Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2019

Διήγημα από την συλλογή ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΔΩΣΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ



Κόκκινο μαγιό



Το πλήθος εξαφανίστηκε βγάζοντας δυνατές κραυγές, αφού προηγήθηκε ένα δευτερόλεπτο απόλυτης σιωπής. Του τρόμου. Οι μάνες μάζευαν τα παιδιά, τους κάλυπταν τα μάτια να μη βλέπουν άλλο το κακό. Ήταν ένα ζεστό, υγρό μεσημέρι, από εκείνα που εχθρεύεσαι τους ακατάδεχτους αέρηδες.
Είχα δει έναν φόνο. Τον πρώτο φόνο στη ζωή μου. Δεν ξέρω αν υπάρχουν φόνοι χειρότεροι ή καλύτεροι. Περισσότερο βίαιοι ή λιγότερο αιματηροί. Είχα δει πάντως έναν φόνο. Και δεν ξέρω αν έπρεπε να τον έχω δει. Αμέσως μετά έψαξα να βρω το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου κλειστό. Ήταν πιτσιλισμένο με τις λάσπες. Λάσπες που άφηναν ίχνη στο δάπεδο από ξυπόλυτα πόδια και σαγιονάρες. Το βιβλίο έσταζε σαν σφουγγάρι τις υγροποιημένες λέξεις.
Είχα δει έναν φόνο κι εγώ. Τελικά κανείς δεν είναι αθώος μπροστά σε μια σκηνή φόνου.
Τρία καλοκαίρια πέρασαν από τότε. Στο ίδιο ξενοδοχείο ερχόμασταν, στην ίδια αραβική βορειοαφρικάνικη πόλη, την Μπιζέρτε. Τα μπάνγκαλοου απεριποίητα, αφημένα.. Μωσαϊκά ρημαγμένα, οι τοίχοι του μπάνιου σκασμένοι, οι ντουλάπες έτοιμες να ξηλωθούν. Παλιά –λένε– στο Hotel Nador παραθέριζαν οι Τυνήσιοι υπουργοί και υψηλόβαθμοι. Δεν ήταν απλά ένα ξενοδοχείο αλλά ένα συγκρότημα λειτουργικών κτιριακών μονάδων και φύσης. Χορταστικοί χώροι που απλώνονταν μέχρι την παραλία. Τεράστια παρτέρια σχημάτιζαν δαιδαλώδη δρομάκια που τα διέσχιζες ελπίζοντας στη δροσιά τους, ειδικά όταν ο ήλιος ανέβαινε κατακόρυφα μεσημεριάτικα. Στην άλλη άκρη των μπάνγκαλοου βρισκόταν το κεντρικό κτίριο του ξενοδοχείου και από δίπλα το εστιατόριο και η πισίνα με το μπαρ.
Έχει άραγε σημασία πώς ήταν το ξενοδοχείο; Έπαιζε ρόλο η αραμπέσκ διακόσμησή του; Θα εγκαταλείψω την περιγραφή του κυρίως ξενοδοχείου για να μεταφερθούμε στο μπαρ, παραδίπλα. Θα μας προσπεράσει ένα αδύνατο γκαρσόν που φοράει μαύρο παντελόνι και λευκό πουκάμισο. Μας θυμάται από την προηγούμενη χρονιά, επειδή ήμασταν γενναιόδωροι στα φιλοδωρήματα. Συνήθως μόνον εμείς το έχουμε αυτό από τους Ευρωπαίους.
Και να μαστε στο μπαρ. Ένας μακρόστενος πάγκος, απέναντι με δυνατά χρώματα βαμμένη μια σκηνή. Εκεί γινόντουσαν τα σόου. Άθλια βραδινά σόου για τους θαμώνες και τους επισκέπτες που μπορούσαν να μπούνε στην ντίσκο για να πιουν. Και λοταρίες όπου με τα «τυχερά χαρτάκια» κέρδιζες κάτι ασήμαντα ποσά ή ποτά.
Τα μπαρ των τουριστικών ξενοδοχείων είναι οι μόνοι δημόσιοι χώροι όπου επιτρέπεται το αλκοόλ για τους ντόπιους. Οι περισσότεροι επιλέγουν μπίρα, ένα παρασκεύασμα που θυμίζει ούρα πριν από την παράδοσή τους στο μικροβιολογικό εργαστήριο. Μονοπώλιο το προϊόν, όπως ήταν μονοπώλιο, τριάντα χρόνια πριν στην πατρίδα μας, τα σπίρτα, το οινόπνευμα και άλλα προϊόντα. Εδώ ανήκαν σε έναν συγγενή του προέδρου Μπεν Αλί. Σε έναν άλλον συγγενή του ανήκε η κινητή τηλεφωνία. Όμως η μπίρα; Να μην μπορείς να διαλέξεις τη ζάλη σου;
Έχει στ’ αλήθεια σημασία να δεις πώς μεθάει ένας άνθρωπος όταν δεν είναι συνηθισμένος σε ποτό. Και μάλιστα πώς μεθάει στους κλειστούς χώρους, πώς εκτονώνεται σωματικά και κοινωνικά. Οι θαμώνες, συνήθως νέοι άντρες, αγοράζουν τις μπίρες δυο δυο και τις αραδιάζουν πάνω στο τραπέζι, ανοιχτές, δίπλα στα αδειανά μπουκάλια. Τους αρέσει αυτό το γυάλινο προπέτασμα που, αρκετές φορές, εκτοξεύεται πάνω σε κεφάλια και αντίπαλα σώματα. Ξεροσφύρι. Κι ο ήλιος καίει πάνω από τα κεφάλια τους. Οι πότες δε φοράνε μαγιό ούτε καπέλα. Έχουν έρθει από την πόλη με το λεωφορείο ή με το ταξί. Πάντως οι περισσότεροι προτιμάνε να πίνουν τα βράδια.
Εμείς –εγώ και οι δύο άλλοι φίλοι του καλοκαιριού– έχουμε φάει το μεσημεριανό μας, μέσα στην πόλη, ψάρι στη σχάρα, σε ένα στενό μαγαζί, απέναντι από την κλειστή αγορά. Μας τα ψήνει ένας γεράκος με ψάθινο καπέλο. Κάθε μεσημέρι στις δύο η ώρα, ενώ ο ιδρώτας στάζει στάλες.
Στον γυρισμό περνάμε για λίγο από την πισίνα για να πιούμε κάτι χωνευτικό, για να χαζέψουμε. Είναι η πιο χαλαρή ώρα του καλοκαιριού. Η πιο διαλυμένη. Τρεις με τέσσερις το μεσημέρι. Έχεις φάει, δεν μπορείς να κολυμπήσεις, δε νυστάζεις για να κοιμηθείς, δεν έχεις όρεξη παρά να διεκδικήσεις μια οπτική γωνία στην πισίνα, πιστεύοντας ότι κατέχεις την πιο προνομιακή θέση του κόσμου. Ακόμη και οι τεράστιες φοινικιές βαριούνται να σηκώσουν το βάρος των κλαδιών, τους που, τσουρουφλισμένα, γέρνουν μπας και βρούνε κι εκείνα ένα δροσερό αποκούμπι.
Η πισίνα. Μυρωδιά από πίτσα και τηγανητά καλαμαράκια. Κάτι μου θυμίζει κι εδώ ο χώρος. Οι πόλεις της Μεσογείου, χριστιανικές ή μουσουλμανικές, δεν κόπιασαν και πολύ για να μην είναι ίδιες.
Οι πλαστικές πολυθρόνες. Ίδια πατέντα. Ιδρώτες από τους προηγούμενους. Διαλέγω μία. Από πάνω μου η ομπρέλα και η σκιά του μπαρ. Ξαπλώνω μόνος μου, γιατί οι άλλοι αργούνε στη ρεσεψιόν με τα λεφτά που ασφαλίζουμε στις θυρίδες. Τελευταία άρχισαν να παραβιάζονται οι πόρτες των μπάνγκαλοου. Διάφοροι τύποι σού χαμογελάνε και ύστερα δεν καταλαβαίνεις πότε χάνεται το σακίδιο με τα πιο χρηστικά αντικείμενα.
Η ξαπλώστρα μου. Φωνές και πλατσουρίσματα στην τετραγωνισμένη ψευδαίσθηση της θάλασσας. Γιατί δεν πάνε να κολυμπήσουν είκοσι μέτρα πιο κάτω στην ακτή; Εκεί ούτε εισιτήριο δε θα πληρώνανε. Είναι ακριβώς η θέση αυτή απ’ όπου βλέπω σταθερά έναν κορμό αντρικό. Ξαπλωμένο, με αδύνατα μελαψά πόδια, τσουρουφλισμένες τρίχες. Πάνω από τα γόνατα αρχίζει το καλοκαιρινό παντελονάκι, το οποίο ανέκαθεν θεωρούσα ανθυγιεινό όταν κολλάει βρεγμένο πάνω σου, στο ένα τρίτο του κορμιού. Η θάλασσα θέλει ελεύθερο σώμα, χωρίς ρούχα, να αναπνέει στην αύρα και να συλλέγει σε κάθε γωνιά τον ήλιο ή την αντηλιά. Εννοείται ότι λίγα τέτοια μέρη θα βρεις πια στον κόσμο, είτε γιατί οι χώροι γυμνιστών κατακλύστηκαν από ντυμένους μπανιστηρτζήδες είτε γιατί οι άνθρωποι δεν πίστεψαν ποτέ στη γυμνότητα του σώματος. Επιστρέφουμε σε μέρες συντηρητικές ξανά. Ακόμη και ο τουρισμός. Μια ξεφτισμένη μορφή ταξιδιού και άσκοπης ταλαιπωρίας που δικαιωματικά υιοθετήθηκε από κάθε τρομαγμένο πολίτη.
Εμείς πιστεύαμε ότι στην χώρα αυτή θα ξαναβρίσκαμε κάποια πράγματα που είχαν χαθεί στη δική μας. Απλή ζωή, περιπλάνηση σε αλώβητα χωριά, φτηνή διατροφή, καθαρές ύλες, που λέμε. Ταξιδεύαμε μακριά από οργανωμένα γκρουπ και είχαμε επιλέξει τοποθεσίες που δε βολεύανε τις συγκεκριμένες επιλογές των ταξιδιωτικών γραφείων. Μέχρις ενός σημείου είχαμε πετύχει μια κάποια ανεξαρτησία που ορισμένες φορές φάνταζε αδιακρισία. Γιατί θα έλεγες ότι σε ορισμένες χώρες ο τουρισμός έχει τις δικές του «ζώνες ανοχής» και στις υπόλοιπες πρέπει να φροντίζεις από μόνος σου.
Θέλω να πω, προσπαθώντας να δικαιολογήσω ακόμη τον τρόμο μου, ότι ίσως να μην έβλεπα τον φόνο μπροστά στα μάτια μου αν ανήκαμε στους «συνηθισμένους» ταξιδιώτες, με τα ειδικά γι’ αυτούς ξενοδοχεία και τις συγκεκριμένες διαδρομές. Όπως επιλέγεις τις ομορφιές και τις αποδράσεις σου, με τον ίδιο τρόπο επιλέγεις και τους κινδύνους σου. Εκείνο το μεσημέρι το σώμα που είχα επιλέξει να βλέπω αναγκαστικά, ξαπλωμένος στην πλαστική πολυθρόνα, ήταν άραγε επιλογή της στιγμής ή η εμμονή μου να καρφώνω το βλέμμα πάνω σε μια επιφάνεια και να το ξεκουράζω;
Το μαγιό κόκκινο, με διάσπαρτα σχεδιάκια παντού, που δεν ξεχώριζαν αλλά έδιναν από μακριά μια ανάσα στην εμμονή του έντονου χρώματος. Το σορτς τραβήχτηκε προς τα επάνω, καθώς τα δυο κοκαλιάρικα πόδια ανασηκώθηκαν και στυλώθηκαν. Για ένα δευτερόλεπτο και μόνο είδα ένα χέρι να κρατάει κάτι κολλημένο στο πλευρό. Να βαδίζει, το σώμα. Στιγμές λιγότερο σύντομες από δευτερόλεπτα. Κραυγές ικετευτικές. Ανασηκώθηκε. Ο άνθρωπος με το κόκκινο μαγιό κρατούσε απειλητικά ένα μαχαίρι πάνω από έναν εύσωμο τύπο, που, γονατιστός δίπλα στην πισίνα, έκλαιγε σαν απελπισμένο παιδί. Κι ο ψηλός τιμωρός έλεγε κάτι απειλητικά και δεν καταλάβαινα, και όλοι είχαν παγώσει γύρω από την πισίνα και κανείς δεν τολμούσε να μπει ανάμεσά τους, κάτω από τον ανελέητο ήλιο.
Είδα το μαχαίρι να κατεβαίνει χορταστικά δυο τρεις φορές.
Ο χοντρός, με τα ρούχα, κύλησε στα νερά, αφήνοντας γύρω του ένα κατακόκκινο πεδίο αίματος, χλωριωμένου αίματος.
Τότε ξέσπασαν οι κραυγές και οι τσιρίδες και άρχισαν ξαφνικά όλοι να τρέχουν μακριά από τον τόπο του φονικού. Τότε που κανείς τους δεν κινδύνευε. Τότε, μην έχοντας διακινδυνεύσει τίποτε.
Ο εκτελεστής πέταξε το μαχαίρι μέσα στην πισίνα και έφυγε καμαρωτός. Τα γκαρσόνια προσπαθούσαν να βγάλουν το πτώμα από τα αιματοβαμμένα νερά. Γύρισα στο δωμάτιο με κομμένα πόδια, ακολουθώντας με το βλέμμα μου την πορεία του φονιά προς την έξοδο του ξενοδοχείου. Κανείς δεν τολμούσε να τον πλησιάσει και δεν υπήρχε λόγος. Ίσως περίμενε κι ο ίδιος να συλληφθεί λίγο παρακάτω, λίγο αργότερα, όταν θα κατέφθανε η αστυνομία.
Έχουν άραγε σημασία οι δικές μου αντιδράσεις όταν γύρισα στο δωμάτιο και χτυπούσα την πόρτα να μου ανοίξουν οι άλλοι; Έλειπαν. Άρπαξα το μπουκάλι με το ουίσκι, το ενάμισι λίτρο των duty free, και ήπια κάνα δυο σφηνάκια. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Δεν είχα να σχολιάσω τίποτε, ούτε και θα μπορούσα εύκολα να περιγράψω τη σκηνή στους δικούς μου, που κατέφθασαν λίγο αργότερα γελώντας απορημένοι, «τι να έγινε πάλι στην πισίνα...». Συνήθως τα βράδια γίνεται ο χαμός εκεί μέσα, σπάνε μπουκάλια και ματώνουν κάνα δυο μπράτσα ή μύτες…
Το βραδάκι μάθαμε ότι ο μαχαιρωμένος ήταν ο καινούργιος πορτιέρης στην είσοδο του ξενοδοχείου. Αρνήθηκε να βάλει μέσα τον φονιά ένα βράδυ. Κάτι τέτοιο. Ζήτημα τιμής. Και ειδικά για έναν ντόπιο που γύρισε από τα ξένα για καλοκαιρινές διακοπές στην πατρίδα του. Ύστερα από τόσες ταπεινώσεις και αγώνες στην ευρωπαϊκή ήπειρο (στη Γαλλία συγκεκριμένα), ποιος συμπατριώτης του θα τολμούσε να του αρνηθεί την είσοδο στο κωλο-μπαρ;
Αυτήν τουλάχιστον την εκδοχή ακούσαμε. Οι επόμενες μέρες ήταν ήπιες στην πισίνα αλλά όχι στην ψυχή μου. Προσπαθούσα, διαβάζοντας τον Αιχμάλωτο του Έρωτα, να εξηγήσω κάτι από το πάθος και τη βία των Αράβων. Μόνον που οι Παλαιστίνιοι του Ζενέ μάχονταν για άλλους αποκλεισμούς. Το βιβλίο του Ζενέ ήταν περισσότερο απειλητικό από τα χέρια του δράστη.
Φύγαμε από την πόλη χωρίς ποτέ να μάθουμε τι είχε συμβεί μετά.
Το επόμενο καλοκαίρι, στο ίδιο ξενοδοχείο, τον ίδιο μήνα, μάθαμε ότι ο δράστης βάδιζε δυο μέρες χωρίς να συλληφθεί. Στην πόλη που άφησε για να ψάξει καλύτερες μέρες σε μια ξένη χώρα. Ένας ή δύο φίλοι του μαχαιρωμένου τον σκότωσαν, επίσης με μαχαίρι, μέσα στα στενά δρομάκια.
Αυτόν τον φόνο δεν τον πρόλαβα... Αλλά για δεύτερη φορά ταραζόμουν. Ήξερα ήδη τον σκοτωμένο δράστη. Φανταζόμουν πως θα αποδέχτηκε τη δική του τιμωρία. Για μέρες τον έφερνα στο μυαλό να φεύγει με το κόκκινο μαγιό. Να προχωράει. Κι εμείς πίσω, να βουτάμε στην πισίνα, που είχε πια αλλάξει νερά, ενώ κάποια στίγματα, στα μάρμαρα, δεν ξεπλύθηκαν ποτέ.
Κι ο ήλιος να μας καίει συνεχώς. Ενώ οι σκοτωμένοι δε θα χρειάζονται αντιηλιακό χωμένοι στη γη.

