Σάββατο, 20 Απριλίου 2019

Η Θεσσαλονίκη του Βαρδάρη

Γράφει ο καθηγητής Δημήτρης Μαυρογιάννης στην LIFO ένα κείμενο για την περίοδο της μεταπολίτευσης στην Θεσσαλονίκη του λαϊκού περιθωρίου με αναφορά και στο μυθιστόρημα "Το Παρτάλι".


Ειδα αυτήν την φωτογραφία, με αυτούς τους κεφάτους φαντάρους που χορεύουν κάνοντας μαγκιές και θυμήθηκα το μαγαζί του Πρόδρομου που ήταν γιος της Στάσας. Η Στάσα, άλλος μύθος αυτή, είχε ένα ίδιο μαγαζί διακόσια μέτρα πιο πέρα.
Ο Πρόδρομος λοιπόν ήταν ένας ψηλός νταρντάνος τριαντάρης γομάρι που είχε μια παράγκα απέναντι από το στρατόπεδο του Παύλου Μελά στην οδό Λαγκαδά. Σωστή επιλογή τόπου αφού οι περισσότεροι πελάτες ήταν φαντάροι σκαστοί.Το έσκαγαν απ το στρατόπεδο πηδώντας πάνω απ τον τοίχο και τα σύρματα, συνεννοημένoi με τους σκοπούς. Φορούσαν φόρμες, εκείνες τις κυπαρισί τις σκούρες με τις πολλές τις τσέπες. Μόνο τις Κυριακές που είχαν έξοδο έρχονταν με την καλές τους τις στολές σαν κι αυτές που φοράν οι φαντάροι της φωτογραφίας..
Στο μαγαζί είχε και φαγητό, συνήθως κοτόπουλο με ρύζι, είχε και λίγους μεζέδες, τυρί και φρούτα που συνόδευαν τις μπύρες, τις ρετσίνες και τα ούζα. Ένα ψυγείο επαγγελματικό με βιτρίνα διαιρούσε το χώρο. Στην κουζίνα η γυναίκα του Πρόδρομου και στη “σάλα” ο Πρόδρομος.
Λίγα τραπέζια εφτά; οχτώ; όχι παραπάνω ίσως και λιγότερα. Στο ένα καθόταν η Ζώγια "πρόσωπο" του μαγαζιού. Ήταν ένας φαλακρός κύριος που ντύνονταν τα βράδια, φορούσε περούκα και συνοδεύονταν πάντα από δυο τρεις νεαρούς. Ζεσταίνονταν ή έκανε ότι ζεσταίνεται, σήκωνε την φαρδιά φούστα και έκανε αέρα ανεβοτατεβάζοντας τις άκρες της, δείχνοντας ταυτόχρονα το βρακάκι της. Στην ημερήσια ζωή της είχε μαγαζί που πουλούσε πουλιά και κλουβιά στον Εύοσμο.
Μια μικρή και όμορφη, καινούργια στο κουρμπέτι, με φυσικό ξανθό μακρύ μαλί όρθια δίπλα στον ηλεκτρικό διακόπτη πατούσε το κουμπί για το φως και έτσι γίνονταν σαν φωτορυθμικό που ακολουθούσε το ρυθμό της μουσικής από το τζουκ μποξ. Εκεί έριχναν νομίσματα οι μερακλήδες που ήθελαν να μερακλωθούν να ακούσουν και να χορέψουν ακούγοντας Καζαντζίδη, Αγγελόπουλο και Καφάση. Συνήθως βέβαια αυτοί που χόρευαν ήταν οι φαντάροι. Θυμάμαι έναν μάγκα που ενώ χόρευε, ξαφνικά σήκωσε με ένα πήδο τα πόδια ψηλά και τα χέρια στο πάτωμα, χόρευε ανάποδα. Δεν θα ξεχάσω αυτό το πρωτόγνωρο ζεϊμπέκικο.
Υπήρχαν και κάνα δυο άλλες, άσχημα βαμμένες και ντυμένες που κάθονταν με παρέες στα τραπέζια, και πάντα παράγγελναν "ένα βερμουτακι". Όσα περισσότερα τόσο καλλίτερα για αυτές, αφού έτσι ζούσαν κάνοντας κονσομασιόν. Υπήρχαν λίγα σεμνά αγγίγματα στα μπούτια και στα καινούργια βυζιά που φτιάχτηκαν με λατσές (ενέσεις ορμονών). Σε λίγο θα κανόνιζαν για... μετά. Οι πελάτες λαϊκό φάτσες, εργάτες, λιμενεργάτες, χτίστες, φορτηγατζήδες, άνεργοι κολομπαράδες. Γλέντι, πάθη, φωνές ματιές κρυφές και διακριτικές συνεννοήσεις που άναβαν φωτιές και πάθη και μαλώματα. Τότε επενέβαινε ο Πρόδρομος και τα ξεκαθαρίσματα γίνονταν έξω με γροθιές και μερικές φορές και με μαχαίρια. Τα πάθη χοντρά και μπαλώματα λυσσαλέα. Αυτή ήταν η ατμόσφαιρα σε αυτά τα μαγαζιά, που λίγοι της τέχνης την κατέγραψαν. Ο σκηνοθέτης ο Δαμιανός στην ταινία αριστούργημα του Ελληνικού σινεμά “Ευδοκία”, ο Θωμάς Κοροβίνης στο “Κανάλ Νταμούρ” και ο Θόδωρος Γρηγοριάδης στο “Παρτάλι” έχουν καταγράψει εικόνες αυτής της εποχής, αυτών των μαγαζιών. Μιλάμε για την λούμπεν Θεσσαλονίκη στα τέλη του 70

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2019

Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου για την συλλογή διηγημάτων "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου".


Στο Βήμα της Κυριακής 7 Απριλίου 2019

(απόσπασμα)

Ας θυμηθούμε όμως τι ακριβώς κάνει στα μυθιστορήματά του ο Γρηγοριάδης, ο οποίος με το καινούργιο βιβλίο του προκρίνει και μια αυτοβιογραφική διάσταση υπό την έννοια ότι συνοψίζει τα αφηγηματικά και θεματικά μοτίβα μιας ολόκληρης τριακονταετίας. στο κέντρο της προσοχής του θα ανιχνεύσουμε τις αντινομίες, το δισυπόστατο και τον ρευστό χαρακτήρα της σεξουαλικής και της ερωτικής ταυτότητας. Ομόλογη είναι και η προβληματική του για τα πορώδη σύνορα ανάμεσα στους διακριτούς ρόλους τους οποίους επιβάλλουν οι κοινωνικά και ηθικά οριοθετημένες διαοφορές του φύλου. Και όλα αυτά στο εσωτερικό ενός μαγικού, συμβολικού και τελετουργικού κυκλώματος, όπου οι τόποι και η φύση διεκδικούν μιαν έκδηλα μυθική και ιερή υπόσταση, σ΄ένα γεωγραφικό τόξο το οποίο αρχίζει από την Κωνσταντινούπολη και την Αδριανούπολη και φτάνει μέχρι την Αλεξανδρούπολη, την Ορεστιάδα, την Καβάλα, την Ξάνθη, τα Πομακοκώρια, τη Δράμα, τις Σέρρες και τη Θεσσαλονίκη.

