Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2020

"Αγαπημένη" της Τόνι Μόρισον




Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης
ΤΟΝΙ ΜΟΡΙΣΟΝ "Αγαπημένη"
Μετάφραση Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Παπαδόπουλος 2019
Σε κάθε της γραπτό –από τα έντεκα μυθιστορήματα, διηγήματα ή κριτικά δοκίμιά της– η Τόνι Μόρισον (1931, Λορέιν, Οχάιο – 2019, Νέα Υόρκη) αγωνίζεται να αποκαλύψει τις πτυχές του ρατσισμού και του σεξισμού από την αρχή της δουλείας στις ΗΠΑ ως σήμερα. Όπως λέει η ίδια, «λογοτεχνία χωρίς πολιτική σημαίνει ότι το περιεχόμενο δεν έχει καμιά σημασία, ότι ο γυναικείος λόγος δεν είναι σημαντικός και ότι οι γυναίκες δεν έχουν να πουν τίποτε το αξιόλογο». Το 1993, η Τόνι Μόρισον ήταν η πρώτη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τα βιβλία της τής χάρισαν πολλά βραβεία, διεθνή αναγνώριση και πουλήθηκαν πολύ γιατί αναφέρονται στο κοινό παρελθόν των Αμερικανών, είτε αυτοί ανήκουν σε φυλετική μειονότητα είτε στη λευκή άρχουσα τάξη. Επιπλέον, η γυναικεία οπτική που υιοθετεί στην προσπάθειά της να αποτυπώσει ιστορικά την εμπειρία των Αφροαμερικανίδων στη λευκοκρατούμενη και ανδροκρατούμενη κοινωνία των ΗΠΑ χαρίζουν στα μυθιστορήματά της πρωτοτυπία και γνησιότητα. Tο καλύτερο μυθιστόρημα της Μόρισον είναι αναμφισβήτητα η Αγαπημένη που εκδόθηκε το 1987. Το 1988 η Αγαπημένη κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ και εξακολουθεί να διαβάζεται πολύ. Μόνον ο Σέξπιρ την ξεπερνάει σε αριθμό μελετών στα πανεπιστήμια. Μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη το 1998, σε σκηνοθεσία Τζόναθαν Ντιμ, με πρωταγωνίστρια την Όπρα Γουίνφρι. Στα ελληνικά η πρώτη έκδοση ήταν στη Νεφέλη το 1989, σε μετάφραση Έφης Καλλιφατίδη.
Πρόκειται για ένα έργο που συγκεντρώνει αριστοτεχνικά όλα τα στοιχεία των προηγούμενων βιβλίων της: προφορική παράδοση, μαγικό ρεαλισμό, μοντερνισμό, αλληγορία, ιστορικές αναφορές, προγονική λατρεία, ανάγκη ελευθερίας και αυτοκαθορισμού. Πιο απλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Αγαπημένη είναι μια ιστορία φαντασμάτων που εξερευνά τις ψυχολογικές συνέπειες του φόνου, της οδύνης, της μοναξιάς. Μόνον που τα φαντάσματα ελλοχεύουν μέσα στο είναι των ηρώων.
***
Η Αγαπημένη στηρίζεται στην αληθινή ιστορία της Μάργκαρετ Κάρνετ που είχε δραπετεύσει από το Κεντάκι και προσπάθησε να σκοτώσει τα παιδιά της όταν την πρόλαβαν οι φρουροί, στο Οχάιο του 1850, γιατί δεν ήθελε να καταντήσουν κι εκείνα σκλάβοι. «Στην αρχή σκέφτηκα ότι δεν θα μπορούσε να γραφτεί μια τέτοια ιστορία αλλά με ενοχλούσε να μην μετουσιωθεί σε τέχνη», έγραψε η συγγραφέας. Γιατί, όπως το Ολοκαύτωμα έτσι και η Δουλεία είναι μια πολύ σοβαρή Ιστορία για να μετατραπεί σε μυθοπλασία και χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση κάθε φορά.
***
Στο νούμερο 124 στην οδό Μπλοθστόουν, απ’ όπου ξεκινάει η αφήγηση, βρίσκεται το στοιχειωμένο σπίτι: «Γεμάτο με το δηλητήριο ενός μωρού».
Βρισκόμαστε στο 1873, μόλις έχει τελειώσει ο εμφύλιος πόλεμος και, μολονότι η σκλαβιά έχει τερματιστεί, εξακολουθεί να βασανίζει την ψυχή των Αφροαμερικανών μαύρων. Η γιαγιά Μπέιμπι Σαγκς, η πεθερά της Σιθ, έχει πεθάνει πριν από οκτώ χρόνια, τα δύο εγγόνια της και παιδιά της Σιθ έχουν φύγει μην αντέχοντας την ατμόσφαιρα στο 124. Η Σιθ και η κόρη της, Ντένβερ, μόνες πια και αποφασισμένες, πρέπει να αναμετρηθούν με το φάντασμα που τις βασανίζει, γιατί το στοιχειωμένο σπίτι κατατρύχεται από την οπτασία της σκοτωμένης κόρης της. Ποτέ δεν μαθαίνουμε το όνομα του κοριτσιού, η Σιθ ζήτησε να χαράξουν στον τάφο της μια απλή λέξη, «Αγαπημένη», κι αυτό το έκανε δίνοντας το κορμί της στον χαράκτη ανάμεσα στους τάφους.
 Το μυθιστόρημα ξεκινάει την ημέρα που εμφανίζεται ο Πωλ Ντη, τον οποίο γνώριζε η Σιθ όταν δούλευαν στο κτήμα του κυρίου Γκάρνερ, στο Κεντάκι. Ο Πωλ Ντη, ο τελευταίος άντρας από το «Φιλόξενο σπιτικό», αναζητά την Σιθ δεκαοκτώ χρόνια μετά. Η Σιθ τον καλεί μέσα. Αυτός λοιπόν εξορκίζει το φάντασμα του σπιτιού. Από αυτό το σημείο και μετά η ιστορία ξετυλίγεται σε παράλληλα επίπεδα: αφ’ ενός στο παρόν, στο 124, και αφ’ ετέρου σε ό,τι συνέβη στο «Φιλόξενο σπιτικό» στο παρελθόν. Το κομμάτι του παρελθόντος περιγράφεται μέσα από αναδρομές όπου ξεπηδάει σταδιακά η ιστορία της Σιθ. Γεννήθηκε στο Νότο από μητέρα Αφρικάνα που δεν γνώρισε ποτέ, στα δεκατρία της πουλήθηκε στους Γκάρνερ, στο «Φιλόξενο Σπιτικό». Η Σιθ ζήτησε να παντρευτεί τον Χαλ επειδή εκτίμησε το γεγονός ότι, για να εξαγοράσει την ελευθερία της μητέρας του, νοίκιαζε τον εαυτό του τα Σαββατοκύριακα. Έτσι η Σιθ και ο Χαλ απόκτησαν δύο αγόρια και ένα κορίτσι που δεν μαθαίνουμε το όνομά του. Όμως, όταν πέθανε ο κύριος Γκάρνερ, ανέλαβε το κτήμα ο γαμπρός του, ο επονομαζόμενος δάσκαλος που, μαζί με τους ανιψιούς του, γίνονται πιο σκληροί και καταπιεστικοί και συλλαμβάνουν τον Πωλ Ντη που ήθελε να δραπετεύσει. Στο μεταξύ η Σιθ σκόπευε να το σκάσει και έχει ήδη στείλει τα παιδιά της, με ένα καραβάνι νέγρων, στην πεθερά της την Μπέιμπι Σαγκς, στο Σινσινάτι. Ύστερα από τη σύλληψη των σκλάβων, φυλακίζουν την Σιθ μέσα στην αποθήκη και την κακοποιούν ενώ ο Χαλ, κρυμμένος, παρατηρεί την αποτρόπαιη σκηνή και τρελαίνεται. Ο Πωλ Ντη είναι αναγκασμένος να φοράει ένα σιδερένιο φίμωτρο. Η Σιθ μαστιγώνεται παρά το γεγονός ότι είναι έγκυος. Πληγωμένη και σημαδεμένη δραπετεύει έχοντας ένα «δέντρο» στην πλάτη της από το μαστίγωμα. Και όταν θα έρθει η ώρα να επιλέξει αν πρέπει το μωρό της να ζήσει σκλαβωμένο, δεν θα το επιτρέψει.
Όλα αυτά τα μαθαίνουμε σαν να ξεφλουδίζουμε ένα κρεμμύδι. Οι μνήμες ανασύρονται και θάβονται, όπως το μυαλό της Σιθ που είναι φυλακισμένο αλλά απελευθερώνεται μέσα από την πράξη της αφήγησης. Το φάντασμα του νεκρού μωρού και η επιστροφή της Αγαπημένης στο 124 είναι η αφορμή για την επανεκκίνηση της μνήμης, συμφιλιωτικής και στενάχωρης, ιαματικής και τραυματικής.
***
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό στα μυθιστορήματα της Μόρισον είναι οι δυνατές φιλίες γυναικών. Μπορεί η σχέση ανδρός και γυναικός να είναι μια πρωτεύουσα σχέση αλλά οι γυναίκες πάντα έχουν στο πλευρό τους φίλες, ειδικά όταν λείπουν οι άντρες και δεν κυριαρχούνται από την έλλειψη του άλλου φύλου όπως στα μυθιστορήματα του Χένρι Τζέιμς ή της Τζέιν Ώστιν. Μπορεί σήμερα να έχουμε δεκάδες αφηγήσεις με φιλίες γυναικών αλλά όταν ξεκίνησε να τις περιγράφει η Μόρισον, ειδικά με το Σούλα (1971), ήταν κάτι εντελώς ριζοσπαστικό.
Η Αγαπημένη, μια ιστορία βίαιη, σωματική, λυρική, απόκοσμη αλλά και γήινη, διαβάζεται σαν ένα τραγούδι των Μαύρων που ξεκινάει από τις φυτείες των σκλάβων, περνάει στους αγώνες τους να αποτινάξουν τις αλυσίδες και τα φίμωτρα και φτάνει στις μέρες μας, στους ίδιους αγώνες που δίνει κάθε μεγάλη ή μικρή κοινότητα για να διεκδικήσει δικαιώματα και ισότιμη μεταχείριση. Η Αγαπημένη είναι ένα γκόσπελ που μετατρέπεται σε τζαζ και απλώνεται με σόουλ και χιπ χοπ ρυθμούς στις γειτονιές του κόσμου.
Θεόδωρος Γρηγοριάδης,
συγγραφέας

