Τρίτη, 4 Ιουνίου 2019

23Μαρ2015 – Βιβλία στο κουτί





Η συζήτηση με τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου το 2015 στην εκπομπή ΒΙΒΛΙΑ ΣΤΟ ΚΟΥΤΙ, μια κουβέντα εφ όλης της -συγγραφικής μου- ύλης.

Ετερότητα, διαφυγή, μεταφυσική, Ιστορία, καθημερινότητα, αποτύπωση της εποχής.

https://www.youtube.com/watch?v=J-VQFeTB1Pk

Ξεκινάμε στο 8'.

Το δημοσιεύω με καθυστέρηση αφού το "ανακάλυψα" πρόσφατα. 





Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Λίστες του Αναγνώστη


Οι λογοτεχνικές λίστες του ψηφιακού περιοδικού Αναγνώστης για το 2019 ήδη δημοσιεύτηκαν και τη Δευτέρα 10 Ιουνίου θα απονεμηθούν τα βραβεία για κάθε κατηγορία:  https://www.oanagnostis.gr/. 
Στην κατηγορία ΔΙΗΓΗΜΑ – ΝΟΥΒΕΛΑ είναι υποψήφιο και το δικό μου βιβλίο:
Η λίστα:
------------
Θεόδωρος ΓρηγοριάδηςΓιατί πρόδωσα την πατρίδα μου, Πατάκης
Σταύρος ΖουμπουλάκηςΣτ’ αμπέλια, Πόλις
Δήμητρα ΚολιάκουΑλφαβητάρι εντόμων, Πατάκης
Δημήτρης Κανελλόπουλος, Ο θάνατος του Αστρίτη και άλλες ιστορίες, Κίχλη
Αρετή ΚαράμπελαΜελανά όπως τα μούρα, Θράκα
Αχιλλέας ΚυριακίδηςΤο μουσείο των τύψεων, Πατάκης
Αντώνης ΝικολήςΤο γυμναστήριο, Ποταμός
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Λεωφορείο 19 στάσεις, Πατάκης
Μαρία ΣτασινοπούλουΧαμηλή βλάστηση Θάμνοι, πόες και μπονζάι, Κίχλη
Βίκυ ΤσελεπίδουΦιλελλήνων, Νεφέλη
Η προηγούμενη συλλογή διηγημάτων μου που ήταν υποψήφια για βράβευση ήταν το 2007 με τους "Χάρτες" στο τότε λογοτεχνικό περιοδικό "Διαβάζω" του οποίου συνεχιστής είναι ο "Αναγνώστης". Μια όμορφη σύμπτωση: ένα από τα διηγήματα της συλλογής "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου" , το διήγημα "Η γυναίκα του σινεμά" είχε πρωτοδημοσιευτεί στο "Διαβάζω" σε ειδικό αφιέρωμα.


Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019

Celestial Bodies wins the 2019 Man Booker International Prize


Celestial Bodies, written by Jokha Alharthi, translated by Marilyn Booth from Arabic and published by Sandstone Press, is today, Tuesday 21 May, announced as the winner of the Man Booker International Prize 2019. The £50,000 prize, which celebrates the finest works of translated fiction from around the world, has been divided equally between its author and translator. Each shortlisted author and translator also received a further £1,000 for being shortlisted. The winner was announced by Bettany Hughes at a ceremony at the Roundhouse in London.

Jokha Alharthi, the first female Omani novelist to be translated into English, is the first author from the Arabian Gulf to win the prize. The author of two other novels, two collections of short fiction and a children’s book, her work has been published in English, German, Italian, Korean, and Serbian.  An award-winning author, she has been shortlisted for the Sahikh Zayed Award for Young Writers and won the 2010 Best Omani Novel Award for Celestial Bodies.

Marilyn Booth is an American academic and translator who has translated many works of fiction from Arabic. A fellow at Magdalen College, Oxford, she holds the Khalid bin Abdallah Al Saud Chair for the Study of the Contemporary Arab World at the Oriental Institute.
Celestial Bodies tells of family connections and history in the coming-of-age account of three Omani sisters. It is set against the backdrop of an evolving Oman, which is slowly redefining itself after the colonial era, at the crossroads of its complex present.  
The Guardian commented that its ‘glimpses into a culture relatively little known in the west are fascinating’ and The National said ‘it mark[s] the arrival of a major literary talent… a densely woven, deeply imagined tour de force.’

Celestial Bodies was selected by a panel of five judges, chaired by Bettany Hughes, award-winning historian, author and broadcaster, and made up of writer, translator and chair of English PEN Maureen Freely; philosopher Professor Angie Hobbs; novelist and satirist Elnathan John and essayist and novelist Pankaj Mishra.

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2019

Παρουσίαση στις Σέρρες


Στις Σέρρες αγαπάνε τους συγγραφείς κι εμείς αγαπάμε τις Σέρρες. Στην πόλη αυτή έχω εργαστεί επτά χρόνια στη Δημόσια Βιβλιοθήκη, με λογοτεχνικά σεμινάρια, αναγνωστικές δράσεις, ταξίδια με την δανειστική βιβλιοθήκη, προβολές στην κινηματογραφική  λογοτεχνική ταινιοθήκη, εκθέσεις βιβλίων, φωτογραφίας κλπ
Ήταν μια υπέροχη περίοδος που δεν την ξεχνάμε ποτέ.
Κάθε παρουσίαση στην πόλη είναι ένα ιδιαίτερο γεγονός για μένα και όσους ανθρώπους γνώρισα αλλά και συνεχίζω να γνωρίζω.

Ωστόσο είναι και μία πόλη που με ενέπνευσε να γράψω τρία μυθιστορήματα: "Ο χορευτής στον ελαιώνα" (1996) , "Τα νερά της χερσονήσου" (1998) και ο "Παλαιστής και ο δερβίσης" (2011) -υποψήφιο για Κρατικό βραβείο Λογοτεχνίας.

Αλλά και στην συλλογή "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα" μου το διήγημα "Το αντίσκηνο" διαδραματίζεται στην πόλη και γενικότερα στην περιοχή.






Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

Πασχαλινό διήγημα από την συλλογή Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου

ΤΣΙΦΤΕΤΕΛΙ ΣΤΗΝ ΣΥΡΙΑ
------------------------------------------

                                                          (Παλμύρα 1998)


Τσιφτετέλι στην Συρία



Ακόμα αντηχεί στα αυτιά μου η φωνή του ιμάμη να μας ξυπνάει από τα χαράματα. Φωνή και μιναρές να διαπερνάνε τον ορίζοντα της πόλης, απέναντι από το ξενοδοχείο Alaa Tower, στο κέντρο της Δαμασκού...
Κάτι δεν μας άρεσε στην πασχαλιάτικη διαμονή μας. Το ταξιδιωτικό γραφείο μάς πάσαρε το Alaa Tower ως ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων ενώ θύμιζε σκηνικό ταινιών της δεκαετίας του εβδομήντα. Βελούδινα σαλονάκια και βαριές κουρτίνες παντού.
Πάντως ο μάνατζερ του ξενοδοχείου, ο «Τόνι», όπως αυτοσυστήθηκε, υπήρξε πολύ φιλικός μαζί μας και αφάνταστα διαχυτικός. Μελαχρινός, με λευκό δέρμα, δεν έμοιαζε καθόλου για Άραβας και ορισμένες στιγμές μου θύμιζε έναν ξένο ηθοποιό-να δεις πώς τον λέγανε...Μιλούσε με ευχέρεια τα ελληνικά και αυτό το στοιχείο μας εντυπωσίασε το ίδιο με το-καθόλου- αραβικό όνομά του. Ο Τόνι από την πρώτη στιγμή επέμενε να πάμε για φαγητό στο σπίτι του, πράγμα που αρνηθήκαμε, γιατί δεν θέλαμε να στερηθούμε ούτε μια νύχτα κλεισμένοι σε ένα συγκεκριμένο χώρο.
Αρχίσαμε τις βόλτες στους δρόμους, στα σούκς και στα παζάρια. Παζαρεύαμε άχρηστα αντικείμενα και δοκιμάζαμε φεσάκια και κελεμπίες. Παράξενο! Κάθε φορά που φορούσα την παραδοσιακή στολή των αράβων διαπίστωνα πόσο τους μοιάζω, κι αυτό μ’ ανησυχούσε ιδιαίτερα γιατί ως τότε πίστευα ότι υπερίσχυε το ευρωπαϊκό μου προφίλ.
Ήρεμες φυσιογνωμίες οι Σύροι, κάπως κλειστοί χαρακτήρες, δεν ενοχλούσαν τους ξένους ούτε έπεφταν πάνω τους πιεστικά όπως γινόταν στις Βορειοαφρικάνικες χώρες. Εδώ δεν συναντούσες τη φτώχεια της Αιγύπτου αλλά ούτε και την γραφικότητά της. Σαφώς η επίδραση του στρατιωτικού καθεστώτος ήταν ανεξίτηλα αποτυπωμένη στα πρόσωπά τους.
Ήμασταν τρεις: Ο Χρόνης φωτογράφιζε σπίτια και μαγαζιά για ένα περιοδικό αρχιτεκτονικής, επιμένοντας στην ανατολίτικη αισθητική. Ο Δημήτρης έτρεχε στα χαμάμ και στις γειτονιές αναζητώντας τις συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων, και εγώ έψαχνα ματαίως στα μικρά φτωχικά βιβλιοπωλεία καμιά σπάνια έκδοση που να με αφορά. Ήθελα να βρω Έλληνες συγγραφείς μεταφρασμένους στα αραβικά για μια έρευνα που είχα ήδη ξεκινήσει. Υπήρχε μια αρμονία στα ενδιαφέροντα και στις προθέσεις της παρέας και σε ένα συμφωνούσαμε απόλυτα: Αφού διαλέξαμε να επισκεφθούμε Πάσχα την Συρία θα μπαίναμε στο πνεύμα της Μεγάλης Εβδομάδας μέσα από τις ακολουθίες στις εκκλησίες των Σύρων Χριστιανών που δεν ήταν και λίγοι όπως μαθαίναμε.

