση υποστηρίζοντας το πολυεθνοτικό πρόσωπο της Αθήνας.
Σήμερα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, η Αθήνα έχει αλλάξει και η ελληνική έκδοση της Αλούζα έχει εξαντληθεί. Ομως το ίδιο μυθιστόρημα ανανεώνει το μήνυμά του στην αιγυπτιακή του έκδοση και στα καινούργια συμφραζόμενα του προσφυγικού ζητήματος. Και ο Γρηγοριάδης, με 14 πλέον πεζογραφικά έργα στο ενεργητικό του (και υπό έκδοση την Καινούργια πόλη) σχολιάζει στην «Εφ.Συν.»:
«Η πρόσφατη μετάφραση του μυθιστορήματός μου Αλούζα στα αραβικά απέδειξε ότι κάθε κείμενο παραμένει ρευστό στις προθέσεις και στις ερμηνείες του. Οταν το έγραφα, πρότεινα μια Αθήνα της Μεσογειακής Ανατολής, αρχές του 2000 ήταν. Ταξίδευα τότε στην ανατολική Μεσόγειο, τα καλοκαίρια άραζα στην Τυνησία, η Ανατολή ήταν μια απόδραση στον Αλλο, τον διαφορετικό.
»Μια δεύτερη προσέγγιση μέσω του βιβλίου μου ήταν η καβαφική επικράτεια, η ελληνιστική, μια Ελλαδική Ανατολή. Σύχναζα στα καφέ του Κεραμεικού και της πλατείας Βάθη, στα πρώτα αιγυπτικά ναργιλετζίδικα, χτίζοντας μια αθηναϊκή εκδοχή του υποψιασμένου οριενταλισμού μου.
»Και μετά ήρθαν τα χειρότερα: η "αραβική άνοιξη", ο φανατισμός, η σφαγή στη Συρία και αίφνης όλες αυτές οι χώρες έγιναν επικίνδυνες. Το ίδιο το μυθιστόρημα και τα ταξίδια του στα λιμάνια της "αραβικής άνοιξης" έδειχνε μακρινό σαν ξεχασμένο παράπονο.
»Η Αθήνα είναι σήμερα μια προσφυγομάνα καθόλου γοητευτική για πολλούς και φοβιστική για άλλους, αλλά πιστεύω το ίδιο εύπλαστη να ξαναβρεί το καινούργιο της πρόσωπο. Είναι μια πόλη που, πρώτη στη Δύση, δέχεται τις συνέπειες των πολέμων και πρέπει να αντεπεξέρχεται προτείνοντας και υπομένοντας. Από αυτή την άποψη είναι η πιο φιλική και ήρεμη -να μην τη ματιάξω!
»Η μετάφραση της Αλούζα στα αραβικά ήρθε να δώσει μια νέα εκδοχή στο βιβλίο, να το επανεντάξει στα καινούργια δεδομένα. Τουλάχιστον όσοι μπορούμε, μαζί με άλλες χώρες ( όπως η Αίγυπτος, η Κύπρος;) να φτιάξουμε πρώτα ένα διαπολιτισμικό και φιλικό τόξο».

εφημερίδα ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 21/04/17

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Μνήμη Δημήτρη Πετσετίδη

Δημήτρης Πετσετίδης



ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

"Νέος διάβασα όλα τα βιβλία του Γιώργου Ιωάννου…"

Διηγηματογράφος χαμηλόφωνος, αδρός και λιτός, πλάγια ειρωνικός.

Ο Δημήτρης Πετσετίδης χτίζει απλές, σχεδόν ακύμαντες ιστορίες, πολλαπλώς όμως δραστικές, όπου από κάτω η συλλογική μοίρα του τόπου βράζει και διασταυρώνεται αποφασιστικά με την ατομική περιπέτεια των ηρώων του.

Βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών για το σύνολο της πεζογραφίας του, ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας ανακεφαλαιώνει βιβλία, λογοτεχνικούς χαρακτήρες, αφηγηματικούς τόπους που τον σφράγισαν, ως αναγνώστη και ως συγγραφέα. 

