Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Ευρυπίδης στο αρχαίο Θέατρο της Μίεζας


Το 2015 ο μονόλογός μου "Ο ξεχασμένος άγγελος των Φιλίππων" ακούστηκε μέσα στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων. Αύγουστος τότε, τον ίδιο μήνα φέτος θα βρεθώ μέσα στην σκηνή ενός αρχαίου θεάτρου να διαβάζω Ευριπίδη.
Το βράδυ της 7ης Αυγούστου, τέσσερις συγγραφείς -η Ζυράννα Ζατέλη, ο Θωμάς Κοροβίνης, Γλυκερία Μπασδέκη και μαζί τους εγώ- παρουσιάζουμε στο Αρχαίο Θέατρο της Μίεζας την Ιφιγενεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη, σε μορφή θεατρικού αναλογίου, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Θοδωρή Γκόνη.
 Να τονίσω ότι και στις δύο περιπτώσεις που προανέφερα ο Θοδωρής Γκόνης ήταν ο σκηνοθέτης και εμπνευστής τους. Θεωρώ τα αρχαία μας θέατρα την μεγαλύτερη πνευματική κληρονομιά μας και γι αυτό είμαι πολύ συγκινημένος που θα βρεθώ εκεί.
Το ξεχωριστής ιστορικής σημασίας, Αρχαίο Θεατρο της Μίεζας εγκαινιάζεται την πρώτη πανσέληνο του Αυγούστου, με την Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας και το Φεστιβάλ Φιλίππων σε συνεργασία με τον Δήμο Νάουσας.
Η Μίεζα ήταν μια μικρή πόλη της ερατεινής Ημαθίας, χτισμένη στους πρόποδες του Βερμίου στη μέση περίπου του δρόμου που ένωνε τις Αιγές, την βασιλική μητρόπολη των Μακεδόνων με την Πέλλα, το μακεδονικό λιμάνι στη βόρεια ακτή του Θερμαϊκού που το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. είχε αναπτυχθεί σημαντικά με αποτελεσμα να γίνει τόπος της δεύτερης κατοικίας της βασιλικής οικογένειας. 
Η γεωγραφική θέση και το παραδεισένιο τοπίο με τα πλούσια λιβάδια, τα βαθύσκια δάση και τα πολλά νερά είναι ίσως ο λόγος που έκαναν τον Φίλιππο Β΄ να διαλέξει την Μίεζα για να εγκαταστήσει εκεί τη σχολή όπου ο Αριστοτέλης θα δίδασκε τον γιο και διάδοχο του Μέγα Αλέξανδρο, αλλά και τα παιδιά των εταίρων που προορίζονταν να γίνουν η ελίτ και να στελεχώσουν όλα τα αξιώματα του κράτους. Εκεί έγραψε και ο Ευριπίδης τα δύο τελευταία του έργα, την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» και τις «Βάκχες». Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας, συντήρησε και αποκατέστησε το θέατρο ολοκληρώνοντας το έργο το 2014 με αυτεπιστασία και χρήματα από το Γ΄ΚΠΣ και το ΕΣΠΑ. 

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Κριτική για την Καινούργια πόλη στην Καθημερινή