Γκρίζα και ατημέλητη η Δαμασκός, ασφυκτιούσε μέσα στην απολυταρχικότητα του καθεστώτος. Το μονοδιάστατο βλέμμα του Προέδρου μάς κάρφωνε από κάθε πιθανή γωνιά. Οι μεγάλες χρωματιστές αφίσες, με την φυσιογνωμία του, εμπόδιζαν το τοπίο στερώντας μας το βάθος του ορίζοντα. Με το ζόρι έψαχνες μια όμορφη γωνιά για να φωτογραφηθείς, χωρίς να έχεις τον ηγέτη μέσα στο κάδρο. Σε πολλές άλλες αφίσες φιγουράριζε ο γιος του, που θύμιζε τον Σταλόνε με γυαλιά ρέιμπαν, ενώ ένας άλλος του γιος, ο μικρότερος, είχε σκοτωθεί κάνοντας ιππασία.
Τη τρίτη μέρα της παραμονής μας στο ξενοδοχείο ο Τόνι μας κοίταξε ικετευτικά: «Πότε θα έρθετε σπίτι;» ρώτησε σε κυματιστά ελληνικά που έγερναν προς τα νησιώτικα. Εμείς αρνηθήκαμε ξανά, κι αυτός ανασήκωσε χαριτωμένα τα τοξωτά του φρύδια.
Αντί να αποδεχθούμε την πρόσκλησή του τον ρωτήσαμε ποιον Επιτάφιο να ακολουθήσουμε. Στη Συρία επιβιώνουν όλες θρησκείες του κόσμου και όλες Εκκλησίες. Τέτοια κοιτίδα πολύ-θρησκευτικότητας αποκλείεται να στέριωνε στην μονόχνωτη πατρίδα μας. Ο Τόνι μας έδωσε οδηγίες πώς να φτάσουμε σε μια μακρινή χριστιανική γειτονιά.
«Μπορεί να’ ρθω κι εγώ να σας βρω στις εννιά κι αργότερα πάμε σπίτι».
«Μα γιατί επιμένει τόσο πολύ γι αυτή την επίσκεψη;» αναρωτήθηκε ο Δημήτρης.
Μεσημέρι βρεθήκαμε στην «Πύλη του Θωμά» και από κει χωθήκαμε στην γειτονιά των Ορθοδόξων Χριστιανών. Μεγάλη Παρασκευή. Στα στενοσόκακα, και μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα και τις μπαλκονόπορτες, ακουγόταν η Λιβανέζα Φαϊρούζ να ψάλλει την «Ζωή εν Τάφω» στα ελληνικά, με την συνοδεία πολυμελούς ορχήστρας και χορωδίας. Η εκπομπή του κρατικού ραδιοφωνικού σταθμού αναμεταδιδόταν ταυτόχρονα από κάθε σπίτι. ΄Όσα σπιτικά, τόσα ραδιόφωνα και άλλα τόσα τα συναισθήματα που προκαλούσε η ανατολίτικη και βυζαντινή συνάμα ψαλμωδία. Βιώναμε ένα πρωτόγνωρο θρησκευτικό συναίσθημα που δεν το είχαμε ξαναζήσει στο δικό μας σαματατζίδικο Πάσχα.
Συνεχίσαμε τον ποδαρόδρομο. Στην αυλή μιας αρμένικης εκκλησίας ετοίμαζαν έναν Επιτάφιο-τον στόλιζαν με σοβαρό ύφος δυο αδύνατα αγόρια και μια κοπέλα με υπέροχα σχιστά μάτια. Οι κινήσεις τους υπάκουαν σε μια θρησκευτική τελετουργικότητα.
Το βράδυ πήγαμε στην εκκλησία των Σύρων Ορθοδόξων, όπως μας υπέδειξε ο Τόνι, και ακολουθήσαμε τον Επιτάφιο. Προπορευόταν η μπάντα παίζοντας ένα θλιβερό μονότονο σκοπό που έδινε και τον αργό βηματισμό. Ακολουθούσαν οι πρόσκοποι και στη συνέχεια οι πιστοί. Ο μακρύς ξύλινος Σταυρός, χωρίς Εσταυρωμένο, αποτελούσε σημάδι αναγνώρισης της ακολουθίας. Κόσμος πολύς, περιποιημένος, και ανάμεσά τους πολλά νέα άτομα με καθαρά και λαμπερά πρόσωπα. Ταμπούρλα, ύμνοι και ψαλμωδίες σε κάθε στάση της περιφοράς ΄ δεκαπέντε Φαϊρούζ μαζί και η Καϊρούζ από δίπλα, η ανιψιά της. Δροσερή η βραδιά. Σταυροκοπήθηκα ανυπόκριτα.
Στο μεταξύ, καθώς εμείς βρισκόμασταν ήδη ανάμεσα στο πλήθος, εντοπίσαμε τον Τόνι να περιμένει διακριτικά στο απέναντι πεζοδρόμιο. Με ένα νεύμα προστέθηκε στην παρέα μας, πήρε ένα κερί στο χέρι, και προχώρησε μαζί μας σιωπηλός, αψηφώντας την μουσουλμανική του πίστη.
Όταν τελείωσε η περιφορά του Επιταφίου, ξέραμε ότι δεν θα γλυτώναμε την πρόσκλησή του. Μας έβαλε σε ένα ταξί και ύστερα από λίγη ώρα φτάσαμε στα προάστια της πόλης, σε μια καινούργια σχετικά συνοικία, πυκνή και απρόσωπη. Ο Τόνι ζούσε με την οικογένειά του σε μια τριώροφη πολυκατοικία, χωρίς ασανσέρ. Μια τσιμεντένια στριφογυριστή σκάλα μας ανέβασε στο διαμέρισμα.

Μας υποδέχτηκε μια λεπτή ασκεπής κοπέλα. Η αδελφή του. Πίσω της ξεπρόβαλε μια ευτραφής γυναίκα τυλιγμένη με άσπρη μαντίλα -η μάνα τους. Σε λίγο παρατηρούσα τη μάνα πιο εξεταστικά: Μελαγχολική και καταβεβλημένη γυναίκα με όμορφα χαρακτηριστικά που δεν τα αδίκησε τόσο ο χρόνος-άντε να πλησίαζε τα πενήντα-όσο η απομόνωση και η παραίτηση από κάτι... Όσο εμείς μιλούσαμε εκείνη καθόταν στην πολυθρόνα, απέναντι στην τηλεόραση, και έψαχνε απεγνωσμένα στα δορυφορικά κανάλια σαν να ήθελε να βρει κάτι συγκεκριμένο. Το σπίτι λιτό - με όλα όμως τα απαραίτητα - δείγμα μιας σχετικής οικονομικής ευμάρειας. Είχα χρόνια να δω μωσαϊκό δάπεδο. Το σαλόνι διαχωριζόταν από την τραπεζαρία με γύψινες κολώνες «ελληνιστικού ρυθμού». Ο βερνικωμένος μπουφές, με το συρόμενο τζαμάκι, ήταν γεμάτος αναμνηστικά και μικρά χρυσοστολισμένα ποτηράκια. Κατακόκκινες πολυθρόνες και μπαουλοντίβανα παντού.
Η αδελφή του Τόνι έστρωσε το τραπέζι με φελάφελ και χούμους και εκείνος έφερε άγευστες μπύρες. Αγριοκοιτάξαμε και οι τρεις την σαλάτα με τα ωμά λαχανικά και το τυρί. Προσπαθήσαμε να τα αποφύγουμε κάνοντας πάσα ο ένας στον άλλον: «Μα νηστεύω, δεν θα φάω τυρί, αποκλείεται...»
Πάνω στη συζήτηση μάθαμε αρκετά για τον Τόνι. Ο Τόνι είχε δουλέψει για δυο χρόνια σε ξενοδοχεία της Κύπρου, γι’ αυτό μιλούσε τα ελληνικά με την ιδιαίτερη (άρα Κυπριώτικη) προφορά. Ως μάνατζερ ξενοδοχείου έβγαζε γύρω στις εξήντα χιλιάδες ελληνικές. Λάτρευε τον ελληνικό πολιτισμό και το όνειρό του ήταν να ταξιδέψει στην Αθήνα και να πάει διακοπές στην Μύκονο, την Μέκκα του τουρισμού, όπως την αποκάλεσε. Είχε ακουστά πως αν πας έστω και μια φορά εκεί, δεν χρειάζεται να δεις άλλο τόπο.
Ζαλιστήκαμε με τις μπύρες. Ο Τόνι έβαλε στο κασετόφωνο «ελληνικά» τραγούδια (ντίσκο-τσιφτετέλια) που γνώριζαν μεγάλη επιτυχία στην ανατολική μεσόγειο. Τις επόμενες μέρες, όπου και αν βρισκόμασταν (μαγαζιά, σινεμά, καφενεία), η συριστική φωνή μιας ελληνίδας αοιδούς μας εκδικιόταν για την περιφρόνηση που της είχαμε δείξει στην πατρίδα μας!