Στο σπίτι του πατέρα μου δεν υπήρχε ούτε ένα λογοτεχνικό βιβλίο.

Σήμερα ζω σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλιοθήκες με χιλιάδες βιβλία, πολλά από τα οποία, όσο κι αν το θέλω, θα τα αφήσω αδιάβαστα. 

Θέλω να μιλήσω μόνο για όσα, κατά τρόπο σημαντικό, έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση του λογοτεχνικού μου χαρακτήρα.

Και θα σταματήσω στα χρόνια που προηγήθηκαν της εκδόσεως του πρώτου μου βιβλίου, μακράν της εποχής κατά την οποία άρχισα να βλέπω τα γραπτά μου δημοσιευμένα.

Δεν θα αναφερθώ σε αναγνώσεις βιβλίων, για μένα πολύ σημαντικών, όπως είναι τα: θεωρητικά λογοτεχνίας, ιστορικά και μαθηματικά. 

Το πρώτο βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου ήταν στο χωριό της γιαγιάς ένας μεγάλος Ονειροκρίτης μαζί με μια δίτομη έκδοση των Αθλίων που μου διάβαζε η μάνα μου, δεν είχα πάει ακόμη στο σχολείο. 

Θα ήμουν στην τελευταία τάξη του Δημοτικού, διάβαζα τότε μυθιστορήματα από το περιοδικό «Ελληνόπουλο―ο θησαυρός των παιδιών», όταν ένας γείτονας μου έδωσε τη Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη, βιβλίο που με γοήτευσε, και εν συνεχεία μου δάνεισε τη Δασκάλα με τα χρυσά μάτια.

Ακόμη θυμάμαι τη φρικτή αίσθηση που με κατείχε καθώς διάβαζα για τον τραυματία φαντάρο που δεν είχε αντιληφθεί την απουσία του ακρωτηριασμένου ποδιού του. 

Μαθητής των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου διαβάζω το Ανθρωποι και ποντίκια του Στάινμπεκ, ενώ του ιδίου συγγραφέα ύστερα από κάμποσα χρόνια με επηρέασε και με συγκίνησε πολύ ένα σχεδόν άγνωστο, το πρώτο του βιβλίο: Το χρυσό κύπελλο, μυθιστορηματική βιογραφία του πειρατή Χένρι Μόργκαν, ο οποίος έχει βάλει στόχο να κατακτήσει μια γυναίκα υπέροχης ομορφιάς και δεν έχει καμιά ηθική αναστολή μπροστά στον σκοπό του, για να απογοητευτεί στο τέλος γνωρίζοντάς την. 

Μαθητής του Γυμνασίου, αρχίζω να διαβάζω τον Καζαντζάκη.

Πρώτα το Ο τελευταίος πειρασμός, κατόπιν Ο καπετάν Μιχάλης και συνέχισα να διαβάζω τα βιβλία του Καζαντζάκη για πολλά χρόνια.

Ακόμη και σήμερα ανατρέχω στην Αναφορά στον Γκρέκο, σήμερα που έχω κάμποσες ενστάσεις για το γλωσσικό του ιδίωμα. 

Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’50 διαβάζω το βιβλίο Σάλκα Βάλκα του Ισλανδού νομπελίστα Χάλντορ Λάξνες.

Με επηρέασε κυρίως στις εκθέσεις που έγραφα ως μαθητής, αλλά μήπως κι αυτές δεν προοιωνίζονται το συγγραφικό μας μέλλον; 

Εκείνη την εποχή διαβάζω τον Χεμινγουέι, έναν συγγραφέα του οποίου η γραφή πολύ με ελκύει και βρίσκω πάντα ξεχωριστό, εκτός των άλλων, το βιβλίο του Ο γέρος και η θάλασσα. 