Λίνα Πανταλέων
Ένα μυθικό τοπίο
Η​​ καινούργια πόλη του μυθιστορήματος είναι μια πόλη παλιά, χαμένη μαζί με τα μεγαλεία της. Πρόκειται για την Αθήνα της δεκαετίας του ’90, ματαιόδοξη και αλλοπαρμένη, ζαλισμένη από τον παροξυσμό κέρδους και αλλαγής. Ο ήρωας φτάνει μαζί με τη μητέρα του σε αυτήν την αμέριμνη, φιλήδονη πόλη αναζητώντας καταφύγιο, ένα μέρος να περιθάλψει το παρελθόν και τις ανοιχτές ιστορίες του. Φιλόλογος, με γνώσεις φιλοσοφίας, κουβαλά στις αποσκευές του καλλιτεχνικές προσδοκίες, έναν τυραννικό νεκρό, σκιώδεις φοιτητικές βραδιές στο Βαρδάρι και έναν ημιτελή σουηδικό έρωτα. Η μετακίνησή του από τον Βορρά της Ευρώπης στις νότιες εσχατιές της δεν τον γλιτώνει από όσα λαχταρά να εγκαταλείψει. Μπορεί για λίγο να παρασύρεται από την έξαλλη υπερκινησία της πόλης, αλλά τα βήματά του ακινητούν σε άλλα μέρη, του νου και της μνήμης.
Στο μυθιστόρημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη γοητεύει η εξεικόνιση της αθηναϊκής υστερίας. Ο συγγραφέας μεταφέρει πολύ ζωηρά την ηδονοθηρία εκείνης της εποχής, την «αφύσικη αισιοδοξία» της, την «ανεξέλεγκτη μέθη» της, τον πάνδημο σχεδόν ενθουσιασμό για τη θεόσταλτη, θαρρείς, ευημερία, την ανάδυση μιας πολύφερνης «αγοράς», τη «χρηματική αναστάτωση την οποία όλοι εκλάμβαναν ως αναβάθμιση», την αδημονία της πόλης να προβάλει «ένα καινούργιο ή πιο εναλλακτικό πρόσωπο».
Ο ήρωας του βιβλίου, ο Μανόλης, τριγυρίζει με το βλέμμα τού αλλοφερμένου σε αυτή την υπό ανακαίνιση πρωτεύουσα, λαχταρώντας άλλα τοπία, απαλές γραμμές στον ορίζοντα και ήσυχα ρυάκια να αρδεύουν φιλοσοφικές φιλονικίες. Ομως, τα τοπία εκείνα των διαβασμάτων σκεπάζονταν από τον κονιορτό των εργολαβιών, τα λόγχιζαν «θεριεμένες σιδεριές και τσιμεντένιες επιστρώσεις», πνίγονταν στην αποφορά της πόλης, «μια περίεργη μυρωδιά», «αστική, μεταβιομηχανική, εργολαβική». Καθώς περιπλανιόταν στους δρόμους, ο Μανόλης πάλευε να ανακαλέσει τη γεωγραφία των πλατωνικών διαλόγων, αλλά κυρίως πάλευε να φύγει όσο το δυνατόν μακρύτερα από έναν νεκρό που καταδίωκε εκείνον και τη μητέρα του. «Παντού ερείπια, μνήμες παλιές και νεότερες, θαμμένες στο χώμα και στο μυαλό».
Η σχέση γιου και μητέρας είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου. Οι υπόκωφες εντάσεις μεταξύ τους, η αλληλεξάρτησή τους, η αφοσίωση του ενός στην άλλη, υποθάλπουν ένα αίσθημα συνενοχής. Μοιράζονταν «έναν τραγικό άνθρωπο», έναν νεκρό. Η μητέρα, προφυλαγμένη από την απεγνωσμένη της φιλαρέσκεια, κατάφερνε να του ξεφεύγει, αλλά ο γιος της δεν γλίτωνε από τη μορφή του που τον επισκεπτόταν τις νύχτες σαν Ερινύα.
Συχνά ερχόταν και ξάπλωνε δίπλα του ο πνιγμένος που παρέμενε αβύθιστος στη μνήμη. Αλλά και όταν ακόμη ο νεκρός επισκέπτης απουσίαζε από το κρεβάτι, «εκεί δίπλα του, έχασκε ένα κενό τόσο απότομο, που πολλές φορές γραπωνόταν από την πλευρά του κρεβατιού στη δική του μεριά για να μην κατρακυλήσει στο βάθος του». Αν τις νύχτες του τυραννούσε ένας νεκρός, τις μέρες του παρηγορούσε μια άλλη μορφή, καταυγασμένη από το αττικό φως, μια μορφή λυρική, υπερχρονική και ρέουσα. Ανιχνεύοντας πλατωνικές διαδρομές στα ανασκαμμένα χώματα της πρωτεύουσας, ο Μανόλης είχε συναντήσει στο άλσος της Ακαδημίας Πλάτωνος έναν νεαρό δρομέα, που σαν να περιφρονούσε τη δική του βραδυπορία στο επείγον παρόν, τον προσπερνούσε, αφήνοντας τον αέρα να χαράζει πίσω του «σημάδια στο απέραντο», ενσαρκώνοντας την ίδια στιγμή «μια μεταφορά της ιδέας του άλλου». Καθώς ο ήρωας τον έβλεπε να χάνεται σε ένα αρχαίο τοπίο, φανταζόταν τις κινήσεις των μελών του βγαλμένες από αττικά αγγεία.
Οταν στο τέλος του μυθιστορήματος, σπρωγμένος από το πλάνταγμα των σωθικών της πόλης, που τη συντάραζε ο σεισμός του 1999, ο Μανόλης αρχίζει να τρέχει στους δρόμους σαν τον δρομέα της Ακαδημίας Πλάτωνος, έχει την αίσθηση πως αυτό που άφηνε πίσω του έμοιαζε ήδη «με μια άλλη, μια καινούργια πόλη». Εμείς, βέβαια, ξέρουμε πως αυτή η καινούργια πόλη που σε μια πενταετία μετά τον σεισμό έφτασε στο απόγειο της ματαιοδοξίας της, δεν υπάρχει πια. Ανήκει στα ερείπια του αγλαούς παρελθόντος που θέλγουν τον ήρωα. Ως μυθική προσφέρεται για μυθιστορήματα.

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Συνέντευξη στην εφημερίδα των Συντακτών για την "Καινούργια πόλη"