«Να χορέψουμε!» φώναξε ο Τόνι.
Κανείς μας δεν κουνήθηκε. Μεγάλη Παρασκευή να στήσουμε χορό σε μουσουλμανικό σπίτι! Ο Χρόνης κρυφογελούσε, ενώ ο Δημήτρης παρακολουθούσε άφωνος τον Τόνι που έριχνε ήδη μια ζεϊμπεκιά με την συνοδεία ενός άλλου συμπατριώτη μας τραγουδιστή -του ιδίου φυράματος με την πετυχημένη που λέγαμε... Ελληνικές δρασκελιές με δερβίσικη περιστροφή!
Η μάνα του Τόνι τσίτωσε το κεφάλι της χαμογελώντας. Έλυσε την μαντίλα της και την άφησε να πέσει στους ώμους. Τα γκριζαρισμένα μαλλιά της πλαισίωσαν ένα στρογγυλό πρόσωπο όπου διαγράφονταν δυο αμυγδαλωτά μελαγχολικά μάτια, όμοια με του γιου της. Βλέπαμε καθαρά μια όμορφη γυναίκα που ασφυκτιούσε πίσω από τον φερετζέ και την καθιερωμένη φορεσιά των μουσουλμανίδων. Με το βλέμμα της ενθάρρυνε τη διασκέδασή μας, ξεπερνώντας προφανώς κάθε συμβατικό κώδικα φιλοξενίας.
Ο Τόνι σχολίασε ότι δεν φιλοξενούσαν συχνά ξένους. Τον παρακάλεσε όμως η μάνα του να τους φέρει στο σπίτι. «Γιατί;» ρωτήσαμε. Εκείνος, αντί για απάντηση, με τράβηξε πρώτο στο σαλόνι παραμερίζοντας τις καρέκλες και το τραπέζι.
Βλέποντας τη χαρά στο πρόσωπο της μεσήλικης γυναίκας αποφάσισα να ενδώσω. Άλλωστε δεν είμαι και από αυτούς που δεν χορεύουν στη ζωή τους και μην σας πω ότι το βάζω και λίγο τάμα, όποτε βρεθώ εκτός Ελλάδας, να ρίξω -δοθείσης ευκαιρίας-και έναν πατροπαράδοτο χορό.
Έτσι βρέθηκα στην «πίστα», ο Τόνι να βαράει παλαμάκια, η μάνα του να κουνάει τα χέρια και το κεφάλι της και η αδελφή του να κοιτάζει τρυφερά τη μάνα που το γλεντούσε. Μία από τις δύο γυναίκες μού πέταξε και ένα μαντήλι να το τυλίγομαι και να το κουνάω ρυθμικά. Θυμήθηκα ένα άλλο τσιφτετέλι πάνω σε κρουαζιερόπλοιο στο Νείλο- εκεί μάλιστα φορούσα κελεμπία που δεν την έβγαλα μέρες μετά... Να μην ξεχάσω και τους χορούς της Τυνησίας, στο μπαρ του Ματζέστικ, με ζωντανή ορχήστρα, ενώ είχε σημάνει το τέλος του ραμαζανιού... Τέλος πάντως, τέλος δεν έχουν οι χοροί...Φαίνεται πήρα το ρόλο μου στα σοβαρά και τα έδωσα όλα. Φέραμε την Ανάσταση δυο μέρες νωρίτερα αλλά -τι πειράζει;-είχαμε πενθήσει δεόντως.
Ξαφνικά εκεί όπως χορεύαμε λικνιστά με τον Τόνι πετάγεται η μάνα του και χώνεται ανάμεσά μας. Πρόλαβα να διακρίνω το ξαφνιασμένο βλέμμα της κόρης της που δεν πρόλαβε να την συγκρατήσει. Ήταν αργά για όλη την οικογένεια, από την οποία έλειπε ο πατέρας, να αναχαιτίσουν την κεφάτη μάνα, που κουνούσε τους γλουτούς, τους ώμους και τη μέση, με τόσο μα με τόσο ρυθμό που θα’ έλεγες ότι χόρευε μια ζωή.
Τέτοια τσαλίμια δεν έχω ξαναδεί, όπως θα’ λεγε ο συχωρεμένος, ο παππούς μου, και ξαφνικά μου’ ρθε στο μυαλό μια καταχωνιασμένη ιστορία που η ανήσυχη μνήμη την επανέφερε καθόλου τυχαία στη δεδομένη στιγμή.
Δεκαετία εξήντα, στο χωριό μου, στο Παγγαίο. Εμφανίζεται ένας περιοδεύον θίασος με τουρκάλες χορεύτριες-έτσι τουλάχιστον δήλωναν- για να δώσουν μια παράσταση στο κινηματοθέατρο «Μέγας Αλέξανδρος». Πλήθος οι άνδρες να κατηφορίζουν στο σινεμά για το μπουλούκι. Και ενώ, πάνω στην σκηνή, χορεύουν οι ζουμερές μουσουλμάνες, πετάγεται ο πρόσφυγας παππούς μου-όμορφος πενηντάρης και κοτσανάτος1, και αρχίζει να λικνίζεται μαζί τους ξεσηκώνοντας τους υπόλοιπους αρσενικούς από χαρά και οργή. Γιατί, οι άλλοι, παρά το γεγονός ότι διασκέδαζαν με τις αλλόφυλες χορεύτριες δεν τολμούσαν να τις αγγίξουν μην και «μολυνθούν». Μόνον ένας τις έπιανε και τις πιλάτευε. Ποιος άλλος; Ο Θόδωρος, ο ουτσής!2. Βούιξε το χωριό την άλλη μέρα: ακούς εκεί να χορέψει με τουρκάλα! Να πάει να ξαναβαπτισθεί! Η γιαγιά έπεσε σε μελαγχολία. Για καιρό τον έβλεπαν ως μιασμένο. 

 
Έτσι τώρα κι εγώ χόρευα με μια αλλόπιστη που θα μπορούσε να ήταν μάνα μου-λίγο δύσκολο γιαγιά μου-αν και θα το’ θελα να είχα μια τέτοια γλεντζού συγγενή. Με τι κέφι χόρευε αυτή η γυναίκα! Τι στριφογυρίσματα, τι ρυθμικότητα! Για μια στιγμή, καθώς ακουγόταν ένα «λάτιν-τσιφτετέλι» ελληνικής επινόησης, με άρπαξε από τα χέρια προσπαθώντας να με οδηγήσει στα βήματα του ταγκό.
Χορέψαμε αρκετή ώρα μέσα σε ένα πανδαιμόνιο χαράς ώσπου η γυναίκα αποτραβήχτηκε με μια υπόκλιση. Ξαναφόρεσε τη μαντίλα της, τυλίχτηκε στα μακροφόρια και, αφού μας καληνύχτισε όλους, αποσύρθηκε στην κρεβατοκάμαρά της. Δεν παρέλειψε να μας ξανακαλέσει, μιλώντας άψογα αραβικά, στο σπιτικό τους. Όρκο δεν παίρνω-μέρες άγιες ήταν-αλλά μου φάνηκε ότι μου έκλεισε και λίγο το ματάκι, όχι τίποτε πονηρό αλλά σαν σινιάλο ευχαρίστησης...


«Και γιατί σε φωνάζουνε Τόνι;» ρώτησα τον γιο που έδειχνε ευτυχισμένος με το απροσδόκητο γλέντι της βραδιάς. Ξεκουραζόμασταν σε ένα μπαουλοντίβανο απ’ όπου ξεχείλιζαν μαξιλαράκια κεντημένα με δαιδαλώδη διακοσμητικά μοτίβα. Η αδελφή, ελαφρώς αμήχανη από το ξέσπασμα της μάνας της, αφού μάζεψε πρώτα το τραπέζι, έφυγε να κοιμηθεί.
«Επειδή είμαι μισός Σύρος και μισός Αργεντινός», δήλωσε αυτός ελαφρά συγκινημένος.
Εμείς μείναμε εμβρόντητοι. Έτσι εξηγιόταν η άνεση και το μπρίο για Μουσουλμάνο. Ναι, τώρα θυμήθηκα ποιον χολιγουντιανό ηθοποιό μου θύμιζε. Εκείνον που έπαιζε τους λατινοαμερικάνους... Πώς τον έλεγαν όμως;
«Και ποιος απ’ τους δυο είναι Αργεντινός;», ρωτήσαμε με μια φωνή.
«Η μάνα μου!»
Η μάνα του! Εκείνη μάλλον θα κοιμόταν ευτυχισμένη. Ο Τόνι έβγαλε τα παπούτσια του και έμεινε με τις άσπρες κάλτσες που τόσο πολύ τις φοράνε στα μέρη του. Χαλάρωνε. Σίγουρος ότι θα μας ενδιέφερε η ιστορία του ζήτησε ένα τσιγάρο κι ας μην κάπνιζε ποτέ.
«Ο πατέρας μου ήταν ναυτικός...»
Ταξίδευε με εμπορικά πλοία σε όλο τον κόσμο. Έφευγε από το λιμάνι της Λατάκειας και περνούσε χρόνος για να επιστρέψει στην πατρίδα του. Σε ένα από τα μακρινά του ταξίδια, στην Αργεντινή, γνώρισε μια όμορφη κοπέλα, μόλις δεκάξι χρόνων. Ήταν κι αυτός όμορφος-γύρω στα εικοσιπέντε-«εμένα έμοιαζε», τόνισε ο Τόνι χωρίς δισταγμό- και την κουβάλησε στην Συρία. Βέβαια υπήρξαν κάποιες δυσκολίες μέχρι να διευθετηθεί ο γάμος, αλλά φαίνεται πως και οι δυο τους ήταν τρελά ερωτευμένοι.
«Και πώς έτυχε να γνωριστεί με ένα τόσο μικρό κορίτσι;» ρωτήσαμε και οι τρεις μαζί, οι φιλοξενούμενοι.
Ο Τόνι δεν γνώριζε τις επακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκαν οι γονείς του. Η μικρή κοπέλα έδειχνε ενθουσιασμένη που έφευγε από την άλλη άκρη της γης. Κάπου στον χάρτη έβλεπε μια χώρα, κοντά στην θάλασσα και πολλές άλλες χώρες τριγύρω. Δυο ήπειροι μαζί, Ασία και Ευρώπη και η Αφρική παρακάτω... Πού να ‘ξερε όμως η μικρή νοτιοαμερικάνα ότι θα έμπαινε σε μια εντελώς διαφορετική ζωή. Στην αρχή άντεξε υπομονετικά όλη την αλλαγή, βλέπεις η αγάπη είναι μεγάλο στήριγμα. Όμως πρακτικά δυσκόλευαν τα πράγματα: άλλαζε πίστη, συμπεριφορά, καθημερινότητα. Με τον καιρό μεταμορφωνόταν σε ντόπια, καλυπτόμενη κάτω από την καινούργια της αμφίεση, ώσπου αφομοιώθηκε στο καινούργιο περιβάλλον και ξέχασε εντελώς την πατρίδα της. Ξεχνιέται όμως μια πατρίδα;
«Μεταξύ μας» είπε ο Τόνι χρησιμοποιώντας σωστά ακόμη και αυτή την φράση, «μαράζωνε από νοσταλγία αλλά δεν το έλεγε. Είναι πολύ περήφανη και υπομονετική γυναίκα. Ο πατέρας μου συνέχισε να ταξιδεύει και της υποσχόταν ότι θα την έπαιρνε μαζί του, να ξαναδεί τα μέρη της. Όμως, καθώς την παντρεύτηκε, έπαψε να ταξιδεύει σ’ εκείνες τις θάλασσες. Προτίμησε τις πιο κοντινές. Η μάνα μου το κατάλαβε. Της έταζε ότι θα πήγαιναν αεροπορικώς. Με τον καιρό η μάνα μου σταμάτησε κάθε επαφή με τους δικούς της. Δεν ήταν και καμιά μεγάλη οικογένεια. Είχε μεγαλώσει με μια θεία της. Αληθινούς γονείς δεν γνώρισε ποτέ. Όταν πέθανε ο πατέρας μου από κακιά αρρώστια...»
Ο Τόνι βούρκωσε στην αναφορά του πατέρα του. Παράξενη αντίδραση, έβγαλε τις κάλτσες του και αφού τις έκανε ένα πάνινο μπαλάκι τις πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου. Τα ποτά τον ζάλισαν κανονικά. Όταν πέθανε λοιπόν ο πατέρας του εκείνη βυθίστηκε στη θλίψη. Δεν έβγαινε ούτε έξω στη γειτονιά. Ποιος θα την πήγαινε να ξαναδεί την πατρίδα της; Βρισκόταν τόσο μακριά. Και δεν ήταν μόνον αυτό. Καταλάβαινε ότι κάπου εδώ τελείωνε για πάντα η ζωή της ως γυναίκα. Και ήταν τόσο νέα και μόνη...
«Εγώ της το υποσχέθηκα» είπε ο Τόνι ξεκουμπώνοντας τώρα το πουκάμισό του, «να την πάω έστω για μια φορά στην Αργεντινή. Έχω κι εγώ περιέργεια να δω πώς είναι η χώρα που ανήκω μισός. Όμως πρέπει να δουλέψω πολύ για να βρεθούν τόσα χρήματα. Το ταξίδι είναι μακρινό, είναι δύσκολο. Δεν ξέρω αν μας δώσουν βίζα. Και να πάμε, ποιον ξέρουμε; Θα είμαστε σαν τουρίστες, μάνα και γιος. Μήπως θα ζει η θεία; Θα την θυμούνται τα ξαδέλφια της; Μπορεί να μην την συγχώρεσαν από τότε που έφυγε...».
Λίγο πριν βγάλει και το λευκό φανελάκι του, αργά, μετά τα μεσάνυχτα, σηκωθήκαμε να φύγουμε. Μας έβαλε σε ένα ταξί και γυρίσαμε στο ξενοδοχείο σκεπτικοί. Πρώτος ο Χρόνης άρχισε να τρέχει στην τουαλέτα και εγώ περίμενα την σειρά μου αναπηδώντας στους ίδιους ρυθμούς που χόρευα δυο ώρες πριν. Μαλώναμε ποιος έκανε την αρχή και έφαγε ωμά λαχανικά. Όταν πέσαμε για ύπνο η ιστορία της Αργεντινής κοπέλας στροβίλιζε στο κεφάλι μου και έπαιρνε άλλες διαστάσεις. Ξανάβλεπα τα μελαγχολικά μάτια της γυναίκας που ζωντάνεψαν στη θέα των ξένων επισκεπτών. Ξανάβλεπα με τι χαρά-κοριτσίστικη- χόρευε και λικνιζόταν. Ήμουνα πια σίγουρος ότι αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος που ο Τόνι επέμενε να επισκεφθούμε το σπίτι του- δεν ήταν μόνο επειδή αγαπούσε τη ράτσα μας.
«Ελπίζω να μην κουβαλάει τακτικά τουρίστες για να την ψυχαγωγούν!» είπε ο Δημήτρης πικρόχολα μέσα στο σκοτάδι.
«Σιγά μην βρίσκει χορευταράδες Ευρωπαίους!» είπε ο Χρόνης που είχε χωθεί για τρίτη φορά στην τουαλέτα απελπισμένος. Τρικούβερτο γλέντι της εντεροκολίτιδας!