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2020

Για το τραγούδι η Λίνα Πανταλέων γράφει στην Καθημερινή


03  / 03 / 20
Με μελωδίες μακρινές, κιθάρας, ακορντεόν και βιολιού, που αντηχούσαν τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 στα σοκάκια και στα καλντερίμια ενός ορεινού χωριού, ανασταίνει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης την ανάμνηση του πατέρα του. Από ένα κουτί ξεχύνονται παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες και σκορπίζονται στις σελίδες του βιβλίου του. Στις περισσότερες φωτογραφίες εικονίζονται τρεις νεαροί άνδρες που παίζουν μουσική στους γάμους και στα γλέντια του χωριού. Ο κιθαρίστας του τρίο είναι ο πατέρας του συγγραφέα. Εδώ και χρόνια οι φωνές των τροβαδούρων σιγούν σε μια μαγνητοταινία, ξέφτι σε ένα χαλασμένο μαγνητόφωνο.
Ομως, στη μνήμη η μουσική ουδέποτε παύει. Η ηχώ της καταπαύει το πένθος. Ανακαλώντας «λόγια χαμένα και ξαναβαλμένα», για χρόνια τραγουδισμένα, ο Γρηγοριάδης επιστρέφει στη συντροφιά του πατέρα του, αλλά και στο τοπίο της παιδικής του ηλικίας, τοπίο μυθικό και αρχαίο. Η φωνή του πατέρα του αναβλύζει από τις πηγές του Παγγαίου, από βουνοκορφές απ’ όπου κατέβαιναν «παγωμένα νερά, φαντάσματα και νεράιδες», κυλά στα ρέματα, δολιχοδρομεί στα οδόσημα της αρχαίας Εγνατίας και εγχαράσσεται στα αιωνόβια μονοπάτια του βουνού για να αρδεύσει την πεδιάδα των Φιλίππων.
Ο Γρηγοριάδης γράφει για τον πατέρα του με υπόκρουση ένα ταγκό. Η μελωδία τού θυμίζει τις λάτιν παραλλαγές του τρίο σε λαϊκά τραγούδια της εποχής και απορεί πώς και «ένα μικρό χωριό σκαρφαλωμένο στην πλαγιά του μυθικού βουνού» παθιαζόταν «με τέτοιους λατινογενείς ρυθμούς». Θυμόταν ακόμη μια μελωδική εκκεντρικότητα, τον παππού του να παίζει ένα λάτιν με το ούτι. Και φυσικά δεν ξεχνούσε πως το μοναδικό τραγούδι που ενορχήστρωσε το τρίο ήταν ένα ταγκό για την ωραία Σμυρνιά που ζούσε σε ένα ερειπωμένο χάνι, κατάλοιπο της οθωμανικής περιόδου. Μέσα από τα τραγούδια του πατέρα αναθάλλει ένας ποικιλόχρωμος κόσμος, αργασμένος από τη σφύρα και τον άκμονα της Ιστορίας. Η πρώτη γενιά προσφύγων κατοίκησε στις γειτονιές των μουσουλμάνων, χωρίς να αποφύγει την καχυποψία των ντόπιων. Οι έριδες, αν και αμβλυμένες, δοκίμασαν και τη δεύτερη γενιά προσφύγων στην οποία ανήκε ο πατέρας του Γρηγοριάδη. Παίζοντας την κιθάρα του άνοιγε χώρο σε έναν τόπο που ασφυκτιούσε από βαθύρριζες ιστορίες, ιστορίες που αργοπέθαιναν στα καφενεία του χωριού.
Οι μουσικές αναζητήσεις του τρίο εγκιβώτιζαν την αγωνία της γενιάς τους, να ζήσουν σε έναν κόσμο πλατύτερο από αυτόν όπου γεννήθηκαν. Ομως, μόνον ο ακορντεονίστας θα αποτολμήσει τη φυγή. Οι άλλοι δύο ρίζωσαν στον κάμπο και στα καπνά. Η κιθάρα και το βιολί ήταν η ανάπαυλα από τον ολοήμερο μόχθο. Ο νεαρός, αταξίδευτος κιθαριστής ονειρευόταν να κάνει καντάδες «κάτω από μισοσκότεινα παράθυρα και τραβηγμένα δαντελένια κουρτινάκια», αλλά όταν κατέκτησε τη γυναίκα της ζωής του, τον κυρίευσε η έγνοια της οικονομικής αποκατάστασης.
Ο βιολιστής, πάλι, που είχε ανακαλύψει τη μουσική χάρη στο βιολί ενός Γερμανού αιχμαλώτου, δεν μπόρεσε ποτέ να αναρρώσει από το τριπλό χτύπημα του πολέμου, του εμφυλίου και της χούντας.
Στο σβήσιμο των μελωδιών, αποστάζεται πυκνή η θλίψη. Στις τελευταίες και ομορφότερες σελίδες του βιβλίου, ο Γρηγοριάδης αφουγκράζεται ένα απόκοσμο μέλος να εκρέει από το «έρεβος της ψυχής» του ετοιμοθάνατου πατέρα του. Η αντίστιξη ανάμεσα στην οδύνη της απώλειας και στην παραμυθία της μουσικής, χορδίζει τη γραφή του Γρηγοριάδη, ο οποίος αντιτάσσει στην εσωστρέφεια του πόνου την εξωστρέφεια του τραγουδιού. Διότι η μουσική χάρη στην υπερλογική της φύση, αφυπνίζει τα ανείπωτα του νου, τα σπάνια φυλαχτά της καρδιάς, που συλλέγει η σιωπή και αρνείται να εκχωρήσει στη γλώσσα. 
Έντυπη

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2020

Συνέντευξη με τον Γιάννη Πανταζόπουλο στην LIFO




Θεόδωρος Γρηγοριάδης: «Την κρίση την πληρώνουν εκείνοι που δεν την προκάλεσαν» 




Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης γεννήθηκε στο Παλαιοχώρι Παγγαίου του νομού Καβάλας το 1956. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εμφανίστηκε στον χώρο της ελληνικής πεζογραφίας το 1990 με το μυθιστόρημα «Κρυμμένοι άνθρωποι».


Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και έχει εργαστεί ως καθηγητής Αγγλικών στη μέση εκπαίδευση σε διάφορες πόλεις. Στην Αθήνα ήρθε για να γίνει συγγραφέας.


Το διαμέρισμά του στη Νέα Σμύρνη διαθέτει απρόσκοπτη θέα στο Άλσος. Ένας τεράστιος όγκος βιβλίων, ταξινομημένων μάλιστα ανά συγγραφέα, καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του σπιτιού. Άλλωστε, εκεί περνά το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινότητάς του, γι' αυτό και είναι διακοσμημένος με το δικό του στυλ. Στη συζήτησή μας ανατρέχει στο παρελθόν, στο περιεχόμενο των βιβλίων του αλλά και στις εμπειρίες που κουβαλά ως πολύτιμο υλικό της ζωής του.


Τον συναντώ με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «το τραγούδι του πατέρα», γραμμένο για τον πατέρα του Λεωνίδα που πέθανε το 2009. Μια νουβέλα που μπορεί να θεωρηθεί ταυτόχρονα χρονικό εποχής και εξομολογητική βιογραφία. Όπως υποστηρίζει ο ίδιος: «Ένα τραγούδι για τον πατέρα, τους φίλους του και τη γενιά τους, µια γενιά που πάλεψε να ορθοποδήσει, που τόλμησε να ονειρευτεί µε κέφι και ελπίδα».


Οι άνθρωποι, βαθιά μέσα τους, παραμένουν οι ίδιοι, απλώς η ψηφιακή τεχνολογία τούς έδωσε τη δυνατότητα να πειραματιστούν με ταυτότητες και συμπεριφορές που παλιότερα θα τους ήταν αδιανόητες. Ταυτόχρονα, βιώνουν μια ναρκισσιστική μοναξιά, απόρροια της εικονικής τους ευδαιμονίας.

Είναι η στιγμή που μου δείχνει την κιθάρα του πατέρα του, η οποία υπάρχει ακόμη μπροστά στο γραφείο του, όπως και οι πολυάριθμες σελίδες από το προσωπικό του ημερολόγιο.


Πρόκειται για έναν άνθρωπο χαμογελαστό και καλοσυνάτο, με μειλίχιο και ευγενικό ύφος. Η γραφή γι' αυτόν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σκέψης του, ενώ κάθε σημείο στο διαμέρισμα είναι διαποτισμένο από τοπία, έρωτες, ταξίδια και προσωπικές αναζητήσεις.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά για τα παιδικά του χρόνια, τους γονείς του, την εποχή μας, την κρίση, την Ιστορία, τη συγγραφή, την απώλεια, τη μοναχικότητα αλλά και για το τι θεωρεί σημαντικό στη ζωή.

(. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO)


— Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε; Τι θυμάστε πιο έντονα από τα παιδικά σας χρόνια;

Γεννήθηκα σε μια γειτονιά που έσφυζε από ζωή, στο Παλαιοχώρι Καβάλας, στους πρόποδες του Παγγαίου. Το σπίτι μας ήταν κολλητά με του παππού μου, του Θόδωρου, κι έτσι ως παιδί έχω εικόνες με πολύ κόσμο – έξι παιδιά είχε ο παππούς, ήμουν το πρωτότοκο εγγόνι και απολάμβανα την αγάπη όλων. Ύστερα, ήταν μια γειτονιά γεμάτη παιδιά, με αυλές που ακουμπούσαν η μία στην άλλη – πηδούσαμε φράχτες και πηγαινοερχόμασταν.

Πάνω απ' όλα, ήταν ένα χωριό με κοντά 4.000 κόσμο, ένας προκομμένος τόπος, αυτάρκης, με πολλά μαγαζιά και κινηματογράφο. Δηλαδή, από τα παιδικά μου χρόνια έχω την εικόνα μιας μικρής ολοκληρωμένης κοινωνίας που θα κατακερματιζόταν όσο μεγάλωνα, ειδικά από τη στιγμή που θα έφευγα από το χωριό για να σπουδάσω.


— Πώς θα χαρακτηρίζατε την εποχή μας και γιατί;
Μέσα σε έξι δεκαετίες είδα αρκετές μεταμορφώσεις της κοινωνίας, έζησα σε διαφορετικές πόλεις και χωριά ως καθηγητής μέχρι να καταλήξω εδώ, στην Αττική, στη Νέα Σμύρνη. Οι αλλαγές στα ήθη ήταν σημαντικές, αλλά όχι ουσιαστικές. Οι άνθρωποι βαθιά μέσα τους παραμένουν οι ίδιοι, απλώς η ψηφιακή τεχνολογία τούς έδωσε τη δυνατότητα να πειραματιστούν με ταυτότητες και συμπεριφορές που παλιότερα θα τους ήταν αδιανόητες.

Ταυτόχρονα, βιώνουν μια ναρκισσιστική μοναξιά, απόρροια της εικονικής τους ευδαιμονίας. Ως κοινωνία, όμως, δεν προχωρήσαμε, χαθήκανε και χάνονται συνεχώς ευκαιρίες, π.χ. το Δημόσιο και η παιδεία λειτουργούν ακόμα με ξεπερασμένα μοντέλα, ενώ δεν έχουν απαλειφθεί πολλές προκαταλήψεις, ο φόβος του ξένου και του διαφορετικού.


— Πώς ανακαλύπτει ένας άνθρωπος τι είναι αυτό που θέλει στη ζωή;

Μπορεί και να μην το ανακαλύψει ποτέ. Είσαι εδώ, μετά δεν υπάρχεις. Και ψαχνόμαστε να καταλάβουμε κάτι απ' όλα αυτά, κάτι μη νοητό. Κάποιοι καταφέρνουν με υλικά μέσα να περάσουν καλύτερα, άλλοι δεν θα απολαύσουν ούτε μια σταγόνα ευημερίας. Το δράμα της ύπαρξής μας είναι ότι είμαστε έρμαια της μεταφυσικής, αλλά δεν την επικαλούμαστε ποτέ.

Θέλει να σκεφτείς αρκετά πάνω στη ζωή και τις ανάγκες σου, όμως, μέχρι να το συνειδητοποιήσεις, έχει σχεδόν περάσει. Τουλάχιστον, ας ξαναδώσουμε βάρος σ' εκείνα που δικαιούμαστε όλοι: το συναίσθημα, την αγάπη, τον έρωτα, την κοινωνικότητα, τη δικαιοσύνη.


— Το βιβλίο σας περιγράφει την ιστορία του πατέρα σας. Τελικά, η μνήμη είναι πόνος ή γιατρικό;

Το «τραγούδι του πατέρα» είναι ένα τραγούδι αφιερωμένο σ' εκείνον, περίπου δέκα χρόνια αφότου έφυγε. Σε μια παλιά συζήτηση μεταξύ του Λου Ριντ και του Πολ Όστερ θυμάμαι τον δεύτερο να λέει: «Αρκετοί άνθρωποι που αγαπήσαμε και νοιαστήκαμε γι' αυτούς δεν είναι πια μαζί μας, αλλά τους κουβαλάμε μέσα μας. Καθώς γερνάς η ζωή σου γίνεται μια ήσυχη συνομιλία με τους νεκρούς. Το βρίσκω λυπηρό αυτό και ταυτόχρονα εξαιρετικά παρηγορητικό».

Ο πατέρας μου ανήκε στη γενιά που αναστήλωσε την Ελλάδα μετά τον Εμφύλιο. Καπνοπαραγωγός, παντοπώλης, μουσικός, δεν υπήρχε μεροκάματο που να μην το κάνει. Ήταν το πρότυπό μου σε πολλά επίπεδα. Δούλευε, δεν χρώσταγε πουθενά και διαρκώς δημιουργούσε. Πεισματάρης αλλά και ευγενικός. Τα βράδια, κουρασμένος, έπιανε την κιθάρα και μας έπαιζε μουσική, ενώ η καλλίφωνη μάνα μου τραγουδούσε από δίπλα. Άνθρωποι του δημοτικού, που είχαν μια φυσική ευγένεια και ιδιαίτερες ευαισθησίες.

Αυτό το μικρό βιβλίο αφιερώνεται στη μνήμη του, αλλά είναι γραμμένο και ως μυθοπλασία. Στην τελευταία σελίδα, κάθε φορά που τη διόρθωνα, έκλαιγα. Ωστόσο είναι ένα ευχάριστο βιβλίο, έχει μια αισιοδοξία όσον αφορά την επιβίωση, τη χαρά και το γλέντι, έχει πολύ τραγούδι.



— Τι κρατάτε περισσότερο από τους γονείς σας;

Η μητέρα μου ζει μόνη της στο χωριό, αρνείται να έρθει στη Νέα Σμύρνη, δεν την αφορά η ζωή σε μια αχανή πόλη. Έζησαν αρμονικά οι δυο τους. Ήταν το ίδιο ευαίσθητοι και δυναμικοί. Μαζί αποφάσιζαν. Δούλευαν χωρίς να βαρυγκομούν, στα χωράφια, στο μαγαζί.

Κρατάω την αίσθηση της ελευθερίας που μας έδωσαν, εμένα και του αδελφού μου. Προτού γίνω είκοσι χρονών με έστειλαν έναν μήνα το καλοκαίρι στο Λονδίνο για να μάθω τη γλώσσα, στερώντας από το μάζεμα των καπνών δυο χέρια.

Όταν τους ανακοίνωσα ότι θα έφευγα στην Αθήνα, στην αρχή ξαφνιάστηκαν. Δεν είχα λόγο να φύγω από τη Βόρεια Ελλάδα, ήμουν εκεί διορισμένος καθηγητής. Τους εξήγησα ότι ήθελα να γίνω συγγραφέας. Και η μόνη ένσταση του πατέρα μου αφορούσε το βιοποριστικό: «Τουλάχιστον, θα βγάλεις χρήματα απ' όλα αυτά;». Έκτοτε, έστεκαν διακριτικά στο πλάι μου, με αφουγκράζονταν χωρίς πολλά λόγια και εξηγήσεις, με εμπιστεύονταν.


— Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να γράψετε για τον πατέρα σας;

Η απουσία του, αυτό που εκπροσωπούσε. Επέλεξα μια πιο αυτομυθοπλαστική μορφή στο κείμενο. Ήθελα να είναι σύντομο, αλλά περιεκτικό, σαν ένα τραγούδι που, αφού το διαβάσεις, θέλεις και να το τραγουδήσεις. Όταν το έγραφα άκουγα συνεχώς μουσικές και ειδικά εκείνης της εποχής, ισπανόφωνα και καντάδες, αλλά και της δικής μου εφηβείας, ποπ και σόουλ.

Να 'ναι καλά το Spotify, ανέστησε ηχητικά όλο εκείνο το περιβάλλον, γιατί οι δίσκοι έχουν παλιώσει και το παλιό πικάπ πεθαίνει μέσα στην παλιά καπναποθήκη στο χωριό. Θα ήθελα να παίζω κιθάρα, όπως ο πατέρας μου, με το μουσικό τρίο κάτι ξεκίνησα, ποτέ δεν είναι αργά. Η κιθάρα του είναι εδώ, μαζί μου, απέναντι από το γραφείο μου.


— Πώς ξεπερνιέται η απώλεια;

Καμιά ανθρώπινη απώλεια δεν ξεπερνιέται, απλώς ξεγελιέται. Έφτασα σε μια ηλικία όπου οι ανθρώπινες απώλειες είναι περισσότερες από ποτέ. Έτσι, όμως, ωριμάζουμε και επανεκτιμούμε τη ζωή.

Επέλεξα μια πιο αυτομυθοπλαστική μορφή για το κείμενο. Ήθελα να είναι σύντομο, αλλά περιεκτικό, σαν ένα τραγούδι που, αφού το διαβάσεις, θέλεις και να το τραγουδήσεις. Όταν το έγραφα, άκουγα συνεχώς μουσικές και ειδικά εκείνης της εποχής, ισπανόφωνα και καντάδες, αλλά και της δικής μου εφηβείας, ποπ και σόουλ.