Ονειρα, φαντασιώσεις και κάρμα στη δεκαετία του '90

grigoriadis.jpg

Θεόδωρος ΓρηγοριάδηςΜάριος Βαλασόπουλος
Τι γυρεύει ένας νεαρός φιλόλογος, που δηλώνει πλατωνιστής, μέσα στη μοδάτη κοινωνία της ιδιωτικής τηλεόρασης και της διαφήμισης;
Τι μυστικό κρύβουν αυτός και η νεάζουσα, ελαφρόμυαλη μητέρα του και κατέβηκαν άρον άρον από τη βόρεια Ελλάδα ζητώντας καταφύγιο και μια νέα ζωή στην Αθήνα; Ζει κι αυτή, δεκαετία του '90, το δικό της παραμύθι πλούτου, ανόδου και ευτυχίας.
Σ' αυτό μας εισάγει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης με το νέο του μυθιστόρημα «Καινούργια πόλη» (εκδόσεις Πατάκης).
Ο αναγνωρισμένος συγγραφέας από την Καβάλα, με το μεγάλο εύρος, απλός, ειλικρινής, καίριος και υπερβατικός όπου χρειάζεται, γυρνάει λίγο πίσω, σε μια δεκαετία που μας καθόρισε. Σαν ανθρώπους και σαν χώρα. 
● Γράψατε, εν θερμώ σχεδόν, «Το μυστικό της Ελλης», που αναφέρεται στην κρίση. Και μετά βαλθήκατε να γυρνάτε στο παρελθόν, στα προεόρτια. Θα γράφατε έτσι κι αλλιώς το «Ζωή μεθόρια», που εκτυλίσσεται στη δεκαετία του '80, και τώρα την «Καινούργια πόλη», που πιάνει τη δεκαετία του '90; Είχατε κάποιο γενικό πλάνο, που τώρα ολοκληρώθηκε; 
Γράφω πάντα για τις εποχές που ζω. Εκτός από ένα ιστορικό μυθιστόρημα, όλα μου τα βιβλία διαδραματίζονται στο δικό μου παρόν και επιδιώκω να αποτυπώνω τη δική μου εποχή.
Το «Μυστικό της Ελλης» έπιασε το πνεύμα της κρίσης, αλλά η ιστορία και οι χαρακτήρες υπήρχαν από καιρό: οι διαφορές ηλικίας, πνευματικότητας, κοινωνικής τάξης.
Ηρθε η κρίση και το πλαισίωσε. Η κρίση με έφερε αντιμέτωπο και με τις προηγούμενες χρονικές περιόδους, υπήρχε μια σεβαστή χρονική απόσταση ώστε να τις καταγράψω.
Ανέτρεξα στους ήρωες της δικής μου γενιάς: ηλικιακά και επαγγελματικά ήταν η γενιά της Μεταπολίτευσης.
Ετσι η Ζωή στο «Ζωή μεθόρια» είναι το αριστερό κορίτσι, διορισμένη στα σύνορα, ενώ ο Μανόλης, δύο δεκαετίες μετά, με την «Καινούργια πόλη» έρχεται στα δικά του σύνορα και όρια, της πρωτεύουσας.
Μαζί με το «Παρτάλι» συμπληρώθηκαν τρεις δεκαετίες, '70, '80, '90. Η Ελλη θα μπορούσε κι αυτή να είναι της παρέας τους. 
● Πού ακριβώς βασιστήκατε για να γράψετε για τη δεκαετία του '90; Σε δικά σας βιώματα; Σε άλλων; Αλήθεια, εσείς που ήσασταν και τι κάνατε εκείνα τα χρόνια; 
Η δεκαετία του '90 έδωσε σε όλους πολλές ευκαιρίες. Εδωσε την ευκαιρία και σε μένα, τον νεοφερμένο, να βρω εύκολα εκδότη. Οταν ήρθα στην Αθήνα, το 1988, είχα ένα μυθιστόρημα έτοιμο, το «Κρυμμένοι άνθρωποι».
Ομως ήμουν καθηγητής στα δημόσια Λύκεια. Το συγγραφικό προφίλ μου ήταν ακαθόριστο. Ψαχνόμουν σε πολλά επίπεδα.
Εγραψα δύο σενάρια για την ΕΡΤ, γνώρισα ανθρώπους του ονομαζόμενου show biz που κάποιοι παραμένουν φίλοι μου.
Ανήκα σε μια γενιά που δοκιμαζόταν παντού. Εγώ κατέληξα συγγραφέας, άλλοι έγιναν ηθοποιοί, σκηνοθέτες, παραγωγοί, διαφημιστές, μας απορροφούσε η εποχή. Είχα κάποιες προτάσεις και από ιδιωτικά κανάλια που τις απέρριψα.
Τη δεκαετία του ενενήντα ένα περιοδικό life style πλήρωνε έναν συγγραφέα για ένα διήγημα όσα δεν θα έπαιρνε από την πρώτη έκδοση ενός βιβλίου...
Γνώρισα πολύ κόσμο και τριγύρισα μαζί τους, αλλά σταδιακά αποτραβήχτηκα ψάχνοντας το δικό μου συγγραφικό στίγμα μα κυρίως τον χρόνο να διαβάζω και να γράφω απρόσκοπτα.
Στην «Καινούργια πόλη» προτίμησα να βάλω τους ήρωές μου να κυκλοφορούν στα ίδια μέρη όπου είχα περάσει κι εγώ. 
● Ο ήρωας σας είναι φιλόλογος, πλατωνιστής. Γράφει όμως πανεύκολα διαφημίσεις και σίριαλ, κυκλοφορεί μέσα στον κόσμο της show biz με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω. Σαν να λέτε ότι κανείς μας δεν είναι αθώος της «καταραμένης» για πολλούς και ένοχης δεκαετίας του '90.
Ο Μανόλης εκμεταλλεύεται την ευχέρεια να παράγει «λόγια» και όχι «Λόγο», στον οποίο εντρύφησε με τις φιλολογικές σπουδές του.
Καλοπληρώνεται, στην αρχή ανυποψίαστος, νομίζοντας ότι ρέει άφθονο χρήμα. Αλλωστε σπούδασε φιλοσοφία, όχι οικονομία.
Εκείνοι που σπούδασαν οικονομικά και κυβερνούσαν είχαν τη μεγαλύτερη ευθύνη, γιατί δημιούργησαν συνυπεύθυνους με τις πολιτικές τους.
