Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Νεοδιορισμένος. Κείμενο από το περιοδικό "Η λέξη" 2003.

                                        Θεόδωρος Γρηγοριάδης 



                        Νεοδιορισμένος




Τον Σεπτέμβριο του 1982 δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες οι διορισμοί  καθηγητών σε δημόσια σχολεία όλης της χώρας.  Άνοιξα με λαχτάρα τις  σελίδες της «Μακεδονίας» ψάχνοντας με αγωνία το όνομά μου: ναι, υπήρχε! Δίπλα ακριβώς αναγραφόταν: «Νομός Έβρου», ένας νομός που δεν υπήρχε καν στις δηλωμένες επιλογές μου. Η εφημερίδα απέμεινε στα χέρια  μου, κολλημένη στην πίκρα των καπνόφυλλων που μάζευα το καλοκαίρι εκείνο. Ας μην ξεχνιόμαστε: για πολλά χρόνια υπήρξα αγρότης, μάζευα καπνά, ακόμη και όταν διορίστηκα στα σχολεία. 

 Ο νομός Έβρου είναι ένας από τους μεγαλύτερους νομούς της Ελλάδας. Μακρόστενος, έχει μήκος  160 χιλιόμετρα περίπου,  υπολογίζοντας πάντα  τα οδικά χιλιόμετρα και  βάζοντας μέσα τις στροφές και τις παρακάμψεις εκείνης της περιόδου. 

Παρουσιάστηκα στο Γραφείο Εκπαίδευσης της Αλεξανδρούπολης και από εκεί μου ανακοίνωσαν κάτι που δεν το είχα προσέξει: Στην «Β΄ Έβρου» είχα διοριστεί, όχι στην «Α’», πράγμα που σήμαινε ότι θα έπρεπε να μετατοπιστώ εκατό χιλιόμετρα  βορειότερα, στην Ορεστιάδα. Μπαίνοντας στο τοπικό λεωφορείο του ΚΤΕΛ, λαχτάρισα. Είχα βρεθεί την ίδια περιοχή, πέντε χρόνια νωρίτερα, φτάνοντας σε ένα από τα πιο απομακρυσμένα χωριά του νομού, τα Δίκαια, εκεί όπου δούλευε μια φίλη μου δασκάλα.. Τότε ανέβηκα με το τρένο, που εισχωρούσε για λίγα χιλιόμετρα στην Τουρκική επικράτεια,  προτού τερματίσει στα Δίκαια. Στο χωριό αυτό, στάθμευαν τα τρένα της χώρας μας, κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής που έτρεχε  παράλληλα με το ποτάμι.

Στο Γραφείο Εκπαίδευσης της Ορεστιάδας  μου ανακοίνωσαν ότι υπήρχαν αρκετά «κενά» καθηγητών αγγλικής σε σχολεία της περιοχής. Τα περισσότερα ήταν γυμνάσια και, ανάμεσά τους, ένα εξατάξιο γυμνάσιο και λύκειο μαζί,  στα Δίκαια! Θυμήθηκα το γραφικό χωριό, είχα μείνει  μια βραδιά, έλεγξα και τα υπόλοιπα χωριά που μου φάνηκαν πολύ πιο μικρά. Σκέφτηκα ότι θα ήταν μια χαρά να μένω στην Ορεστιάδα και να πηγαινοέρχομαι στα Δίκαια και κάπως έτσι αποδέχτηκα  την τοποθέτησή μου στο Τρίγωνο, όπως αποκαλείται η ευρύτερη περιοχή. 

Μπαίνοντας στο επόμενο τοπικό λεωφορείο για τα Δίκαια,   αντιλήφθηκα ότι η μετακίνηση δεν θα ήταν καθόλου βολική. Εβδομήντα και βάλε χιλιόμετρα στενού οδικού δρόμου και άβολα δρομολόγια τρένων. Πράγμα που σήμαινε ότι θα έπρεπε να εγκατασταθώ στο χωριό, κάτι που μου είχαν αποκρύψει με πονηριά στο Γραφείο.  