Φοιτητής διαβάζω τα βιβλία Γιούγκερμαν, Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν, Η μεγάλη χίμαιρα του Μ. Καραγάτση, μου τα συνιστά ενθέρμως ένας συγκάτοικος Κύπριος φοιτητής, ο Ανδρέας Μαλέκος.

Ακόμη τότε διάβασα τα Νούμερο 31328, Γαλήνη, Αιολική γη του Βενέζη, καθώς και το Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα. 

Τη δεκαετία του '70 ανακάλυψα τη λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής και γίνομαι φανατικός της θαυμαστής: Η πεδιάδα στις φλόγες, με το εξαίρετο διήγημα «Τάλπα», το μυθιστόρημα Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο.

Υστερα τα 100 χρόνια μοναξιάς του Μάρκες, Η πόλη και τα σκυλιά του Μάριο Βάργκας Γιόσα και το βιβλίο Πεζογράφοι της Λατινικής Αμερικής (εκδ. Εγνατία). 

Ρώσους δεν διάβασα πολλούς στα νιάτα μου. Τα Εγκλημα και τιμωρία, Υπόγειο, Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων, ένα-δυο ακόμη του Ντοστογιέφσκι κι έναν τόμο με διηγήματα του Τσέχοφ. 

Κάπου εκεί, διαβάζω το Μαγικό βουνό και θαυμάζω τη γραφή του Τόμας Μαν.

Υστερα, αφού είδα πρώτα το κινηματογραφικό έργο του Βισκόντι, διάβασα το Θάνατος στη Βενετία για να συνεχίσω με το Μπούντεμπρουκ. 

Νέος ακόμη διάβασα όλα τα βιβλία του Γιώργου Ιωάννου και τα δύο πρώτα βιβλία του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου: Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, Θερμά θαλάσσια λουτρά, διηγήματα που έφεραν έναν καινούργιο άνεμο στην ελληνική πεζογραφία της μικρής φόρμας. 

Θαύμασα και θαυμάζω ακόμη το βιβλίο–τομή στην πεζογραφία μας Η κάθοδος των εννιά του Θανάση Βαλτινού. 

Τον Οδυσσέα του Τζόις και τους Δουβλινέζους, τη Φόνισσα και τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα μυθιστορήματα του Φόκνερ Καθώς ψυχορραγώ, Η βουή και η αντάρα καθώς και άλλα πολλά σημαντικά Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, τα μελετώ και τα διαβάζω από το 1990 και μετά, ώριμος πλέον στην ηλικία. 


29.03.2017, Εφημερίδα Συντακτών (επιμέλεια Μισέλ Φάις)

▶ Τελευταίο βιβλίο του Δ. Πετσετίδη είναι η συλλογή διηγημάτων «Επί τέσσερα» (Εστία, 2014).

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

International DUBLIN Literary Award shortlist

Λίγα χρόνια πριν όταν συνεργαζόμουν με την Δ.Κ.Β Σερρών συμμετείχαμε στις προτάσεις αυτού του βραβείου.  Γενικά είναι μια συμμαζεμένη αλλά αμήχανη λίστα. Από εδώ μέσα έχω διαβάσει τον Παμούκ που μου άρεσε πολύ, την Ενράιτ αρκετά καλή ενώ την Γιαναγκιχάρα την κρατάω πολύ μετά όταν κοπάσει το αφύσικο hype  γύρω από αυτό το μυθιστόρημα. Οι διαχρονικοί αναγνώστες δεν βιαζόμαστε, η αγορά ας τρέχει...