(Ιούνιος 2006)

HETERON 1/2, τεύχος τρίτο Μάιος 2007



Τρίτη, 6 Αυγούστου 2019

The Golden Odyssey μια θεατρική ανάγνωση






Για άλλη μια φορά η πόλη της Καβάλας, που τόσο πολύ έχω περιγράψει στα πεζογραφήματά μου, μου δίνει χώρο και έμπνευση για ένα καινούργιο έργο.
Θεωρώ γούρι την πόλη, δεν ξεχνώ ότι το μυθιστόρημα “Ζωή μεθόρια”, που ξεκινάει από την Καβάλα και συνεχίζεται με τον Γιάννη τον πρωταγωνιστή και εραστή της Ζωής, μου χάρισε το Κρατικό βραβείο Μυθιστορήματος το 2016.
Θα ήθελα σημειώσω ότι μαζί με τον Θοδωρή Γκόνη έχουμε συνεργαστεί άλλες τρεις φορές.
Η “Δεύτερη γέννα”, μια νουβέλα που διαδραματίζεται στην Αθήνα αλλά η αφηγήτρια είναι Καβαλιώτισσα, παίχτηκε από την Φιλαρέτη Κομνηνού με μεγάλη επιτυχία.
Ακολούθησε ένα σύντομο θεατρικό έργο “Οι Βλαβερές αναγνώσεις” που παρουσιάστηκε στο Απεντομωτήριο.
“Ο ξεχασμένος άγγελος των Φιλίππων, που ακούστηκε μέσα στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων μαζί με άλλα σημαντικά κλασικά κείμενα παιγμένο από τον Δημήτρη Κοντό, ήταν από τις πιο σημαντικές στιγμές της συγγραφικής μου πορείας.

Τα τρία έργα που προανέφερα, όπως και αυτό της Χρυσής Οδύσσειας, ήταν αναθέσεις, γράφτηκαν ύστερα από πρόσκληση του Θοδωρή Γκόνη ο οποίος ουδέποτε ζήτησε να διαβάσει το κείμενο πριν του παραδοθεί κάτι που δεν είναι συνηθισμένο στο χώρο αυτό. Με τον Θοδωρή Γκόνη υπάρχει πνευματική αλληλοκατανόηση και εμπιστοσύνη καιρό τώρα και θα συνεχιστεί.