Πάντως το σχολείο με αποζημίωσε με τη θέση του.  Ήταν χτισμένο  στην αρχή του χωριού, πάνω σε ένα ύψωμα που κατηφόριζε προς το ποτάμι. Απλό, κτίριο, φωτεινό, σχετικά καινούργιο’  και μια μεγάλη   αυλή απ’ όπου αντίκριζες ένα συναρπαστικό τοπίο: το ποτάμι με τις κατάφυτες νησίδες του, τις όχθες του, φορτωμένες με ιτιές, τα  μικρά χωριουδάκια, τα ορθωμένα παρατηρητήρια και φυλάκια. Κάπου, στο σημείο εκείνο,  συναντιόντουσαν τρεις χώρες: Η Ελλάδα, η Τουρκία και η Βουλγαρία. Το αποκαλούμενο «Τριεθνές». 

Λογικά, όταν γειτονεύεις με δύο ξένες χώρες, πρέπει να αισθάνεσαι περισσότερο κοσμοπολίτης. Σε σχέση, πάλι, με την πρωτεύουσα την Αθήνα, βρισκόμουν χίλια χιλιόμετρα ενδότερα στην ευρωπαϊκή  ήπειρο. Γιατί λοιπόν, όλες εκείνες οι απειλές  του τύπου «κάτσε καλά γιατί θα σε στείλω στον Έβρο;» Άσε που δεν ήταν καν δύσβατος ο νομός,  αλλά ένα απέραντος πεδινός τόπος. Όμως το ελληνικό κράτος, που ανέκαθεν στηρίχτηκε  σε συγκεντρωτικές δομές,  αρνείται ακόμη και σήμερα να αντιληφθεί τα αληθινά όρια της επικράτειάς του.

Κάτω από την πλαγιά του σχολείου απλώνονταν τα σπίτια του χωριού, χαμηλές μονοκατοικίες,  με κεραμιδένιες σκεπές, κήπους, μπαχτσέδες, αυλές, αποθήκες, σταθμευμένα τρακτέρ, ανοιχτωσιές. Ζώα παντού, μυρωδιές κάθε λογής, λάσπες, σκόνη.   Με έναν ακόμη νεοδιόριστο καθηγητή της Φυσικής, από την Αλεξανδρούπολη, νοικιάσαμε ένα σπίτι που οι ιδιοκτήτες του μετανάστευσαν στη Γερμανία. Ήταν μια μονώροφη κατοικία,  με  υπόγεια και αποθήκες από κάτω. Για θέρμανση βάλαμε μία ξυλόσομπα στην κουζίνα και σόμπες πετρελαίου στα δωμάτια. 

Ξαναγύρισα στο πατρικό μου στο Παλιοχώρι, για να κουβαλήσω την «οικοσυσκευή» μου. Οκτώ ώρες διαδρομή Παγγαίο-Δίκαια, με ένα ανοιχτό αγροτικό αυτοκίνητο. Στην καρότσα στοιβάζονταν κομμένα καυσόξυλα, ένα ασήκωτο μεταλλικό  γραφείο, δώρο του πατέρα μου, μια ξύλινη βιβλιοθήκη, το πρώτο μου στερεοφωνικό, κουρελούδες, βελέντζες, κουβέρτες και μια κούτα πολύτιμα βιβλία. Ο πατέρας μου στο τιμόνι, η μάνα μου, στριμωγμένη δίπλα μου, να μισοκλαίει, «πού το πάνε το παιδί;» κι εγώ με μια γλυκιά αγωνία για τον καινούργιο μου ρόλο. 