— Γράφετε για εσάς από εσωτερική ανάγκη ή για τους αναγνώστες;

Και για τα δύο. Ξεκίνησα να γράφω ημερολόγιο δεκατεσσάρων ετών και μετά μικρές ιστορίες. Το υλικό μου σε χειρόγραφα σημειωματάρια είναι τεράστιο. Έγραφα από ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον, είχα εφεύρει έναν φανταστικό φίλο, τον Frank, στον οποίον απευθυνόμουν στο ημερολόγιο, αρχίζοντας «Αγαπητέ Φρανκ». Το όνομα το εμπνεύστηκα από την Άννα Φρανκ, όταν διάβασα στα δεκαπέντε μου το ημερολόγιό της.

Στο πανεπιστήμιο, στη Θεσσαλονίκη, διάβαζα ποιήματα και ιστορίες μου σε συμφοιτητές μου, ήμουν μέλος της Φοιτητικής Ομάδας Θεάτρου - Κινηματογράφου, του ΦΟΘΚ, κι έτσι ξεθάρρεψα. Αυτοί ήταν οι πρώτοι μου αναγνώστες, οι φίλοι μου, και μετά έστελνα διηγήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Το ημερολόγιο συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, αλλά δεν έχει καμία σχέση με την πεζογραφία. Όταν έρχεται η στιγμή της έκδοσης ενός βιβλίου, έχεις απέναντι τους αναγνώστες. Δεν οφείλουν να ακούσουν τα σώψυχα ή τα παραληρήματά σου. Το προσωπικό πρέπει να μετουσιωθεί σε μυθοπλαστικό. Αυτή η μεταβατική διαδικασία του μυθοπλάστη με γοητεύει πολύ. Γιατί ξέρεις ότι δεν είσαι πια ο εαυτός σου αλλά η συγγραφική του περσόνα. Κι εκεί έρχεται ο αναγνώστης και διαβάζει ό,τι θέλει και καμιά φορά περισσότερο απ' όσα εσύ σκόπευες να μεταφέρεις στο χαρτί.

— Μέσα από τη συγγραφή ανακαλύψατε πράγματα που δεν γνωρίζατε για τον εαυτό σας;

Κάθε είδους συγγραφή είναι μια μορφή ενδοσκόπησης και εξομολόγησης αλλά και προέκτασης των εκφραστικών σου μέσων: ανέκδοτα κείμενα, ημερολόγια, σημειωματάρια ονείρων και καθημερινών περιστατικών, ένα αχανές πια υλικό που προσπαθώ να βάλω σε τάξη. Γράφοντας σκέφτεσαι, ανακεφαλαιώνεις, λυτρώνεσαι. Και μετά έρχεται η λογοτεχνία, η οποία, επιμένω, είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Γι' αυτό και απορώ σήμερα με το άγχος κάποιων να βγάλουν το βιβλίο που μόλις έγραψαν. Τι έχει προηγηθεί;


— Τι είναι η λογοτεχνία για εσάς;

Ένα παράλληλο σύμπαν. Έχοντας μεγαλώσει με βιβλία, γραφές, τετράδια και τόσους υπολογιστές, ζω γράφοντας και διαβάζοντας καθημερινά. Η λογοτεχνία είναι μια τεράστια επικράτεια γλώσσας, ύφους, ιστοριών, πάθους, είναι ένα σύνθετο πράγμα που ο καθένας διατηρεί στο μυαλό του και δεν θα ήθελα να το επιβάλω σε κανέναν.

Όποτε κρίνω ότι μπορεί να εκδοθεί ένα βιβλίο, το δίνω στην εκδότη μου – μάλιστα εκδίδω τακτικά. Αν σκεφτώ τον όγκο της υπόλοιπης δουλειάς σε σχεδιάσματα, πρώτα χειρόγραφα, παρατημένα κείμενα, βιβλία ανολοκλήρωτα ή ολοκληρωμένα που απέρριψα, μπορώ να πω ότι όσα βιβλία μου κυκλοφόρησαν αποτελούν την «επίσημη» λογοτεχνική μου παρουσία, όμως εκπροσωπούν μόλις το ένα τέταρτο όσων έμειναν συνολικά στην αφάνεια.

Πολλές φορές, ανοιγοκλείνοντας τα δεκάδες σημειωματάρια, αναρωτιέμαι γιατί να μην υπάρχουν λογοτεχνικοί κληρονόμοι, όχι των πνευματικών δικαιωμάτων αλλά όσων κατάλοιπων και ιδεών αφήνεις πίσω σου, για να τους πεις: «Αν σου αρέσει κάτι, πάρε και γράψε, διάλεξε, αποτέλειωσε όποιο κείμενο είναι μισογραμμένο, ξαναγράψε την ίδια ιστορία». Αυτή θα ήταν η τέλεια πνευματική κληρονομιά και όχι τα μουσειακά αρχεία ή τα χειρόγραφα που φυλάσσονται σε συρτάρια συγγενών.


— Έχουμε μάθει κάτι από την κρίση;

Βεβαίως. Ότι την κρίση την πληρώνουν εκείνοι που δεν την προκάλεσαν. Όσοι ταλαιπωρούνται ακόμα είναι τα χαμηλά και μεσαία στρώματα, οι άνεργοι, οι άνθρωποι του μεροκάματου, οι συνταξιούχοι των 340 ευρώ, τα παρατημένα μπλοκάκια και τα κλειστά μικρομάγαζα. Και, δυστυχώς, εξακολουθούν να είναι οι περισσότεροι ψηφοφόροι πολιτικών κομμάτων, μηδενός εξαιρουμένου, που μας καταταλαιπωρούν δεκαετίες τώρα.


— Με αφορμή τα 200 έτη από την Ελληνική Επανάσταση, πιστεύετε ότι οι Έλληνες γνωρίζουν την Ιστορία τους;

Φυσικά και δεν γνωρίζουμε Ιστορία, έτσι κατακερματισμένα και μονομερώς που τη διδαχτήκαμε, αν κρίνω και από το πέρασμά μου από το σχολείο. Η Ιστορία είναι ένα πεδίο γεγονότων, γνώσεων και αρχείων που ερμηνεύεται ανάλογα με την κάθε εποχή και τις ανάγκες κάθε χώρας. Δεν μου αρέσουν οι επέτειοι, προτιμώ να συνδιαλέγομαι με το τώρα. «Όλη η Ιστορία είναι σύγχρονη Ιστορία» έλεγε ο Wallace Stevens. Εμείς, ως Καβαλιώτες, ενταχθήκαμε στο ελληνικό κράτος το 1913. Αυτό το «κενό πατρίδας» μέχρι τότε με ενδιαφέρει πολύ.


— Πείτε μου ένα χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας που σας ενοχλεί.

Ο συντηρητισμός της. Είναι τόσο βαθιά ριζωμένος, που οι ρίζες του γίνονται ένα μεγάλο ανάποδο δέντρο το οποίο χώνεται όλο και βαθύτερα στο ελληνικό υποσυνείδητο.


— Ποιες είναι οι πηγές της συγγραφικής σας περιέργειας;

Το διάβασμα της λογοτεχνίας. Αγαπώ την ελληνική ποίηση, το σινεμά, η μουσική με βοηθάει πολύ να μπω στη διαδικασία της γραφής. Όμως βασικά είμαι ένας παρατηρητής της ζωής των άλλων, έχω τον τρόπο μου, χωρίς να γίνομαι αδιάκριτος, να ακούω ιστορίες, να τις μεταπλάθω. Αρκετοί φίλοι και γνωστοί που έτυχε να μου αφηγηθούν τα πάθη και τα παθήματά τους δεν τη γλίτωσαν. Ωστόσο, πιστεύω ότι δεν εξέθεσα κανέναν, γιατί όλα φιλτράρονται στην πεζογραφία μέσα από πολλά αφηγηματικά εργαλεία.


— Ποιος είναι ο μεγαλύτερός σας φόβος;

Να βρεθώ ναυαγός σε ερημονήσι χωρίς βιβλία και καφέ.

— Σας τρομάζει ο θάνατος;

Όχι η στιγμή του, αλλά η μεταθανάτια πλευρά του. Αυτό το αδιανόητο, ακατάληπτο κενό.


— Ποιος είναι το κέρδος και ποιο το κόστος της μοναχικότητας;

Η μοναχικότητα είναι μια υπέροχη επιλογή, γιατί μπορείς να την παραβιάζεις τακτικά. Δεν είναι εύκολη κατάσταση, ο κόσμος είναι πλασμένος και αναγκασμένος να συνυπάρχει, οι αναχωρητές πληρώνουν το τίμημα αρκετά σκληρά. Όμως, όποιος τα καταφέρει, μπορεί να βιώσει μοναδικές στιγμές, χωρίς το βουητό των άλλων.


— Έχετε ανακαλύψει τι σημαίνει ευτυχία;

Η στιγμή που ξεσπάει μέσα σου η ανάγκη να εκφραστείς και να δημιουργήσεις.


— Μια βαθιά πληγή που σας ακολουθεί ακόμη;

Δεν κουβαλάω βαθιά τραύματα, είμαι λίγο ενοχικός, γιατί πολλές φορές δεν ανταποκρίθηκα στις προσδοκίες των άλλων.


— Τι θεωρείτε σημαντικό στη ζωή;

Να είσαι ο εαυτός σου. Απροσποίητος, με καθαρή συνείδηση, αξιοπρέπεια, ανιδιοτέλεια και την αποδοχή του άλλου. Και να ζεις σε μια ευρύχωρη δημοκρατία, ισότιμη και αξιοκρατική για όλους.



Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2020

Ο Κώστας Αγοραστός επιλέγει βιβλία στην Bookpress

Και ανάμεσά τους: 
"....το αφήγημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη Το τραγούδι του πατέρα (εκδ. Πατάκη), απ’ όπου και το απόσπασμα που ακολουθεί:
«Στις παρέες όλοι του φώναζαν “Λεωνίδα, την κιθάρα! Άσε τα δισκάκια. Πες κάνα σπανιόλικο!”.
Έτσι κι εκείνος ξανάπαιρνε την κιθάρα –στο μεταξύ είχε αλλάξει δύο ως τότε–, την κούρδιζε λίγο και ξεκίναγε να παίζει. Στα ισπανικά τραγουδούσε μόνος του, στα ελληνικά τον συνόδευε κι η μάνα μου με μια φωνή που λες και με τα χρόνια γινόταν πιο διαυγής και δυνατή.
“Α, βρε Λεωνίδα, θυμάσαι τα γλέντια μας τότε” λέγανε.
“Τι έγινε ο Παντελής, πού βρίσκεται τώρα;”
Γιατί, δεκαετία του ’70, το τρίο τους δεν υπήρχε πια, ήταν οι δύο, ντουέτο».
altΤο στοιχείο που διαφοροποιεί, κάπως, το αφήγημα του Γρηγοριάδη από τα υπόλοιπα, είναι το ότι μέσω αυτού θέλει να αναδείξει μια παραμελημένη –και τελικά θυσιασμένη– καλλιτεχνική πλευρά του πατέρα του, Λεωνίδα Γρηγοριάδη, η οποία ξεκίνησε να παίρνει μορφή από τα νεανικά του χρόνια. Τότε, μαζί με άλλους δύο συγχωριανούς του έφτιαξαν ένα μουσικό τρίο [Τρίο Καντάδα, κιθάρα, ακορντεόν και βιολί] και συνόδευαν τη χαρά των ανθρώπων της ευρύτερης περιοχής, παίζοντας σε γάμους, σε πανηγύρια και σε γιορτές στα γύρω χωριά. Όλα αυτά αφού τελείωναν από τις «κανονικές» τους δουλειές: τα χωράφια με το βαμβάκι ή τις ώρες που ήταν ανοιχτό το παντοπωλείο, που είχε ο πατέρας του Γρηγοριάδη. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, οι άνθρωποι μεγάλωναν και τα μέλη του Τρίο Καντάδα βυθίζονταν στις υποχρεώσεις τους και στο ζοφερό κλίμα της δικτατορίας. Ο Γρηγοριάδης καταγράφει το ανεκπλήρωτο, την πορεία προς τον συμβιβασμό και τη σύνθλιψη του ονείρου μέσα στα στενά όρια της οικογενειακής ζωής στην επαρχία. Μιας ζωής μετρημένης και τίμιας.
«Το παλιό τουρκόσπιτο με την ανοιχτή ξύλινη σάλα, τρία δωμάτια γωνιακά –όλα επάνω–, κάτω η αποθήκη, γεμάτη δεμάτια καπνά, έτοιμα να εκτιμηθούν και να πουληθούν. Η ξύλινη σάλα, την προτίμησαν λόγω καιρού, ήταν αργά φθινόπωρο, δε βάσταγε γερά όμως, τόσα χρόνια πατημένη, τόσα βάρη, ζωντανών και πεθαμένων. Βούλιαξε πάνω σε ένα ομαδικό χορευτικό, λέγανε ότι το σόι της νύφης ήταν πολύ χορευταράδες, χοροπηδηχτάδες.
Τσακίστηκαν οι παλιοσανίδες, οι καλεσμένοι βρέθηκαν κάτω στο χαγιάτι, σωριάστηκαν στην αποθήκη ανάμεσα στα τσουβάλια και τα δέματα.
Η νύφη τραυματίστηκε σοβαρά, τα μαλλιά της μπλέχτηκαν σε κάτι σύρματα και τσιγκέλια κι έχασε μια πολύτιμη μπούκλα, αναβλήθηκε ο γάμος! Στράβωσαν χέρια, πληγώθηκαν μπούτια, μάτωσαν μάγουλα, φήμες και για χειρότερες βλάβες ακούστηκαν καθώς μπλέχτηκαν ανθρώπινα μέλη με αγροτικά εργαλεία».
Ο Θοδωρής Γρηγοριάδης, σ’ αυτό το αφήγημα εστιάζει στα χρόνια, όπου ο πατέρας του πλησίασε τόσο κοντά στο όνειρό του αλλά δεν τόλμησε να το διεκδικήσει από τη ζωή, στη φιλία του με τα υπόλοιπα δύο μέλη της παρέας, καθώς και σ’ εκείνο το ταξίδι στο Μπουένος Άιρες που, αν πραγματοποιούνταν, ίσως και να τους άλλαζε τη ζωή. Ο Λεωνίδας Γρηγοριάδης έζησε το όνειρό του όσο του το επέτρεπε ο βίος του στην επαρχία και ο Θοδωρής, με αυτό το συγκινητικό αφήγημα, το φώτισε και το έστειλε στο μέλλον.
«Πολλά χρόνια μετά, γερασμένος, καταβεβλημένος, θα με κοίταζε με το ίδιο ύφος λέγοντάς μου “Πότε πέρασαν τόσα χρόνια, Θόδωρε; Λες και ήταν χθες που ήμουνα παλικάρι. Πώς έγινα έτσι;”».https://www.bookpress.gr/stiles/imerologia/ianouarios-2020