Γι' αυτό και στο τέλος ο Μανόλης, πιο υποψιασμένος, αρνείται κάθε συναλλαγή και αποσύρεται στο ετοιμόρροπο νεοκλασικό της Αλκιβιάδου κάνοντας τον ξεναγό σε φιλέλληνες τουρίστες. Πρόλαβε να χρεοκοπήσει πρωθύστερα. 
● Εχετε πλάσει μια καταπληκτική φιγούρα μάνας. Ηδονίστρια, νάρκισσος, με μανία για τη ζωή. Η ίδια και η σχέση της με τον Μανόλη, τον γκέι γιό της, απογειώνει το βιβλίο. Πώς γεννήθηκε μέσα σας άλλη μια γυναίκα που ξεπερνάει τις συμβατικότητες; 
Ως ηρωίδα την «ήξερα» και τώρα την ξανασυνάντησα κάτω από άλλες συνθήκες. Χρειάστηκε να βρω τη φωνή της. Δύσκολο και προκλητικά γοητευτικό.
Τελικά με τους γυναικείους χαρακτήρες τα πάω καλύτερα, έχουν περισσότερο συγγραφικό ενδιαφέρον από τους μονοδιάστατους άντρες.
Ο ερχομός του Μανόλη και της Μαργαρίτας στην Αθήνα γίνεται εξαιτίας της. Κι αυτή είναι που θα δώσει την τελική λύση μήπως και βρει ο γιος τον δικό του δρόμο. 
● Εσείς, ένας Βορειοελλαδίτης, τι σχέσεις έχετε με την Αθήνα; 
Αρχές της δεκαετίας του ογδόντα έζησα δυόμισι χρόνια στην Αθήνα υπηρετώντας στο ναυτικό και έμεινα σε φτηνά σπίτια, ακόμη και κάτω από μπορντέλο, ώστε να έχω μια βάση όταν έβγαινα εξόδου.
Επειτα διορίστηκα καθηγητής στον Εβρο και εφτά χρόνια μετά επέστρεψα με ένα βιβλίο στη βαλίτσα. Στην αρχή δυσκολεύτηκα, σχολείο και γράψιμο έπρεπε να συνδυαστούν.
Το 1993 ο «Ναύτης» διαβάστηκε πολύ, πράγμα που σήμαινε ότι ο λόγος που είχα κατέβει δικαιωνόταν.
Τώρα ζω μόνιμα στη Νέα Σμύρνη και πηγαινοέρχομαι όπου αλλού προκύψει.
Η Αθήνα έχει τη γοητεία της, είναι μια χαοτική μεγαλούπολη της Μεσογείου, της Ανατολής. Αυτό μου αρέσει. Κι ας λένε ότι έχει ευρωπαϊκό προφίλ. Δανεισμένο είναι κι αυτό. 
● Η «Καινούργια πόλη» είναι τόσο ρεαλιστικό βιβλίο, που εμφανίζεται ο Σημίτης να τρώει στο «multi culti» και ο συγγραφέας μάς ξεναγεί στον «Ηριδανό», ωραίο και σνομπ εστιατόριο της εποχής. Κι όμως επιτρέπετε σε κάποια ανορθολογικά, μεταφυσικά στοιχεία να επηρεάσουν την εξέλιξη της ιστορίας. 
Νομίζω πως σε όλα τα βιβλία μου συναντώνται τέτοια ετερόκλητα στοιχεία αλλά πάντα σε συνάρτηση με τον ψυχισμό των ηρώων. Με ενδιαφέρει να λειτουργούν σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο.
Οπως όταν, καθισμένοι στο μπαλκόνι μας, κάνουμε μια νοερή πτήση πάνω από την πόλη βιώνοντάς την σαν αληθινή. Ονειρα, φαντασιώσεις, κάρμα, ανέκαθεν υπήρχαν στις ζωές μας και δεν πρέπει να τα παραβλέπουμε εις βάρος μιας δήθεν ορθολογιστικής ζωής.
Οσο για τον κ. Σημίτη που έτρωγε στο «multi culti», συνέβαινε αληθινά. Ετρωγα κι εγώ εκεί, όπως και στον «Ηριδανό», αλλά όχι ως πελάτης: αυτά τα μαγαζιά τα είχαν φτιάξει φίλοι μου, κοσμοπολίτες, με γούστο και ιδέες.
Είχαν μια προσωπικότητα, γι' αυτό και όταν έκλεισαν σταμάτησα να έχω στέκια. Η δεκαετία του ενενήντα ήταν «καινούργια» για όλους: καθόσουν δίπλα στον πρωθυπουργό στο ίδιο μαγαζί.
Η δεκαετία αυτή μας χάρισε πολλές ψευδαισθήσεις, όμως θα πρέπει να αναρωτιόμαστε για όσα κερδίσαμε και όσα χάσαμε, για ένα πνεύμα διαφορετικότητας που πάσχιζε να αναδυθεί, αλλά ισοπεδώθηκε.
Τώρα πια δεν πιστεύω σε τίποτε και εύχομαι να μη μας συμβεί κάτι εξαιρετικά οδυνηρό. 
● Δημοσιεύετε συχνά. Μπορεί ένας συγγραφέας να καταλάβει ακριβώς πού βρίσκεται, πού πάει, τι θέλει ακόμα να κάνει; 
Δημοσιεύω κάθε δύο με τρία χρόνια από το 1990. Θα έλεγα ότι λίγα είναι τα δεκαπέντε βιβλία, αφού γράφω από πολύ παλιότερα. Εχω διαχωρίσει το γράψιμο από την εκδοτική δραστηριότητα.
Υπάρχει τεράστιο υλικό που δεν απευθύνεται στην «εκδοτική πιάτσα». Τόμοι ημερολόγια, τετράδια με σχέδια μυθιστορημάτων και ολοκληρωμένα μυθιστορήματα αφημένα στην άκρη.
Προσπαθώ να πω ιστορίες, με ενδιαφέρει πολύ ο τρόπος, η γλώσσα, το ύφος, πώς επιδρά κάθε εποχή στην κοινωνία.
Δεν επαναπαύομαι, έγραψα διαφορετικά, περίεργα και ενοχλητικά. Ως συγγραφέας πορείας συνεχίζω.
Πιο πολύ με ανησυχεί ότι εκλείπει η δημιουργική ανάγνωση, ο πολιτιστικός διάλογος και το σύντομο πέρασμα των βιβλίων.
Αυτό που κάποτε λέγαμε διαχρονικότητα των βιβλίων σήμερα κατάντησε εποχικότητα -τα βιβλία μιας σεζόν.