Στη διαδρομή ο αέρας ξεσήκωνε τις κόκκινες βελέντζες και τα νάιλον προστατευτικά σκεπάσματα και η είσοδός μου στο Τρίγωνο δεν ήταν ιδιαίτερα θριαμβευτική με τόσα καλαμπαλίκια, πάνω σε ένα κατακίτρινο ISUZU. Ξεφορτώνοντας τα πράγματα, μέσα από το συρτάρι του γραφείου, πετάχτηκε μια μαύρη γάτα η οποία κουβαλήθηκε, άθελά της, από τις πλαγιές του Παγγαίου στην υγρή κοιλάδα του Έβρου. Εξαφανίστηκε επί τόπου, δεν άντεξε την μετανάστευση, η κακομοίρα!

Στην αυλή του σπιτιού τριγύριζαν  οι λυγερές γαλοπούλες, οι περίφημες «μπιμπίνες», στην ντοπιολαλιά. Κάθε πρωί ο συγκάτοικός μου άνοιγε το παράθυρο και τις σφύριζε συνθηματικά. Εκείνες  ανταπαντούσαν όλες μαζί, ενθουσιασμένες. Ήταν τα κορίτσια μας. Τηλεόραση δεν είχαμε,  ελληνικό ραδιόφωνο δεν ακουγόταν’ μόνον ο διπλανός μας, ένας νεαρός σιδηροδρομικός υπάλληλος από τον Ίασμο Κομοτηνής, κατάφερνε να πιάνει την ΕΡΤ1 και έτρεχα σ’ εκείνον, κάθε Πέμπτη βράδυ, να δω την βρετανική σειρά «Επιστροφή στο Μπράιτσχεντ» που στηριζόταν πάνω στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ίβλιν Βο. 

 Άρχισα να διαβάζω, με τις ώρες, δίπλα στο παράθυρο, κοντά στην ξυλόσομπα ή πάνω στο παλιό σιδερένιο κρεβάτι  που υπήρχε ήδη από παλιά. Νομίζω ότι εκείνη την χρονιά τελείωσα όσο  Προυστ είχε μεταφραστεί και άρχισα να γράφω τα πρώτα μου πεζά κείμενα. Όταν το σώμα μου πιεζόταν, έβαζα αθλητική φόρμα και έτρεχα στο ανάχωμα του ποταμού, παρέα με τις περιπολίες των φαντάρων ή γυμναζόμουν χορεύοντας πάνω στο μωσαϊκό στο χολ του σπιτιού. Η ταχυδρομική παραλαβή του  δίσκου του Bowie, “Let’s dance” σήμαινε ξέφρενο πάρτι κόντρα στα τσαλίμια του Αηδονίδη. 

Μικρός ο τόπος, οι ντόπιοι μας ήξεραν καλά, άλλωστε ήμασταν δώδεκα νεοδιορισμένοι καθηγητές. Κάθε ειδύλλιο καταγραφόταν, κάθε σπίτι παρακολουθιόταν διακριτικά. Σοβαρά και ευχάριστα γεγονότα αποτελούσαν κοινό θέμα, έτσι ζούνε στα χωριά, μαλώνουν, αγαπιούνται αλλά είναι σίγουροι ότι δεν ζούνε μόνοι τους. Αρκετοί ντόπιοι, γονείς μαθητών, μας καλούσαν να φαμε τις Κυριακές ή μας κουβαλούσαν με τα αγροτικά τους     στις ταβέρνες γειτονικών χωριών, όπου καταβροχθίζαμε  νοστιμότατα κρέατα. Τα μεσημέρια τρώγαμε σε μαγειριό, ένα μαγαζάκι δίπλα στις ράγες του τρένου ’ εκεί ήμασταν συνήθως, μόνον αρσενικοί: αστυνομικοί, έφεδροι αξιωματικοί, δάσκαλοι, περαστικοί. 