       They've announced the shortlist for this year's International DUBLIN Literary Award -- ten novels, of which six are translations (including, impressively, two African titles translated from the Portuguese):
  • Confession of the Lioness by Mia Couto
  • A General Theory of Oblivion by José Eduardo Agualusa
  • The Green Road by Anne Enrigh
  • A Little Life by Hanya Yanagihara
  • The Prophets of Eternal Fjord by Kim Leine
  • The Story of My Teeth by Valeria Luiselli
  • A Strangeness in My Mind by Orhan Pamuk
  • The Sympathizer by Viet Thanh Nguyen
  • Under the Udala Trees by Chinelo Okparanta
  • A Whole Life by Robert Seethaler
       These were selected from the 147-title-strong longlist -- and, as you can see, quite a few big-name/prominent titles/authors were left in the dust.
       See also Eileen Battersby's commentary (ignore the stupid and embarrassing nationalistic headline) in the Irish Times, as she never has trouble playing favorites -- and criticizing the (to her) unworthy, including the novel she calls: "a masterclass in clunky bathos".

(Posted by: M.A.Orthofer)    - permanent link -
 --

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

The novel has been declared dead but...



www.the-tls.co.uk

the-tls.co.uk

In search of excitement

As Peter Boxall and Bryan Cheyette observe in their introduction to The Oxford History of the Novel in English, Volume 7: British and Irish fiction since 1940, in every decade of the twentieth century (and now the twenty-first) the novel has been dismissed as “an irretrievably exhausted and dying genre”. By 1970, it was possible to find at least one book-length study in Britain – The Situation of the Novel by Bernard Bergonzi – examining the history of authors and critics who had declared the end of the novelistic tradition. Bergonzi himself argued that one was forced to conclude (“inescapably”) that the formal possibilities of the novel had been used up somewhere between 1910 and 1930. Once the golden age of modernist experimentation was over, the novel was left in a condition of “fluctuating stasis”, endlessly recycling itself inside “an extensive but closed system of cultural references”. The paradox was that this stylistic dead-end was accompanied “by a constant increase in the number of novels written, published, and read”.
Any number of critics since Bergonzi have regurgitated the idea that the novel as we know it today persists in a kind of zombie state, stripped of whatever vital essence it once had (and this in spite of the fact that novels are being published and consumed in unprecedented numbers). But the argument for the novel’s demise has its own kind of ghoulish quality to it by now. Another observation made by Boxall and Cheyette is that every post-war jeremiad about “the death of the novel” – from Lionel Trilling’s study The Liberal Imagination (1950) to Will Self’s essay “The Novel Is Dead (this time it’s for real)” (2014) – tends to draw on the same limited set of ideas. The novel is said to be dead or dying either because it has been made obsolete by new technology, because it has become radically out of sync with the values of the culture around it, or because it has no further capacity for innovation (or some combination of the three). At this stage, what bears thinking about surely isn’t – or isn’t just – how the novel carries on in the face of these old claims, but why the argument about its life or death keeps reappearing.