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

International Dublin Literary Award. General Theory of Oblivion by José Eduardo Agualusa

A book about a woman who locked herself into her house has won a €100k Dublin literary award

We spoke to its author, Angolan native José Eduardo Agualusa.


A NOVEL ABOUT an old woman who locks herself into her house during a revolution in Angola’s capital city has been awarded the €100k International Dublin Literary Award.

A General Theory of Oblivion by José Eduardo Agualusa has been named as the winner of the prize at a ceremony today. Agualusa will receive €75k of the €100k prize, while the book’s translator, Daniel Hahn – who has worked with the writer on five books – will get €25k.
It was stiff competition for 57-year-old Agualusa: the other nine nominees included Ireland’s own Anne Enright, as well as A Little Life author Hanya Yanigahara.
The book is set in Agualusa’s home of Angola, at a huge time of change for the African country, the eve of its independence from Portugal. As fighting begins between the government and mercenaries, a woman named Ludo retreats to her apartment, even going so far as bricking her door shut to prevent the outside world from reaching her.
The book follows Ludo as she tries to grow her own food, cope with her self-imposed exile, and deal with the changes in her city. It shows how a tragedy led to her withdrawing from life, and becoming suspicious of those around her. A small cast of other colourful characters help paint a portrait of a major time in Angolan history.
With vivid imagery, emotional snatches of poetry that give an insight into Ludo’s state of mind, and its messages about outsiders and racism, the book also found itself nominated for the Man Booker Prize.
Sitting down for an interview with TheJournal.ie yesterday, a delighted Agualusa said that he was particularly happy with his win as “it’s a prize in Dublin, the town with a very old literary tradition”.
In addition, he remarked on the fact the International Dublin Literary Award – whose nominees included his friend Mia Couto – comes from public libraries.
“I think they are very, very important to the development of a country,” said Agualusa of libraries, adding that it’s also an important prize for him “because it’s a prize for the translation, and I really think the translator is essential in the process of success or not success of a book”.
‘I am a liar, I am a writer’
The book is posited to be about a real-life woman, but there’s very little information about such a person online.
Is she real? “No,” smiled Agualusa when asked. “I am a liar, I am a writer. It is completely fiction. It was completely created by me.”
But it turns out the story was inspired by a real-life experience of his own.
“Some years ago I lived in [Angolan capital] Luanda in an apartment that looks exactly like her apartment,” he explained.
I was working as a journalist and in a very hard context, and there was a lot of political problems and hard political problems with the government also. So I don’t want to go out, sometimes I really don’t want to go out, it’s very hard outside. And I start to think if I never go out, how I can live?
The it came to him – the image of an old woman stuck in her house. Agualusa even dreamt about the woman, and after he told a movie-making friend about it, he was encouraged to pen a script. It never got used, so some years later he returned to the story again.
He said that he and his character, Ludo, are different, and “we share this fear, but the fear is not exactly the same. She has this fear of the other, I have this fear of the political [events]“.
He calls her “a good person with the wrong ideas”, much of them racist. Ludo, he added, “is a kind of orphan of the Portuguese Empire, [who] was forgotten in Angola”.
After the book was published, Agualusa said he received letters from readers who knew of people with similar experiences. “So I think there’s a lot of people like that, that destroyed their lives because they are so terrified about the others. I think it’s a universal story, it’s not just in Angola.”
‘It’s a tragedy that we suffer everywhere’
The novel functions as a short history of this period of Angola’s past, but Agualusa also emphasises that he is not trying to represent everyone’s story here.
“Writers can just represent just themselves,” he said. “And of course our world, it’s just our world. It’s my Angola, it’s my Luanda… [But] it’s a kind of responsibility, yes.”
Ludo processes her world through writing. “She is a writer in that sense that all of us, we write to understand, to understand the other and to understand ourselves,” said Agualusa. “I like that idea that she has a very good library and so each book is a kind of window and she starts to burn the books, and so her world is extinguished, is diminished as she burns the books.”
She also suffers a personal tragedy that explains why she has chosen to hide herself away from the world.
“It’s a very specific story of course but it’s a tragedy that we suffer in Angola and in other countries. Everywhere, indeed,” said Agualusa. “I think books especially in countries as Angola that live under a totalitarian system, and people have no voice, I really think writers have this obligation to promote dialogue and promote discussions on important issues like that, violence against women.”
As a young boy, Agualusa read voraciously. He began writing properly in university – where so few of them wrote for the newspaper that they would make up bylines to make it look like there were more writers.
“And it was a good exercise because I developed different kinds of styles,” said Agualusa of that time. In a sense, it prepared him for a career where he now writes journalism, novels, plays and poetry.
‘You learn about your book’
His next novel has just been released in Portugal, and he and Hahn are about to start work on the English translation. Right now, there’s lots of debate over the title. “We don’t care about the rest of the book,” joked Agualusa’s translator, Daniel Hahn.
The act of translating is a difficult one. Many times during the process, they will come across words or phrases that don’t have an exact translation.
“It’s still rare to have writers who understand that,” said Hahn. “The thing you most want from your writer, you want them to be a great writer, you want them to be a nice person, all these things, but you also want them to understand what translation is.”
He gives the example of a word Agualusa uses, soledad. “I have to choose between [the translation] solitude and loneliness, it could be either,” said Hahn, by way of explanation.
And to have a writer who will discuss which one to choose is fine. To have a writer who will say ‘no, no but I mean both’? Well, you can mean both all you want, but then it has to be in Portuguese.
“I think the most interesting thing is you discover things about your book that you didn’t know previously, so you learn about your own book,” added Agualusa of the translation process.
Hahn said he gets why writers are nervous about translation. “I completely understand if you are a writer who is very careful and very deliberate and trying to do something specific and is completely in control of your language,” he said.
Agualusa said that as an author, within five minutes of conversation you’ll know whether a translator is good or not.
“So sometimes you understand he is not so good, but you can do nothing,” he shrugged.
Luckily, he and Hahn have a very fruitful working relationship, and the work on the forthcoming book won’t need to be as intense as it as when they first started working together.
That sense of trust is key, but so too is being able to show off Agualusa’s writing in the best way possible. Luckily, Hahn’s own gift for writing makes it so.
“The difficult bit is creating something that is alive, in a way that some writing is alive and some writing is dead, and you want to make something that is still alive,” said Hahn.
That is the hard thing, not to make something that is clinging anxiously to the original, something that feels that it has a pulse, and muscle, and blood, and all those things.
A General Theory of Oblivion by José Eduardo Agualusa is available in all good bookshops.


Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Καινούργια πόλη παρουσίαση στην LIFO


Γράφει ο Χρήστος Παρίδης

Στα βιβλία του οι άνθρωποι ζουν πάθη σχεδόν ανομολόγητα, συχνά αποτρόπαια, σε φόντο μεταφυσικό ή μυθικό. Ο Θόδωρος Γρηγοριάδης καταγράφει τη  φυλή των ανθρώπων  χωρίς φτιασίδια, χωρίς αιτιολογήσεις, ενίοτε με λίγη μαγεία!    Στο τελευταίο του μυθιστόρημα ένας νέος άντρας, ο Μανόλης επιστρέφει στην Ελλάδα, ύστερα από κάποιο διάστημα που έζησε στη Σουηδία. Φυγαδεύει τη μάνα του από τον βορρά στον νότο για να τη σώσει από την κοινωνική κατακραυγή της αποπνικτικής επαρχίας καθώς έχασε τον άντρα της κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, τις οποίες ο συγγραφέας μας κρατάει για να μας τις αποκαλύψει σαν έκπληξη, κι αποτελεί το μυστικό των δύο, μάνας -γιού. Χαρακτηριστικό μοτίβο των βιβλίων του Γρηγοριάδη όπου πάντα οι άνθρωποι που περιγράφει συντηρούν μέσα τους κάποιο μυστικό που τους άλλαξε τη ροή της ζωής τους.  
Προσγειώνονται οι δυο τους στη μεγάλη πόλη, την Αθήνα των ‘90s, την εποχή του ΚΛΙΚ και της έκρηξης του lifestyle, των διαφημιστικών γραφείων και τον executives , των σήριαλ της ιδιωτικής τηλεόρασης και των γκουρμέ εστιατορίων, των πρώτων γκαλερί και του clubbing, των πρώτων περφόρμανς και των γκλάμορους σόου πίστας. Πριν δηλαδή ξεσπάσει το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου και αρχίσει η κάτω βόλτα. Όλο το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι ένας καταιγισμός ονομάτων και διασημοτήτων της αθηναϊκής ζωής, ένα ατέρμονο name dropping από όπου παρελαύνουν όλα τα ονόματα της σόου μπίζνες και της κεντρικής πολιτικής σκηνής καθώς λειτουργεί ως φόντο της εποχής που κατά κάποιο τρόπο επηρεάζει την επαγγελματική και προσωπική ζωή του Μανόλη, αλλά  και της Μαργαρίτας που επιβιώνει δίπλα σε μια γριά θεία στο Παγκράτι. Σαν χρονικό μιας εποχής αλαζονικής κι αλλοπαρμένης. Αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο: Δρόμοι, δρομάκια, κλαμπ, ρέστοραν, κέντρα, θέατρα, ταινίες, περιοδικά, εφημερίδες. Για όσους από εμάς τη ζήσαμε είναι σαν μια επιστροφή στο παρελθόν, μια σχεδόν γραφική αναπόληση. Ένα παρελθόν που μοιάζει μακρινό και απίστευτα παράταιρο σε σχέση με την τρέχουσα πραγματικότητα.

   Μια σειρά από ανεπίδοτες επιστολές της Μαργαρίτας στον γιο της λειτουργούν υποδόρια και λογοτεχνικά οδηγώντας το βιβλίο σε μια κορύφωση. Μια έμμεση αφήγηση που γίνεται χορός αρχαίου δράματος, ο σχολιασμός του συγγραφέα στη ζωή του Μανόλη έτσι όπως εκείνη εξελίσσεται. Η παράλληλη δράση, η τρίτη «ματιά» που ανοίγει στον αναγνώστη τις κρυφές αγωνίες μιας απελπισμένης κι ένοχης μάνας.    Η στάση βέβαια του Μανόλη από τη στιγμή που η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, είναι κάπως προφητική. Ο Μανόλης εγκαταλείπει την ανέμελη lifestyle ζωή του κέντρου, καταστρέφεται οικονομικά -όπως άλλωστε και η μάνα του-, σχεδόν πιάνει πάτο, βρίσκεται στο περιθώριο της πόλης, κι έτσι όταν εμφανίζεται ένας ανώνυμος αθλητής, φιγούρα εμβληματική του μυθιστορήματος, που συνεχώς τρέχει διασχίζοντας απ’ άκρη σε άκρη την Αθήνα, τον ακολουθεί θέλοντας από κάπου-κάποιον να πιαστεί, να τον φέρει στην επιφάνεια από την καταβύθιση στη ψυχική του  άβυσσο. Την ίδια στιγμή γύρω του η πόλη σείεται  από έναν καταστροφικό σεισμό, όπως ακριβώς στο τέλος του Παρταλιού στη Θεσσαλονίκη.  

Ο Γρηγοριάδης για μια ακόμα φορά πετυχαίνει να αναδείξει την εποχή του μέσα από ανθρώπους που βρέθηκαν να πληρώνουν το τίμημα των παράδοξων επιλογών τους. Που φέρουν τραύματα και έχουν και οι ίδιοι προκαλέσει πληγές και καταστροφές. Η «Καινούργια Πόλη» μοιάζει εξωφρενικά παλιά και φωτίζει έναν τύπο ανθρώπων που σήμερα σπανίζουν. Ή δεν τους βρίσκεις εύκολα στις διαδρομές του κέντρου. Άνθρωποι αγνοί, αφελείς, έκπληκτοι με το τουπέ και το θράσος της πρωτεύουσας όπου έχουν αποδράσει από το παρελθόν τους, και τα μέρη τους που τους έπνιγαν. Μια εποχή που μας άφησε συντρίμμια, κακόγουστες εικόνες στην τηλεόραση και χρέη.    Για όσους γνωρίζουν τη θεματική των βιβλίων του Γρηγοριάδης θα αναγνωρίσουν στον Μανόλη έναν από τους πρωταγωνιστές του πιο εμβληματικού του μυθιστορήματος «Το παρτάλι». Έτσι, πιάνοντας το νήμα από το προηγούμενο βιβλίο του « Ζωή μεθόρια» είναι σαν να ολοκληρώνει μια τριλογία ρίχνοντας, ίσως, τίτλους τέλους σε μία διαδρομή -το προσωπικό του σύμπαν- που ξεκίνησε με τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη βυζαντινή και ερωτική-ενοχική, μιας παρέας φοιτητών από την επαρχία οι οποίο περιδιαβαίνουν τον Βαρδάρη και ανακαλύπτουν τη ζωή και το ερωτικό παιχνίδι.    Εκεί, στο Παρτάλι ο Μανόλης, εντέλει «φυγαδεύεται» από τη μάνα του τη Μαργαρίτα ώστε να μην βυθιστεί στο «βούρκο». Αυτόν ακριβώς και τη δική του ιστορία ανασύρει το βιβλίο, 20 χρόνια μετά αν και η Καινούργιο πόλη στέκει και διαβάζεται εντελώς ανεξάρτητη από τα προηγούμενα.    Στην Καινούργια πόλη το χρέος του Μανόλη είναι απέναντι στον εαυτό του που αρνείται να απελευθερωθεί, να απογειωθεί, να βγάλει από πάνω του τον μανδύα της ηθικής και της τάξης. Να βυθιστεί –καταλυτικά- στο βούρκο από τον οποίο 20 χρόνια πριν τον ανέσυρε η μητέρα του νομίζοντας ότι τον έσωζε αλλά στην πραγματικότητα τον χαντάκωνε κάτω από την υπερπροστατευτική της φτερούγα – όπως όλες οι Ελληνίδες μάνες- παραπέτασμα από την κοινωνία και το μεγάλο ρίσκο της ζωής. Να τρέξει και να αποδράσει πίσω από τον δρομέα της Ακαδημίας Πλάτωνα, του Εθνικού Κήπου αλλά και της Πλατείας Βάθη. Σαν μια ανάταση στο μέλλον, σαν μια αργοπορημένη ενηλικίωση.  Πηγή: www.lifo.gr