Η καθημερινότητα του σχολείου κυλούσε ήρεμα. Δίδασκα έξι ώρες τη μέρα, τριάντα ώρες την εβδομάδα σε όλα τα τμήματα! Απέκτησα το πρώτο μου βαθμολόγιο και το δικό μου γραφείο καθηγητού. Βαθμολογούσα και συναντούσα τους γονείς των μαθητών και χαιρόμουν να ακούω τη βαριά θρακιώτικη προφορά. Τα παιδιά   παραμένουν οι ιδανικότεροι μαθητές μου μέχρι και σήμερα. Προσγειωμένοι χαρακτήρες, αγροτόπαιδα, χωρίς μικροαστικές νευρώσεις, με χιούμορ, έτοιμα να αρπάξουν την παραμικρή πληροφορία που είχες να τους δώσεις. Η σύγκριση με τους σημερινούς μαθητές, και ειδικά αυτούς των αστικών κέντρων, είναι αδιανόητη. Βέβαια, τότε, κι εγώ, φυσιογνωμικά μόλις που ξεχώριζα ανάμεσά τους. Άσε που ήμουν και ο πρώτος «μοντέρνος»  καθηγητής γυμνασίου που   φόρεσε  αθλητικά παπούτσια  σε δημόσιο σχολείο! 

Η χρονιά κύλησε ήρεμα. Δημιουργήσαμε μια σχολική ομάδα θεάτρου και ανεβάσαμε το κωμειδύλλιο «Η απαγωγή της Σμαράγδως». Το έργο ανέβηκε ως μιούζικαλ με ντόπια μουσική. Κάθισα και διασκεύασα το έργο ώστε να παίξουν  διπλάσιοι μαθητές, από την προβλεπόμενη διανομή, αφού ήθελαν να συμμετάσχουν όλοι. Οι παραστάσεις δόθηκαν σε ένα νεόδμητο πολιτιστικό κέντρο που είχε μικρή σκηνή και πλατεία κι εγώ παρακάλεσα τον  σκηνογράφο Κώστα Βελινόπουλο,  να έρθει εθελοντικά από την Αθήνα να μας φτιάξει σκηνικά και κοστούμια. Ήταν τόση η επιτυχία του έργου που  δόθηκαν επί πλέον παραστάσεις και μας κάλεσαν να παίξουμε σε γειτονικά στρατόπεδα που ήταν περισσότερα και από τα χωριά. Κανείς   στον τόπο δεν θυμόταν μια τέτοια παράσταση, κι ας είχαν περάσει ακόμη και περιφερόμενοι κρατικοί θίασοι.

Πράγματι δενόμασταν με τους ανθρώπους όλο και περισσότερο. Μια καθηγήτρια της Βιολογίας αρραβωνιάστηκε με έναν τεχνίτη της ΔΕΗ, ένας υποχόνδριος φιλόλογος υποτροπίασε  πυροβολώντας με καραμπίνα μέσα στα νεκροταφεία. Ο συγκάτοικός μου έφερε την γκόμενά του, από την Αλεξανδρούπολη, της οποίας οι ερωτικές κραυγές ξεπερνούσαν  την χορωδία των «μπιμπίνων»  και των γλυκύτατων χοιριδίων μαζί που γρύλιζαν απρόσκοπτα κάτω απ’ τα παραθύρια. 

Όταν χιόνισε, επί δέκα μέρες πάγωσαν τα πάντα, ποτάμι και δρόμοι έγιναν μια γυάλινη πίστα, η ομίχλη  ήταν αδιαπέραστη. Για μια στιγμή πανικοβλήθηκα, νόμισα ότι ζούσα σε έναν άγνωστο τόπο. Ήμουν μόνος στο σπίτι. Η υγρασία μούσκευε ακόμη και τους τοίχους. Αρρώστησα με βαρύ πυρετό. Ένας μαθητής της τρίτης λυκείου με επισκέφτηκε στο κρεβάτι του πόνου λέγοντάς μου ότι τον έστειλε η μάνα του να μου τρίψει την πλάτη. Κρατούσε στα χέρια του ένα μπουκαλάκι με πετρέλαιο και λάδι και, αφού σκαρφάλωσε στο παλιοκρέβατο, πυρπόλησε την ήδη φλεγόμενη πλάτη μου!