'Ανδρες και γυναίκες αναπτύσσουν στα μυθιστορήματα του Γρηγοριάδη έναν ιδιαίτερο δεσμό με τους τόπους στους οποίους κινούνται: τόποι που την κατάλληλη στιγμή θα αποκαλύψουν τις απόκρυφες σημασίες της φύσης-ζείδωρες πηγές που όχι μόνο θα συνενώσουν εθνότητες, φυλές και πολιτισμούς σ΄ένα ασύνορο πεδίο, πέρα από ιστορικές συγκρούσεις και ιδεολογικούς διαχωρισμούς, αλλά και θα προσφέρουν στις μεμονωμένες ψυχές μια λυτρωτική μύηση. Το αρχετυπικό δίδυμο του έρωτα και του θανάτου, στην παγίδα του οποίου πέφτουν συχνά οι ήρωες του Γρηγοριάδη, θα σφραγιστεί από μυστηριακές τελετές και ανρωποθυσίες, που δεν είναι παρά η άλλη όψη του ιερού.

Οι τόποι έχουν πρωταγωνιστικό χαρακτήρα και στο "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου". Στην προγενέστερη τοπιογραφία ας προσθέσουμε τις πλαγιές του Παγγαίου, αλλά και τα αχανή αστικά κέντρα της Αθήνας, του Βερολίνου και στην Στοκχόλμης, με την απαραίτητη συμπλήρωση ότι ο συγγραφέας κινητοποιεί στις σελίδες του έναν πληθυσμός ανάμεικτης καταγωγής, αναδεικνύοντας ταυτοχρόνως πολλαπλές ψυχολογικές καταστάσεις. Στον τόμο θα συναντήσουμε από μετανάστες, πρόσφυγες, τραβεστί και πόρνες μέχρι ζευγάρια σε κρίση, ιδανικούς αυτόχειρες, ημιτελή ερωτικά τρίγωνα, χαροκαμένες γυναίκες και απεγνωσμένες ερωτικά χήρες (για τα δύο τελευταία θέματα, βλ. αντιστοίχως τα δύο κορυφαία κατά τη γνώμη μου διηγήματα της συλλογής, την "Άλλη όχθη" και το "Καντήλι").


Η μέθοδος που εφαρμόζει ο Γρηγοριάδης για την εκτύλιξη των ιστοριών του είναι ο ρεαλισμός, αλλά όπως και στα μυθιστορήματά του οποιαδήποτε ρεαλιστική αναπαράσταση (αν και τείνει τώρα να αποβάλει το μυθικό, το ιερό και το συμβολικό της στοιχείο) μοιάζει εξ αρχής υπονομευμένη. Από τη μια πλευρά δεν έχουμε την παραμικρή δυσκολία να αναγνωρίσουμε την κοινή, συνήθη πραγματικότητα, ενώ από την άλλη η φαντασία δεν αργεί να φωτίσει τα ανορθόδοξα είδωλά της, συστήνοντας έναν κόσμο όπου το απίθανο και το ακατόρθωτο είναι σε θέση να αποτελέσουν δύναμη μιας εντελώς απρόσμενης ανατροπής. Και εννοείται πως μια τέτοια δύναμη μπορεί να εγγυηθεί πολλά για τον Γρηγοριάδη, τόσο ως διηγηματογράφο όσο και ως μυθιστοριογράφο".

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2019

Ένα αφήγημα για την 25η Μαρτίου


 

25η Μαρτίου 1967

Ενώνουν πάλι τις δυο μεγάλες τάξεις. Ανοίγει η μεσαία πόρτα διάπλατα, αυτή που χωρίζει την Πέμπτη από την Τετάρτη. Υστερα ανεβάζουν τα καδρόνια. Τα ίδια πράγματα κάθε χρόνο. Ο επιστάτης ανεβάζει τα πιο βαριά και οι Εκταίοι τα μικρότερα. Τα κορίτσια φροντίζουν τις στολές και τις φουστανέλες.
Εγώ φέτος σαν πιο μεγάλος θα κουβαλήσω εκείνα που λαχταρούσα από την Πρώτη τάξη. Τα μεγάλα χαρτιά. Είναι τυλιγμένα σαν τα χαλιά που μαζεύει η μαμά το καλοκαίρι. Σκληρά χαρτόνια απ' την πολλή μπογιά που 'χουν πάνω τους. Τα βάζουν στην αποθήκη όρθια όλο τον χρόνο και τα προσέχουν μη μουσκέψουν ή μη τα φάνε κάτι παχουλά ποντίκια που τριγυρίζουν στο χωριό.
Εκεί μέσα βλέπεις πολλές σημαιούλες και χάρτινες λωρίδες μπλε άσπρο που γράφουν: «Ζήτω το Εθνος», «Ζήτω η Πατρίς», «Ζήτω ο Βασιλεύς».
Ξετυλίγω το πρώτο χαρτόνι. Ζωγραφισμένο ένα τζάκι με ένα πελώριο παράθυρο στον τοίχο και μπροστά μια κόκκινη πουάν κουρτίνα. Απέξω φαίνονται άδεια τα δένδρα. Γυμνά σαν τα δένδρα του χωριού τον χειμώνα που βλέπω από το παράθυρο της κουζίνας. Στην κουζίνα κοιμάμαι εγώ και λουζόμαστε εκεί μέσα, είναι το μόνο ζεστό δωμάτιο.
Πάνω στη σκηνή δεν είμαι μικρός. Είμαι ένας μεγάλος αλλά δεν έχω σπουδαίο ρόλο, «πρωτοπαλίκαρο» με λένε. Ο ξάδελφός μου πήρε τον πρώτο ρόλο, αφού όλοι οι δάσκαλοι ψωνίζουν από το μπακάλικο του θείου Χαρίλαου και κάνουν χατίρια πιο πολύ στον Χρήστο.
«O Xρήστος είναι πιο ζωηρός απ' τον δικό σας» λέει στη μαμά μου ο δάσκαλος, ο κύριος Λάζαρος, στη γιορτή μου. Είχαν έρθει επίσκεψη είκοσι τρία άτομα, τα μέτρησα.
«Ο Χρήστος τρέχει στην αυλή, ο δικό σας κάθεται στα πεζουλάκια και κοιτάζει τα άλλα παιδιά».
Δεν μπορώ να ακούσω άλλο γιατί με στέλνουν μέσα να κοιμηθώ, στο πίσω δωμάτιο το σκοτεινό. Ακούγεται το ρέμα, τρέχουν πολλά νερά από το βουνό.
Πρωτοπαλίκαρο, άρα δεν φοβάμαι κανέναν, αλλά μου φαίνεται πως θέλω να πάω προς νερού μου. Ετσι το λέμε ευγενικά. Ανοίγω το παράθυρο και ίσα κάτω. Φτύνω τρεις φορές για να μη μου συμβεί κακό. Στο σαλόνι ακούγονται να πίνουν και να τραγουδάνε. Ετσι μαζεύονται στη γιορτή μου κάθε χρόνο, οι καλύτεροι του χωριού, πρόεδρος, δάσκαλοι.
«Θα πιω κρασί ένα βαρέλι» λέω δυνατά στη σκηνή και κοιτάζω τον κόσμο κάτω.
Ο ξάδελφος εξόντωσε όλους τους Τουρκαλάδες και έχουμε πανηγύρι. Μόνον αυτό λέω: «Θα πιω κρασί ένα βαρέλι». Δυο ώρες έργο. Η μαμά ήταν στεναχωρημένη, την έβλεπα κρυμμένος πίσω απ' τις κουρτίνες.
Ξέρω όλα τα λόγια του Χρήστου. Τα ακούω κάθε μέρα στην πρόβα. Στο σπίτι τα ξαναλέω, μόνος, απέξω. Κρεμάω και μια χρωματιστή κουρελού για σκηνικό. Ερχεται την κατεβάζει η μαμά. «Ολο χαζομάρες κάνεις».
Πουθενά δεν μου δίνουν καλό ρόλο.
Στο δεύτερο χαρτόνι είναι ζωγραφισμένο ένα τοπίο με πλάτανο και μια βαθιά ρεματιά. Εκεί μπροστά αναπαύονται τα παλικάρια μετά τη μάχη. Από τον γκρεμό πέφτουν τα κορίτσια του Ζαλόγγου. Κάτω από τον πλάτανο ξαπλώνει ο ξάδελφος και μιλάει, ενώ τα παλικάρια τον κοιτάμε.
Σε ένα τέταρτο θα γυρίσει ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΗΣ στο σπίτι για το πανηγύρι. Εκεί θα γιορτάσουμε τη νίκη πίνοντας. Μόνον εκεί μιλάω ότι θα πιω κρασί ένα βαρέλι. Αν όμως πλακώνανε τώρα οι Τούρκοι και πληγώνανε τον ξάδελφο, θα έβγαινα στη σκηνή. Θα τους κυνήγαγα μέχρι τον γκρεμό, να τους γκρεμοτσακίσω. Παίρνω στον ώμο τον ξάδελφο και τον φέρνω πίσω. Ολοι στο σπίτι μ' αγκαλιάζουν που τον έσωσα και τους διηγούμαι το κατόρθωμά μου. Χειροκροτούν από κάτω οι χωριανοί. Η μαμά είναι ευχαριστημένη που είμαι πρωταγωνιστής.
«Μπράβο» μου λέει ο κύριος Λάζαρος. «Ησουν υπέροχος. Του χρόνου θα σε βάλουμε στον ρόλο του Μεγαλέξανδρου».
ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ λέγεται ο σινεμάς. Εκεί μας πηγαίνουν με γραμμή, όταν φτάνει διαταγή για να δούμε ταινία. Εχουμε δει τη «Βίβλο». Την «Οδύσσεια» με Αμερικανούς. Ομως εγώ πάω και μόνος μου κρυφά ή με τον θείο Αντώνη που με βάζει τζάμπα. Αυτός δεν χάνει έργα. Να μη χάνω έργα.
«Οδός Μεγάλου Αλεξάνδρου» λέγεται ο δρόμος από την πλατεία μέχρι το τελευταίο προσφυγικό σπίτι ανεβαίνοντας προς το κάστρο. Εκεί είναι το κάστρο του, όμως Αλέξανδρος είναι και ο φίλος μου ο Αλέκος, μικρός όμως.
Ρωτάω τον Ουζούν Σάββα που έχει δει τόσους βασιλιάδες.
«Σίγουρα» μου λέει «ο Αλέξανδρος έζησε κοντά στο χωριό. Ο προπάππος μου τον είχε δει όταν περνούσε από την Ασία».
Ο Ουζούν Σάββας είναι αδελφός της γιαγιάς και ήρθανε από τη Σαμψούντα. Ουζούν στα τουρκικά σημαίνει ψηλός. Ο παππούς δεν τον χωνεύει και του πετάει άσχημες λέξεις. Η γιαγιά κατεβάζει τα μούτρα της. Μιλάνε με τούρκικες παροιμίες. Οταν θέλουν να πούνε κάτι δικό τους, το λένε μόνο στα τούρκικα. Ακόμη κι ο μπαμπάς με τον παππού έτσι συνεννοούνται. Σκάνε στα γέλια.
«Αυτή είναι η γλώσσα των εχθρών μας» τους λέω. «Αφού στη σχολική γιορτή σκοτώνουμε συνέχεια τους Τουρκαλάδες».
Ομως αυτός λέει, «μια χαρά ήμασταν όλοι μαζί κάποτε».
Υστερα πιάνει το ούτι και αρχίζει να τραγουδάει, ποιος ξέρει σε ποια γλώσσα.