Ανάσταση δεν κάναμε. Στα ερείπια της Παλμύρας και στο διπλανό χωριό δεν υπήρχε εκκλησία. Οι λίγοι χριστιανοί έφυγαν σε γειτονική πόλη για το βράδυ της Ανάστασης. Την επομένη, καθ’ οδόν προς το Χαλέπι, χάλασε το αυτοκίνητο στην ερημιά. Στον γυρισμό, και ενώ περιμέναμε την επιβίβασή μας με την πτήση της Συριακής αεροπορικής γραμμής, ακυρώθηκαν ανεξήγητα οι θέσεις μας. Έξαλλοι βλέπαμε τους Μουσουλμάνους προσκυνητές, που ερχόντουσαν από την Μέκκα, να επιβιβάζονται με τις μποτίλιες του ιερού νερού στη δική μας πτήση και εμείς να παραμένουμε καθηλωμένοι στο έδαφος. Αναχωρήσαμε μέσω Κύπρου μια μέρα μετά.
Στην Κύπρο θυμήθηκα τον Τόνι, υπάλληλο, στα τουριστικά ξενοδοχεία. Ονειρευόταν να αγαπήσει μια ξένη γυναίκα. Μια Ελληνίδα ίσως. Λίγο δύσκολο, ε, Τόνι; Ποια θα ερχόταν να ζήσει στη Δαμασκό, επειδή εσύ έχεις αναλάβει μάνα και αδελφή;
Φθάνοντας στην Αθήνα τους ξέχασα για λίγο ώσπου μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν αυτός! Με παρακαλούσε να του στείλω -έγκαιρα- ένα δισκάκι με τα καινούργια τραγούδια της γνωστής αοιδού προτού κάνουν τον γύρο της Μεσογείου. Με χυμένα μούτρα μπήκα σε ένα δισκοπωλείο και αγόρασα το καινούργιο CD της ΄Άντζελας και του το έστειλα.
Στο ευχαριστήριο τηλεφώνημα, που ακολούθησε, ο Τόνι μου αποκάλυψε κάτι που, όπως μου είπε διστακτικά, δεν το είχε πει σε κανέναν ως τώρα. Το έλεγε σε μένα επειδή κατάλαβε ότι μου άρεσαν οι ξένες ιστορίες: Η μάνα του είχε γνωρίσει τον πατέρα του χορεύοντας. Η θεία της, που φρόντιζε την δεκαεξάχρονη ορφανή, κρατούσε ένα μπαρ για ναυτικούς στο λιμάνι. Έβαζε τη μικρή να χορεύει εκεί μέσα -μια σταλιά κοριτσάκι...
«Ύστερα από σαράντα χρόνια χόρεψε ξανά. Μαζί σου», είπε ο Τόνι. «Ο Αλλάχ να σε φυλάει».
Και έκλεισε βουρκωμένος το τηλέφωνο.


(Νέα Σμύρνη 1998)
Οδός Πανός, τ.116, Απρίλιος-Ιούνιος 2002




1. Κανείς μας δυστυχώς δεν κληρονόμησε τα πράσινα μάτια του παρά μόνον τα κουσούρια του: έβριζε (στα τουρκικά) και κάπνιζε πολύ.
2 Έπαιζε ούτι που, επίσης, κανείς μας δεν έμαθε.

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2019

Το πρώτο διηγήμα σε εφημερίδα


Το 1994 κατόπιν ανάθεσης από την εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" έγραψα αυτό το διήγημα που δημοσιεύτηκε στην "Κυριακάτικη" εκείνο τον Αύγουστο. Ήταν η εποχή που ο "Ναύτης" (1993) είχε κάνει τέσσερις εκδόσεις, ο Κέδρος που εξέδιδα τα βιβλία μου άνθιζε και οι εφημερίδες ανέθεταν τακτικά σε συγγραφείς να γράψουν διηγήματα.  
Η "Πνιγμένη" ήταν το πρώτο μου δημοσιευμένο διήγημα σε εφημερίδα και που πληρώθηκα γι΄αυτό.  Φυσικά είχαν δημοσιευτεί κι άλλα διηγήματα αλλά σε μικρά λογοτεχνικά περιοδικά, όπως το "Υπόστεγο" της Καβάλας κ.α
Το σκίτσο είναι του σκηνογράφου Κώστα Βελινόπουλου. 
Έψαχνα χρόνια να το βρω στα αρχεία μου μιας και της εφημερίδας δεν υπάρχουν πια. Γι αυτό και δεν υπάρχει στην πρόσφατη συλλογή διηγημάτων με τα δημοσιευμένα.
Ωστόσο το υλικό της "Πνιγμένης" είναι η μαγιά για ένα μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος "Ζωή μεθόρια" (2015).
Άρα δεν πνίγηκε...Χαίρομαι που το ξαναβρίσκω.

Σάββατο, 20 Απριλίου 2019

Η Θεσσαλονίκη του Βαρδάρη

Γράφει ο καθηγητής Δημήτρης Μαυρογιάννης στην LIFO ένα κείμενο για την περίοδο της μεταπολίτευσης στην Θεσσαλονίκη του λαϊκού περιθωρίου με αναφορά και στο μυθιστόρημα "Το Παρτάλι".