Subscribe to the weekly TLS newsletter

The volume of The Oxford History under review – as well as being a fascinating compendium of a lot of very lifelike activity from British and Irish novelists over the past seventy years – frames itself as yet another instalment in this debate. Unsurprisingly, the editorial line is that the novel still has a pulse, but Boxall and Cheyette are certainly cognizant of the feelings of frustration and boredom that weigh the question down. Part of their response is to remind us that the issue cannot be understood in isolation: worries about pastiche, repetition and inertia have become endemic to our culture in recent decades. Although “Postmodernism” is a notoriously slippery term, one of the things it usefully describes is just this sense of exasperating immobility – the impression that, for all of the obvious novelty of our way of life, historical progress has somehow stalled or disappeared, leaving us stranded in the “fluctuating stasis” Bergonzi described nearly half a century ago.
Against this windless cultural background, the challenge is to identify what if anything distinguishes the situation of the novel today. In the introduction to the Oxford History (“The Life and Death of the Post-War Novel”) and the concluding chapter (“The Future of the Novel”), Boxall and Cheyette identify themselves as part of “a critical movement that is seeking to pass beyond postmodernism . . . without simply reverting to the historical models and paradigms that postmodern thinkers were rightly determined to overthrow”. Their case for the novel, roughly, is that it remains a singularly powerful medium for forecasting cultural change. Accordingly, it is in the pages of novels, as much as anywhere else, that we are likely to find premonitions of whatever will replace postmodernism.
How this hope might reconfigure our understanding of the novel itself is explored in a slightly more schematic way in Boxall’s monograph The Value of the Novel, a short book that stands by itself perfectly well, but which also serves as a handy theoretical base for the position outlined in the Oxford History.
Setting the argument about the novel’s future aside for the moment: the Oxford History is a beautifully produced volume, and it includes contributions by thirty-three academics over a wide range of subjects. Interested readers will find more than enough to satisfy themselves with here in terms of broad historical overviews, textual analysis, half-forgotten titles and gratifying pieces of trivia (this reviewer was delighted to discover that James Joyce set up the first cinema in Dublin in 1909). The book is organized with 1973 as the pivotal year between the post-war novel and what can be loosely described as the postmodern era that followed. Andrew Nash submits two excellent chapters on the material history of the novel on either side of this date.
Insofar as there is an overarching story that the editors wish to tell, however, it is that the history of the British and Irish novel since 1940 cannot be neatly divided (as it sometimes is) between a narrow, inward, parochial phase in the wake of the Second World War and a more colourful, globalized epoch that supplanted it in the later twentieth century. One of the recurring themes in the volume (to be found in Liz Sage’s chapter on “women’s fiction” after the War, for instance, or Philip Tew’s chapter on comic novels in the same period) is the tendency of post-1973 trends to obscure or disavow their continuities with the earlier period. Another motif is the continuously mutating issue of how national or regional identities shape themselves in response to larger formations that threaten to smother them. Two particularly good examples of the latter are Zachary Leader’s entry on the Movement writers – which examines perceived distinctions between Englishness and Britishness – and Berthold Schoene’s discussion of the transition from “multiculturalism” to “super-diversity” in twenty-first-century fiction. Inevitably, given the size of the volume and the range of contributors, there are entries that lag or do little more than cycle through information, but they aren’t too frequent. It would be a shame, finally, not to mention Martin Priestman’s chapter on thrillers and crime fiction. Belly laughs are not what one expects from a literary anthology, and he delivers more than a few.
But does the wealth of literary activity since 1940 lend itself to any boldly new ideas about what the novel is or why it matters? In The Value of the Novel, Boxall aims to revive the notion that the novel form has an immanent, enduring value and, moreover, to usher in a new phase in literary theory (the combination of brevity and intense ambition gives the book a manifesto-like quality, although not always to its credit). His argument begins with a rudimentary, two-stage model of how thinking about literature has changed in Britain over the past century. In the first stage, according to Boxall, the critics and academics who were the architects of English as a modern discipline (figures such as F. R. Leavis and I. A. Richards) championed the idea that literature enshrined cultural value. Later, in the wake of poststructuralist thinking in the 1970s and 80s, this defining idea was displaced by the notion that the special role of “theory” – the term signifies the dissolution of firm boundaries between academic literary criticism and fields such as history, philosophy, anthropology, linguistics and so on – was to decode and undermine the values of the dominant culture. Essentially, the study of literature went from being an instrument for resisting cultural decay to a means of unravelling oppression.
The point of Boxall’s (very simplistic) sketch is to provide some context for what he describes as the “curious depletion [of] energy” in the humanities since the post-structuralist or postmodern theorists (the terms aren’t equivalent, but for the purposes of the argument the differences between them don’t matter) became part of the academic establishment. Although it is not exactly the case that post-structuralism has been superseded by new intellectual movements in recent decades, there is a general feeling that it no longer sets minds on fire in the same way. This fading sense of purpose in literary studies has been compounded by the emergence of a fresh set of external threats to the humanities. (The details of this crisis should be familiar to us all by now: the “democratization” of value claims via the internet, the steady subsuming of university culture beneath market imperatives, as well as the corresponding squeeze on “soft” subjects.) Consequently, the question of the humanities’ value has been taken up again with some urgency by a number of academics.