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Ο φύλακας στο βουνό


Θεόδωρος Γρηγοριάδης

«Ο φύλακας στο βουνό»


αφήγημα



Μερικές φορές αναλογίζομαι τα άσχημα όνειρα που με ξυπνάνε νυχτιάτικα. Δεν είναι πολλά. Ένα όμως επανέρχεται συχνά τα τελευταία χρόνια κι ας είναι ριζωμένο στο χωριό, κάπου πριν την εφηβεία μου. Θαρρώ, μέσα στον ύπνο μου, ότι ακούω τις καμπάνες του Αι Γιώργη και του Απόστολου Θωμά να χτυπάνε. Συναγερμός! Καίγεται το βουνό!
Όταν βρίσκομαι μακριά από το χωριό μου η γενική εικόνα που έχω γι αυτό δεν είναι τα σπίτια , οι γειτονιές, η πλατεία. Αυτά μπορείς να τα συναντήσεις σε οποιοδήποτε χωριό της χώρας. Είναι η αίσθηση ότι το χωριού ανήκει στο βουνό. Είναι ταυτισμένο με το βουνό. Χωρίς το βουνό ίσως και να μην υπήρχε.
Στο προσφυγικό μας σπίτι, από τα μεγάλα παράθυρα σε κάθε δωμάτιο, αντικρίζω μια διαφορετική όψη του Παγγαίου. Άλλοτε στιβαρό και σοβαρό, άλλοτε μουτρωμένο και σκεπασμένο από ομίχλη και άλλοτε βυθισμένο σε μια χρωματική πανδαισία όλων των αποχρώσεων του καφέ και του πράσινου.
Καθώς το χωριό ανηφορίζει, ξεκινώντας από τον κάμπο και αφού καβαλήσει όλο το οροπέδιο, που σχηματίζουν οι πρόποδες του βουνού, καταλήγει στα ριζώματα των λόφων που το περικλείουν. Σε κάθε λόφο βρίσκεται χτισμένο και ένα εκκλησάκι προσκύνημα και αγίασμα μαζί.
Δεν υπάρχει σημείο που να σταθείς και να μην βλέπεις το Παγγαίο. Η χαρισματική τοποθεσία του χωριού σε κάνει να πιστεύεις ότι βρίσκεσαι στην καρδιά του βουνού και ας κατέχει το χωριό μία πλευρά του μόνο.
Από τον βουνίσιο όγκο ξεφεύγει ο λόφος με το κάστρο. Απλώνεται σαν μια μικρή χερσόνησος προς τη μεριά του κάμπου, έχοντας στην απέναντι μεριά πεδιάδας την ακρόπολη των Φιλίππων. Ο λόφος διατρέχει την ανατολική πλευρά του βουνού, κάπως ανυπάκουα θα έλεγα, αλλά χωρίς να αποσπάται από τα σπλάχνα του Παγγαίου.
Ο λόφος παραμένει ένας οικείος τόπος ίσως ακριβώς γιατί κατεβαίνει κυριολεκτικά μέσα στο χωριό. Στην κορυφή του υψώνεται το κάστρο του Μεγαλέξανδρου και ανάμεσα στα τείχη ξεφυτρώνει το εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων. Η θέα από την κορυφή των επάλξεων είναι συγκλονιστική. Ατενίζεις ολόκληρη την πεδιάδα των Φιλίππων με την κεφαλή του Βρούτου στα δεξιά, στο βάθος διαγράφεται το Φαλακρόν Όρος, μόνιμα φαλακρό και χιονισμένο, ενώ πίσω και περιμετρικά απλώνεται το Παγγαίον Όρος ιδωμένο από διαφορετική γωνιά και υψόμετρο.
Για να φτάσεις στο κάστρο πρέπει να διαβείς ένα στενό μονοπάτι φραγμένο από αγριοπούρναρα. Πληγώνεται το δέρμα, σχίζονται τα ρούχα σου όμως αξίζει τον κόπο η ανάβαση και το λαχάνιασμα. Όμως λίγο πριν, πάνω στην ράχη του λόφου, ξαποσταίνεις σε ένα πλάτωμα.
Εκεί, πριν από χρόνια, είχανε φτιάξει μια καλύβα, ένα σκέπασμα ανοιχτό στους αέρηδες. Τέσσερις ξυλεμένοι κορμοί δένδρων στήριζαν την καλαμένια σκεπή.
Αυτή η λιτή-ομηρική θα έλεγα - καλύβα έγινε παρατηρητήριο για τον φόβο των πυρκαγιών. Μόλις πλησίαζε το καλοκαίρι άρχιζαν οι βάρδιες και οι επιτηρήσεις. Κάθε οικογένεια από τον Ιούλιο μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου είχε την υποχρέωση να στέλνει ένα μέλος της (μία και δύο φορές την ίδια εποχή) για να φυλάει το βουνό. Την σειρά την κανόνιζε η Κοινότητα. Απλώς η οικογένεια αποφάσιζε ποιος θα στεκόταν, όλη μέρα, μέχρι να πέσει ο ήλιος κάτω από την καλύβα. Συνήθως μόνον άνδρες, ο πατέρας ή ο μεγάλος αδελφός της οικογένειας, ανέβαιναν για αυτό τον σκοπό. Δεν θυμάμαι να έχω ακούσει για καμιά κοπέλα..
Όμως τον Ιούλιο και τον Αύγουστο έπαιρνε φωτιά και ο κάμπος -από τη δουλειά βέβαια... Τα καπνά τα μάζευαν πολύ πριν το ξημέρωμα και το «μπούρλιασμα» δεν τελείωνε παρά αργά το απόγευμα. Μπορεί όλες οι οικογένειες να συμφωνούσαν να στείλουν κάποιον για την φύλαξη του βουνού όμως προτιμούσαν να είναι κάποιος που η απουσία του δεν θα κόστιζε σε εργατικά χέρια