Όταν λοιπόν μου ζήτησε ένα κείμενο εμπνευσμένο από την Οδύσσεια, μου ανέφερε μόνον την φράση κλειδί, η τέχνη της επιβίωσης.
Στην Οδύσσεια κυριαρχούν δεκάδες μεγάλα θέματα όπως ο νόστος, η επιστροφή, ο πόλεμος, ο θάνατος. Εκατοντάδες χρόνια τώρα το έργο αυτό διαβάζεται αδιάλλειπτα και κάθε φορά μπορεί κανείς να ανακαλύψει μια διαφορετική εκδοχή. Γι αυτό άλλωστε είναι και ένα τόσο σπουδαίο, ίσως από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας κληρονομιάς.
Τι να έγραφα λοιπόν, όταν κάθε τόσο, παράγεται ένα ποίημα, ένα μυθιστόρημα, μια παράσταση κλπ;

Στο μυαλό μου ήρθε μια ιστορία που είχα ακούσει πριν λίγα χρόνια από έναν άνθρωπο του θεατρικού χώρου. Για την συμμετοχή του σε μια πλωτή διασκεδαστική εκδοχή της Οδύσσειας.


Δούλεψα πολύ τον χειμώνα, προέκυψε ένα κείμενο πολυσέλιδο από το οποίο θα ακουστούν τα περισσότερα σημεία. Τι διηγούμαι σ' αυτή την πρωτοπρόσωπη αφήγηση;
Μια ομάδα Ελλήνων καλλιτεχνών, ένας σκηνοθέτης με την γυναίκα του, κάποιοι άνεργοι ηθοποιοί κι ένας σκηνογράφος αλλά και μάγειροι, ναυτικοί και ξένοι παραγωγοί επιβιβάζονται πάνω σε ένα γιοτ ακολουθώντας το πολυτελέστατο γιοτ ενός Ρώσου πολυεκατομμυριούχου. Άλλα δύο βοηθητικά γιοτ με σκηνικά συμπληρώνουν τον στολίσκο των τεσσάρων πλεούμενων.

Είναι καλοκαίρι, 2ο12, εν μέσω της οικονομικής κρίσης. Για τον “ελληνικό θίασο” δώδεκα μέρες δουλειάς με σίγουρα λεφτά είναι μια ανάσα στις βασικές τους ανάγκες.
Και τι θέλει ο Ρώσος ολιγάρχης; Μια Οδύσσεια κομμένη και ραμένη στα μέτρα του και της οικογένειάς του για να διασκεδάσουν στα νερά του Ιονίου και Αιγαίου πελάγους. Ζητάει να παιχθούν κάποια επεισόδια του έπους, καθώς τα γιοτ θα σταματούν σε ελληνικά νησιά που μερικές φορές ταυτίζονται και με τους τόπους της ομηρικής γεωγραφίας. Απαιτεί να προσαρμοστούν οι ομηρικές ιστορίες σε ένα παιγνίδι αναζήτησης του χρυσού ώστε να εθιστούν τα παιδιά του και να διασκεδάσουν οικογενειακά.
Ο Ρώσος δηλαδή παραγγέλνει και αγοράζει μια Οδύσσεια στα μέτρα του.
Φυσικά η όλη κατάσταση είναι μια performance εν πλω, ένας πλωτός θίασος, που αγωνίζεται να αναβιώσει επεισόδια από την Οδύσσεια, αλλά πολλές φορές η ιστορία, το ομηρικό έπος, ξεφεύγει, κινδυνεύει να βουλιάξει όπως και τα σκάφη της Χρυσής αυτής Οδύσσειας με αποτέλεσμα πολλές κωμικοτραγικές καταστάσεις.
Αυτό που συμβαίνει με την Οδύσσεια είναι συνέπεια της μεγάλης της εμβέλειας. Όπως με την Βίβλο, που είναι ένα αφήγημα για την αγάπη, την επιβίωση, τους απλούς ανθρώπους και την ανάγκη πανανθρώπινης συνύπαρξης όμως δεν διαβάζει έτσι αλλά το ερμηνεύεται ανάλογα με τα θρησκευτικά συστήματα και τις πολιτικοκοινωνικές ανάγκες έτσι και η Οδύσσεια έχει ξεφύγει πια από τον αρχικό της χωροχρόνο, που ήταν μια σειρά από ραψωδίες που απαγγέλονταν για να συγκινήσουν, να διασκεδάσουν, να διαδώσουν ιστορία και μύθους.

Σήμερα ζούμε την αναπαραγωγή της Οδύσσειας, όπου κάθε χαρακτήρας, επεισόδιο, σύμβολο ή νόημα αναπαράγεται, εμπνέει καλώς ή κακώς, μεταμορφώνεται και πολλαπλασιάζεται. Με βάση την Οδύσσεια υπάρχει μια δευτερογενής χρήση της από καλλιτέχνες, συγγραφείς, διαφημιστές, πολιτικούς, από τον οποιονδήποτε χωρίς καν να έχουν διαβάσει το πρότυπο.
Ζούμε πια την μετά Οδύσσεια εποχή, τις πολλές Οδύσσειες, βιώνουμε την παροδύσσεια ενός έπους και την υπερχρήση του και γιατί όχι ένα αδιανότητο ξαναγράψιμό της-σαν τον Δον Κιχώτη που ξαναγράφεται στο διήγημα του Μπόρχες.
Ακριβώς εκεί εστιάζει και η Golden Odyssey που έχω γράψει. Είναι η άλλη μια εφαρμογή της ιδέας σε μορφή μιας πρωτοπρόσωπης νουβέλας, θα την έλεγα “διήγηση” καλύτερα που σατιρίζει την τάση αυτή.
Ούτως ή άλλως ξαναδιαβάζοντας την Οδύσσεια -κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές -ανακάλυψα αυτήν την κωμική της διάσταση, την προσαρμοστικότητα των ηρώων της, τις υπερβολές τους, τις υπεκφυγές, τις προσποιήσεις, τις μεταμφιέσεις, τους αγώνες επιβίωσης.
Ας μην ξεχνάμε ότι οι ραψωδίες διασκέδαζαν τον κόσμο, τον μυούσαν στην τέχνη και τον σαγήνευαν. Πέρα από την κλασικιστική της προσέγγιση η Οδύσσεια κρύβει σαρκασμό, παιγνίδι και χιούμορ.
Και σκέφτηκα ότι μπορούμε να φτιάξουμε μια παρωδία παίρνοντάς την σοβαρά όπως στα σοβαρά είχαν πάρει και τους ρόλους τους όσοι συμμετείχαν στον θίασο της Χρυσής Οδύσσειας το 2012.
Το βράδυ της 5ης Αυγούστου ελπίζω να επιπλεύσουμε στην ζωή και στην τέχνη, για άλλη μια φορά, θίασος και θεατές.


















κ


Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, 2017-1983


Αυτά τα μυθιστορήματα έχουν βραβευτεί από το Υπουργείο Πολιτισμού. Άραγε υπήρξε ποτέ κάποια μέριμνα για τα κείμενα αυτά; Προωθήθηκαν μεταφραστικά; Κυκλοφορούν ακόμη; Δεν ανήκουν στην "πολιτιστική κληρονομιά" του συγκεκριμένου Υπουργείου;
Αναγνωστικά διαβάστηκαν όσο έπρεπε; Οι αναγνώστες και οι κριτικοί επιστρέφουν σ΄αυτά; Είναι τελικά λίστες μνήμης και μόνον ή δείκτες μιας συγκεκριμένης εποχής, μιας συγγραφικής τάσης ή ακόμη και πολιτικοκοινωνικής έκφρασης;
[2017] Μοδινός, Μιχάλης, Εκουατόρια
[2016] Γρηγοριάδης, Θεόδωρος, Ζωή μεθόρια
[2015] Χωμενίδης, Χρήστος, Νίκη
[2014] Νόλλας, Δημήτρης, 1940-, Το ταξίδι στην Ελλάδα
[2013] Αναστασέα, Νίκη, 1947-2019, Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι
[2012] Συμπάρδης, Γιώργος, Υπόσχεση γάμου
[2011] Κοροβίνης, Θωμάς, 1953-, Ο γύρος του θανάτου
[2010] Ηλιοπούλου, Βασιλική, Σμιθ
[2009] Ατζακάς, Γιάννης, Θολός βυθός
[2008] Λεονάρδος, Γιώργος, Ο τελευταίος Παλαιολόγος
[2007] Καρυστιάνη, Ιωάννα, 1952-, Σουέλ
[2006] Κακούρη, Αθηνά, 1928-, Θέκλη
[2005] Ελευθερίου, Μάνος, 1938-2018, Ο καιρός των χρυσανθέμων
[2004] Αλεξάκης, Βασίλης, 1943-, Οι ξένες λέξεις
[2003] Δημητριάδης, Δημήτρης, 1944- , Η ανθρωπωδία,
[2002] Ζατέλη, Ζυράννα, Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους: Ο θάνατος ήρθε τελευταίος,
[2002] Κουμανταρέας, Μένης, 1931-2014, Δυο φορές Έλληνας
[2001] Θέμελης, Νίκος, 1947-2011, Η ανατροπή
[2000] Σωτηροπούλου, Έρση, Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές
[1999] Γαλανάκη, Ρέα, 1947-, Ελένη ή ο Κανένας
[1998] Καρυστιάνη, Ιωάννα, 1952-, Μικρά Αγγλία
[1997] Μπακόλας, Νίκος, Η ατέλειωτη γραφή του αίματος
[1996] Μήτσου, Ανδρέας, Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου
[1995] Σουρούνης, Αντώνης, 1942-2016, Ο χορός των ρόδων
[1994] Ζατέλη, Ζυράννα, Και με το φως του λύκου επανέρχονται
[1993] Νόλλας, Δημήτρης, 1940-, Ο τύμβος κοντά στη θάλασσα
[1992] Νενεδάκης, Ανδρέας, Οι βουκέφαλοι
[1990] Βαλτινός, Θανάσης, 1932-, Στοιχεία για τη δεκαετία του '60
[1989] Μούλιος, Φάνης, Οι κληρονόμοι
[1988] Νίκος Μπακόλας «Η μεγάλη πλατεία»
[1987] Ανδρέας Φραγκιάς «Το πλήθος»
[1986] Αλέξανδρος Κοτζιάς «Φανταστική περιπέτεια»
[1985] Τάσος Αθανασιάδης «Οι τελευταίοι εγγονοί»
[1984] Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης «Πόλεως και νομού Δράμας παραμυθία»
[1983] Γιώργης Γιατρομανωλάκης «Ιστορία»