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Ο Μάνος Κοντολέων για την Καινούργια πόλη στο diastiho



Γνωρίζω το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Θεόδωρου Γρηγοριάδη. Και έχω δηλώσει στο παρελθόν την άποψή μου πως ο Γρηγοριάδης είναι ο συγγραφέας εκείνος που αφήνει τον κεντρικό ρόλο στα μυθιστορήματά του να τον έχουν όχι μόνο (ή τόσο) τα κεντρικά πρόσωπα των έργων του όσο ο τόπος στον οποίο τα πρόσωπα αυτά ζούνε.
Επίσης έχω σημειώσει πως πρόκειται για ένα συγγραφέα που πολύ, πάρα πολύ συχνά έχει ως βάση των ιστοριών του περιοχές και πόλεις της Βόρειας Ελλάδας.
Παρόλα αυτά και η Αθήνα διεκδίκησε πρωταγωνιστικό ρόλο στο προτελευταίο του βιβλίο –«Το μυστικό της Έλλης» ήταν- όπως και σε αυτό το τελευταίο επίσης τον διεκδικεί.
Πέρα από την παρουσία ενός τόπου, ο Γρηγοριάδης συνηθίζει –τουλάχιστον σε αυτό το τελευταίο του έργο, αλλά και στο προηγούμενο, στο «Ζωή Μεθόρια»- να αναζητά το πώς μπορεί να περιγραφεί η σύγχρονη κοινωνική ιστορία της Ελλάδας μέσα από τις καθημερινότητες των ηρώων του.
Αφού, λοιπόν, στο προηγούμενο μυθιστόρημα οι μέρες της κεντρικής ηρωίδας του σηματοδότησαν την δεκαετία του ’80 (ήταν η εποχή όπου τα άτομα είχαν την ψευδαίσθηση πως έχουν στα χέρια τους το δικό τους μέλλον μα και το μέλλον ολόκληρης της χώρας), σε αυτό το τελευταίο του έργο  ο συγγραφέας προχωρεί στην επόμενη δεκαετία και κλείνει όλον τον αιώνα. Και βέβαια ο τόπος όπου αυτό το τέλος θα περιγραφεί δεν μπορούσε να ήταν άλλος από την πρωτεύουσα, την Αθήνα.
Το τέλος ενός αιώνα και μαζί το τέλος μιας εποχής. Σ΄ αυτό το τέλος πορεύονται και οι ήρωες του Γρηγοριάδη.
Κλείνει ο συγγραφέας τον αιώνα που τον γέννησε και κάνει προσκλητήριο σε πολλούς  από τους ήρωες προηγούμενων βιβλίων του. Όλοι τους άτομα που γεννήθηκαν μέσα στα χρόνια του 20ου και υπήρξαν θύματά του. Ο καθένας κάπου χάθηκε ή συμβιβάστηκε.
Σίγουρα πάντως η βασική ηρωίδα αυτού του μυθιστορήματος – η Μαργαρίτα- καθώς πλησιάζει το τέλος της βιολογική της ζωής, προλαβαίνει μόνη της να κατηφορίσει προς τη θάλασσα και … Σταδιακά έγινε μια κουκίδα που χάθηκε μέσα σε ένα τεράστιο ασημένιο σύννεφο που κατέβαινε, άπλωνε και έπνιγε τον αττικό ουρανό, μαζί και τη λαμπερή πολιτεία.
Η οικειοθελής αποχώρηση μπορεί  λοιπόν να εκφράζει μια αξιοπρεπή στάση.
Αλλά υπάρχει και μια άλλη τακτική - αυτό που δεν μπόρεσα μήτε να το κάνω δικό μου, μήτε κι εκείνο να με κερδίσει, καλύτερα να το αφήσω να προχωρά στον δικό του σχεδιασμό κι εγώ απλώς να το παρακολουθώ.
Ο Μανώλης –ο γιος της Μαργαρίτας και επίσης βασικό πρόσωπο του έργου- κάπου καθώς θα πλησιάζει στο μέσο του βίου του και καθώς ο αιώνας θα αποχωρεί, θα μας ενημερώσει … αναπτύσσω ταχύτητα και νιώθω ότι πετάω επιτέλους πάνω απ΄ όλους, πάνω από το κακό, εισπνέοντας τον πνιγμό της ατμόσφαιρας ενώ αυτό που αφήνω πίσω μου στα χαμηλά μοιάζει με μια άλλη, μια καινούργια πόλη.
Η καινούργια πόλη σε ποιους θα ανήκει και ποιους θα φιλοξενεί;
Οι ήρωες του Θεόδωρου  Γρηγοριάδη πάντως δεν θα ανήκουν στους πολίτες του 21ου αιώνα. Μείνανε εραστές μια ατομικής ελευθερίας και θιασώτες περιοχών όπου τα αδιέξοδα κυριαρχούσαν.
Η κεντρική πλοκή του μυθιστορήματος  δεν έχει και τόση σημασία. Θα ήταν ανώφελο να προσπαθήσει κάποιος να κάνει την περίληψή της. Και ασφαλώς θα αδικούσε όλο το έργο. Γιατί στην περίπτωση του Γρηγοριάδη ισχύει απόλυτα το αξίωμα που λέει πως λογοτεχνία δεν είναι τόσο  το τι λέγεται, όσο το πως λέγεται.
Μυθιστόρημα τέλους ενός αιώνα –έτσι εγώ διάβασα το «Καινούργια πόλη».
Αυτό το τέλος ο Γρηγοριάδης το περιγράφει με τρόπο ασυνήθιστο. Δεν στέκεται σε κεντρικά λάθη, δεν βροντοφωνάζει   τις παραλήψεις. Μένει στις λεπτομέρειες ή μάλλον αναφέρει τα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας του 20ου έτσι όπως τα εισέπρατταν οι απλοί άνθρωποι που βρέθηκαν να κατοικούνε  σε μία μεγαλούπολη που αποφάσιζε να υιοθετήσει ευρωπαϊκό προφίλ χωρίς να διαθέτει ευρωπαϊκή ιδιοσυγκρασία.
Πλήθος ασήμαντα γεγονότα, άσκοπές περιπλανήσεις στους δρόμους της πόλης, απρογραμμάτιστο ξόδεμα ονείρων και ταλέντων. Αστοί και μικροαστοί δεν αλλάζουν τον τρόπο σκέψης ούτε κάτι διαφορετικό κάνουν, απλώς μαθαίνουν το θάνατο του Ελύτη και του Χατζιδάκι και μπροστά στη λεηλασία της φούσκας του χρηματιστήριου εκείνοι αντί να διαμαρτυρηθούν θα προστρέξουν  στη βοήθεια της άνοιας.
Όλα αυτά δίπλα σε απλές αναφορές – πινελιές γεγονότων που χαρακτήριζαν την εποχή εκείνη* από την αρρώστια του Παπανδρέου έως τα μπαρ της μόδας και τα περιοδικά που καθορίζανε ένα τρόπο ζωής τυλιγμένης σε σελοφάν.
Και η γραφή του Γρηγοριάδη όλα αυτά να τα περιγράφει με μια διάθεση  απόμακρη, μα που με υπόγειους και ξαφνικούς ελιγμούς και να τα τέμνει σε βάθος.
Μυθιστόρημα που τελειοποιεί ένα συγκεκριμένο είδος αφήγησης –η λεπτομέρεια που ενώ δείχνει ασήμαντη, είναι αυτή που φωτίζει το σημαντικό όλο.
Και ένας συγγραφέας που αφού συγκατοίκησε με τους ήρωές του, τώρα αφήνει πίσω του το σπίτι που ο σεισμός γκρέμισε και τρέχει στους δρόμους να επικοινωνήσει με εκείνον –ήρωα προηγούμενου ή και μελλοντικού έργου;- που για χρόνια δεν του είχε δώσει την πρέπουσα  σημασία.
Έργο –το ομολογώ- αρκούντως κλειστό.  Κι όμως…  Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα, άλλοτε με τους ήρωές του κι άλλοτε ο ίδιος με τη γραφή του, μας μαθαίνει την Τέχνη τόσο του αποχαιρετισμού όσο και του καλωσορίσματος.