Εκείνο το καλοκαίρι με ξύπνησε χαράματα ο μπαμπάς (πόσο να’ μουν; Δώδεκα; Δεκατρία χρονών; Αμούστακος πάντως.) Στην τετραμελή μας οικογένεια ήμουν ο μεγάλος αδελφός. Ο πατέρας μου μου είπε πως ήταν η σειρά μας για την καλύβα. Έπρεπε να ανέβω. Είχε έρθει η ώρα μου.
Πήρα μαζί μου ψωμί, τυρί, λίγα σταφύλια και ένα παγούρι νερό. Κανείς δεν με ξεπροβόδισε. Οι δικοί μου έφυγαν βιαστικοί στα χωράφια. Έστριψα πίσω από τον προσφυγικό μαχαλά και βγήκα στο Δασαρχείο. Το Δασαρχείο ήταν ένα χαμηλό κτίσμα με τρία δωμάτια Το σπιτάκι βρισκόταν στην άκρη του χωριού, ανάμεσα στα πεύκα, τα λιγοστά πεύκα του χλοερού δάσους.
Ο δασοφύλακας, ο κυρ’ Γιάννης, με καλημέρισε σοβαρός. Είχε περασμένα στο λαιμό του τα κιάλια με τα οποία επόπτευε τα βουνίσια λημέρια. Όμως δεν έφτανε ένας άνθρωπος για ένα σύμπαν βουνά! Τόσες χαράδρες, τόσοι λόφοι, τόσες απόκρημνες πλαγιές!
«Τα μάτια σου ανοιχτά!», μου είπε σοβαρός. «Μόλις δεις φωτιά να γίνεις καπνός».
Από την καλύβα μέχρι το δασαρχείο είναι ένα τέταρτο τρέξιμο. Όμως και τις φωνές να έβαζες, και τα χέρια σου να κουνούσες, όλο και κάποιος θα σε έβλεπε εκεί ψηλά. Η καλύβα βρισκόταν σε πανοπτική θέση. Δεν υπήρχε περίπτωση να κρυφτείς, ή να μην πέσει το βλέμμα σου προς τη μεριά του κάστρου.
Ανηφορίζοντας το μονοπάτι πέρασα από το Κρυονέρι και γέμισα το παγούρι με παγωμένο, κρυστάλλινο νερό. Ρυάκια και μικρά ρέματα παντού, σκεπασμένα με θεόρατα πλατάνια. Παραδίπλα υπήρχε ένα εξοχικό κεντράκι με πίστα όπου διασκέδαζαν οι συγχωριανοί μου ενώ στους γύρω θάμνους αγαπήθηκαν ουκ ολίγοι άνθρωποι...
Λίγο πιο πάνω κουτρουβάλησα σε ένα βουναλάκι σιδηρόπετρες. Αναρωτήθηκα για άλλη μια φορά αν πράγματι αυτές οι αστραφτερές πέτρες προέρχονταν από τα μεταλλεία χρυσού του Φιλίππου αφού λένε ότι η «σκαπτή ύλη» βρίσκονταν στις δικές μας πλαγιές.
Τελικά έφτασα στην καλύβα και άραξα κάτω από την σκιά. Πώς θα περνούσε άραγε η μέρα μου; Δεν με λυπόντουσαν οι γονείς μου που με έστελναν στην άκρη του χωριού, στην άκρη του κόσμου; Πήγε να με πάρει το παράπονο.
Ώσπου έστρεψα το κεφάλι μου και για πρώτη φορά αντίκρισα το Παγγαίο στην πιο φυσική του στιγμή. Αγέρωχο, όμορφο, να αλλάζει χρώματα ανάλογα με την στιγμή, μες το χρώμα του ουρανού αλλά και μες την δική σου διάθεση. Γεμάτο δένδρα πανύψηλα, οξιές, καστανιές, φλαμουριές. Παντοτινό βουνό, επιβλητικό, οι λόφοι του σαν μπράτσα αγκαλιάζουν από παντού το χωριό αφήνοντάς το ακάλυπτο μόνον απ’ την πλευρά του κάμπου.
Ήταν μια αποκαλυπτική στιγμή που την βίωνα ενστικτωδώς. Με την σκέψη παιδιού είπα: «Εκεί, ανάμεσα στις στέγες, βρίσκεται το σπίτι μου. Οι δικοί μου. Εκεί είναι το χωριό μου. Εδώ είναι οι άλλοι δικοί μου. Η φύση, το βουνό μου. Πρέπει να το προστατεύσω».
Εκείνη την στιγμή ωρίμασα κάτω από την καλύβα, μεγάλωνα στην ψυχή και ήρθα και φούσκωσα από περηφάνια ότι και εγώ μπορούσα να αναλάβω την φύλαξη αυτού του τόπου, αυτού του τοπίου.
Άρχιζε ένας μυστικός διάλογος με τη γύρω φύση. Με τις κρυφές σπηλιές, τα υπόγεια ρεύματα, τα «περιβόλια» του βουνού, με τους λύκους, τα αγριογούρουνα που έφταναν ως τις αυλές. Θυμήθηκα το πληγωμένο ζαρκάδι που ξεψύχησε στην πλατεία αναζητώντας ανθρώπινη βοήθεια. Είδα τον πατέρα μου να κατεβάζει ξύλα, ξαναπερπάτησα με την σχολική εκδρομή για το μοναστήρι, αφουγκράστηκα σκόρπιους θρύλους για αρχαίες τοποθεσίες και Ιερά, άκουγα τις γκάιντες στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία.
Κρατούσα τα μάτια μου ορθάνοιχτα, τόσο ανοιχτά, που η ανελέητη αντηλιά του Αυγούστου τα πλήγωσε. Κάποια στιγμή, μετά το μεσημέρι, και αφού έφαγα το κολατσό μου, νύσταξα. Πρέπει να αποκοιμήθηκα για λίγα λεπτά. Και ξαφνικά άρχισαν να χτυπάνε καμπάνες και να βλέπω φωτιές!
Πετάχτηκα τρομαγμένος. Απόλυτη ηρεμία. Ακίνητο μεσημέρι. Η υγρασία του δάσους άφηνε ένα σύννεφο στα ανήλια περάσματα. Θαμπό και το χωριό, σαν ζωγραφιά. Κεντημένο ταπί στον τοίχο, δίπλα στο κρεβάτι μου.
Όχι, δεν είχα κοιμηθεί πολύ. Ξύπνιος ονειρευόμουν. Έριξα νερό στο πρόσωπό μου και μου φάνηκε καυτό. Επέτεινα την προσοχή μου τις επόμενες ώρες.