Ειδα αυτήν την φωτογραφία, με αυτούς τους κεφάτους φαντάρους που χορεύουν κάνοντας μαγκιές και θυμήθηκα το μαγαζί του Πρόδρομου που ήταν γιος της Στάσας. Η Στάσα, άλλος μύθος αυτή, είχε ένα ίδιο μαγαζί διακόσια μέτρα πιο πέρα.
Ο Πρόδρομος λοιπόν ήταν ένας ψηλός νταρντάνος τριαντάρης γομάρι που είχε μια παράγκα απέναντι από το στρατόπεδο του Παύλου Μελά στην οδό Λαγκαδά. Σωστή επιλογή τόπου αφού οι περισσότεροι πελάτες ήταν φαντάροι σκαστοί.Το έσκαγαν απ το στρατόπεδο πηδώντας πάνω απ τον τοίχο και τα σύρματα, συνεννοημένoi με τους σκοπούς. Φορούσαν φόρμες, εκείνες τις κυπαρισί τις σκούρες με τις πολλές τις τσέπες. Μόνο τις Κυριακές που είχαν έξοδο έρχονταν με την καλές τους τις στολές σαν κι αυτές που φοράν οι φαντάροι της φωτογραφίας..
Στο μαγαζί είχε και φαγητό, συνήθως κοτόπουλο με ρύζι, είχε και λίγους μεζέδες, τυρί και φρούτα που συνόδευαν τις μπύρες, τις ρετσίνες και τα ούζα. Ένα ψυγείο επαγγελματικό με βιτρίνα διαιρούσε το χώρο. Στην κουζίνα η γυναίκα του Πρόδρομου και στη “σάλα” ο Πρόδρομος.
Λίγα τραπέζια εφτά; οχτώ; όχι παραπάνω ίσως και λιγότερα. Στο ένα καθόταν η Ζώγια "πρόσωπο" του μαγαζιού. Ήταν ένας φαλακρός κύριος που ντύνονταν τα βράδια, φορούσε περούκα και συνοδεύονταν πάντα από δυο τρεις νεαρούς. Ζεσταίνονταν ή έκανε ότι ζεσταίνεται, σήκωνε την φαρδιά φούστα και έκανε αέρα ανεβοτατεβάζοντας τις άκρες της, δείχνοντας ταυτόχρονα το βρακάκι της. Στην ημερήσια ζωή της είχε μαγαζί που πουλούσε πουλιά και κλουβιά στον Εύοσμο.
Μια μικρή και όμορφη, καινούργια στο κουρμπέτι, με φυσικό ξανθό μακρύ μαλί όρθια δίπλα στον ηλεκτρικό διακόπτη πατούσε το κουμπί για το φως και έτσι γίνονταν σαν φωτορυθμικό που ακολουθούσε το ρυθμό της μουσικής από το τζουκ μποξ. Εκεί έριχναν νομίσματα οι μερακλήδες που ήθελαν να μερακλωθούν να ακούσουν και να χορέψουν ακούγοντας Καζαντζίδη, Αγγελόπουλο και Καφάση. Συνήθως βέβαια αυτοί που χόρευαν ήταν οι φαντάροι. Θυμάμαι έναν μάγκα που ενώ χόρευε, ξαφνικά σήκωσε με ένα πήδο τα πόδια ψηλά και τα χέρια στο πάτωμα, χόρευε ανάποδα. Δεν θα ξεχάσω αυτό το πρωτόγνωρο ζεϊμπέκικο.
Υπήρχαν και κάνα δυο άλλες, άσχημα βαμμένες και ντυμένες που κάθονταν με παρέες στα τραπέζια, και πάντα παράγγελναν "ένα βερμουτακι". Όσα περισσότερα τόσο καλλίτερα για αυτές, αφού έτσι ζούσαν κάνοντας κονσομασιόν. Υπήρχαν λίγα σεμνά αγγίγματα στα μπούτια και στα καινούργια βυζιά που φτιάχτηκαν με λατσές (ενέσεις ορμονών). Σε λίγο θα κανόνιζαν για... μετά. Οι πελάτες λαϊκό φάτσες, εργάτες, λιμενεργάτες, χτίστες, φορτηγατζήδες, άνεργοι κολομπαράδες. Γλέντι, πάθη, φωνές ματιές κρυφές και διακριτικές συνεννοήσεις που άναβαν φωτιές και πάθη και μαλώματα. Τότε επενέβαινε ο Πρόδρομος και τα ξεκαθαρίσματα γίνονταν έξω με γροθιές και μερικές φορές και με μαχαίρια. Τα πάθη χοντρά και μπαλώματα λυσσαλέα. Αυτή ήταν η ατμόσφαιρα σε αυτά τα μαγαζιά, που λίγοι της τέχνης την κατέγραψαν. Ο σκηνοθέτης ο Δαμιανός στην ταινία αριστούργημα του Ελληνικού σινεμά “Ευδοκία”, ο Θωμάς Κοροβίνης στο “Κανάλ Νταμούρ” και ο Θόδωρος Γρηγοριάδης στο “Παρτάλι” έχουν καταγράψει εικόνες αυτής της εποχής, αυτών των μαγαζιών. Μιλάμε για την λούμπεν Θεσσαλονίκη στα τέλη του 70

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2019

Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου για την συλλογή διηγημάτων "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου".


Στο Βήμα της Κυριακής 7 Απριλίου 2019

(απόσπασμα)

Ας θυμηθούμε όμως τι ακριβώς κάνει στα μυθιστορήματά του ο Γρηγοριάδης, ο οποίος με το καινούργιο βιβλίο του προκρίνει και μια αυτοβιογραφική διάσταση υπό την έννοια ότι συνοψίζει τα αφηγηματικά και θεματικά μοτίβα μιας ολόκληρης τριακονταετίας. στο κέντρο της προσοχής του θα ανιχνεύσουμε τις αντινομίες, το δισυπόστατο και τον ρευστό χαρακτήρα της σεξουαλικής και της ερωτικής ταυτότητας. Ομόλογη είναι και η προβληματική του για τα πορώδη σύνορα ανάμεσα στους διακριτούς ρόλους τους οποίους επιβάλλουν οι κοινωνικά και ηθικά οριοθετημένες διαοφορές του φύλου. Και όλα αυτά στο εσωτερικό ενός μαγικού, συμβολικού και τελετουργικού κυκλώματος, όπου οι τόποι και η φύση διεκδικούν μιαν έκδηλα μυθική και ιερή υπόσταση, σ΄ένα γεωγραφικό τόξο το οποίο αρχίζει από την Κωνσταντινούπολη και την Αδριανούπολη και φτάνει μέχρι την Αλεξανδρούπολη, την Ορεστιάδα, την Καβάλα, την Ξάνθη, τα Πομακοκώρια, τη Δράμα, τις Σέρρες και τη Θεσσαλονίκη.

'Ανδρες και γυναίκες αναπτύσσουν στα μυθιστορήματα του Γρηγοριάδη έναν ιδιαίτερο δεσμό με τους τόπους στους οποίους κινούνται: τόποι που την κατάλληλη στιγμή θα αποκαλύψουν τις απόκρυφες σημασίες της φύσης-ζείδωρες πηγές που όχι μόνο θα συνενώσουν εθνότητες, φυλές και πολιτισμούς σ΄ένα ασύνορο πεδίο, πέρα από ιστορικές συγκρούσεις και ιδεολογικούς διαχωρισμούς, αλλά και θα προσφέρουν στις μεμονωμένες ψυχές μια λυτρωτική μύηση. Το αρχετυπικό δίδυμο του έρωτα και του θανάτου, στην παγίδα του οποίου πέφτουν συχνά οι ήρωες του Γρηγοριάδη, θα σφραγιστεί από μυστηριακές τελετές και ανρωποθυσίες, που δεν είναι παρά η άλλη όψη του ιερού.

Οι τόποι έχουν πρωταγωνιστικό χαρακτήρα και στο "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου". Στην προγενέστερη τοπιογραφία ας προσθέσουμε τις πλαγιές του Παγγαίου, αλλά και τα αχανή αστικά κέντρα της Αθήνας, του Βερολίνου και στην Στοκχόλμης, με την απαραίτητη συμπλήρωση ότι ο συγγραφέας κινητοποιεί στις σελίδες του έναν πληθυσμός ανάμεικτης καταγωγής, αναδεικνύοντας ταυτοχρόνως πολλαπλές ψυχολογικές καταστάσεις. Στον τόμο θα συναντήσουμε από μετανάστες, πρόσφυγες, τραβεστί και πόρνες μέχρι ζευγάρια σε κρίση, ιδανικούς αυτόχειρες, ημιτελή ερωτικά τρίγωνα, χαροκαμένες γυναίκες και απεγνωσμένες ερωτικά χήρες (για τα δύο τελευταία θέματα, βλ. αντιστοίχως τα δύο κορυφαία κατά τη γνώμη μου διηγήματα της συλλογής, την "Άλλη όχθη" και το "Καντήλι").


Η μέθοδος που εφαρμόζει ο Γρηγοριάδης για την εκτύλιξη των ιστοριών του είναι ο ρεαλισμός, αλλά όπως και στα μυθιστορήματά του οποιαδήποτε ρεαλιστική αναπαράσταση (αν και τείνει τώρα να αποβάλει το μυθικό, το ιερό και το συμβολικό της στοιχείο) μοιάζει εξ αρχής υπονομευμένη. Από τη μια πλευρά δεν έχουμε την παραμικρή δυσκολία να αναγνωρίσουμε την κοινή, συνήθη πραγματικότητα, ενώ από την άλλη η φαντασία δεν αργεί να φωτίσει τα ανορθόδοξα είδωλά της, συστήνοντας έναν κόσμο όπου το απίθανο και το ακατόρθωτο είναι σε θέση να αποτελέσουν δύναμη μιας εντελώς απρόσμενης ανατροπής. Και εννοείται πως μια τέτοια δύναμη μπορεί να εγγυηθεί πολλά για τον Γρηγοριάδη, τόσο ως διηγηματογράφο όσο και ως μυθιστοριογράφο".

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2019

Ένα αφήγημα για την 25η Μαρτίου


 