Boxall points to the work of Terry Eagleton as an example of how the climate has shifted since the heyday of cultural theory. In Literary Theory (1983), Eagleton dismissed the idea that any such thing as literature existed, “in the sense of a set of works of assured and unalterable value, distinguished by certain shared inherent properties”. By the time of How To Read Literature (2013), on the other hand, Eagleton had become so distressed by the perceived decline in critical standards he worried literature might disappear if an effort wasn’t made to reassert its value. In effect, Boxall, who is clearly a child of poststructuralism, wants to marry the radical chic of the younger Eagleton with the protective instincts of the elder – to find a third way between Leavis and Jacques Derrida.
Boxall thread this needle by arguing that the essence of the novel is something that conti-nually escapes and resists evaluation, but – paradoxically enough – it is this very quality that gives the form its innate value. He never explain why he thinks this trait resides in novels and not, say, poetry or short fiction, nor is he specific about what distinguishes the modern novel (the novel “as it has developed since the early eighteenth century”, which is his real subject) from its precursors.
Nevertheless, it might be helpful to think of the argument in The Value of the Novel as a radical extension of the idea that the novel is the characteristic literary vehicle of a (modern, capitalistic) culture defined by instability. In Boxall’s account, the novel form acts as a piece of psychic equipment through which humans are able to apprehend and adjust themselves to the unknown; as a kind of mechanism for coping with change. His descriptions of this process sometimes sound rather mysterious. The novel, he says, operates “at the disappearing threshold between the world that exists and that which does not, between the world that we already know and understand and that which we have not yet encountered”. It nourishes our desire for order but at the same time it consistently draws our attention towards the “indistinctness at the heart of things”, the sense in which reality is neither as solid nor as plain as we might imagine. This dual capacity for reinforcing and exceeding conceptual thought is what Boxall describes as the “formal genetics” of the novel, “a genotype that underlies the phenotypical expressions of historical difference”. Its value, it seems, is that it cultivates a kind of profound epistemic receptiveness.
The substance of Boxall’s thesis is a series of close readings spread across five chapters (on the novelistic voice, literary realism, and the representation of the body, time and justice) in which latent similarities between vividly different authors are identified. Some of these discussions are very good. Dostoevsky and Hugo are used to illustrate the idea that our minds are drawn towards a spectral ideal of justice. Dickens and Samuel Beckett are combined to say something about the novel’s “progenitive voice”. There are energetic readings of Moby-Dick and Mrs Dalloway in the chapters on the body and time, respectively. Unfortunately, the argument quickly loses traction whenever Boxall shifts from textual analysis to grandiose claims about the novel’s significance. Conceptually speaking, The Value of the Novel is trying to do two things that are not obviously compatible: to say something about the novel’s innate value; but also to argue that it has a newly important function in the twenty-first century. In other words, the claim is that the novel’s value is both timeless and, at least to some extent, circumstantial. Boxall marries these two elements by arguing that because we live in an era defined by almost unimaginably complex phenomena (such as globalized capitalism and climate change) we would do well to hold on to a medium that helps us to grapple with things we find hard to understand. In the closing chapter of the Oxford History, Boxall and Cheyette likewise encourage their readers to have faith that the novel harbours “a kind of precognition in its uncreated depths”. The novel form contains “the promise of uncolonized and unlived time, the time in which anything might happen”, which is precisely what makes it so relevant in an era when history seems to have evaporated.
It is not that these various assertions are wrong exactly – how could they be disproven? – but they do verge on the mystical. Despite Boxall’s claim that he has no wish to revert to outdated critical models, The Value of the Novel ends up looking uncomfortably like one of those conventional pieces of theory that critics such as Eagleton put a lot of energy into tearing apart: a reverent examination of a series of well-regarded old books, which ultimately confers a quasi-religious value on literature, in this case as an instrument of prophecy.
Writers and critics find the sense of drift and aimlessness that Boxall and Cheyette are responding to so frustrating because it seems to trivialize the act of literature and, ultimately, makes it feel boring. Although Boxall doesn’t frame it in this way, The Value of the Novel comes across as a theory in search of excitement: from the lament for the lost energy of poststructuralism with which it begins, to the repeated (and unconvincingly insistent) claims that we are living “in a state of crisis” or at a time “of great transformation”. The fundamental problem is that excitement cannot be manufactured on demand. When we say that a cultural practice is “dead”, we do not mean, necessarily, that it has stopped happening, or even that it happens less than it used to, but that it no longer matters somehow. And we are talking about something akin to desires and emotional investments when we do so, not what is straightforwardly reasonable. Boxall never seems to ask himself whether the effort to persuade an audience that the novel-form is valuable is any different in kind from – for example – trying to persuade someone to be in love. Maybe it is, but an argument still needs to be made here. Together, The Value of the Novel and the editorial line in the seventh volume of the Oxford History amount to a thoughtful, well-intentioned and yet underwhelming case for the novel’s vitality. Not for the first time in the history of criticism, then, we might start to think more about the erotics of what we are trying to do.