Ξαναπήγα στην καλύβα τα επόμενα καλοκαίρια. Το φυλάττειν διαπότισε την συνείδησή μου και νομίζω πως από τότε άρχισα να σέβομαι πράγματα που οφείλουμε αληθινά να προστατεύουμε χωρίς αυτό να μας επιβάλλεται από θεσμούς και νόμους. Το βουνό είναι ένας θεσμός, αρχέγονο σύμβολο και πρόταση ζωής.



Μεγαλώνοντας άρχισα να επιστρέφω όλο και πιο συχνά στο παλιό μου χωριό, το Παλιοχώρι. Δεν βλέπω την καλύβα στη θέση της. Ούτε όμως άκουσα για πυρκαγιές. Η περιοχή μας ποτέ δεν καταπατήθηκε, δεν προκάλεσε-ευτυχώς- τον αδηφάγο τουρισμό.
Όσο για τις φωτιές στον ύπνο μου μάλλον κάτι σημαίνουν. Ίσως έχουν σχέση με την εγκατάλειψη εκείνου του πόστου, του φύλακα, ψηλά στην καλύβα. Ίσως είναι η συνείδηση του βουνού που ακόμη με βαραίνει. Μήπως πρέπει να ξαναπάρω τα βουνά. Άλλωστε πόσα πράγματα ορίσαμε να φυλάγουμε παντοτινά στη ζωή μας;




Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ, Αφιέρωμα: ΤΟ ΧΡΥΣΟΦΟΡΟ ΠΑΓΓΑΙΟ, 7 Μαίου 2000

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

Βιβλιοβούλιο



Απόψε Κυριακή στο Κανάλι της Βουλής στις 8μμ είμαι καλεσμένος στην εκπομπή "Βιβλιοβούλιο".
Θα μιλήσουμε με τον δημοσιογράφο Μανώλη Πιμπλή με αφορμή το τελευταίο μου βιβλίο "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου" .
Σας έχω αρκετά εξομολογητικά σε σχέση με τη γραφή και τη ζωή, την αληθινή εμπειρία και τη μετουσιωμένη σε αφήγημα.
hellenicparliament.gr
Το «Βιβλιοβούλιο» είναι μια παρεμβατική εκπομπή που δίνει έμφαση στην επικαιρότητα του βιβλίου προσεγγίζοντάς το με πολλούς διαφορετικούς τρόπους . Mέσα από τους ....


https://www.hellenicparliament.gr/Enimerosi/Vouli-Tileorasi/programma/?date=2019-02-24&tv=8e852cd3-7cb6-4042-a0da-a9fb011ca626&p=c1696df0-a0ab-49b5-9309-a9a6010f02d7

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Κριτική για την συλλογή διηγημάτων Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου

της Λίνας Πανταλέων

Εκ Βαθέων


Τ​​α διηγήματα του βιβλίου εικονίζουν σε μικροσκοπία τη συγγραφική αυτοπροσωπογραφία του Θεόδωρου Γρηγοριάδη. Τα είκοσι πέντε πεζά, ερανισμένα, πλην ενός αδημοσίευτου, από δημοσιεύσεις σε περιοδικά και εφημερίδες σε διάστημα είκοσι πέντε χρόνων, λειτουργούν για τον συγγραφέα σαν «μυθοπλαστικές γέφυρες από το ένα μυθιστόρημα στο άλλο». Είναι δοκιμές γραφής για την αναθέρμανση της μυθιστορηματικής συγγραφής. Αποτυπώνουν σε επιμέρους, μεμονωμένες, μεγεθύνσεις τα μοτίβα που επεξεργάζεται ο Γρηγοριάδης σε εκτενέστερες συνθέσεις. Οι καημοί της σάρκας, ο πόθος που γδέρνει το δέρμα, οι πλάνες και οι παραμυθίες της μνήμης, η σαγήνη του ξένου ως ενσάρκωση της ετερότητας, η ενθυμητική εικονοποιία, η βαρυτική έλξη της γενέτειρας, όλα νευραλγικά στοιχεία της πεζογραφίας του, διαμοιράζονται στα επιλεγμένα διηγήματα, τα οποία υποδεικνύουν με την αλληλοδιαδοχή τους την πολυσυλλεκτική καταγωγή των βιβλίων του.
Πολλά πεζά κεντρίζουν το ενδιαφέρον με το απερίφραστα εξομολογητικό τους ύφος. Το πρώτο πρόσωπο παραμένει αμεταμφίεστο έτσι ώστε να δηλώνεται η ταύτιση με τον συγγραφέα. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως διαβάζουμε μια μυθοποιημένη εκδοχή της ζωής του. Αλλωστε, ο βιωμένος χρόνος είναι εν μέρει φαντασιακός, ένα σύμφυρμα παρανοήσεων και προσδοκιών. Η μνήμη δεν είναι παρά μια επινοημένη αυτοβιογραφία. Οταν ο αφηγητής θυμάται, αναδημιουργεί μια φασματική χωροθέτηση.

Οταν το βλέμμα του αποζητεί απλόχωρες εκτάσεις, ο Γρηγοριάδης επιστρέφει στις πλαγιές του Παγγαίου, στο πετρόχτιστο σπίτι της παιδικής του ηλικίας με τον θαλερό κήπο, αλλά και στον Θερμαϊκό, όπου φοιτητής έβλεπε να κυματίζει, απέραντο και γλαυκό, το μέλλον του. Οι μνημονικές περιηγήσεις ακολουθούν τα σημεία ενός νοερού χάρτη. Οι τόποι αναθάλλουν μέσα από μια εσωτερικευμένη γεωγραφία. Σε αυτή την εκ βαθέων τοπιογραφία ζώντες και μεταστάντες ανταμώνουν σε έναν θαυματοποιό χωροχρόνο.

Από το βιβλίο ξεχωρίζω δύο «επιτάφια» διηγήματα, «Η άλλη όχθη» και «Το καντήλι». Στο πρώτο πενθούσες γυναίκες αντικρίζουν ταχυθάνατα αγόρια και σμίγουν ολόχαρες μαζί τους. Σε κάθε ετήσιο μνημόσυνο οι νεαροί φανερώνονται αθάνατοι, ασάλευτοι σε μια μαρμαρυγή της νιότης, ενώ οι γυναίκες κάθε χρόνο ολοένα ρημάζουν. «Γι’ αυτό γερνάνε οι θνητοί. Από τα βλέμματα των πρόωρα χαμένων», σκέφτεται η ηρωίδα. Στο «Καντήλι» τα κατακόκκινα νύχια μιας γυναίκας περιδιαβάζουν τις μαρμάρινες πλάκες ενός νεκροταφείου. Το πένθος της δεν την αποκλείει από τον έρωτα. Το κόκκινο των ποδιών της κατισχύει του λευκού των ξαπλωμένων, αλλά το ειδύλλιο που φαντασιώνεται καταμεσής των τάφων παραμένει ένας ακοίμητος πόθος, αναμμένο καντήλι στα σπλάγχνα της.