25η Μαρτίου 1967

Ενώνουν πάλι τις δυο μεγάλες τάξεις. Ανοίγει η μεσαία πόρτα διάπλατα, αυτή που χωρίζει την Πέμπτη από την Τετάρτη. Υστερα ανεβάζουν τα καδρόνια. Τα ίδια πράγματα κάθε χρόνο. Ο επιστάτης ανεβάζει τα πιο βαριά και οι Εκταίοι τα μικρότερα. Τα κορίτσια φροντίζουν τις στολές και τις φουστανέλες.
Εγώ φέτος σαν πιο μεγάλος θα κουβαλήσω εκείνα που λαχταρούσα από την Πρώτη τάξη. Τα μεγάλα χαρτιά. Είναι τυλιγμένα σαν τα χαλιά που μαζεύει η μαμά το καλοκαίρι. Σκληρά χαρτόνια απ' την πολλή μπογιά που 'χουν πάνω τους. Τα βάζουν στην αποθήκη όρθια όλο τον χρόνο και τα προσέχουν μη μουσκέψουν ή μη τα φάνε κάτι παχουλά ποντίκια που τριγυρίζουν στο χωριό.
Εκεί μέσα βλέπεις πολλές σημαιούλες και χάρτινες λωρίδες μπλε άσπρο που γράφουν: «Ζήτω το Εθνος», «Ζήτω η Πατρίς», «Ζήτω ο Βασιλεύς».
Ξετυλίγω το πρώτο χαρτόνι. Ζωγραφισμένο ένα τζάκι με ένα πελώριο παράθυρο στον τοίχο και μπροστά μια κόκκινη πουάν κουρτίνα. Απέξω φαίνονται άδεια τα δένδρα. Γυμνά σαν τα δένδρα του χωριού τον χειμώνα που βλέπω από το παράθυρο της κουζίνας. Στην κουζίνα κοιμάμαι εγώ και λουζόμαστε εκεί μέσα, είναι το μόνο ζεστό δωμάτιο.
Πάνω στη σκηνή δεν είμαι μικρός. Είμαι ένας μεγάλος αλλά δεν έχω σπουδαίο ρόλο, «πρωτοπαλίκαρο» με λένε. Ο ξάδελφός μου πήρε τον πρώτο ρόλο, αφού όλοι οι δάσκαλοι ψωνίζουν από το μπακάλικο του θείου Χαρίλαου και κάνουν χατίρια πιο πολύ στον Χρήστο.
«O Xρήστος είναι πιο ζωηρός απ' τον δικό σας» λέει στη μαμά μου ο δάσκαλος, ο κύριος Λάζαρος, στη γιορτή μου. Είχαν έρθει επίσκεψη είκοσι τρία άτομα, τα μέτρησα.
«Ο Χρήστος τρέχει στην αυλή, ο δικό σας κάθεται στα πεζουλάκια και κοιτάζει τα άλλα παιδιά».
Δεν μπορώ να ακούσω άλλο γιατί με στέλνουν μέσα να κοιμηθώ, στο πίσω δωμάτιο το σκοτεινό. Ακούγεται το ρέμα, τρέχουν πολλά νερά από το βουνό.
Πρωτοπαλίκαρο, άρα δεν φοβάμαι κανέναν, αλλά μου φαίνεται πως θέλω να πάω προς νερού μου. Ετσι το λέμε ευγενικά. Ανοίγω το παράθυρο και ίσα κάτω. Φτύνω τρεις φορές για να μη μου συμβεί κακό. Στο σαλόνι ακούγονται να πίνουν και να τραγουδάνε. Ετσι μαζεύονται στη γιορτή μου κάθε χρόνο, οι καλύτεροι του χωριού, πρόεδρος, δάσκαλοι.
«Θα πιω κρασί ένα βαρέλι» λέω δυνατά στη σκηνή και κοιτάζω τον κόσμο κάτω.
Ο ξάδελφος εξόντωσε όλους τους Τουρκαλάδες και έχουμε πανηγύρι. Μόνον αυτό λέω: «Θα πιω κρασί ένα βαρέλι». Δυο ώρες έργο. Η μαμά ήταν στεναχωρημένη, την έβλεπα κρυμμένος πίσω απ' τις κουρτίνες.
Ξέρω όλα τα λόγια του Χρήστου. Τα ακούω κάθε μέρα στην πρόβα. Στο σπίτι τα ξαναλέω, μόνος, απέξω. Κρεμάω και μια χρωματιστή κουρελού για σκηνικό. Ερχεται την κατεβάζει η μαμά. «Ολο χαζομάρες κάνεις».
Πουθενά δεν μου δίνουν καλό ρόλο.
Στο δεύτερο χαρτόνι είναι ζωγραφισμένο ένα τοπίο με πλάτανο και μια βαθιά ρεματιά. Εκεί μπροστά αναπαύονται τα παλικάρια μετά τη μάχη. Από τον γκρεμό πέφτουν τα κορίτσια του Ζαλόγγου. Κάτω από τον πλάτανο ξαπλώνει ο ξάδελφος και μιλάει, ενώ τα παλικάρια τον κοιτάμε.
Σε ένα τέταρτο θα γυρίσει ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΗΣ στο σπίτι για το πανηγύρι. Εκεί θα γιορτάσουμε τη νίκη πίνοντας. Μόνον εκεί μιλάω ότι θα πιω κρασί ένα βαρέλι. Αν όμως πλακώνανε τώρα οι Τούρκοι και πληγώνανε τον ξάδελφο, θα έβγαινα στη σκηνή. Θα τους κυνήγαγα μέχρι τον γκρεμό, να τους γκρεμοτσακίσω. Παίρνω στον ώμο τον ξάδελφο και τον φέρνω πίσω. Ολοι στο σπίτι μ' αγκαλιάζουν που τον έσωσα και τους διηγούμαι το κατόρθωμά μου. Χειροκροτούν από κάτω οι χωριανοί. Η μαμά είναι ευχαριστημένη που είμαι πρωταγωνιστής.
«Μπράβο» μου λέει ο κύριος Λάζαρος. «Ησουν υπέροχος. Του χρόνου θα σε βάλουμε στον ρόλο του Μεγαλέξανδρου».
ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ λέγεται ο σινεμάς. Εκεί μας πηγαίνουν με γραμμή, όταν φτάνει διαταγή για να δούμε ταινία. Εχουμε δει τη «Βίβλο». Την «Οδύσσεια» με Αμερικανούς. Ομως εγώ πάω και μόνος μου κρυφά ή με τον θείο Αντώνη που με βάζει τζάμπα. Αυτός δεν χάνει έργα. Να μη χάνω έργα.
«Οδός Μεγάλου Αλεξάνδρου» λέγεται ο δρόμος από την πλατεία μέχρι το τελευταίο προσφυγικό σπίτι ανεβαίνοντας προς το κάστρο. Εκεί είναι το κάστρο του, όμως Αλέξανδρος είναι και ο φίλος μου ο Αλέκος, μικρός όμως.
Ρωτάω τον Ουζούν Σάββα που έχει δει τόσους βασιλιάδες.
«Σίγουρα» μου λέει «ο Αλέξανδρος έζησε κοντά στο χωριό. Ο προπάππος μου τον είχε δει όταν περνούσε από την Ασία».
Ο Ουζούν Σάββας είναι αδελφός της γιαγιάς και ήρθανε από τη Σαμψούντα. Ουζούν στα τουρκικά σημαίνει ψηλός. Ο παππούς δεν τον χωνεύει και του πετάει άσχημες λέξεις. Η γιαγιά κατεβάζει τα μούτρα της. Μιλάνε με τούρκικες παροιμίες. Οταν θέλουν να πούνε κάτι δικό τους, το λένε μόνο στα τούρκικα. Ακόμη κι ο μπαμπάς με τον παππού έτσι συνεννοούνται. Σκάνε στα γέλια.
«Αυτή είναι η γλώσσα των εχθρών μας» τους λέω. «Αφού στη σχολική γιορτή σκοτώνουμε συνέχεια τους Τουρκαλάδες».
Ομως αυτός λέει, «μια χαρά ήμασταν όλοι μαζί κάποτε».
Υστερα πιάνει το ούτι και αρχίζει να τραγουδάει, ποιος ξέρει σε ποια γλώσσα.

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Ο φύλακας στο βουνό


Θεόδωρος Γρηγοριάδης

«Ο φύλακας στο βουνό»