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

σειρά ντοκιμαντέρ για το βιβλίο και την ανάγνωση "ο λόγος τής γραφής"

Από αύριο Σάββατο, 1η Απριλίου, θα αρχίσει να προβάλλονται στο Κανάλι τής Βουλής τα νέα επεισόδια της εκπομπής.


1.-  Ντοκιμαντέρ 4ο - Σάββατο 1/4/17, στις 7μμ.  (προβλήθηκε και στις 21/3 - Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης)

Ο συγγραφέας Άρης Μαραγκόπουλος μιλάει για τη ζωή του αλλά και για τη σχέση που εκείνος βλέπει ανάμεσα στη μυθοπλασία και την ιστορία. 

Ο συγγραφέας Θεόδωρος Γρηγοριάδης παρουσιάζει το κεφαλαιώδους σημασίας για την παγκόσμια λογοτεχνία βιβλίο "ΟΔΥΣΣΕΑΣ" τού Τζαίημς Τζόυς

ενώ ο διακεκριμένος ποιητής Γιάννης Δάλλας διαβάζει ποιήματά του και μοιράζεται μαζί μας τους στοχασμούς του για την ποίηση.


Δείτε το τρέιλερ: https://vimeo.com/210080149



2.- Ντοκιμαντέρ 5ο - Σάββατο 8/4/17, στις 7μμ

Ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης, με το προσωπικό ανεπιτήδευτο χιούμορ του, μιλάει για τη ζωή του που... γράφει ιστορίες!

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης παρουσιάζει το μυθιστόρημα "Στο Φάρο" τής Βιρτζίνια Γουλφ.

Τέλος, ο ποιητής Ηλίας Γκρής ερμηνεύει με φωνή που μοιάζει να φτάνει από μακριά–  τα ποιήματά του.


Δείτε το τρέιλερ: https://vimeo.com/210087897



3.- Ντοκιμαντέρ 6ο - Σάββατο 22/4/17, στις 7μμ

Ο συγγραφέας Γιώργος Συμπάρδης εξομολογείται τη ζωή του, και περιγράφει τον τρόπο που η συγγραφή ανταποκρίνεται στον ρόλο τής χρωματικής παλέτας.
 
Ο συγγραφέας Θεόδωρος Γρηγοριάδης παρουσιάζει και αναλύει το μυθιστόρημα "Οι Δαιμονισμένοι" τού Φιόντορ Ντοστογιέφσκι
 
ενώ ο εμβληματικός μας ποιητής Τίτος Πατρίκιος διαβάζει ποιήματά του, αναφερόμενος στη (χρονική και όχι μόνο) συνθήκη κάτω από την οποία γράφτηκαν.


Δείτε το τρέιλερ: https://vimeo.com/210091443



4.-  Ντοκιμαντέρ 7ο - Σάββατο 29/4/17, στις 7μμ

Ο συγγραφέας Ανδρέας Μήτσου, με έναν γλαφυρό και ιδιαίτερο τρόπο, μας μιλάει για τη ζωή του και την αλήθεια τής γραφής

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης μας παρουσιάζει το μυθιστόρημα "Το Μαγικό Βουνό", δείχνοντας τη δεσπόζουσα θέση που εκείνο κατέχει στο συνολικό έργο τού Τόμας Μαν.
 