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2019

Φεστιβάλ Καβάλας, “Οδύσσεια οδηγός επιβίωσης"




Δευτέρα 5 Αυγούστου: 2019 
“The Golden Odyssey”

Μια διήγηση που έγραψα για το Φεστιβάλ Καβάλας, μια αφήγηση που δεν στηρίζεται κατ΄ανάγκη σε φανταστικά γεγονότα...
Ένας θίασος ελληνικός αναλαμβάνει να αναπαραστήσει επεισόδια της Οδύσσειας σε μια πανάκριβη παραγωγή παραγγελία ενός Ρώσου ολιγάρχη. Το δεκαήμερο ταξίδι, στα ελληνικά πέλαγα και νησιά, είναι μια διαφορετική “Οδύσσεια” για κάθε πλευρά. Η ελληνική αποστολή, που αναγκάζεται να υποκύψει στις απαιτήσεις του Ρώσου και της οικογένειάς του, ο προσεταιρισμός των μυθολογικών ηρώων στο προφίλ ενός σύγχρονου δισεκατομμυριούχου.
Για ποια Οδύσσεια μιλάμε λοιπόν, για την πολύχρυση ρώσικη παραγωγή ή τον αγώνα μερικών καλλιτεχνών να επιβιώσουν στις αρχές της οικονομικής κρίσης;
Ένα κωμικό, γλυκόπικρο κείμενο, όπως άλλωστε είναι η πηγή του, οι θαυμαστές ραψωδίες. Μια σύγχρονη ματιά στην δική μας Οδύσσεια, χωρίς σοβαροφάνεια και με αληθινή αγάπη για το μακρινό, πολύτιμο τραγούδι του Ομήρου.

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2019

Αμερικανική λογοτεχνία. Σεμινάριο.



Το Τμήμα Δημοσίων και Μορφωτικών Υποθέσεων της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Αθήνα διοργανώνει, στο χώρο εκδηλώσεων του Athens American Center, έναν κύκλο δέκα σεμιναρίων-εισηγήσεων, με επίκεντρο την Αμερικανική λογοτεχνία. 
Για δέκα Τετάρτες του φθινοπώρου, μαζί με τον αγαπημένο συγγραφέα Βαγγέλη Προβιά, θα ταξιδέψουμε στην λογοτεχνία των Η.Π.Α., μέσω δέκα μεγάλων συγγραφέων κ των έργων τους. Μέλβιλ, Τουέην, Μόρισον, Ρόμπινσον, Λε Γκεν, Ροθ, Φώκνερ, Ευγενίδης, Λόρι Μουρ. 
Το πρόγραμμα απευθύνεται σε φιλολόγους, καθηγητές Αγγλικών κ σε εισηγητές σεμιναρίων γραφής κ συντονιστές λεσχών ανάγνωσης. Η συμμετοχή στο πρόγραμμα, που θα γίνει στα ελληνικά, είναι δωρεάν.
Οι συναντήσεις θα πραγματοποιούνται κάθε Τετάρτη, από τις 18:00 έως τις 21:00 (Λεωφόρος Μεσογείων 109-111, Σταθμός Μετρό Κατεχάκη).
H πρώτη συνάντηση θα γίνει την Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου.
Είναι δωρεάν αλλά υπάρχει περιορισμός στις θέσεις... Σπεύσατε. 

Πρακτικές πληροφορίες κ η αίτηση εδώ:
https://amlit2019.weebly.com/


Καλή αντάμωση τον Σεπτέμβριο.

Ανυπομονούμε.

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2019

Η Σαλονίκη και το πριν/περήφανο Παρτάλι



...Καλά, κορόιδευε εσύ. Αν έβλεπες τον Έρικ με βρακί, θα σου κοβόταν η όρεξη, που σου είναι και κομμένη, απ’ ό,τι βλέπω... Εκείνο το βράδυ που ήρθε ο Έρικ – έξω χαλούσε ο κόσμος. Καταιγίδα, βροντές, αστραπές. O βαρδάρης λυσσομανούσε. Ξερίζωνε δένδρα, τα παντζούρια μας, πατ κιουτ, κομματιάστηκαν. Έσταζαν τα δωμάτια νερά. Το ξενοδοχείο άδειαζε μέρα με τη μέρα, μόνο για λίγες ώρες έρχονταν πια οι άνθρωποι, για να κάνουν σεξ. Γαμιστρώνας θα γίνει το ξενοδοχείο, γκρίνιαζε η Στελίνα. «Εσύ φταις» της έλεγα και ο Έρικ στεναχωριόταν. Ήταν ο μόνος κανονικός πελάτης. «Τι έχεις» του λέω. «Τι να έχω» μου λέει με σπασμένα ελληνικά, αλλά τώρα τα μιλούσε καλύτερα, γιατί διάβαζε ελληνικά βιβλία, «τώρα που θα χειμωνιάσει σκέφτομαι ότι πρέπει να αλλάξω σπίτι, να πάω να ζήσω κάπου σαν άνθρωπος. Έχει πολλή υγρασία εδώ μέσα».
Η μούχλα τού έφταιγε; Τότε κατάλαβα ότι εκεί μέσα στο ξενοδοχείο και εγώ και η Αλόη ζούσαμε σαν σε ίδρυμα. Κλεισμένοι πάλι από τον κόσμο, κι ας ήμασταν downtown, στα Λαδάδικα.
«Nα πας» του λέω. Τι να πω, έτσι που ήμουν, πώς να αντιδράσω, κοτζάμ αγόρι ντυμένος Ροσάνα Ποντεστά!
Μάικ! Άκου με και μην κοιτάς τριγύρω. Χέσε τον κόσμο, αγόρι μου. Shit! Άκου τι γυρίζει και μου λέει ο bastardάκος:
«Partales, ο μόνος λόγος που μένω εδώ μέσα είσαι εσύ. Μου αρέσεις. Χαίρομαι που σε βλέπω. Μάθε κάτι. Σε βλέπω σαν κορίτσι, όχι σαν αγόρι που είσαι στ’ αλήθεια, και αυτό με στεναχωρεί. Τρελαίνομαι από τη στεναχώρια. Γιατί να μην είσαι μια κοπέλα nοrmal...».
Η λέξη νορμάλ με τσάκισε. Και σήμερα που την ακούω χτυπάει καμπάνα εσπερινός στ’ αυτιά μου.
«Κι αν ήμουν σαν κορίτσι;» γυρνάω και τον ρωτάω.
«Αν ήσουν, δεν ξέρω, μπορεί και να σε ερωτευόμουν. Όμως δεν είσαι, Partales, δεν είσαι. Τι κρίμα».
Τι κρίμα!!
Και τότε, Μάικ, άκουσε, αγόρι μου, τη σκηνή, γιατί κανείς δεν έζησε τέτοιον έρωτα στην Ελλάδα και σ’ ολόκληρη την υδρόγειο, ούτε στο Ποτέ την Κυριακή, που είδαμε με τον Έρικ μια Δευτέρα. Πέφτει ο bastard στην αγκαλιά μου και κλαίει με λυγμό και οδυρμό. Nα ουρλιάζει αμερικάνικα και ελληνικά κι αρχελληνικά και να λέει: «Γιατί, γιατί δεν είσαι γυναίκα, γιατί δεν είσαι αληθινό κορίτσι; Θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου!».
Nα κάνει έρωτα μαζί μου! Τέτοιο καημό δεν είδα στη ζωή μου, να με κάψουν τα δώδεκα Ευαγγέλια. Άκου τώρα τι ένιωσα εγώ. Παλιά, πριν από χρόνια, ένα πρωί κατάλαβα ότι μια μέρα θα πεθάνω. Το ένιωσα! Τρομοκρατήθ’κα! Είπα μέσα μου είναι αλήθεια. Μια μέρα θα πεθάνεις. Τώρα καταλάβαινα ότι κάποιος άλλος πέθαινε για μένα, επειδή δεν ήμουν αυτό που εκείνος περίμενε...
Ξεκόλλησα από πάνω του. Ήμουν είκοσι οκτώ χρονών και οκτώ μήνες just και είχα στο παθητικό μου το βιασμό του Βούλγαρου. Α, σημείωσε και κάτι: O Βούλγαρος ήταν tremendously sexy. Γαμησερότατος. Nα τ’ ακούς εσύ, που τον βγάλατε κακό στα θέατρα. Μπορεί οι Βούλγαροι να βάλανε φωτιές στα χωριά μας, αλλά αυτός έβαζε φωτιά σε ποδιές και σε κιλότες. Και να ’ταν μόνο αυτό, πουλάκι μου! Μόλις φύγαμε εμείς από το χωριό, μια άλλη, μεγαλύτερη κοπέλα, η Περσεφόνη, τον άρπαξε και έφυγαν. Βούιξε ο τόπος τότε. Και έφυγαν στην Αυστραλία, γιατί την γκάστρωσε. Και από τότε κανείς δεν τους ξανάδε. Φρουτ... τα πουλάκια μ’!!
Κούνησα κι εγώ το κωλαράκι μ’, δε λέω! Ζήλευα την Αλόη. Ήθελα να κάνω τα ίδια καμώματα! Nαι, ναι, τολμώ να ομολογήσω ότι τον προκάλεσα. Ό,τι έγινε έγινε. Δεν κάθισα με άδεια χεράκια. Μη νομίσεις όμως, δεν ήμουνα του σχοινιού και του παλουκιού. Πονεμένο ήμουνα. Από τότε κανένας άλλος δε με πήρε ποτέ, να πέσει η πολυκατοικία και να με πλακώσει αν λέω ψέματα. Ανατρίχιαζα να έχω άλλον άντρα μέσα μου. O Έρικ έμοιαζε με το Βούλγαρο. Είχα ’πωθημένο με αυτόν. Ίδιο μαλλί, ίδια μάτια, ίδιο ύψος!

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

Φεστιβάλ Φιλίππων : The Golden Odyssey.