αφήγημα



Μερικές φορές αναλογίζομαι τα άσχημα όνειρα που με ξυπνάνε νυχτιάτικα. Δεν είναι πολλά. Ένα όμως επανέρχεται συχνά τα τελευταία χρόνια κι ας είναι ριζωμένο στο χωριό, κάπου πριν την εφηβεία μου. Θαρρώ, μέσα στον ύπνο μου, ότι ακούω τις καμπάνες του Αι Γιώργη και του Απόστολου Θωμά να χτυπάνε. Συναγερμός! Καίγεται το βουνό!
Όταν βρίσκομαι μακριά από το χωριό μου η γενική εικόνα που έχω γι αυτό δεν είναι τα σπίτια , οι γειτονιές, η πλατεία. Αυτά μπορείς να τα συναντήσεις σε οποιοδήποτε χωριό της χώρας. Είναι η αίσθηση ότι το χωριού ανήκει στο βουνό. Είναι ταυτισμένο με το βουνό. Χωρίς το βουνό ίσως και να μην υπήρχε.
Στο προσφυγικό μας σπίτι, από τα μεγάλα παράθυρα σε κάθε δωμάτιο, αντικρίζω μια διαφορετική όψη του Παγγαίου. Άλλοτε στιβαρό και σοβαρό, άλλοτε μουτρωμένο και σκεπασμένο από ομίχλη και άλλοτε βυθισμένο σε μια χρωματική πανδαισία όλων των αποχρώσεων του καφέ και του πράσινου.
Καθώς το χωριό ανηφορίζει, ξεκινώντας από τον κάμπο και αφού καβαλήσει όλο το οροπέδιο, που σχηματίζουν οι πρόποδες του βουνού, καταλήγει στα ριζώματα των λόφων που το περικλείουν. Σε κάθε λόφο βρίσκεται χτισμένο και ένα εκκλησάκι προσκύνημα και αγίασμα μαζί.
Δεν υπάρχει σημείο που να σταθείς και να μην βλέπεις το Παγγαίο. Η χαρισματική τοποθεσία του χωριού σε κάνει να πιστεύεις ότι βρίσκεσαι στην καρδιά του βουνού και ας κατέχει το χωριό μία πλευρά του μόνο.
Από τον βουνίσιο όγκο ξεφεύγει ο λόφος με το κάστρο. Απλώνεται σαν μια μικρή χερσόνησος προς τη μεριά του κάμπου, έχοντας στην απέναντι μεριά πεδιάδας την ακρόπολη των Φιλίππων. Ο λόφος διατρέχει την ανατολική πλευρά του βουνού, κάπως ανυπάκουα θα έλεγα, αλλά χωρίς να αποσπάται από τα σπλάχνα του Παγγαίου.
Ο λόφος παραμένει ένας οικείος τόπος ίσως ακριβώς γιατί κατεβαίνει κυριολεκτικά μέσα στο χωριό. Στην κορυφή του υψώνεται το κάστρο του Μεγαλέξανδρου και ανάμεσα στα τείχη ξεφυτρώνει το εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων. Η θέα από την κορυφή των επάλξεων είναι συγκλονιστική. Ατενίζεις ολόκληρη την πεδιάδα των Φιλίππων με την κεφαλή του Βρούτου στα δεξιά, στο βάθος διαγράφεται το Φαλακρόν Όρος, μόνιμα φαλακρό και χιονισμένο, ενώ πίσω και περιμετρικά απλώνεται το Παγγαίον Όρος ιδωμένο από διαφορετική γωνιά και υψόμετρο.
Για να φτάσεις στο κάστρο πρέπει να διαβείς ένα στενό μονοπάτι φραγμένο από αγριοπούρναρα. Πληγώνεται το δέρμα, σχίζονται τα ρούχα σου όμως αξίζει τον κόπο η ανάβαση και το λαχάνιασμα. Όμως λίγο πριν, πάνω στην ράχη του λόφου, ξαποσταίνεις σε ένα πλάτωμα.
Εκεί, πριν από χρόνια, είχανε φτιάξει μια καλύβα, ένα σκέπασμα ανοιχτό στους αέρηδες. Τέσσερις ξυλεμένοι κορμοί δένδρων στήριζαν την καλαμένια σκεπή.
Αυτή η λιτή-ομηρική θα έλεγα - καλύβα έγινε παρατηρητήριο για τον φόβο των πυρκαγιών. Μόλις πλησίαζε το καλοκαίρι άρχιζαν οι βάρδιες και οι επιτηρήσεις. Κάθε οικογένεια από τον Ιούλιο μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου είχε την υποχρέωση να στέλνει ένα μέλος της (μία και δύο φορές την ίδια εποχή) για να φυλάει το βουνό. Την σειρά την κανόνιζε η Κοινότητα. Απλώς η οικογένεια αποφάσιζε ποιος θα στεκόταν, όλη μέρα, μέχρι να πέσει ο ήλιος κάτω από την καλύβα. Συνήθως μόνον άνδρες, ο πατέρας ή ο μεγάλος αδελφός της οικογένειας, ανέβαιναν για αυτό τον σκοπό. Δεν θυμάμαι να έχω ακούσει για καμιά κοπέλα..
Όμως τον Ιούλιο και τον Αύγουστο έπαιρνε φωτιά και ο κάμπος -από τη δουλειά βέβαια... Τα καπνά τα μάζευαν πολύ πριν το ξημέρωμα και το «μπούρλιασμα» δεν τελείωνε παρά αργά το απόγευμα. Μπορεί όλες οι οικογένειες να συμφωνούσαν να στείλουν κάποιον για την φύλαξη του βουνού όμως προτιμούσαν να είναι κάποιος που η απουσία του δεν θα κόστιζε σε εργατικά χέρια
Εκείνο το καλοκαίρι με ξύπνησε χαράματα ο μπαμπάς (πόσο να’ μουν; Δώδεκα; Δεκατρία χρονών; Αμούστακος πάντως.) Στην τετραμελή μας οικογένεια ήμουν ο μεγάλος αδελφός. Ο πατέρας μου μου είπε πως ήταν η σειρά μας για την καλύβα. Έπρεπε να ανέβω. Είχε έρθει η ώρα μου.
Πήρα μαζί μου ψωμί, τυρί, λίγα σταφύλια και ένα παγούρι νερό. Κανείς δεν με ξεπροβόδισε. Οι δικοί μου έφυγαν βιαστικοί στα χωράφια. Έστριψα πίσω από τον προσφυγικό μαχαλά και βγήκα στο Δασαρχείο. Το Δασαρχείο ήταν ένα χαμηλό κτίσμα με τρία δωμάτια Το σπιτάκι βρισκόταν στην άκρη του χωριού, ανάμεσα στα πεύκα, τα λιγοστά πεύκα του χλοερού δάσους.
Ο δασοφύλακας, ο κυρ’ Γιάννης, με καλημέρισε σοβαρός. Είχε περασμένα στο λαιμό του τα κιάλια με τα οποία επόπτευε τα βουνίσια λημέρια. Όμως δεν έφτανε ένας άνθρωπος για ένα σύμπαν βουνά! Τόσες χαράδρες, τόσοι λόφοι, τόσες απόκρημνες πλαγιές!
«Τα μάτια σου ανοιχτά!», μου είπε σοβαρός. «Μόλις δεις φωτιά να γίνεις καπνός».
Από την καλύβα μέχρι το δασαρχείο είναι ένα τέταρτο τρέξιμο. Όμως και τις φωνές να έβαζες, και τα χέρια σου να κουνούσες, όλο και κάποιος θα σε έβλεπε εκεί ψηλά. Η καλύβα βρισκόταν σε πανοπτική θέση. Δεν υπήρχε περίπτωση να κρυφτείς, ή να μην πέσει το βλέμμα σου προς τη μεριά του κάστρου.
Ανηφορίζοντας το μονοπάτι πέρασα από το Κρυονέρι και γέμισα το παγούρι με παγωμένο, κρυστάλλινο νερό. Ρυάκια και μικρά ρέματα παντού, σκεπασμένα με θεόρατα πλατάνια. Παραδίπλα υπήρχε ένα εξοχικό κεντράκι με πίστα όπου διασκέδαζαν οι συγχωριανοί μου ενώ στους γύρω θάμνους αγαπήθηκαν ουκ ολίγοι άνθρωποι...
Λίγο πιο πάνω κουτρουβάλησα σε ένα βουναλάκι σιδηρόπετρες. Αναρωτήθηκα για άλλη μια φορά αν πράγματι αυτές οι αστραφτερές πέτρες προέρχονταν από τα μεταλλεία χρυσού του Φιλίππου αφού λένε ότι η «σκαπτή ύλη» βρίσκονταν στις δικές μας πλαγιές.
Τελικά έφτασα στην καλύβα και άραξα κάτω από την σκιά. Πώς θα περνούσε άραγε η μέρα μου; Δεν με λυπόντουσαν οι γονείς μου που με έστελναν στην άκρη του χωριού, στην άκρη του κόσμου; Πήγε να με πάρει το παράπονο.
Ώσπου έστρεψα το κεφάλι μου και για πρώτη φορά αντίκρισα το Παγγαίο στην πιο φυσική του στιγμή. Αγέρωχο, όμορφο, να αλλάζει χρώματα ανάλογα με την στιγμή, μες το χρώμα του ουρανού αλλά και μες την δική σου διάθεση. Γεμάτο δένδρα πανύψηλα, οξιές, καστανιές, φλαμουριές. Παντοτινό βουνό, επιβλητικό, οι λόφοι του σαν μπράτσα αγκαλιάζουν από παντού το χωριό αφήνοντάς το ακάλυπτο μόνον απ’ την πλευρά του κάμπου.
Ήταν μια αποκαλυπτική στιγμή που την βίωνα ενστικτωδώς. Με την σκέψη παιδιού είπα: «Εκεί, ανάμεσα στις στέγες, βρίσκεται το σπίτι μου. Οι δικοί μου. Εκεί είναι το χωριό μου. Εδώ είναι οι άλλοι δικοί μου. Η φύση, το βουνό μου. Πρέπει να το προστατεύσω».
Εκείνη την στιγμή ωρίμασα κάτω από την καλύβα, μεγάλωνα στην ψυχή και ήρθα και φούσκωσα από περηφάνια ότι και εγώ μπορούσα να αναλάβω την φύλαξη αυτού του τόπου, αυτού του τοπίου.
Άρχιζε ένας μυστικός διάλογος με τη γύρω φύση. Με τις κρυφές σπηλιές, τα υπόγεια ρεύματα, τα «περιβόλια» του βουνού, με τους λύκους, τα αγριογούρουνα που έφταναν ως τις αυλές. Θυμήθηκα το πληγωμένο ζαρκάδι που ξεψύχησε στην πλατεία αναζητώντας ανθρώπινη βοήθεια. Είδα τον πατέρα μου να κατεβάζει ξύλα, ξαναπερπάτησα με την σχολική εκδρομή για το μοναστήρι, αφουγκράστηκα σκόρπιους θρύλους για αρχαίες τοποθεσίες και Ιερά, άκουγα τις γκάιντες στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία.
Κρατούσα τα μάτια μου ορθάνοιχτα, τόσο ανοιχτά, που η ανελέητη αντηλιά του Αυγούστου τα πλήγωσε. Κάποια στιγμή, μετά το μεσημέρι, και αφού έφαγα το κολατσό μου, νύσταξα. Πρέπει να αποκοιμήθηκα για λίγα λεπτά. Και ξαφνικά άρχισαν να χτυπάνε καμπάνες και να βλέπω φωτιές!
Πετάχτηκα τρομαγμένος. Απόλυτη ηρεμία. Ακίνητο μεσημέρι. Η υγρασία του δάσους άφηνε ένα σύννεφο στα ανήλια περάσματα. Θαμπό και το χωριό, σαν ζωγραφιά. Κεντημένο ταπί στον τοίχο, δίπλα στο κρεβάτι μου.
Όχι, δεν είχα κοιμηθεί πολύ. Ξύπνιος ονειρευόμουν. Έριξα νερό στο πρόσωπό μου και μου φάνηκε καυτό. Επέτεινα την προσοχή μου τις επόμενες ώρες.

Ξαναπήγα στην καλύβα τα επόμενα καλοκαίρια. Το φυλάττειν διαπότισε την συνείδησή μου και νομίζω πως από τότε άρχισα να σέβομαι πράγματα που οφείλουμε αληθινά να προστατεύουμε χωρίς αυτό να μας επιβάλλεται από θεσμούς και νόμους. Το βουνό είναι ένας θεσμός, αρχέγονο σύμβολο και πρόταση ζωής.



Μεγαλώνοντας άρχισα να επιστρέφω όλο και πιο συχνά στο παλιό μου χωριό, το Παλιοχώρι. Δεν βλέπω την καλύβα στη θέση της. Ούτε όμως άκουσα για πυρκαγιές. Η περιοχή μας ποτέ δεν καταπατήθηκε, δεν προκάλεσε-ευτυχώς- τον αδηφάγο τουρισμό.
Όσο για τις φωτιές στον ύπνο μου μάλλον κάτι σημαίνουν. Ίσως έχουν σχέση με την εγκατάλειψη εκείνου του πόστου, του φύλακα, ψηλά στην καλύβα. Ίσως είναι η συνείδηση του βουνού που ακόμη με βαραίνει. Μήπως πρέπει να ξαναπάρω τα βουνά. Άλλωστε πόσα πράγματα ορίσαμε να φυλάγουμε παντοτινά στη ζωή μας;




Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ, Αφιέρωμα: ΤΟ ΧΡΥΣΟΦΟΡΟ ΠΑΓΓΑΙΟ, 7 Μαίου 2000

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

Βιβλιοβούλιο



Απόψε Κυριακή στο Κανάλι της Βουλής στις 8μμ είμαι καλεσμένος στην εκπομπή "Βιβλιοβούλιο".
Θα μιλήσουμε με τον δημοσιογράφο Μανώλη Πιμπλή με αφορμή το τελευταίο μου βιβλίο "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου" .
Σας έχω αρκετά εξομολογητικά σε σχέση με τη γραφή και τη ζωή, την αληθινή εμπειρία και τη μετουσιωμένη σε αφήγημα.
hellenicparliament.gr
Το «Βιβλιοβούλιο» είναι μια παρεμβατική εκπομπή που δίνει έμφαση στην επικαιρότητα του βιβλίου προσεγγίζοντάς το με πολλούς διαφορετικούς τρόπους . Mέσα από τους ....


https://www.hellenicparliament.gr/Enimerosi/Vouli-Tileorasi/programma/?date=2019-02-24&tv=8e852cd3-7cb6-4042-a0da-a9fb011ca626&p=c1696df0-a0ab-49b5-9309-a9a6010f02d7