Ο ποιητής Γιώργος Βέης διαβάζει ποιήματά του και κλείνει (το μάτι;) με μια αινιγματική φράση για τη φύση τής ποίησης.


Δείτε το τρέιλερ: https://vimeo.com/210094019

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Best Translated Book Awards

 The longlists for the Best Translated Book Awards were announced yesterday; see the fiction (25) and poetry (10) longlists. 

       The fiction titles left in the running (out of around 500 eligible titles) are:

  • Among Strange Victims by Daniel Saldaña Paris, translated from the Spanish by Christina MacSweeney (Mexico, Coffee House Press)

  • Angel of Oblivion by Maja Haderlap, translated from the German by Tess Lewis (Austria, Archipelago Books)

  • Chronicle of the Murdered House by Lúcio Cardoso, translated from the Portuguese by Margaret Jull Costa and Robin Patterson (Brazil, Open Letter Books)

  • Doomi Golo by Boubacar Boris Diop, translated from the Wolof and French by Vera Wülfing-Leckie and El Hadji Moustapha Diop (Senegal, Michigan State University Press)

  • Eve Out of Her Ruins by Ananda Devi, translated from the French by Jeffrey Zuckerman (Mauritius, Deep Vellum)

  • In the Café of Lost Youth by Patrick Modiano, translated from the French by Chris Clarke (France, New York Review Books)

  • Ladivine by Marie NDiaye, translated from the French by Jordan Stump (France, Knopf)

  • Last Wolf and Herman by Krasznahorkai László, translated from the Hungarian by George Szirtes and John Batki (Hungary, New Directions)

  • Memoirs of a Polar Bear by Tawada Yoko, translated from the German by Susan Bernofsky (Japan/Germany, New Directions)

  • Moonstone by Sjón, translated from the Icelandic by Victoria Cribb (Iceland, FSG)

  • Moshi Moshi by Yoshimoto Banana, translated from the Japanese by Asa Yoneda (Japan, Counterpoint Press)

  • My Marriage by Jakob Wassermann, translated from the German by Michael Hofmann (Germany, New York Review Books)

  • Night Prayers by Santiago Gamboa, translated from the Spanish by Howard Curtis (Colombia, Europa Editions)

  • Oblivion by Sergi Lebedev, translated from the Russian by Antonina W. Bouis (Russia, New Vessel Press)

  • On the Edge by Rafael Chirbes, translated from the Spanish by Margaret Jull Costa (Spain, New Directions)

  • The Queue by Basma Abdel Aziz, translated from the Arabic by Elisabeth Jaquette (Egypt, Melville House)

  • A Spare Life by Lidija Dimkovska, translated from the Macedonian by Christina Kramer (Macedonia, Two Lines Press)

  • Super Extra Grande by Yoss, translated from the Spanish by David Frye (Cuba, Restless Books)

  • Thus Bad Begins by Javier Marías, translated from the Spanish by Margaret Jull Costa (Spain, Knopf)

  • Umami by Laia Jufresa, translated from the Spanish by Sophie Hughes (Mexico, Oneworld)

  • Vampire in Love by Enrique Vila-Matas, translated from the Spanish by Margaret Jull Costa (Spain, New Directions)

  • War and Turpentine by Stefan Hertmans, translated from the Dutch by David McKay (Belgium, Pantheon)

  • Wicked Weeds by Pedro Cabiya, translated from the Spanish by Jessica Powell (Dominican Republic, Mandel Vilar Press)

  • The Young Bride by Alessandro Baricco, translated from the Italian by Ann Goldstein (Italy, Europa Editions)

  • Zama by Antonio di Benedetto, translated from the Spanish by Esther Allen (Argentina, New York Review Books)