Πρώτη δημοσίευση: http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/7209-images-images-book-covers-2017-kainourgia-poli-jpg

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Κολμ Τοιμπίν : Όχι στα flash back, αφήστε κάτι στον αναγνώστη



Bad memories: Colm Tóibín urges authors to lose the flashback

Speaking at the Hay literary festival, the Irish novelist said modern writers should emulate Jane Austen and stop overdoing the backstory


Colm Tóibín has issued a rallying call against what he sees as the scourge of modern literature: flashbacks.

The Irish novelist said the narrative device was infuriating, with too many writers skipping back and forward in time to fill in all the gaps in a story.

“We are living in the most terrible age,” Tóibín told the Hay literary festival in Wales. “I know people are worried about Brexit and I know people worry about Donald Trump. But I worry about the flashback.

“You can’t read any book now – any book – without suddenly, on chapter 2, [the writer] taking you back to where everybody was 20 years ago. How their parents met, how their grandparents met.”

Tóibín was taking part in a panel discussion on Jane Austen, who, he said, wrote complex, layered characters without ever contemplating a flashback.

For example, he said, Mr Bennet in Pride and Prejudice is a number of different characters, with the reader feeling less on his side as the novel progresses. Fanny Price in Mansfield Park, meanwhile, is not very bright and then she is. “That lack of being obvious gives her a depth, especially her stubborn feelings.”



Tóibín urged writers to leave it to readers to figure out a person’s character. “I like the business of: we don’t know, it is left out, just imagine it yourself... you do it! I do not want to know how Mr Bennet met Mrs Bennet.” Having said that, how they met is a complete mystery, he said. “What happened that night?”

Tóibín said that although Mr and Mrs Bennet are not physically described in Pride and Prejudice’s first chapter, you know how to read both of them straight away from the things they say.

The panel was one of a number of Austen-themed events taking place in the run-up to the 200th anniversary of her death on 18 July. Tóibín was also launching his new book House of Names, a retelling of the classical Greek tales of the house of Atreus, including the stories of Agamemnon and his wife Clytemnestra, their son Orestes and daughters Iphigenia and Electra.