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Κριτική για την συλλογή διηγημάτων Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου

της Λίνας Πανταλέων

Εκ Βαθέων


Τ​​α διηγήματα του βιβλίου εικονίζουν σε μικροσκοπία τη συγγραφική αυτοπροσωπογραφία του Θεόδωρου Γρηγοριάδη. Τα είκοσι πέντε πεζά, ερανισμένα, πλην ενός αδημοσίευτου, από δημοσιεύσεις σε περιοδικά και εφημερίδες σε διάστημα είκοσι πέντε χρόνων, λειτουργούν για τον συγγραφέα σαν «μυθοπλαστικές γέφυρες από το ένα μυθιστόρημα στο άλλο». Είναι δοκιμές γραφής για την αναθέρμανση της μυθιστορηματικής συγγραφής. Αποτυπώνουν σε επιμέρους, μεμονωμένες, μεγεθύνσεις τα μοτίβα που επεξεργάζεται ο Γρηγοριάδης σε εκτενέστερες συνθέσεις. Οι καημοί της σάρκας, ο πόθος που γδέρνει το δέρμα, οι πλάνες και οι παραμυθίες της μνήμης, η σαγήνη του ξένου ως ενσάρκωση της ετερότητας, η ενθυμητική εικονοποιία, η βαρυτική έλξη της γενέτειρας, όλα νευραλγικά στοιχεία της πεζογραφίας του, διαμοιράζονται στα επιλεγμένα διηγήματα, τα οποία υποδεικνύουν με την αλληλοδιαδοχή τους την πολυσυλλεκτική καταγωγή των βιβλίων του.
Πολλά πεζά κεντρίζουν το ενδιαφέρον με το απερίφραστα εξομολογητικό τους ύφος. Το πρώτο πρόσωπο παραμένει αμεταμφίεστο έτσι ώστε να δηλώνεται η ταύτιση με τον συγγραφέα. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως διαβάζουμε μια μυθοποιημένη εκδοχή της ζωής του. Αλλωστε, ο βιωμένος χρόνος είναι εν μέρει φαντασιακός, ένα σύμφυρμα παρανοήσεων και προσδοκιών. Η μνήμη δεν είναι παρά μια επινοημένη αυτοβιογραφία. Οταν ο αφηγητής θυμάται, αναδημιουργεί μια φασματική χωροθέτηση.

Οταν το βλέμμα του αποζητεί απλόχωρες εκτάσεις, ο Γρηγοριάδης επιστρέφει στις πλαγιές του Παγγαίου, στο πετρόχτιστο σπίτι της παιδικής του ηλικίας με τον θαλερό κήπο, αλλά και στον Θερμαϊκό, όπου φοιτητής έβλεπε να κυματίζει, απέραντο και γλαυκό, το μέλλον του. Οι μνημονικές περιηγήσεις ακολουθούν τα σημεία ενός νοερού χάρτη. Οι τόποι αναθάλλουν μέσα από μια εσωτερικευμένη γεωγραφία. Σε αυτή την εκ βαθέων τοπιογραφία ζώντες και μεταστάντες ανταμώνουν σε έναν θαυματοποιό χωροχρόνο.

Από το βιβλίο ξεχωρίζω δύο «επιτάφια» διηγήματα, «Η άλλη όχθη» και «Το καντήλι». Στο πρώτο πενθούσες γυναίκες αντικρίζουν ταχυθάνατα αγόρια και σμίγουν ολόχαρες μαζί τους. Σε κάθε ετήσιο μνημόσυνο οι νεαροί φανερώνονται αθάνατοι, ασάλευτοι σε μια μαρμαρυγή της νιότης, ενώ οι γυναίκες κάθε χρόνο ολοένα ρημάζουν. «Γι’ αυτό γερνάνε οι θνητοί. Από τα βλέμματα των πρόωρα χαμένων», σκέφτεται η ηρωίδα. Στο «Καντήλι» τα κατακόκκινα νύχια μιας γυναίκας περιδιαβάζουν τις μαρμάρινες πλάκες ενός νεκροταφείου. Το πένθος της δεν την αποκλείει από τον έρωτα. Το κόκκινο των ποδιών της κατισχύει του λευκού των ξαπλωμένων, αλλά το ειδύλλιο που φαντασιώνεται καταμεσής των τάφων παραμένει ένας ακοίμητος πόθος, αναμμένο καντήλι στα σπλάγχνα της.

Συγκινητικά για τη συναισθηματική τους φόρτιση είναι τα διηγήματα «Τα παράθυρα» και «Οταν με ζώνουν τα φίδια». Πιο εσωστρεφής εδώ η εστίαση, καθώς ο αφηγητής αφενός συλλογίζεται τα ξέφωτα που άνοιξε στη ζωή του η ποίηση και αφετέρου αντιμετριέται με αθέατες έχιδνες που τον κρατούν άγρυπνο τις νύχτες. Με αφορμή τα προαναφερθέντα πεζά, παρατηρούμε πως την αληθοφάνεια των ανακλήσεων υπονομεύει η μεταφορική διάσταση των αφηγούμενων. Ο Γρηγοριάδης δεν προσηλώνεται τόσο στην αληθινή ζωή ώστε να λησμονεί τις φρεναπάτες που επιζούν της πραγματικότητας.

Σε ένα ιλαρό αφήγημα που συναιρεί ερωτικές δολοπλοκίες με αναγνωστικές έξεις, μια γυναίκα βεβαιώνει τον καχύποπτο αφηγητή πως η φιλαναγνωσία «είναι το πιο αυθεντικό στοιχείο στην ιστορία». Αλλά και στις δικές του ιστορίες το πιο αδιάσειστο στοιχείο είναι η μυθοπλασία. Τα θραύσματα που περισυλλέγει από την αυτοβιογραφία του συγκινούν, διότι σμιλεύονται μέσα από τις έντεχνες παραχαράξεις της γραφής. Αν «η αλήθεια αποτέλεσε ό,τι πιο ακαθόριστο και ανομολόγητο στη ζωή του», η απόπειρα εξομολόγησής της αποδείχθηκε καθοριστική για την πεζογραφία του.

Έντυπη Κυριακή Καθημερινή 3/02/19
  •  
  •  


Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ελληνικής πεζογραφίας του 2018 στην ΑΥΓΗ

Γράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος

 

Διηγήματα

Στο διήγημα συναντάμε ένα μωσαϊκό φωνών, τάσεων, τεχνοτροπιών και αναζητήσεων. Ιστορία, βιογραφία και μυθοπλασία συνυφαίνονται στις αφηγήσεις του Σκαμπαρδώνη, ο οποίος οικοδομεί μυθοπλαστικά τη δική του Θεσσαλονίκη στο «Λεωφορείο: 19 στάσεις» (Πατάκης), ενώ η Μαρία Στασινοπούλου στη «Χαμηλή βλάστηση» (Κίχλη) συνθέτει κείμενα συμφιλίωσης με τον χρόνο που αναμειγνύουν επιδέξια το προσωπικό βίωμα με τη μυθοπλασία. Προϊόν αφύπνισης της μνήμης για τον γενέθλιο τόπο αλλά και ένα στοίχημα με τη μνήμη και με την Ιστορία, καθώς οι τόποι γεννούν συνειρμικά αφηγηματικά επεισόδια, αποτελούν «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες» (Κίχλη) του Δημήτρη Κανελλόπουλου αλλά και το «Δραμάιλο» (Αντίποδες) του Κυριάκου Συφιλτζόγλου. Στο έβδομο πεζογραφικό του βιβλίο «Βήματα σε λιθόστρωτο» (Διάπλαση), ο Γεράσιμος Δενδρινός ξαναζωντανεύει τον Μάκη, τον ήρωα-αφηγητή της προηγούμενης τριλογίας του, γράφοντας δέκα διηγήματα που μπορούν κάλλιστα να διαβαστούν και ως ένα μυθιστόρημα. Ιδιαίτερη περίπτωση διηγημάτων συνιστά το «Αλφαβητάρι εντόμων» (Πατάκης) της Δήμητρας Κολλιάκου. Κείμενα με βάθος και ποικίλους συμβολισμούς, που υφαίνουν μια εντομολογική ανθρωπολογία, όπου άνθρωποι, έντομα, πόλεις, μύθοι, εικόνες και έργα τέχνης διασταυρώνονται ποικιλοτρόπως. Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης με το βιβλίο του «Η ιδιωτική μου αντωνυμία» (Κίχλη) υπογράφει μια ιδιαίτερη συλλογή μικροδιηγημάτων -μικρά πεζά τα ονομάζει ο ίδιος. Σαρκάζοντας την περιχαράκωση της λογοτεχνίας στη σφαίρα του ιδιωτικού, γίνεται τόσο αυτοαναφορικός όσο χρειάζεται, ώστε, μιλώντας για τον πολλαπλό «εγώ» που καθημερινά αναμετριέται με τις λέξεις, να μιλά συχνά με σπαραγμό για τον πληθυντικό εαυτό μας. Εξομολογητικός, προσωπικός, εσωτερικός ο τόνος του, αλλά διόλου ιδιωτικός, κατορθώνει να καταγράψει με έξοχο τρόπο τη συλλογική αγωνία, με γλώσσα λιτή και απαλλαγμένη από ναρκισσιστικά λεκτικά φτιασίδια. Ο Γιάννης Παππάς με τις «Θαμπές ζωές» (Καστανιώτης), και κυρίως με τα δύο τελευταία πεζογραφήματα του βιβλίου, γράφει με τρόπο απλό για μνήμες πολύτιμες στη φύλαξή τους. Αξιοπρόσεκτη και η περίπτωση της πρωτοεμφανιζόμενης Σοφίας Μπραϊμάκου με το «Ματάμπρε. Ιστορίες που σκοτώνουν την πείνα» (Νεφέλη), που μας καλεί σε ένα γεύμα συναρπαστικών γεύσεων. Στην «Κινητή γιορτή» (Νησίδες) της Αρχοντούλας Διαβάτη έχουμε μια συλλογή βιωματικών κειμένων μικρής φόρμας που χαρτογραφούν την καθημερινότητα. Τέλος, μια δεκαετία μετά τους «Χάρτες», επανέρχεται ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης με 26 ιστορίες γραμμένες με χιούμορ και συγκίνηση, που τιτλοφορούνται «Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου» (Πατάκης), η οποία σίγουρα θα συζητηθεί την επόμενη χρονιά.