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2020

Στην εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΙΑ


Θεόδωρος Γρηγοριάδης: Η πρόκληση της γραφής είναι να αντέχει στον χρόνο


2 Φεβρουαρίου 2020, 


Το τραγούδι του πατέρα, το νέο σας βιβλίο από τις εκδόσεις Πατάκη, με αληθινές ιστορίες και κεντρικό ήρωα τον πατέρα σας. Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια;
Πρόκειται για την ιστορία του πατέρα μου και δύο φίλων του που έφτιαξαν ένα μουσικό τρίο τις δεκαετίες του πενήντα και εξήντα για να παίζουν στους γάμους και στα γλέντια του χωριού τους, στο Παλαιοχώρι, στο Παγγαίο. Το «τρίο καντάδα» έπαιζαν παραδοσιακά, αλλά και ισπανόφωνα τραγούδια, χωρίς να γνωρίζουν καν ισπανικά και μάλιστα είχαν φτιάξει ένα δικό τους τανγκό! Αφηγούμαι τη διαδρομή τους, από τότε που ήταν ανύπαντροι φίλοι μέχρι το τέλος τους, τη χαρά που σκορπίζανε, αλλά και τα προβλήματα που προέκυψαν στην πορεία. Δεν ήταν επαγγελματίες, τα κατάφεραν όμως μέσα στον μικρό τους τόπο. Ένας μόνον, ο ακορντεονίστας, μπόρεσε να ξεφύγει και να φτάσει μέχρι την Αργεντινή. Κατέγραψα την ιστορία μέσα από τις δικές μου μνήμες, γιατί τους ακολουθούσα στα γλέντια όταν ήμουν παιδί, αλλά και από μαρτυρίες των άλλων συγγενών.
Στο βιβλίο σας, πέρα από τον φόρο τιμής στον πατέρα σας, αποδίδετε την ηθογραφία μιας εποχής και μιας περιοχής. Ήταν λογοτεχνική σας πρόθεση;
Είναι ένα βιβλίο γραμμένο με κέφι, γεμάτο μουσική, αλλά και με την πίκρα των πραγμάτων που τελειώνουν. Μέσα από την αφήγηση δείχνω την πρόοδο, αλλά και την πτώση ενός μεγάλου χωριού, ένα καπνοχώρι που ζούσε και «ανέπνεε» από τα καπνά μέχρι που σταμάτησαν. Ήθελα να καταγράψω και αυτό το πλαίσιο γιατί η χώρα μας τότε εξαρτιόταν από την αγροτική παραγωγή και όσα ζούμε σήμερα, με εσωτερικές και εξωτερικές μεταναστεύσεις και άλλες κοινωνικές μετατοπίσεις, οφείλονται και στην απώλεια του αγροτικού προφίλ της χώρας.
Υπάρχει μια τάση τα τελευταία χρόνια κι αρκετοί συγγραφείς έχουν καταπιαστεί με την καταγραφή προσωπικών ιστοριών…
Πράγματι. Ούτως ή άλλως η μυθοπλασία γενικότερα πάντα αποτελούσε έναν συνδυασμό προσωπικών δεδομένων και της φαντασίας του συγγραφέα. Πολλές προσωπικές ιστορίες μετουσιώνονται σε λογοτεχνικά αφηγήματα. Όμως οι αυτοβιογραφικές ιστορίες πολλαπλασιάστηκαν τελευταία. Φαίνεται ότι, στην κατακερματισμένη μας εποχή και κοινωνία, οι ατομικές ιστορίες, οι μικροαφηγήσεις, οι μαρτυρίες, είναι πιο απαραίτητες. Διεθνώς υπάρχει μια αυξανόμενη τάση, που λέγεται autofiction, δηλαδή αυτομυθοπλασία, που συνδυάζει τη βιογραφία, αλλά με μια δόση μυθοπλαστική.
Το σημαντικότερο πρότυπο για ένα αγόρι, αυτό που τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή, είναι το πατρικό;
Συνήθως ναι, ίσως σε θέματα καριέρας ή άλλων επιδιώξεων το αγόρι να ταυτίζεται με τον πατέρα, αλλά μεγαλώνοντας η μάνα βαραίνει πολύ περισσότερο στην ψυχή και τη συνείδηση του αγοριού.
Ασχολείστε με την κριτική βιβλίων. Πόσο σημαντικό είναι για έναν λογοτέχνη να μπορεί να μιλήσει για τους ομότεχνούς του;
Περισσότερο παρουσιάζω ξένη λογοτεχνία και ειδικά την αγγλοσαξονική, την οποία σπούδασα. Ωστόσο, αρκετές φορές, έχω παρουσιάσει και Έλληνες ομότεχνους, επειδή μου άρεσαν τα βιβλία τους. Δεν είμαι επαγγελματίας κριτικός, οπότε επιλέγω αυτά που με τα οποία επικοινωνώ. Φυσικά υπάρχει παντού το υποκειμενικό στοιχείο που έχει σχέση με τα διαβάσματα και τις κοινές εμπειρίες των συγγραφέων της ίδιας εποχής ή της γενιάς μου. Έχει ενδιαφέρον να βλέπω πώς εξελίσσονται οι συνομήλικοι και πώς ξεκινάνε οι νεότεροι, με τι διαβάσματα και τι στόχους.
Ποιο βιβλίο διαβάσατε πρόσφατα και σας εντυπωσίασε;
Διαβάζω πολύ και δύο-τρία βιβλία ταυτόχρονα. Ξαναγύρισα λοιπόν στα δεκάδες διηγήματα του Τσέχωφ, είναι ο μέγιστος διηγηματογράφος, ανακάλυψα κάπου «Το φιλί» σε μια παλιά έκδοση και έμεινα άφωνος. Το ξαναδιάβασα τρεις φορές. Από την πρόσφατη παραγωγή μου άρεσε «Η τελευταία ώρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου» του Θωμά Κοροβίνη.
Η μεγάλη εκδοτική παραγωγή είναι σε βάρος της ποιότητας; Ποια είναι η δική σας αίσθηση;
Ένα βιβλίο κρίνεται πάντα από το περιεχόμενό του. Το καλό βιβλίο συνήθως δεν χάνεται, θα ξεχωρίσει, αλλά πολλές φορές η μεγάλη παραγωγή εμποδίζει τον εντοπισμό των αξιόλογων εκδόσεων. Τώρα πια τα βιβλία είναι της κάθε «σεζόν» και έτσι δημιουργείται ένα αρνητικό προηγούμενο για τη διαχρονικότητα του βιβλίου. Θέλει πιστούς αναγνώστες και συστηματικούς κριτικούς για να γίνει το ξεδιάλεγμα μέσα στον χρόνο. Θυμάμαι όταν είχε κυκλοφορήσει «Ο ναύτης» το 1993 πουλούσε και συζητιόταν σχεδόν ενάμιση χρόνο. Σήμερα είναι αδιανόητο ένα βιβλίο να κρατηθεί για πάνω από μία «σεζόν», αυτό του επιβάλλει η αγορά και ο περίγυρος του βιβλίου εκτός αν κάνει τη μεγάλη εξαίρεση, τη μεγάλη επιτυχία.
Πολύ καλή δουλειά πάντως γίνεται στις ομάδες βιβλίου, που υπάρχουν πολλές σε όλη τη χώρα και όπου συνήθως επιλέγονται αξιόλογα βιβλία για συζήτηση. Επίσης σταθερή αξία για την ελληνική λογοτεχνία αποτελούν ορισμένοι εκδότες με τις επιλογές τους, ένας από τους οποίους είναι και ο δικός μου, ο Πατάκης, όπου εκδίδω τα βιβλία μου εδώ και είκοσι χρόνια.
Η κοινωνική δικτύωση εκτιμάτε ότι βοηθά το καλό βιβλίο;
Αρκετά, αλλά όχι πάντα. Υπάρχουν συγγραφείς με ελάχιστες πωλήσεις και χιλιάδες φίλους στο facebook, αλλά και συγγραφείς με χιλιάδες πωλήσεις χωρίς προφίλ στα κοινωνικά δίκτυα. Περισσότερο πιστεύω στο «στόμα με στόμα» και στη σταθερή πορεία ενός συγγραφέα που χτίζει σταδιακά τη συγγραφική του καριέρα μέσα από την αποδοχή των αναγνωστών και του λογοτεχνικού χώρου. Για μένα η βράβευση με κρατικό βραβείο του μυθιστορήματος «Ζωή μεθόρια» ήταν μια μεγάλη στιγμή άσχετα από τις πωλήσεις του συγκεκριμένου βιβλίου και δεν σχετιζόταν με την κοινωνική μου δικτύωση. Στα διαδικτυακά μέσα περισσότερο χτίζονται «περσόνες» αντί να γίνονται ουσιαστικές συζητήσεις.
Ποια αξία θεωρείτε υπέρτατη;
Την καλοσύνη σε συνδυασμό με την ανιδιοτέλεια. Να είσαι πάντα έτοιμος για το καλό, να το σκέφτεσαι ακόμη κι όταν δεν σου το ζητάνε.
Τι είναι η συγγραφή για εσάς;
Είναι κάτι που υπήρχε μέσα μου πριν γίνω «συγγραφέας» όπως υπήρχε και η μουσική μέσα στον πατέρα μου. Εκείνος έγινε μουσικός, εγώ δεν είχα κλίση. Γράφω από δεκαπέντε χρονών, εξέδωσα όμως το πρώτο μου βιβλίο στα τριάντα τέσσερα. Η γραφή είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της ζωής και της σκέψης μου, είναι διασκέδαση και δημιουργία. Μπορεί μια μέρα να πάψω να εκδίδω βιβλία, αλλά όχι να γράφω.
Γράφετε κάτι καινούργιο;
Πάντα γράφω και όχι ένα μόνον πεζογράφημα, τα αφήνω, τα πιάνω, είναι όλα σε μια συνεχή ροή. Έτσι βρίσκομαι συνεχώς με ένα κείμενο και, όταν κρίνω ότι έρχεται η στιγμή να περάσει κάτι στους αναγνώστες, τότε επικεντρώνομαι σ’ αυτό και το ολοκληρώνω. Αυτό τότε θα είναι το «καινούργιο» για τον αναγνώστη, κάτι πολύ σχετικό δηλαδή. «Το τραγούδι του πατέρα» γράφτηκε σε πρώτη μορφή πριν είκοσι χρόνια, ύστερα το άφησα στην άκρη και, όταν έφυγε από τη ζωή ο πατέρας μου, το δούλεψα από την αρχή. Αυτή είναι και η πρόκληση της γραφής, να αντέχει στον χρόνο.

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2020

Άρνολντ Μπέννετ «Θαμμένος ζωντανός. Μια ιστορία του καιρού μας»


epohi.gr

epohi.gr

Ποιος φοβάται τον Άρνολντ Μπέννετ; 


Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης
Δημοσιεύτηκε στην ΕΠΟΧΗ
μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, επίμετρο Ελένη Κεχαγιόγλου, εκδόσεις Πατάκη, 2019
Φαντάζομαι πως οι πλέον βιβλιόφιλοι γνωρίζουν το δοκίμιο της Βιρτζίνια Γουλφ «Ο κύριος Μπέννετ και η κυρία Μπράουν»1. Στο δοκίμιο αυτό, που δημοσιεύτηκε το 1924, στην κορύφωση του κινήματος των μοντερνιστών, η Βιρτζίνια Γουλφ επιτίθεται κυριολεκτικά σε μια γενιά συγγραφέων που εκπροσωπούν το παρωχημένο στη μυθοπλασία. Ως παράδειγμα βάζει μια απλή Αγγλίδα, την κυρία Μπράουν, να ταξιδεύει πάνω στο τρένο και επικαλείται το λογοτεχνικό ύφος του συγγραφέα Άρνολντ Μπέννετ για να την περιγράψει: επίπεδη, χωρίς εσωτερική εστίαση, άκαμπτη.
Αυτό το δοκίμιο ήταν η κορύφωση –αν όχι η χαριστική βολή– για την απαξίωση του Μπέννετ, γιατί το 1919, στο TLS, η Γουλφ είχε ήδη δημοσιεύσει το δοκίμιο «Το σύγχρονο μυθιστόρημα» όπου στηλίτευε τους Wells, Galsworthy και Μπέννετ ως «υλιστές» και εξέθετε την προσωπική της άποψη για το μυθιστόρημα, το προσωπικό της μανιφέστο2. Γεννημένοι το 1882 η Γουλφ και το 1867 ο Μπέννετ, ανήκαν περίπου στην ίδια γενιά, όμως η Γουλφ, μαζί με τους μοντερνιστές, ανέτρεπαν κάθε προηγούμενο εκφραστικό μέσο της ρεαλιστικής σχολής, ενώ οι «υλιστές», που κατηγορούσε, είχαν ολοκληρώσει το έργο τους, είχαν γίνει δημοφιλείς και πλούσιοι.
Το άρθρο της Γουλφ κατοχυρώθηκε μαζί με το έργο της στον λογοτεχνικό κανόνα καταδικάζοντας για δεκαετίες έναν συγγραφέα που σήμερα, ξαναδιαβάζοντάς τον, δεν θα λέγαμε ότι δικαιούνταν μια τέτοια αντιμετώπιση. Το βασικό επιχείρημα της Γουλφ ήταν ότι ο Μπέννετ, όπως και οι σύγχρονοί του, στάθηκαν ανίκανοι να δημιουργήσουν αληθινούς χαρακτήρες. Κοντά της και ο Φόρστερ, το 1927, στο «Απόψεις για το μυθιστόρημα», σιγοντάριζε κι αυτός με παρόμοια επιχειρηματολογία.