Συγκινητικά για τη συναισθηματική τους φόρτιση είναι τα διηγήματα «Τα παράθυρα» και «Οταν με ζώνουν τα φίδια». Πιο εσωστρεφής εδώ η εστίαση, καθώς ο αφηγητής αφενός συλλογίζεται τα ξέφωτα που άνοιξε στη ζωή του η ποίηση και αφετέρου αντιμετριέται με αθέατες έχιδνες που τον κρατούν άγρυπνο τις νύχτες. Με αφορμή τα προαναφερθέντα πεζά, παρατηρούμε πως την αληθοφάνεια των ανακλήσεων υπονομεύει η μεταφορική διάσταση των αφηγούμενων. Ο Γρηγοριάδης δεν προσηλώνεται τόσο στην αληθινή ζωή ώστε να λησμονεί τις φρεναπάτες που επιζούν της πραγματικότητας.

Σε ένα ιλαρό αφήγημα που συναιρεί ερωτικές δολοπλοκίες με αναγνωστικές έξεις, μια γυναίκα βεβαιώνει τον καχύποπτο αφηγητή πως η φιλαναγνωσία «είναι το πιο αυθεντικό στοιχείο στην ιστορία». Αλλά και στις δικές του ιστορίες το πιο αδιάσειστο στοιχείο είναι η μυθοπλασία. Τα θραύσματα που περισυλλέγει από την αυτοβιογραφία του συγκινούν, διότι σμιλεύονται μέσα από τις έντεχνες παραχαράξεις της γραφής. Αν «η αλήθεια αποτέλεσε ό,τι πιο ακαθόριστο και ανομολόγητο στη ζωή του», η απόπειρα εξομολόγησής της αποδείχθηκε καθοριστική για την πεζογραφία του.

Έντυπη Κυριακή Καθημερινή 3/02/19
  •  
  •  


Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ελληνικής πεζογραφίας του 2018 στην ΑΥΓΗ

Γράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος

 

Διηγήματα

Στο διήγημα συναντάμε ένα μωσαϊκό φωνών, τάσεων, τεχνοτροπιών και αναζητήσεων. Ιστορία, βιογραφία και μυθοπλασία συνυφαίνονται στις αφηγήσεις του Σκαμπαρδώνη, ο οποίος οικοδομεί μυθοπλαστικά τη δική του Θεσσαλονίκη στο «Λεωφορείο: 19 στάσεις» (Πατάκης), ενώ η Μαρία Στασινοπούλου στη «Χαμηλή βλάστηση» (Κίχλη) συνθέτει κείμενα συμφιλίωσης με τον χρόνο που αναμειγνύουν επιδέξια το προσωπικό βίωμα με τη μυθοπλασία. Προϊόν αφύπνισης της μνήμης για τον γενέθλιο τόπο αλλά και ένα στοίχημα με τη μνήμη και με την Ιστορία, καθώς οι τόποι γεννούν συνειρμικά αφηγηματικά επεισόδια, αποτελούν «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες» (Κίχλη) του Δημήτρη Κανελλόπουλου αλλά και το «Δραμάιλο» (Αντίποδες) του Κυριάκου Συφιλτζόγλου. Στο έβδομο πεζογραφικό του βιβλίο «Βήματα σε λιθόστρωτο» (Διάπλαση), ο Γεράσιμος Δενδρινός ξαναζωντανεύει τον Μάκη, τον ήρωα-αφηγητή της προηγούμενης τριλογίας του, γράφοντας δέκα διηγήματα που μπορούν κάλλιστα να διαβαστούν και ως ένα μυθιστόρημα. Ιδιαίτερη περίπτωση διηγημάτων συνιστά το «Αλφαβητάρι εντόμων» (Πατάκης) της Δήμητρας Κολλιάκου. Κείμενα με βάθος και ποικίλους συμβολισμούς, που υφαίνουν μια εντομολογική ανθρωπολογία, όπου άνθρωποι, έντομα, πόλεις, μύθοι, εικόνες και έργα τέχνης διασταυρώνονται ποικιλοτρόπως. Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης με το βιβλίο του «Η ιδιωτική μου αντωνυμία» (Κίχλη) υπογράφει μια ιδιαίτερη συλλογή μικροδιηγημάτων -μικρά πεζά τα ονομάζει ο ίδιος. Σαρκάζοντας την περιχαράκωση της λογοτεχνίας στη σφαίρα του ιδιωτικού, γίνεται τόσο αυτοαναφορικός όσο χρειάζεται, ώστε, μιλώντας για τον πολλαπλό «εγώ» που καθημερινά αναμετριέται με τις λέξεις, να μιλά συχνά με σπαραγμό για τον πληθυντικό εαυτό μας. Εξομολογητικός, προσωπικός, εσωτερικός ο τόνος του, αλλά διόλου ιδιωτικός, κατορθώνει να καταγράψει με έξοχο τρόπο τη συλλογική αγωνία, με γλώσσα λιτή και απαλλαγμένη από ναρκισσιστικά λεκτικά φτιασίδια. Ο Γιάννης Παππάς με τις «Θαμπές ζωές» (Καστανιώτης), και κυρίως με τα δύο τελευταία πεζογραφήματα του βιβλίου, γράφει με τρόπο απλό για μνήμες πολύτιμες στη φύλαξή τους. Αξιοπρόσεκτη και η περίπτωση της πρωτοεμφανιζόμενης Σοφίας Μπραϊμάκου με το «Ματάμπρε. Ιστορίες που σκοτώνουν την πείνα» (Νεφέλη), που μας καλεί σε ένα γεύμα συναρπαστικών γεύσεων. Στην «Κινητή γιορτή» (Νησίδες) της Αρχοντούλας Διαβάτη έχουμε μια συλλογή βιωματικών κειμένων μικρής φόρμας που χαρτογραφούν την καθημερινότητα. Τέλος, μια δεκαετία μετά τους «Χάρτες», επανέρχεται ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης με 26 ιστορίες γραμμένες με χιούμορ και συγκίνηση, που τιτλοφορούνται «Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου» (Πατάκης), η οποία σίγουρα θα συζητηθεί την επόμενη χρονιά.



Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2019

Από το διήγημα "Η πέτρα"

 Στην φωτογραφία η πέτρα που έφερα από την Σαμψούντα.


"...Μπήκα προσεκτικά στο μουσουλμανικό νεκροταφείο, γεμάτο μουσκεμένα πεύκα και κυπαρίσσια, διάσπαρτες οι επιτύμβιες μουσουλμανικές πλάκες, γερμένες ή ανορθωμένες, αλλά πάντως ταπεινά βαλμένες μές στη γη, και κάπου στην μέση είδα το ημικυκλικό τοιχάκι περίπου ένα μέτρο πάνω από το έδαφος, σκαμμένο βαθιά στο μπροστινό μέρος. Στο σημείο αυτό βρισκόταν η εκκλησία, την είχαν γκρεμίσει αλλά κάτι απέμενε. Ή μήπως όχι; Απ' όσο γνωρίζω οι μουσουλμάνοι δεν έχουν ιερά κτίσματα μέσα στα νεκροταφεία τους -γιατί να άφηναν ένα χριστιανικό κατάλοιπο;
Στάθηκα με προσοχή, με τον σεβασμό του μαθητή που στέκεται μπρος στο Ηρώο των Πεσόντων, εδώ ήταν το μόνο αναγνωρίσιμο σημείο ενός αλλοτινού χωριού όπου ρίζωνα κι εγώ, τίποτε άλλο τριγύρω δεν αποδείκνυε την ύπαρξή του. Ο τόπος με βοηθούσε να ταξιδέψω στο παρελθόν, μου έλειπε όμως ο βιωμένος χρόνος. Το παρελθόν που μου ανήκε εδώ, ήταν ήδη μεταπλασμένο στα λόγια του παππού, κι εκείνα τα λόγια χάνονταν στις δικές μου εκδοχές.
Έσκυψα και τράβηξα βαθιά απ΄τα χώματα μια μικρή παραχωμένη πέτρα..."