Ανακοινώθηκε το πρόγραμμα του φετινού Φεστιβάλ Φιλίππων και Καβάλας που θα είναι αφιερωμένο στην Οδύσσεια, η τέχνη της επιβίωσης. 

  
Στον Λιμενοβραχίονα το βράδυ της 5ης Αυγούστου θα σας υποδεχτεί  μια "Χρυσή Οδύσσεια, διαβασμένη από δύο ηθοποιούς.
"The Golden Odyssey", είναι μια γλυκόπικρη θαλασσινή διήγηση, όπου ένας θίασος Ελλήνων καλλιτεχνών προσπαθεί να επιβιώσει στο ξέσπασμα της κρίσης, αναπαριστώντας επεισόδια από την Οδύσσεια κατά την διάρκεια της θεματικής κρουαζιέρας ενός δισεκατομμυριούχου ολιγάρχη.


Η διήγηση γράφτηκε κατόπιν ανάθεσης από τον διευθυντή του Φεστιβάλ Θοδωρή Γκόνη -στα αρχεία μου υπήρχε μια αρχική ιδέα- και έτσι προέκυψε μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση γύρω στις 140 σελίδες μικρού μεγέθους (όπως ήταν η νουβέλα "Δεύτερη γέννα"). Θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πατάκη τους επόμενους μήνες. 


 (στη φωτό τα τρία "θεατρικά έργα" που ήδη παίχτηκαν)

Είναι η τέταρτη θεατρική μου συνεργασία με το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, οι προηγούμενες αναθέσεις ήταν η νουβέλα "Δεύτερη γέννα" που παίχτηκε από την Φιλαρέτη Κομνηνού, ο "Ξεχασμένος άγγελος των Φιλίππων" ποιητικός μονόλογος που ακούστηκε μέσα στο αρχαίο θέατρο των Φιλίππων, μοναδική στιγμή και οι "Βλαβερές αναγνώσεις" μονόπρακτο, βασισμένο σε ανέκδοτο ομώνυμο μυθιστόρημά μου που χρόνια τώρα διαβάζεται εκτυπωμένο από χέρι σε χέρι. Σκηνοθετήθηκε από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο και στον κεντρικό ρόλο βρέθηκε ο Δημήτρης Σαμόλης.
  Ως μυθιστόρημα οι "Βλαβερές αναγνώσεις" αναμένεται να εκδοθεί στο άμεσο μέλλον.
 Ωστόσο η θεατρική του διασκευή υπάρχει στον τόμο "Τα κείμενα των Φιλίππων 2009-14" στις εκδόσεις "Κ". 




Τρίτη, 4 Ιουνίου 2019

23Μαρ2015 – Βιβλία στο κουτί





Η συζήτηση με τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου το 2015 στην εκπομπή ΒΙΒΛΙΑ ΣΤΟ ΚΟΥΤΙ, μια κουβέντα εφ όλης της -συγγραφικής μου- ύλης.

Ετερότητα, διαφυγή, μεταφυσική, Ιστορία, καθημερινότητα, αποτύπωση της εποχής.

https://www.youtube.com/watch?v=J-VQFeTB1Pk

Ξεκινάμε στο 8'.

Το δημοσιεύω με καθυστέρηση αφού το "ανακάλυψα" πρόσφατα. 





Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Λίστες του Αναγνώστη


Οι λογοτεχνικές λίστες του ψηφιακού περιοδικού Αναγνώστης για το 2019 ήδη δημοσιεύτηκαν και τη Δευτέρα 10 Ιουνίου θα απονεμηθούν τα βραβεία για κάθε κατηγορία:  https://www.oanagnostis.gr/. 
Στην κατηγορία ΔΙΗΓΗΜΑ – ΝΟΥΒΕΛΑ είναι υποψήφιο και το δικό μου βιβλίο:
Η λίστα:
------------
Θεόδωρος ΓρηγοριάδηςΓιατί πρόδωσα την πατρίδα μου, Πατάκης
Σταύρος ΖουμπουλάκηςΣτ’ αμπέλια, Πόλις
Δήμητρα ΚολιάκουΑλφαβητάρι εντόμων, Πατάκης
Δημήτρης Κανελλόπουλος, Ο θάνατος του Αστρίτη και άλλες ιστορίες, Κίχλη
Αρετή ΚαράμπελαΜελανά όπως τα μούρα, Θράκα
Αχιλλέας ΚυριακίδηςΤο μουσείο των τύψεων, Πατάκης
Αντώνης ΝικολήςΤο γυμναστήριο, Ποταμός
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Λεωφορείο 19 στάσεις, Πατάκης
Μαρία ΣτασινοπούλουΧαμηλή βλάστηση Θάμνοι, πόες και μπονζάι, Κίχλη
Βίκυ ΤσελεπίδουΦιλελλήνων, Νεφέλη
Η προηγούμενη συλλογή διηγημάτων μου που ήταν υποψήφια για βράβευση ήταν το 2007 με τους "Χάρτες" στο τότε λογοτεχνικό περιοδικό "Διαβάζω" του οποίου συνεχιστής είναι ο "Αναγνώστης". Μια όμορφη σύμπτωση: ένα από τα διηγήματα της συλλογής "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου" , το διήγημα "Η γυναίκα του σινεμά" είχε πρωτοδημοσιευτεί στο "Διαβάζω" σε ειδικό αφιέρωμα.


Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019

Celestial Bodies wins the 2019 Man Booker International Prize


Celestial Bodies, written by Jokha Alharthi, translated by Marilyn Booth from Arabic and published by Sandstone Press, is today, Tuesday 21 May, announced as the winner of the Man Booker International Prize 2019. The £50,000 prize, which celebrates the finest works of translated fiction from around the world, has been divided equally between its author and translator. Each shortlisted author and translator also received a further £1,000 for being shortlisted. The winner was announced by Bettany Hughes at a ceremony at the Roundhouse in London.

Jokha Alharthi, the first female Omani novelist to be translated into English, is the first author from the Arabian Gulf to win the prize. The author of two other novels, two collections of short fiction and a children’s book, her work has been published in English, German, Italian, Korean, and Serbian.  An award-winning author, she has been shortlisted for the Sahikh Zayed Award for Young Writers and won the 2010 Best Omani Novel Award for Celestial Bodies.

Marilyn Booth is an American academic and translator who has translated many works of fiction from Arabic. A fellow at Magdalen College, Oxford, she holds the Khalid bin Abdallah Al Saud Chair for the Study of the Contemporary Arab World at the Oriental Institute.
Celestial Bodies tells of family connections and history in the coming-of-age account of three Omani sisters. It is set against the backdrop of an evolving Oman, which is slowly redefining itself after the colonial era, at the crossroads of its complex present.  
The Guardian commented that its ‘glimpses into a culture relatively little known in the west are fascinating’ and The National said ‘it mark[s] the arrival of a major literary talent… a densely woven, deeply imagined tour de force.’

Celestial Bodies was selected by a panel of five judges, chaired by Bettany Hughes, award-winning historian, author and broadcaster, and made up of writer, translator and chair of English PEN Maureen Freely; philosopher Professor Angie Hobbs; novelist and satirist Elnathan John and essayist and novelist Pankaj Mishra.

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2019

Παρουσίαση στις Σέρρες


Στις Σέρρες αγαπάνε τους συγγραφείς κι εμείς αγαπάμε τις Σέρρες. Στην πόλη αυτή έχω εργαστεί επτά χρόνια στη Δημόσια Βιβλιοθήκη, με λογοτεχνικά σεμινάρια, αναγνωστικές δράσεις, ταξίδια με την δανειστική βιβλιοθήκη, προβολές στην κινηματογραφική  λογοτεχνική ταινιοθήκη, εκθέσεις βιβλίων, φωτογραφίας κλπ
Ήταν μια υπέροχη περίοδος που δεν την ξεχνάμε ποτέ.
Κάθε παρουσίαση στην πόλη είναι ένα ιδιαίτερο γεγονός για μένα και όσους ανθρώπους γνώρισα αλλά και συνεχίζω να γνωρίζω.

Ωστόσο είναι και μία πόλη που με ενέπνευσε να γράψω τρία μυθιστορήματα: "Ο χορευτής στον ελαιώνα" (1996) , "Τα νερά της χερσονήσου" (1998) και ο "Παλαιστής και ο δερβίσης" (2011) -υποψήφιο για Κρατικό βραβείο Λογοτεχνίας.

Αλλά και στην συλλογή "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα" μου το διήγημα "Το αντίσκηνο" διαδραματίζεται στην πόλη και γενικότερα στην περιοχή.






Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

Πασχαλινό διήγημα από την συλλογή Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου

ΤΣΙΦΤΕΤΕΛΙ ΣΤΗΝ ΣΥΡΙΑ
------------------------------------------

                                                          (Παλμύρα 1998)


Τσιφτετέλι στην Συρία



Ακόμα αντηχεί στα αυτιά μου η φωνή του ιμάμη να μας ξυπνάει από τα χαράματα. Φωνή και μιναρές να διαπερνάνε τον ορίζοντα της πόλης, απέναντι από το ξενοδοχείο Alaa Tower, στο κέντρο της Δαμασκού...
Κάτι δεν μας άρεσε στην πασχαλιάτικη διαμονή μας. Το ταξιδιωτικό γραφείο μάς πάσαρε το Alaa Tower ως ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων ενώ θύμιζε σκηνικό ταινιών της δεκαετίας του εβδομήντα. Βελούδινα σαλονάκια και βαριές κουρτίνες παντού.
Πάντως ο μάνατζερ του ξενοδοχείου, ο «Τόνι», όπως αυτοσυστήθηκε, υπήρξε πολύ φιλικός μαζί μας και αφάνταστα διαχυτικός. Μελαχρινός, με λευκό δέρμα, δεν έμοιαζε καθόλου για Άραβας και ορισμένες στιγμές μου θύμιζε έναν ξένο ηθοποιό-να δεις πώς τον λέγανε...Μιλούσε με ευχέρεια τα ελληνικά και αυτό το στοιχείο μας εντυπωσίασε το ίδιο με το-καθόλου- αραβικό όνομά του. Ο Τόνι από την πρώτη στιγμή επέμενε να πάμε για φαγητό στο σπίτι του, πράγμα που αρνηθήκαμε, γιατί δεν θέλαμε να στερηθούμε ούτε μια νύχτα κλεισμένοι σε ένα συγκεκριμένο χώρο.
Αρχίσαμε τις βόλτες στους δρόμους, στα σούκς και στα παζάρια. Παζαρεύαμε άχρηστα αντικείμενα και δοκιμάζαμε φεσάκια και κελεμπίες. Παράξενο! Κάθε φορά που φορούσα την παραδοσιακή στολή των αράβων διαπίστωνα πόσο τους μοιάζω, κι αυτό μ’ ανησυχούσε ιδιαίτερα γιατί ως τότε πίστευα ότι υπερίσχυε το ευρωπαϊκό μου προφίλ.
Ήρεμες φυσιογνωμίες οι Σύροι, κάπως κλειστοί χαρακτήρες, δεν ενοχλούσαν τους ξένους ούτε έπεφταν πάνω τους πιεστικά όπως γινόταν στις Βορειοαφρικάνικες χώρες. Εδώ δεν συναντούσες τη φτώχεια της Αιγύπτου αλλά ούτε και την γραφικότητά της. Σαφώς η επίδραση του στρατιωτικού καθεστώτος ήταν ανεξίτηλα αποτυπωμένη στα πρόσωπά τους.
Ήμασταν τρεις: Ο Χρόνης φωτογράφιζε σπίτια και μαγαζιά για ένα περιοδικό αρχιτεκτονικής, επιμένοντας στην ανατολίτικη αισθητική. Ο Δημήτρης έτρεχε στα χαμάμ και στις γειτονιές αναζητώντας τις συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων, και εγώ έψαχνα ματαίως στα μικρά φτωχικά βιβλιοπωλεία καμιά σπάνια έκδοση που να με αφορά. Ήθελα να βρω Έλληνες συγγραφείς μεταφρασμένους στα αραβικά για μια έρευνα που είχα ήδη ξεκινήσει. Υπήρχε μια αρμονία στα ενδιαφέροντα και στις προθέσεις της παρέας και σε ένα συμφωνούσαμε απόλυτα: Αφού διαλέξαμε να επισκεφθούμε Πάσχα την Συρία θα μπαίναμε στο πνεύμα της Μεγάλης Εβδομάδας μέσα από τις ακολουθίες στις εκκλησίες των Σύρων Χριστιανών που δεν ήταν και λίγοι όπως μαθαίναμε.

Γκρίζα και ατημέλητη η Δαμασκός, ασφυκτιούσε μέσα στην απολυταρχικότητα του καθεστώτος. Το μονοδιάστατο βλέμμα του Προέδρου μάς κάρφωνε από κάθε πιθανή γωνιά. Οι μεγάλες χρωματιστές αφίσες, με την φυσιογνωμία του, εμπόδιζαν το τοπίο στερώντας μας το βάθος του ορίζοντα. Με το ζόρι έψαχνες μια όμορφη γωνιά για να φωτογραφηθείς, χωρίς να έχεις τον ηγέτη μέσα στο κάδρο. Σε πολλές άλλες αφίσες φιγουράριζε ο γιος του, που θύμιζε τον Σταλόνε με γυαλιά ρέιμπαν, ενώ ένας άλλος του γιος, ο μικρότερος, είχε σκοτωθεί κάνοντας ιππασία.
Τη τρίτη μέρα της παραμονής μας στο ξενοδοχείο ο Τόνι μας κοίταξε ικετευτικά: «Πότε θα έρθετε σπίτι;» ρώτησε σε κυματιστά ελληνικά που έγερναν προς τα νησιώτικα. Εμείς αρνηθήκαμε ξανά, κι αυτός ανασήκωσε χαριτωμένα τα τοξωτά του φρύδια.
Αντί να αποδεχθούμε την πρόσκλησή του τον ρωτήσαμε ποιον Επιτάφιο να ακολουθήσουμε. Στη Συρία επιβιώνουν όλες θρησκείες του κόσμου και όλες Εκκλησίες. Τέτοια κοιτίδα πολύ-θρησκευτικότητας αποκλείεται να στέριωνε στην μονόχνωτη πατρίδα μας. Ο Τόνι μας έδωσε οδηγίες πώς να φτάσουμε σε μια μακρινή χριστιανική γειτονιά.
«Μπορεί να’ ρθω κι εγώ να σας βρω στις εννιά κι αργότερα πάμε σπίτι».
«Μα γιατί επιμένει τόσο πολύ γι αυτή την επίσκεψη;» αναρωτήθηκε ο Δημήτρης.
Μεσημέρι βρεθήκαμε στην «Πύλη του Θωμά» και από κει χωθήκαμε στην γειτονιά των Ορθοδόξων Χριστιανών. Μεγάλη Παρασκευή. Στα στενοσόκακα, και μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα και τις μπαλκονόπορτες, ακουγόταν η Λιβανέζα Φαϊρούζ να ψάλλει την «Ζωή εν Τάφω» στα ελληνικά, με την συνοδεία πολυμελούς ορχήστρας και χορωδίας. Η εκπομπή του κρατικού ραδιοφωνικού σταθμού αναμεταδιδόταν ταυτόχρονα από κάθε σπίτι. ΄Όσα σπιτικά, τόσα ραδιόφωνα και άλλα τόσα τα συναισθήματα που προκαλούσε η ανατολίτικη και βυζαντινή συνάμα ψαλμωδία. Βιώναμε ένα πρωτόγνωρο θρησκευτικό συναίσθημα που δεν το είχαμε ξαναζήσει στο δικό μας σαματατζίδικο Πάσχα.
Συνεχίσαμε τον ποδαρόδρομο. Στην αυλή μιας αρμένικης εκκλησίας ετοίμαζαν έναν Επιτάφιο-τον στόλιζαν με σοβαρό ύφος δυο αδύνατα αγόρια και μια κοπέλα με υπέροχα σχιστά μάτια. Οι κινήσεις τους υπάκουαν σε μια θρησκευτική τελετουργικότητα.
Το βράδυ πήγαμε στην εκκλησία των Σύρων Ορθοδόξων, όπως μας υπέδειξε ο Τόνι, και ακολουθήσαμε τον Επιτάφιο. Προπορευόταν η μπάντα παίζοντας ένα θλιβερό μονότονο σκοπό που έδινε και τον αργό βηματισμό. Ακολουθούσαν οι πρόσκοποι και στη συνέχεια οι πιστοί. Ο μακρύς ξύλινος Σταυρός, χωρίς Εσταυρωμένο, αποτελούσε σημάδι αναγνώρισης της ακολουθίας. Κόσμος πολύς, περιποιημένος, και ανάμεσά τους πολλά νέα άτομα με καθαρά και λαμπερά πρόσωπα. Ταμπούρλα, ύμνοι και ψαλμωδίες σε κάθε στάση της περιφοράς ΄ δεκαπέντε Φαϊρούζ μαζί και η Καϊρούζ από δίπλα, η ανιψιά της. Δροσερή η βραδιά. Σταυροκοπήθηκα ανυπόκριτα.
Στο μεταξύ, καθώς εμείς βρισκόμασταν ήδη ανάμεσα στο πλήθος, εντοπίσαμε τον Τόνι να περιμένει διακριτικά στο απέναντι πεζοδρόμιο. Με ένα νεύμα προστέθηκε στην παρέα μας, πήρε ένα κερί στο χέρι, και προχώρησε μαζί μας σιωπηλός, αψηφώντας την μουσουλμανική του πίστη.
Όταν τελείωσε η περιφορά του Επιταφίου, ξέραμε ότι δεν θα γλυτώναμε την πρόσκλησή του. Μας έβαλε σε ένα ταξί και ύστερα από λίγη ώρα φτάσαμε στα προάστια της πόλης, σε μια καινούργια σχετικά συνοικία, πυκνή και απρόσωπη. Ο Τόνι ζούσε με την οικογένειά του σε μια τριώροφη πολυκατοικία, χωρίς ασανσέρ. Μια τσιμεντένια στριφογυριστή σκάλα μας ανέβασε στο διαμέρισμα.

Μας υποδέχτηκε μια λεπτή ασκεπής κοπέλα. Η αδελφή του. Πίσω της ξεπρόβαλε μια ευτραφής γυναίκα τυλιγμένη με άσπρη μαντίλα -η μάνα τους. Σε λίγο παρατηρούσα τη μάνα πιο εξεταστικά: Μελαγχολική και καταβεβλημένη γυναίκα με όμορφα χαρακτηριστικά που δεν τα αδίκησε τόσο ο χρόνος-άντε να πλησίαζε τα πενήντα-όσο η απομόνωση και η παραίτηση από κάτι... Όσο εμείς μιλούσαμε εκείνη καθόταν στην πολυθρόνα, απέναντι στην τηλεόραση, και έψαχνε απεγνωσμένα στα δορυφορικά κανάλια σαν να ήθελε να βρει κάτι συγκεκριμένο. Το σπίτι λιτό - με όλα όμως τα απαραίτητα - δείγμα μιας σχετικής οικονομικής ευμάρειας. Είχα χρόνια να δω μωσαϊκό δάπεδο. Το σαλόνι διαχωριζόταν από την τραπεζαρία με γύψινες κολώνες «ελληνιστικού ρυθμού». Ο βερνικωμένος μπουφές, με το συρόμενο τζαμάκι, ήταν γεμάτος αναμνηστικά και μικρά χρυσοστολισμένα ποτηράκια. Κατακόκκινες πολυθρόνες και μπαουλοντίβανα παντού.
Η αδελφή του Τόνι έστρωσε το τραπέζι με φελάφελ και χούμους και εκείνος έφερε άγευστες μπύρες. Αγριοκοιτάξαμε και οι τρεις την σαλάτα με τα ωμά λαχανικά και το τυρί. Προσπαθήσαμε να τα αποφύγουμε κάνοντας πάσα ο ένας στον άλλον: «Μα νηστεύω, δεν θα φάω τυρί, αποκλείεται...»
Πάνω στη συζήτηση μάθαμε αρκετά για τον Τόνι. Ο Τόνι είχε δουλέψει για δυο χρόνια σε ξενοδοχεία της Κύπρου, γι’ αυτό μιλούσε τα ελληνικά με την ιδιαίτερη (άρα Κυπριώτικη) προφορά. Ως μάνατζερ ξενοδοχείου έβγαζε γύρω στις εξήντα χιλιάδες ελληνικές. Λάτρευε τον ελληνικό πολιτισμό και το όνειρό του ήταν να ταξιδέψει στην Αθήνα και να πάει διακοπές στην Μύκονο, την Μέκκα του τουρισμού, όπως την αποκάλεσε. Είχε ακουστά πως αν πας έστω και μια φορά εκεί, δεν χρειάζεται να δεις άλλο τόπο.
Ζαλιστήκαμε με τις μπύρες. Ο Τόνι έβαλε στο κασετόφωνο «ελληνικά» τραγούδια (ντίσκο-τσιφτετέλια) που γνώριζαν μεγάλη επιτυχία στην ανατολική μεσόγειο. Τις επόμενες μέρες, όπου και αν βρισκόμασταν (μαγαζιά, σινεμά, καφενεία), η συριστική φωνή μιας ελληνίδας αοιδούς μας εκδικιόταν για την περιφρόνηση που της είχαμε δείξει στην πατρίδα μας!