***

Όμως είναι έτσι ακριβώς; Στα χέρια μας έχουμε το μυθιστόρημα Θαμμένος ζωντανός. Μια ιστορία του καιρού μας. Πρόκειται για μια σπαρταριστή κωμική ιστορία που θυμίζει μετά-ντικενσιανό μυθιστόρημα. Εκδόθηκε το 1908. Ο ήρωάς του, ο πετυχημένος ζωγράφος Πρίαμ Φαρλ, υιοθετεί την ταυτότητα του πεθαμένου υπηρέτη του. Κίνητρό του η αυξανόμενη αντικοινωνικότητά του απέναντι σε μια υποκριτική κοινωνία που δεν μπορούσε πια να αντέξει. Μετά, όμως, έπρεπε να αντιμετωπίσει όλα όσα συνεπάγονται σε σχέση με την κληρονομιά του έργου του αλλά και της προηγούμενης ταυτότητάς του. Το μυθιστόρημα ξεκινάει κινηματογραφικά με ένα γενικό πλάνο της γης ζουμάροντας σταδιακά πάνω στο σπίτι του Φαρλ και διεισδύοντας σχεδόν μέσα στην πράσινη ρόμπα του. Πώς θα ζήσει ο αφέντης ως υπηρέτης στο εξής; Και τι θα συμβεί όταν θα τον αναζητήσει μία κυρία, που αλληλογραφούσε με τον πεθαμένο υπηρέτη, προσδοκώντας γάμο και αποκατάσταση; Και, όταν ο Φαρλ θα την συναντήσει και θα την παντρευτεί, πώς θα της αποκαλύψει την αληθινή του ταυτότητα, με τον φόβο να μη γίνει πιστευτός, ενώ ζωγραφίζοντας για να επιβιώσει πώς θα αντιμετωπίσει την αναγνώριση του έργου του έστω και ως πλαστογράφου του ίδιου του του εαυτού; Δώδεκα κεφάλαια, επεισοδιακά, παρατακτικά, με συχνή ανάμιξη του παντογνώστη συγγραφέα, που παρεμβαίνει σε πρώτο πρόσωπο, καθοδηγώντας τον αναγνώστη και τους χαρακτήρες του. Μέσα από τις φαρσικές καταστάσεις, ωστόσο, ο συγγραφέας μιλάει για τις κοινωνικές ταυτότητες, τη σημασία τού να νιώθει «απόλυτα Άγγλος σε μια ατμόσφαιρα απόλυτα αγγλική», για την αλήθεια και το ψέμα της τέχνης, την εμπορευματοποίηση της και τη φαλκίδευσή της. Με έκρυθμη ειρωνεία γελοιοποιεί τη μεγαλοαστική τάξη των Λονδρέζων, με ακριβείς περιγραφές της εκβιομηχανισμένης πια μεγαλούπολης, με τους γερανούς στο βάθος του ορίζοντα να χτίζουν αδιάκοπα, με τα «πλακάκια στους τοίχους του σιδηροδρομικού σταθμού λες κι ήταν χασάπικο και καθαρός σαν την Ολλανδία». Η ανάπτυξη του Σίτι, οι μετοχές, τα μερίσματα, τα ηλεκτροφόρα οχήματα, η σνομπ ανερχόμενη πλουτοκρατία, όλα αυτά είχαν μπουκώσει τον άνθρωπο και καλλιτέχνη Φραμ. Απελευθερώνεται λοιπόν ο Φραμ, υιοθετώντας την ταυτότητα ενός άλλου αλλά δεν θα μπορέσει να αντεπεξέλθει στις κοινωνικές παγίδες που του στήνονται στην πορεία. Θα λέγαμε ότι η δημοσιογραφική θητεία του Μπέννετ σε γυναικεία περιοδικά, όπου αρθρογραφούσε με γυναικεία ψευδώνυμα, του έδινε ελευθερίες και προσωπεία που χρησιμοποίησε και στη μυθοπλασία του καθώς έγραψε πολλά μυθιστορήματα με ηρωίδες γυναίκες. Όμως η γραφή του Μπέννετ δεν είναι επιπόλαιη και σκόπιμα διασκεδαστική. Στο Λονδίνο του μοντερνισμού (1890-1920) είχε πλήρη συναίσθηση του τι ερχόταν και τι έφευγε αποτελώντας μια γέφυρα ανάμεσα στους Εδουρδιανούς συγγραφείς και τους Γεωργιανούς στους οποίους συγκαταλεγόταν η Γουλφ, ο Φόρστερ, ο Τζόις, ο Έλιοτ. Ο Μπέννετ, που είχε γεννηθεί στο Hanley στο Staffordshire και αργότερα, στα 21 του, μετακινήθηκε στο Λονδίνο, ταξίδευε στην Ευρώπη και έζησε στην Γαλλία (1902-11), διατηρώντας μια ιδιαίτερη ρεαλιστική ματιά από την ευρωπαϊκή ήπειρο που φαινόταν στον τρόπο με τον οποίο περιέγραφε τη μεσαία τάξη στη χώρα του. Ίσως το Παρίσι να ήταν πιο καθοριστικό γι’ αυτόν απ’ ό,τι το Λονδίνο καθώς αγαπούσε πολύ τη δουλειά του Φλωμπέρ, του Μωπασάν αλλά και του Τουργκιένιεφ που τον διάβαζε στα γαλλικά.
Θα λέγαμε ότι ο Μπέννετ ήταν ένας προ-μοντερνιστής που ακούμπησε το κίνημα στη δόξα του και σε μερικά έργα του όπως The Old Wive’s Tale ήταν εξαιρετικός – γι’ αυτό το μυθιστόρημα και μόνο θα έπρεπε να είχε αποτιμηθεί διαφορετικά, κάτι όμως που γίνεται τα τελευταία χρόνια από κριτικούς και νεότερους συγγραφείς όπως ο Φίλιπ Χένσερ και η βιογράφος του Μάργκαρετ Ντραμπλ (ο τίτλος του παρόντος άρθρου είναι δανεισμένος από δύο πρόσφατα αγγλικά κείμενα). Γιατί, αν ο Μπέννετ δεν ήταν τόσο μοντερνιστής, ωστόσο οι μεταμοντερνιστές θα μπορούσαν να εκτιμήσουν το αχαλίνωτο χιούμορ του, τη ρεαλιστική απεικόνιση του παρόντος, την εκκεντρικότητα των χαρακτήρων ακόμη και στην πιο καρτουνίστικη ή θεατρική εκδοχή τους.

Σήμερα πια μπορούμε να διαβάσουμε τον Φάρο της Βιρτζίνια Γουλφ με τον ίδιο αναγνωστικό γνώμονα όπως και ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα του Μπέννετ, γιατί οι ιμπρεσιονιστικές περιγραφές και οι εσωτερικές κατασκευές των μοντερνιστών σε μια σημερινή κατακερματισμένη εποχή κρίνονται και αυτές και όχι πάντα με λογοτεχνικά κριτήρια. Ως χρόνιος θαυμαστής της Γουλφ, πιστεύω ότι μάλλον αδίκησε τον πολυγραφότατο και πετυχημένο Μπέννετ γιατί, διαβάζοντάς τον, διακρίνεις έναν αφυπνισμένο συγγραφέα που χειραγωγεί μεν τους χαρακτήρες τους λίγο άχαρα, τους δίνει από την άλλη χώρο να εμπλακούν με πάθος, εκεί έξω, στη ζωή και στην κοινωνία, και όχι εκεί μέσα, στην ψυχή ή στον εγκέφαλο του συγγραφέα. Ο Μπέννετ, στη θέση του μεταφορικού λόγου, αντιπρότεινε την κυριολεξία αλλά ταυτόχρονα την υπερέβαινε τοποθετώντας τους χαρακτήρες του σε οριακές καταστάσεις, ενεργοποιώντας τον αναγνώστη να τους αναπλάσει.
Σε ένα από τα τελευταία του μάλιστα μυθιστορήματα, το Accident, χρησιμοποίησε τεχνικές που συνάντησε στον Τζόις, τον οποίο εκτιμούσε, όπως και τον Έλιοτ, ενώ έγραφε πολλές κριτικές βιβλίων στις οποίες ουδέποτε συμπεριέλαβε την Βιρτζίνια Γουλφ! Τίποτε τυχαίο λοιπόν. Εκτός από τα μυθοπλαστικά του έργα άφησε πίσω του σημειωματάρια που ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο λέξεις.

Το Θαμμένος ζωντανός είναι ένα διασκεδαστικό μυθιστόρημα, μπορεί να μην αγγίζει λογοτεχνικές κορυφές αλλά μέσα του μπορείς να αναπνεύσεις την ευφορία της ζωής και της κοινωνίας.
Θεόδωρος Γρηγοριάδης
Σημειώσεις
1. Στον τόμο «Γράμμα σε έναν νέο ποιητή», εκδ. Πατάκης, 2015.2. «Δοκίμια», εκδ. Scripta, 1999.

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2020

Για το τραγούδι στην Καθημερινή

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
«Το τραγούδι του πατέρα» ξεκινάει με την αφήγηση ενός ονείρου: μια νεαρή γυναίκα πάει στο πηγάδι να πάρει νερό, στη βεράντα ένας μουσικός παίζει κιθάρα, του δίνει να πιει κι εκείνος της δωρίζει ένα τριαντάφυλλο. Στο ενύπνιο αυτά συμβαίνουν ανήμερα του Αγίου Θεοδώρου. Στην πραγματικότητα, οι δυο πρωταγωνιστές θα παντρευτούν στη γιορτή του αγίου έναν χρόνο αργότερα, και θα αποκτήσουν έναν γιο που ονομάστηκε Θεόδωρος. Είναι ο συγγραφέας Θεόδωρος Γρηγοριάδης που κάθεται απέναντί μου γι’ αυτή τη συνέντευξη.
Το δεκαπεντάχρονο αγόρι που κατέγραφε στο ημερολόγιό του οικογενειακά περιστατικά και σκέψεις, εκδίδει με αυτό το αφήγημα, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη, το δέκατο έβδομο βιβλίο του. Ενα απόσπασμα του εφηβικού ημερολογίου, με τη χειρόγραφη περιγραφή του ονείρου της μητέρας, εισάγει τον αναγνώστη στη διήγηση. Στην προηγούμενη σελίδα βρίσκεται η αφιέρωση «Στον πατέρα μου Λεωνίδα Γρηγοριάδη (1929 - 2009)». Κι αμέσως μετά, εκεί που θα έμπαινε ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου, τοποθετείται μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία. Είναι η πρώτη από τις αρκετές που θα ακολουθήσουν. «Ο πατέρας μου
ο Λεωνίδας είναι ο πρώτος δεξιά, καθιστός στα γόνατα, στην πιο νεανική του φωτογραφία, παρέα με τους κανταδόρους του χωριού». Ετσι αρχίζει η εξιστόρηση, που είναι γραμμένη με σεμνότητα και ειλικρίνεια. Με το διεισδυτικό βλέμμα ενός έμπειρου συγγραφέα που επιστρέφει στα πατρογονικά του σε μια πλαγιά του Παγγαίου, ανοίγει παλιά κουτιά με ασπρόμαυρες φωτογραφίες και ανακαλεί το παρελθόν. Το εναποθέτει μπροστά μας χωρίς λουστράρισμα. Απλά και νοικοκυρεμένα σαν οικογενειακό άλμπουμ, που θα μπορούσε όμως να ξεφυλλίσει ολόκληρο το χωριό, ζώντες και τεθνεώτες.