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

Γεράσιμος Γκόφας, Το περισκόπιο του συγγραφέα- κριτική για το βιβλίο "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου"

 
Σε πρόσφατα βιβλία του Θεόδωρος Γρηγοριάδης (όσα από τα οποία τουλάχιστον έχω διαβάσει) δεν διστάζει να κάνει πολιτικά σχόλια για την εποχή μας –είτε στο βραβευμένο με κρατικό βραβείο μυθιστορήματος Ζωή μεθόρια (Πατάκης, 2015) στο οποίο δίνει το στίγμα μιας γενιάς, είτε στο Μυστικό της Έλλης (Πατάκης, 2012) στο οποίο εντάσσει την ιστορία του στο περιβάλλον των πρώτων ετών της κρίσης, είτε ακόμα και στο Παρτάλι (2017) που εξελίσσεται στην υποκριτική κοινωνία της μετεμφυλιακής Θεσσαλονίκης– κάτι που τον καθιστά αυτομάτως επίκαιρο συγγραφέα.
Έτσι λοιπόν και στο Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου,  ο συγγραφέας υψώνει το περισκόπιό του και παρατηρεί από τον πανταχόθεν περίκλειστο χώρο του την επικαιρότητα, έτοιμος να τη διαπεράσει και να τη μεταβάλλει με τις συγγραφικές του αρετές σε μυθοπλασία.
Χρησιμοποιεί τις παλιές πρώτες ύλες του κι όμως μπαίνει στην καρδιά της πιο σύγχρονης συζήτησης για το μέλλον της κοινωνίας, επικεντρώνοντας ταυτόχρονα στην αυτονομία των ηρώων του, κρατώντας τους μακριά από κάθε μορφή διδακτισμού και θεωρητικολογίας. Την ίδια στιγμή όμως σθεναρή είναι η αφοσίωσή του στην επαρκή έκθεσή τους στην κριτική ματιά του αναγνώστη, η αφοσίωσή του στον ανθρωποκεντρισμό του ρεαλισμού του.

Οι σκηνές των διηγημάτων του είναι “γυρισμένες” στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης, στην αμφιθεατρική Καβάλα με τους ξύλινους εξώστες, στις αειθαλείς αθηναϊκές συνοικίες, στην επαρχία, ακόμα και σε άλλες χώρες, σε άλλες πόλεις (από την Τυνησία ως τη Στοκχόλµη), που κάνουν τον αναγνώστη να αποκτήσει για πρώτη φορά τόση συγγένεια με τόπους που δεν περπάτησε ή κατά τον τρόπο που μας την παραδίδει η εσωτερική μορφολογική υφή του έργου. Συνειρμοί παραστάσεων, αφή μαζί με οσμή, τον φέρνουν τόσο κοντά, τόσο κατάσαρκα με τα πράγματα, τόσο μέσα σε αυτά.
Από τέτοια βιβλία, σαν το Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου, βγαίνουν οι “στυλίστες” και οικοδομούν την πορεία τους. Για την ώρα, δεν έχω παρά να σημειώσω (μη έχοντας, το τονίζω, διαβάσει όλα τα έργα του συγγραφέα, παρά τα πιο πρόσφατα) την προοδευτική του μετατόπιση πάνω στο τεντωμένο σχοινί της άρτιας λογοτεχνίας, χωρίς να τον κανοναρχούν –τουλάχιστον όχι εμφανώς– οι λογοτεχνικές του επιρροές.
Ο Γεράσιμος Γκόφας σπούδασε κοινωνιολογία στο Πάντειο. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος πάνω στη δημογραφική και πληθυσμιακή στατιστική του Πανεπιστημιακού Κολεγίου του Δουβλίνου. Εργάζεται ως συνεργάτης-εκπαιδευτής σε ιρλανδικό κέντρο ανάλυσης δεδομένων και ζει μεταξύ Αθήνας και Δουβλίνου, ενώ παράλληλα ασχολείται με την κριτική λογοτεχνίας.

Το παιγνίδι με τη φωτιά


Η ταινία του Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Λι Τσανγκ-ντονγκ "Το παιγνίδι με τη φωτιά" στηρίζεται πάνω στο διήγημα του Γιαπωνέζου συγγραφέα Χαρούκι Μουρακάμι 'Φλεγόμενος αχυρώνας΄(από την συλλογή 'Ο ελέφαντας εξαφανίζεται΄) με φανερές αναφορές στο διήγημα του Γουίλλιαμ Φώκνερ 'Ο αχυρώνας καίγεται". Μόνον αν διαβαστούν τα διηγήματα και δεις την ταινία καταλαβαίνεις τις φανερές και αδιόρατες πλέξεις.Αυτό κι αν δεν είναι διαπολιτισμική διακειμενικότητα.
Η ταινία μου άρεσε κι ας ήταν κάπως μεγάλη-φυσικά την συστήνω στους σινεφίλ. Η προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη "Poetry" είναι από τις λίγες που κρατάω αγορασμένες ως προσωπικό κινηματογραφικό αρχείο.
Όμως το διήγημα του Φώκνερ δεν ξεπερνιέται! Ένα από τα καλύτερα διηγήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Postmodernism is dead. What comes next?

 –

TLS : Alison Gibbons

 