«Να χορέψουμε!» φώναξε ο Τόνι.
Κανείς μας δεν κουνήθηκε. Μεγάλη Παρασκευή να στήσουμε χορό σε μουσουλμανικό σπίτι! Ο Χρόνης κρυφογελούσε, ενώ ο Δημήτρης παρακολουθούσε άφωνος τον Τόνι που έριχνε ήδη μια ζεϊμπεκιά με την συνοδεία ενός άλλου συμπατριώτη μας τραγουδιστή -του ιδίου φυράματος με την πετυχημένη που λέγαμε... Ελληνικές δρασκελιές με δερβίσικη περιστροφή!
Η μάνα του Τόνι τσίτωσε το κεφάλι της χαμογελώντας. Έλυσε την μαντίλα της και την άφησε να πέσει στους ώμους. Τα γκριζαρισμένα μαλλιά της πλαισίωσαν ένα στρογγυλό πρόσωπο όπου διαγράφονταν δυο αμυγδαλωτά μελαγχολικά μάτια, όμοια με του γιου της. Βλέπαμε καθαρά μια όμορφη γυναίκα που ασφυκτιούσε πίσω από τον φερετζέ και την καθιερωμένη φορεσιά των μουσουλμανίδων. Με το βλέμμα της ενθάρρυνε τη διασκέδασή μας, ξεπερνώντας προφανώς κάθε συμβατικό κώδικα φιλοξενίας.
Ο Τόνι σχολίασε ότι δεν φιλοξενούσαν συχνά ξένους. Τον παρακάλεσε όμως η μάνα του να τους φέρει στο σπίτι. «Γιατί;» ρωτήσαμε. Εκείνος, αντί για απάντηση, με τράβηξε πρώτο στο σαλόνι παραμερίζοντας τις καρέκλες και το τραπέζι.
Βλέποντας τη χαρά στο πρόσωπο της μεσήλικης γυναίκας αποφάσισα να ενδώσω. Άλλωστε δεν είμαι και από αυτούς που δεν χορεύουν στη ζωή τους και μην σας πω ότι το βάζω και λίγο τάμα, όποτε βρεθώ εκτός Ελλάδας, να ρίξω -δοθείσης ευκαιρίας-και έναν πατροπαράδοτο χορό.
Έτσι βρέθηκα στην «πίστα», ο Τόνι να βαράει παλαμάκια, η μάνα του να κουνάει τα χέρια και το κεφάλι της και η αδελφή του να κοιτάζει τρυφερά τη μάνα που το γλεντούσε. Μία από τις δύο γυναίκες μού πέταξε και ένα μαντήλι να το τυλίγομαι και να το κουνάω ρυθμικά. Θυμήθηκα ένα άλλο τσιφτετέλι πάνω σε κρουαζιερόπλοιο στο Νείλο- εκεί μάλιστα φορούσα κελεμπία που δεν την έβγαλα μέρες μετά... Να μην ξεχάσω και τους χορούς της Τυνησίας, στο μπαρ του Ματζέστικ, με ζωντανή ορχήστρα, ενώ είχε σημάνει το τέλος του ραμαζανιού... Τέλος πάντως, τέλος δεν έχουν οι χοροί...Φαίνεται πήρα το ρόλο μου στα σοβαρά και τα έδωσα όλα. Φέραμε την Ανάσταση δυο μέρες νωρίτερα αλλά -τι πειράζει;-είχαμε πενθήσει δεόντως.
Ξαφνικά εκεί όπως χορεύαμε λικνιστά με τον Τόνι πετάγεται η μάνα του και χώνεται ανάμεσά μας. Πρόλαβα να διακρίνω το ξαφνιασμένο βλέμμα της κόρης της που δεν πρόλαβε να την συγκρατήσει. Ήταν αργά για όλη την οικογένεια, από την οποία έλειπε ο πατέρας, να αναχαιτίσουν την κεφάτη μάνα, που κουνούσε τους γλουτούς, τους ώμους και τη μέση, με τόσο μα με τόσο ρυθμό που θα’ έλεγες ότι χόρευε μια ζωή.
Τέτοια τσαλίμια δεν έχω ξαναδεί, όπως θα’ λεγε ο συχωρεμένος, ο παππούς μου, και ξαφνικά μου’ ρθε στο μυαλό μια καταχωνιασμένη ιστορία που η ανήσυχη μνήμη την επανέφερε καθόλου τυχαία στη δεδομένη στιγμή.
Δεκαετία εξήντα, στο χωριό μου, στο Παγγαίο. Εμφανίζεται ένας περιοδεύον θίασος με τουρκάλες χορεύτριες-έτσι τουλάχιστον δήλωναν- για να δώσουν μια παράσταση στο κινηματοθέατρο «Μέγας Αλέξανδρος». Πλήθος οι άνδρες να κατηφορίζουν στο σινεμά για το μπουλούκι. Και ενώ, πάνω στην σκηνή, χορεύουν οι ζουμερές μουσουλμάνες, πετάγεται ο πρόσφυγας παππούς μου-όμορφος πενηντάρης και κοτσανάτος1, και αρχίζει να λικνίζεται μαζί τους ξεσηκώνοντας τους υπόλοιπους αρσενικούς από χαρά και οργή. Γιατί, οι άλλοι, παρά το γεγονός ότι διασκέδαζαν με τις αλλόφυλες χορεύτριες δεν τολμούσαν να τις αγγίξουν μην και «μολυνθούν». Μόνον ένας τις έπιανε και τις πιλάτευε. Ποιος άλλος; Ο Θόδωρος, ο ουτσής!2. Βούιξε το χωριό την άλλη μέρα: ακούς εκεί να χορέψει με τουρκάλα! Να πάει να ξαναβαπτισθεί! Η γιαγιά έπεσε σε μελαγχολία. Για καιρό τον έβλεπαν ως μιασμένο. 

 
Έτσι τώρα κι εγώ χόρευα με μια αλλόπιστη που θα μπορούσε να ήταν μάνα μου-λίγο δύσκολο γιαγιά μου-αν και θα το’ θελα να είχα μια τέτοια γλεντζού συγγενή. Με τι κέφι χόρευε αυτή η γυναίκα! Τι στριφογυρίσματα, τι ρυθμικότητα! Για μια στιγμή, καθώς ακουγόταν ένα «λάτιν-τσιφτετέλι» ελληνικής επινόησης, με άρπαξε από τα χέρια προσπαθώντας να με οδηγήσει στα βήματα του ταγκό.
Χορέψαμε αρκετή ώρα μέσα σε ένα πανδαιμόνιο χαράς ώσπου η γυναίκα αποτραβήχτηκε με μια υπόκλιση. Ξαναφόρεσε τη μαντίλα της, τυλίχτηκε στα μακροφόρια και, αφού μας καληνύχτισε όλους, αποσύρθηκε στην κρεβατοκάμαρά της. Δεν παρέλειψε να μας ξανακαλέσει, μιλώντας άψογα αραβικά, στο σπιτικό τους. Όρκο δεν παίρνω-μέρες άγιες ήταν-αλλά μου φάνηκε ότι μου έκλεισε και λίγο το ματάκι, όχι τίποτε πονηρό αλλά σαν σινιάλο ευχαρίστησης...