Το εξώφυλλο του βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
«Προτού αποφασίσω να εκδώσω αυτό το βιβλίο, είπα μέσα μου “Κι εσύ Θόδωρε θα γράψεις για τον πατέρα σου;” Κι εγώ λοιπόν. Αλλωστε όλοι έχουμε έναν πατέρα και δικαιούμαστε να του αφιερώσουμε μια ιστορία. Αυτό είναι το βιβλίο των γονιών μου και της γενιάς τους. Εχει μια αθωότητα, και μολονότι αυτοβιογραφικό, εγώ συμμετέχω λιγότερο. Περιγράφω τον εαυτό μου όσο βρισκόμουν στο χωριό. Μετά έφυγα για σπουδές στη Θεσσαλονίκη, εργάστηκα ως καθηγητής αγγλικών στη μέση εκπαίδευση σε διάφορες πόλεις και ήρθα στην Αθήνα για να γίνω συγγραφέας. Εμφανίζομαι ξανά στο τέλος του αφηγήματος, όταν ο πατέρας μου ήταν πλέον βαριά άρρωστος. Πήγα στο χωριό και έμεινα κοντά του ως το τέλος», λέει.
Δυο τρεις σελίδες, τις τελευταίες του βιβλίου, καλύπτει αυτός ο αποχωρισμός πατέρα - γιου με σπαρακτική αμεσότητα: «Εσβησε μετά. Πάγωσε το δωμάτιο, στέρεψε η βρύση, η υγρασία του βουνού, σαν σύννεφο, κάλυψε το σπίτι και απορρόφησε το κορμί του. Στεκόμουν όρθιος, ακινητοποιημένος. Το περιστέρι φτερούγησε για να πάει στην αγαπημένη κοπέλα. Πέταξε από το παράθυρο, φτερούγησε, έφυγε». Η αναφορά στο περιστέρι έρχεται συνειρμικά από το τραγούδι «Paloma» που έπαιζε ο πατέρας στην κιθάρα. «Το τραγούδι του πατέρα» είναι το συγκινητικό ξόδι για έναν στοργικό πατέρα που πρόσφερε γενναιόδωρα την αγάπη του. Για ένα κανταδόρικο τρίο – πρόσφυγες από τον Πόντο που ρίζωσαν στην ανατολική Μακεδονία. Για ένα χωριό που πάλεψε να προκόψει, αλλά εντέλει το νίκησε ο χρόνος.
«Αυτό το κείμενο ξεκίνησε περίπου το 1998 όταν άρχισα να τακτοποιώ κάποιες παλιές φωτογραφίες του πατέρα μου. Τότε βρήκα αυτές που είχε βγάλει όταν ήταν ερασιτέχνης μουσικός. Τις έβαλα σε ένα κάδρο και τις κρέμασα στο δωμάτιο για να τις βλέπω. Με τον καιρό μου διηγήθηκε την ιστορία τους, που την έκανα ένα μικρό διήγημα και μετά την άφησα στην άκρη. Ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος εργατικός: στα καπνά και στο παντοπωλείο του. Αλλά επίσης αυτοδίδακτος μουσικός. Μετά τον θάνατό του, θέλησα να τον θυμηθώ μέσα από τη μουσική», λέει ο Θόδωρος Γρηγοριάδης.
Από καρδιάς
«Σκοπός μου ήταν το κείμενο να μοιάζει με προφορική αφήγηση και παράλληλα πεζογραφία. Δεν ήθελα ένα βιβλίο νοσταλγίας για να δακρύσουμε όλοι μαζί. Βεβαίως έχει μέσα του θλίψη και απώλειες – χάνονται οι άνθρωποι, αλλά κι ένας ολόκληρος τρόπος ζωής από μια πολύ δυναμική περιοχή της Ελλάδας που πλέον βρίσκεται σε κατάπτωση. Ολα αυτά τα έγραψα με τρόπο “υποψιασμένο” λογοτεχνικά, αλλά περισσότερο από καρδιάς. Ημουν πολύ δεμένος με τους γονείς μου, γιατί με βοήθησαν να κάνω όσα έκανα στη ζωή μου. Ηταν αγρότες –δεν ξέρω καλά καλά αν είχαν τελειώσει το δημοτικό–, αλλά ο πατέρας μου, πρόσφυγας από τη
Σαμψούντα, διέθετε ένα φοβερό ένστικτο. Ο παππούς έπαιζε ούτι, μιλούσε ποντιακά, τα τουρκικά ήταν η δεύτερη γλώσσα του, διάβαζε καθημερινά εφημερίδα. Ενας θείος μάς έστελνε δίσκους και περιοδικά. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που είχε μουσική, διαβάσματα και καθόλου μιζέρια. Μετά τις σπουδές έζησα ως περιπλανώμενος καθηγητής και ήρθα στην Αθήνα πολιτιστικός μετανάστης, για τα βιβλία».
Το γουρλίδικο αγοράκι του βιβλίου, που κατά το έθιμο φορούσε το γοβάκι στη νύφη και έπαιρνε κέρασμα δεκαράκι χάρη στον πατέρα του που έπαιζε μουσική στους γάμους, κλείνει του χρόνου τριάντα χρόνια ως πεζογράφος – το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε το 1990, όταν ήταν 34 ετών. Κατά μέσον όρο παρουσιάζει ένα βιβλίο –συλλογές διηγημάτων, νουβέλες, μυθιστορήματα– κάθε δύο χρόνια. Κρατάει ημερολόγιο από την εφηβεία του και επί πολλά έτη κατέγραφε καθημερινά σκέψεις και γεγονότα. Τα ημερολόγιά του είναι πλέον 40 τόμοι των 300 σελίδων έκαστος, που στοιβάζονται στο γραφείο του – «το έργο της ζωής μου», σχολιάζει, «αλλά όχι προς δημοσίευση». Αρχισε να λέει ότι είναι συγγραφέας μετά την έκδοση του τρίτου του βιβλίου γιατί μέχρι τότε ντρεπόταν. Διαβάζει πάρα πολύ. «Ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής μου ως συγγραφέα είναι ο αναγνώστης», λέει. «Από παιδί ήμουν μανιακός με το διάβασμα. Δεκατριών ετών είχα διαβάσει ήδη σαράντα κλασικά μυθιστορήματα. Τώρα έχω λίγο ησυχάσει αλλά αν πρέπει να αποφασίσω ανάμεσα στη διόρθωση ενός διηγήματός μου, για παράδειγμα, και στο διάβασμα ενός βιβλίου που έχω αφήσει στη μέση, θα πάω στο βιβλίο».

– Πώς αισθάνεστε έπειτα από τόσα συνεπή χρόνια στη γραφή;
– Δεν είμαι από εκείνους που νιώθουν ότι έφτασαν ψηλά. Δεν είμαι συγγραφέας αυτονόητης αποδοχής όπως συμβαίνει με άλλους, που όλοι περιμένουν τη νέα τους κυκλοφορία. Κάθε βιβλίο μου κρίνεται εξαρχής. Εχω κάνει στο παρελθόν εκδοτικές επιτυχίες, κάποια μυθιστορήματα έχουν μεταφραστεί και πηγαίνουν καλά στο εξωτερικό. Ξέρω ότι υπάρχει ένα αναγνωστικό κοινό που γνωρίζει τη δουλειά μου, αλλά είμαι ανυπάκουος θεματικά στα έργα μου. Αυτό μπορεί να ξαφνιάζει, ή να απομακρύνει μερικούς. Επίσης δεν είμαι αυτό που λέμε «στα πράγματα». Δεν βγαίνω έξω για να καλλιεργώ κοινωνικές συναναστροφές που θα βοηθήσουν στην προβολή των βιβλίων μου. Γι’ αυτό λέω πως ό,τι έγινε με τη συγγραφή, έγινε μόνο του. Και είμαι πολύ ευχαριστημένος με αυτό. Το μόνο που με ανησυχεί είναι ότι υπολογίζω τον χρόνο με το γράψιμο. Δηλαδή σκέφτομαι: «Πόσα βιβλία άραγε μένουν ακόμη να γράψω στη ζωή μου;». Και κάποιες φορές αυτή η σκέψη με οδηγεί να δουλεύω πιο γρήγορα.

– Δεν κουραστήκατε να γράφετε;
– Καθόλου. Το μόνο που κουράζεται μερικές φορές είναι ο αυχένας και τα χέρια μου. Ποτέ η διά-θεσή μου.
Έντυπη