From the late 1980s onwards, novelists, artists, critics and art historians have foreseen the death of postmodernism. Linda Hutcheon, in the second edition of The Politics of Postmodernism (2002), declared: “it’s over”. The contemporary period – starting with the fall of the Berlin Wall in 1989 and gathering momentum throughout the 1990s and beyond – is often said to have a distinct intensity, and thus feels like a moment in which, in the words of the narrator in Ben Lerner’s novel 10.04, we find “the world rearranging itself”.
Postmodernism has taken various guises and, accordingly, there is no absolute consensus on what constituted it in the first place. Fredric Jameson characterized it in Postmodernism, or, The Cultural Logic of Late Capitalism as the loss of historicity, a lack of depth and meaningfulness and a waning of emotional affect, while Brian McHale in Postmodernist Fiction (1987) argued that postmodernism is defined by its fascination with the ontological. Taken together, postmodernism seems essentially to involve a questioning of the real, both in terms of the actual world, and in the representational efficacy and fidelity of fiction.
The forces that once drove postmodernism seem now to be depleted, however. Postmodernism rejected grand narratives, including those of religion, the concept of progress and of history itself. Angela Carter’s fiction, and particularly The Bloody Chamber, provides a clear example of the typical postmodernist impulse: in rewriting traditional fairy-tales she subverts grand narratives of gender, sexuality and female subjectivity. In contrast, in today’s cultural climate there appears to be a renewed engagement with history and a revival of mythic meaning-making that the arch-postmodernists would have abhorred. Ruth Ozeki’s A Tale for the Time Being (2013), for example, relates interconnecting histories – among them the story of a Japanese Kamikaze pilot in the Second World War and the 2011 Tōhoku Earthquake and Tsunami in Japan, contextualizing both in a history of ideas, by reflecting throughout on the principles of Zen Buddhism.
Postmodernism refracted reality into endless language-games, with authors such as Paul Auster making appearances in the fictional universes of their novels or, as is the case in Julio Cortázar’s short story “The Continuity of Parks”, with characters reading stories only to find the embedded story bleeding back into their level of representation. At first glance, today’s writers demonstrate a similar impulse to blur the lines between fiction and reality, as David Shields advocates in his book Reality Hunger (2010). Yet when authors, or other real elements, appear in fiction now – as Ben Lerner does in 10:04 – their presence is intended to signal realism, rather than to foreground the artifice of the text. Indeed, in place of postmodernism’s cool detachment, its anti-anthropomorphism, realism is once again a popular mode. Emotions, furthermore, are again playing a central role in literary fiction, as authors insist on our essential relationality – our connectedness as humans to one another in the globalizing world and with fictional characters as representations of our selves.
It seems then, that a new dominant cultural logic is emerging; the world – or in any case, the literary cosmos – is rearranging itself. This process is still in flux and must be approached strictly in the present tense. To understand the situation, we have to pose a number of questions. The first, and most dramatic, is “Is postmodernism dead?”; quickly followed by “If so, when did it die?”. Critics – such as Christian Moraru, Josh Toth, Neil Brooks, Robin van den Akker and Timotheus Vermeulen – repeatedly point to the fall of the Berlin Wall in 1989, the new millennium, the 9/11 attacks, the so-called “War on Terror” and the wars in the Middle East, the financial crisis and the ensuing global revolutions. Taken together, these events signify the failure and unevenness of global capitalism as an enterprise, leading to an ensuing disillusionment with the project of neo-liberal postmodernity and the recent political splintering into extreme Left and extreme Right. The cumulative effect of these events – and the accompanying hyper-anxiety brought about by twenty-four hour news – has made the Western world feel like a more precarious and volatile place, in which we can no longer be nonchalant about our safety or our future.
It seems fitting to me that Oxford Dictionaries chose the politically-charged “post-truth” as their word of the year for 2016. The prevalence of the word – associated particularly with the current political climate (Trump, Brexit, personality politics in general) – is symbolic of contemporary attitudes towards the concept of truth. It can help us to think about the radical cultural shifts that are underway. While modernism was ultimately founded on a utopianism that upheld certain universal truths, postmodernism rejected and deconstructed the notion of truth altogether. The prefix “post-” paradoxically ends up drawing into closer focus the very concept it seeks to reject. The two elements of the word therefore form a kind of metonym for the current stance; “post” reflects a lingering postmodernist distrust, while “truth” remains an important touchstone.
There are many terms for this new supplanting cultural logic, this shift in the ruling belief system: to name a few – altermodernism, cosmodernism, digimodernism, metamodernism, performatism, post-digital, post-humanism, and the clunky post-postmodernism. There are convergences and divergences between these conceptualizations; they complement each other as much as they compete. Even so, consistent across these formations is a legacy of modernist and postmodernist stylistic practice, and a rehabilitated ethical consciousness. Lerner’s 10.04 provides an illustrative case. In one episode, the narrator Ben has just finished his monthly shift at Park Slope Food Co-op. Ben, like many members of the Co-op, simultaneously exhibits pride in its eco-friendly, anti-capitalist ethos and disdain at its inflexibility in accommodating his own extensive travel plans in the working rota. While bagging dried mangoes, Noor, a fellow member, reveals that she is not biologically related to the man she thought was her father. This has significant repercussions for her sense of self, particularly since her Arab-American identity has been founded on her father’s Lebanese heritage.
Despite the intensely personal and affecting nature of Noor’s story, it is punctuated with interruptions. The narrator repeatedly interjects with reporting clauses and narratorial intrusions, such as “Noor said, although not in these words”. The device is postmodern, recursively framing and foregrounding the story in a story, yet it serves not as a self-reflexive affectation; but rather as a way of showing the hermeneutic function of stories in our memories, in our narratives of self and in our relationships with others. There is a narrative interruption too, when Ben is called away from the mangoes. Not yet knowing how Noor’s story ends, Ben wrongly jumps to the conclusion that the story is about Islamophobia. This judgement made by Lerner’s narrating character, self-righteous but flawed, is seen as emblematic of widespread Western social hypocrisy and made more poignant precisely because readers are supposed to interpret the character as a textual proxy for the author. Again, what seems like postmodern metatextuality – the character of the author in the fiction – is not used to postmodern effect. The typically postmodern appearance of the author reduced him or her to a linguistic sign by the ontological impossibility of their presence in the fiction. Contrastingly, Lerner’s author is precisely at home in the fiction.
Later reflecting on Noor’s story, Ben wishes there had been a way to comfort her “without it sounding like presumptuous co-op nonsense”. Ben contemplates his own feelings: “my personality dissolving into a personhood so abstract that every atom belonging to me as good as belonged to Noor, the fiction of the world rearranging itself around her”. In 10.04, this rearrangement of the world turns on an axis of human subjectivity, conceived as intimately and ethically relational.
10.04 is just one example of contemporary fiction that articulates a sentiment beyond the postmodern. It can be categorized as autofiction, a genre that integrates the autobiographical into fiction, and that has blossomed alongside the so-called memoir boom. The genre, at first glance, may seem strictly postmodern, dealing as it does with the fragmentation of the subject and the blurring of the fact–fiction ontological boundary. Yet contemporary autofictions narrativize the self not as a game, but in order to enhance the realism of a text and tackle the sociological and phenomenological dimensions of personal life. Édouard Louis’s The End of Eddy (2017) is a case in point, detailing within a work of fiction the author’s own experiences as an effeminate young man in a small working-class village in Northern France.
Other recent literary trends, such as the popularity of historical fiction, the revival of realism and fiction’s increased engagement with visual and digital culture are also emblematic of this shift. While David Foster Wallace is often cited as the literary figure who issued a call-to-arms against ironic postmodern pop-culture, many other contemporary writers appear to be mounting the offence: among them Ben Lerner, but also Jennifer Egan, Dave Eggers, Joshua Ferris, Jonathan Franzen, Sheila Heti, Kazuo Ishiguro, Ruth Ozeki, Ali Smith, Zadie Smith and Adam Thirlwell. Thirlwell’s Kapow! (2012), for instance, engages with the revolutions of the Arab Spring, interrogating their historicity and significance, through comparison with the French Revolution. In the process, the self-conscious narrator mixes high and low cultural references, emphasizes the relay of the media’s reportage of world events, and considers the appropriateness of writing his own Arabic novel.
At the same time, our culture retains many of the themes and concerns that exercised writers of earlier generations; there is little sign of a radical literary avant garde sweeping away the old to make way for the new. Postmodernism might not be as emphatically over as some critics like to claim, but it does seem to be in retreat. Its devices have become so commonplace that they have been absorbed into mainstream, commercial and popular culture. Postmodernism has lost its value in part because it has oversaturated the market. And with the end of postmodernism’s playfulness and affectation, we are better placed to construct a literature that engages earnestly with real-world problems. This new literature can, in good faith, examine complex and ever-shifting crises – of racial inequality, capitalism and climate change – to which it is easy to close one’s eyes.

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Καλές γιορτές!


Όλοι εμείς, οι πιστοί των blogs όσοι απομείναμε ακόμη ...

Καλές γιορτές με αγάπη, υγεία και ηρεμία.
Και διαβάσματα με ένα μελομακάρονο από δίπλα.


Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Athens Prize for Literature 2018

 














 photo: Aleksandar Gatalitsa and his translator Isnimi Rantoulovits while receiving the prize


Athens Prize for Literature

       Fiction-finalist Theodoros Grigoriadis alerts me to this year's Athens Prize for Literature, a leading Greek literary prize that selects both a best Greek novel and the best fiction in translation.
       They've now announced this year's winners, and Kostas Logaras' Τα πουλιά με το μαύρο κολάρο won for best novel; see also the Εκδόσεις Καστανιώτη publicity page
       Beating out, among others, books by Margaret Atwood and Elena Ferrante, a translation of Aleksandar Gatalica's The Great War won best foreign work -- a novel that already won the leading Serbian literary prize, the NIN Award, and which Istros published in English translation a few years ago; see their publicity page, or get your copy at Amazon.com or Amazon.co.uk.
       See also the report at Grigoriadis' weblog.


(Posted by: M.A.Orthofer)    - permanent link -