«Και γιατί σε φωνάζουνε Τόνι;» ρώτησα τον γιο που έδειχνε ευτυχισμένος με το απροσδόκητο γλέντι της βραδιάς. Ξεκουραζόμασταν σε ένα μπαουλοντίβανο απ’ όπου ξεχείλιζαν μαξιλαράκια κεντημένα με δαιδαλώδη διακοσμητικά μοτίβα. Η αδελφή, ελαφρώς αμήχανη από το ξέσπασμα της μάνας της, αφού μάζεψε πρώτα το τραπέζι, έφυγε να κοιμηθεί.
«Επειδή είμαι μισός Σύρος και μισός Αργεντινός», δήλωσε αυτός ελαφρά συγκινημένος.
Εμείς μείναμε εμβρόντητοι. Έτσι εξηγιόταν η άνεση και το μπρίο για Μουσουλμάνο. Ναι, τώρα θυμήθηκα ποιον χολιγουντιανό ηθοποιό μου θύμιζε. Εκείνον που έπαιζε τους λατινοαμερικάνους... Πώς τον έλεγαν όμως;
«Και ποιος απ’ τους δυο είναι Αργεντινός;», ρωτήσαμε με μια φωνή.
«Η μάνα μου!»
Η μάνα του! Εκείνη μάλλον θα κοιμόταν ευτυχισμένη. Ο Τόνι έβγαλε τα παπούτσια του και έμεινε με τις άσπρες κάλτσες που τόσο πολύ τις φοράνε στα μέρη του. Χαλάρωνε. Σίγουρος ότι θα μας ενδιέφερε η ιστορία του ζήτησε ένα τσιγάρο κι ας μην κάπνιζε ποτέ.
«Ο πατέρας μου ήταν ναυτικός...»
Ταξίδευε με εμπορικά πλοία σε όλο τον κόσμο. Έφευγε από το λιμάνι της Λατάκειας και περνούσε χρόνος για να επιστρέψει στην πατρίδα του. Σε ένα από τα μακρινά του ταξίδια, στην Αργεντινή, γνώρισε μια όμορφη κοπέλα, μόλις δεκάξι χρόνων. Ήταν κι αυτός όμορφος-γύρω στα εικοσιπέντε-«εμένα έμοιαζε», τόνισε ο Τόνι χωρίς δισταγμό- και την κουβάλησε στην Συρία. Βέβαια υπήρξαν κάποιες δυσκολίες μέχρι να διευθετηθεί ο γάμος, αλλά φαίνεται πως και οι δυο τους ήταν τρελά ερωτευμένοι.
«Και πώς έτυχε να γνωριστεί με ένα τόσο μικρό κορίτσι;» ρωτήσαμε και οι τρεις μαζί, οι φιλοξενούμενοι.
Ο Τόνι δεν γνώριζε τις επακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκαν οι γονείς του. Η μικρή κοπέλα έδειχνε ενθουσιασμένη που έφευγε από την άλλη άκρη της γης. Κάπου στον χάρτη έβλεπε μια χώρα, κοντά στην θάλασσα και πολλές άλλες χώρες τριγύρω. Δυο ήπειροι μαζί, Ασία και Ευρώπη και η Αφρική παρακάτω... Πού να ‘ξερε όμως η μικρή νοτιοαμερικάνα ότι θα έμπαινε σε μια εντελώς διαφορετική ζωή. Στην αρχή άντεξε υπομονετικά όλη την αλλαγή, βλέπεις η αγάπη είναι μεγάλο στήριγμα. Όμως πρακτικά δυσκόλευαν τα πράγματα: άλλαζε πίστη, συμπεριφορά, καθημερινότητα. Με τον καιρό μεταμορφωνόταν σε ντόπια, καλυπτόμενη κάτω από την καινούργια της αμφίεση, ώσπου αφομοιώθηκε στο καινούργιο περιβάλλον και ξέχασε εντελώς την πατρίδα της. Ξεχνιέται όμως μια πατρίδα;
«Μεταξύ μας» είπε ο Τόνι χρησιμοποιώντας σωστά ακόμη και αυτή την φράση, «μαράζωνε από νοσταλγία αλλά δεν το έλεγε. Είναι πολύ περήφανη και υπομονετική γυναίκα. Ο πατέρας μου συνέχισε να ταξιδεύει και της υποσχόταν ότι θα την έπαιρνε μαζί του, να ξαναδεί τα μέρη της. Όμως, καθώς την παντρεύτηκε, έπαψε να ταξιδεύει σ’ εκείνες τις θάλασσες. Προτίμησε τις πιο κοντινές. Η μάνα μου το κατάλαβε. Της έταζε ότι θα πήγαιναν αεροπορικώς. Με τον καιρό η μάνα μου σταμάτησε κάθε επαφή με τους δικούς της. Δεν ήταν και καμιά μεγάλη οικογένεια. Είχε μεγαλώσει με μια θεία της. Αληθινούς γονείς δεν γνώρισε ποτέ. Όταν πέθανε ο πατέρας μου από κακιά αρρώστια...»
Ο Τόνι βούρκωσε στην αναφορά του πατέρα του. Παράξενη αντίδραση, έβγαλε τις κάλτσες του και αφού τις έκανε ένα πάνινο μπαλάκι τις πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου. Τα ποτά τον ζάλισαν κανονικά. Όταν πέθανε λοιπόν ο πατέρας του εκείνη βυθίστηκε στη θλίψη. Δεν έβγαινε ούτε έξω στη γειτονιά. Ποιος θα την πήγαινε να ξαναδεί την πατρίδα της; Βρισκόταν τόσο μακριά. Και δεν ήταν μόνον αυτό. Καταλάβαινε ότι κάπου εδώ τελείωνε για πάντα η ζωή της ως γυναίκα. Και ήταν τόσο νέα και μόνη...
«Εγώ της το υποσχέθηκα» είπε ο Τόνι ξεκουμπώνοντας τώρα το πουκάμισό του, «να την πάω έστω για μια φορά στην Αργεντινή. Έχω κι εγώ περιέργεια να δω πώς είναι η χώρα που ανήκω μισός. Όμως πρέπει να δουλέψω πολύ για να βρεθούν τόσα χρήματα. Το ταξίδι είναι μακρινό, είναι δύσκολο. Δεν ξέρω αν μας δώσουν βίζα. Και να πάμε, ποιον ξέρουμε; Θα είμαστε σαν τουρίστες, μάνα και γιος. Μήπως θα ζει η θεία; Θα την θυμούνται τα ξαδέλφια της; Μπορεί να μην την συγχώρεσαν από τότε που έφυγε...».
Λίγο πριν βγάλει και το λευκό φανελάκι του, αργά, μετά τα μεσάνυχτα, σηκωθήκαμε να φύγουμε. Μας έβαλε σε ένα ταξί και γυρίσαμε στο ξενοδοχείο σκεπτικοί. Πρώτος ο Χρόνης άρχισε να τρέχει στην τουαλέτα και εγώ περίμενα την σειρά μου αναπηδώντας στους ίδιους ρυθμούς που χόρευα δυο ώρες πριν. Μαλώναμε ποιος έκανε την αρχή και έφαγε ωμά λαχανικά. Όταν πέσαμε για ύπνο η ιστορία της Αργεντινής κοπέλας στροβίλιζε στο κεφάλι μου και έπαιρνε άλλες διαστάσεις. Ξανάβλεπα τα μελαγχολικά μάτια της γυναίκας που ζωντάνεψαν στη θέα των ξένων επισκεπτών. Ξανάβλεπα με τι χαρά-κοριτσίστικη- χόρευε και λικνιζόταν. Ήμουνα πια σίγουρος ότι αυτός ήταν ο μοναδικός λόγος που ο Τόνι επέμενε να επισκεφθούμε το σπίτι του- δεν ήταν μόνο επειδή αγαπούσε τη ράτσα μας.
«Ελπίζω να μην κουβαλάει τακτικά τουρίστες για να την ψυχαγωγούν!» είπε ο Δημήτρης πικρόχολα μέσα στο σκοτάδι.
«Σιγά μην βρίσκει χορευταράδες Ευρωπαίους!» είπε ο Χρόνης που είχε χωθεί για τρίτη φορά στην τουαλέτα απελπισμένος. Τρικούβερτο γλέντι της εντεροκολίτιδας!

Ανάσταση δεν κάναμε. Στα ερείπια της Παλμύρας και στο διπλανό χωριό δεν υπήρχε εκκλησία. Οι λίγοι χριστιανοί έφυγαν σε γειτονική πόλη για το βράδυ της Ανάστασης. Την επομένη, καθ’ οδόν προς το Χαλέπι, χάλασε το αυτοκίνητο στην ερημιά. Στον γυρισμό, και ενώ περιμέναμε την επιβίβασή μας με την πτήση της Συριακής αεροπορικής γραμμής, ακυρώθηκαν ανεξήγητα οι θέσεις μας. Έξαλλοι βλέπαμε τους Μουσουλμάνους προσκυνητές, που ερχόντουσαν από την Μέκκα, να επιβιβάζονται με τις μποτίλιες του ιερού νερού στη δική μας πτήση και εμείς να παραμένουμε καθηλωμένοι στο έδαφος. Αναχωρήσαμε μέσω Κύπρου μια μέρα μετά.
Στην Κύπρο θυμήθηκα τον Τόνι, υπάλληλο, στα τουριστικά ξενοδοχεία. Ονειρευόταν να αγαπήσει μια ξένη γυναίκα. Μια Ελληνίδα ίσως. Λίγο δύσκολο, ε, Τόνι; Ποια θα ερχόταν να ζήσει στη Δαμασκό, επειδή εσύ έχεις αναλάβει μάνα και αδελφή;
Φθάνοντας στην Αθήνα τους ξέχασα για λίγο ώσπου μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν αυτός! Με παρακαλούσε να του στείλω -έγκαιρα- ένα δισκάκι με τα καινούργια τραγούδια της γνωστής αοιδού προτού κάνουν τον γύρο της Μεσογείου. Με χυμένα μούτρα μπήκα σε ένα δισκοπωλείο και αγόρασα το καινούργιο CD της ΄Άντζελας και του το έστειλα.
Στο ευχαριστήριο τηλεφώνημα, που ακολούθησε, ο Τόνι μου αποκάλυψε κάτι που, όπως μου είπε διστακτικά, δεν το είχε πει σε κανέναν ως τώρα. Το έλεγε σε μένα επειδή κατάλαβε ότι μου άρεσαν οι ξένες ιστορίες: Η μάνα του είχε γνωρίσει τον πατέρα του χορεύοντας. Η θεία της, που φρόντιζε την δεκαεξάχρονη ορφανή, κρατούσε ένα μπαρ για ναυτικούς στο λιμάνι. Έβαζε τη μικρή να χορεύει εκεί μέσα -μια σταλιά κοριτσάκι...
«Ύστερα από σαράντα χρόνια χόρεψε ξανά. Μαζί σου», είπε ο Τόνι. «Ο Αλλάχ να σε φυλάει».
Και έκλεισε βουρκωμένος το τηλέφωνο.


(Νέα Σμύρνη 1998)
Οδός Πανός, τ.116, Απρίλιος-Ιούνιος 2002




1. Κανείς μας δυστυχώς δεν κληρονόμησε τα πράσινα μάτια του παρά μόνον τα κουσούρια του: έβριζε (στα τουρκικά) και κάπνιζε πολύ.
2 Έπαιζε ούτι που, επίσης, κανείς μας δεν έμαθε.