Στο τέλος της χρονιάς συνόδευσα τους μαθητές μου στην σχολική εκδρομή σε ένα απίστευτο οδοιπορικό: ο γύρος της Ελλάδα σε επτά μέρες! Άξιζε μια τέτοια δοκιμασία, γιατί εκτός από το ήθος τους, πολλά παιδιά θα έβγαιναν για πρώτη φορά έξω από το χωριό τους. Ο γκόμενος μιας καστανόξανθης θρακιώτισας μας ακολούθησε απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα, πάνω σε μια μηχανή, μην την χάσει λεπτό από τα μάτια του.   Στο λεωφορείο χορεύαμε, μεθούσαμε, τραγουδούσαμε. 

Όμως, εγώ, ζήτησα μετάθεση. Επόμενη θέση στο Διδυμότειχο. Ήθελα να έχω μια καθημερινή εφημερίδα, έναν κινηματογράφο, μια πιο προσωπική ζωή. Φεύγοντας από το χωριό έβαλα τα κλάματα, πάντα έκλαιγα όταν έκλεινα πίσω μου μια πόρτα σε κάθε πόλη όπου δούλευα και δεν ήταν και λίγες. 

Φέτος το καλοκαίρι αποφάσισα να επισκεφτώ τα Δίκαια, κατευθυνόμενος προς την Αδριανούπολη, μια πόλη που γνώρισα και αγάπησα από τότε. Ξεκίνησα και πάλι από το Παλιοχώρι και έφτασα στα Δίκαια σε λιγότερο από τέσσερις ώρες, οδηγώντας πια πάνω σε μια απίστευτη διαδρομή, της  καινούργιας Εγνατίας οδού. Άφηνα πίσω και πλάι μου όλα εκείνα τα παλιά μέρη, τα χωριουδάκια, τις απρόβλεπτες στροφές και τις γλυκές ανάπαυλες κάτω από δέντρα. Το χωριό μου φάνηκε ανέπαφο, όμως απόμακρο για τις μεταλλαγμένες διαθέσεις μου. Δεν ήμουν πια εδώ. Στο Γυμνάσιο τα παιδιά έγραφαν εξετάσεις και ούτε που μπήκα μέσα. Κατέβηκα στην πλατειούλα σαν ξένος. Δεν άντεξα ούτε δέκα λεπτά, έφυγα πίσω πανικόβλητος, χωρίς καν να πιω ένα καφέ. 

Σήμερα που διδάσκω στα αθηναϊκά λύκεια, νοσταλγώ τα πρώτα χρόνια του σχολείου, όταν είσαι μαθητής ανάμεσα σε μαθητές. Όταν μετράει να είσαι  δάσκαλος και το βράδυ νοιάζεσαι για την επόμενη σχολική μέρα. Σήμερα που το δημόσιο ελληνικό σχολείο περνάει μεγάλη κρίση  και ο ουρανός μου σκεπάζεται από φρουτοειδείς οικοδομές ανατριχιάζω σκεπτόμενος τα σχολεία της επαρχίας. Χτισμένα στις άκρες των χωριών, ανάμεσα στα χωράφια, ανάμεσα στα δέντρα, ενταγμένα στη φύση, κομμάτι του ανοιχτού ορίζοντα (στο Γυμνάσιο Πολύσιτου Ξάνθης, επιστρέφοντας στο σχολείο έναν Σεπτέμβριο, βρήκαμε το σχολείο πνιγμένο απ’ τις χασισιές που μεγάλωσαν αυτοφυώς: κλήθηκε  η αστυνομία να κάψει τα ανυπάκουα φυτά κι εμείς φύγαμε όλοι  μαστουρωμένοι από τις αναθυμιάσεις...) 

Πόσο λαχταράω να κλειδώσω το διαμέρισμά μου και να μπω στο αυτοκίνητο για το επόμενο σχολείο. Όμως πολύ φοβάμαι,  όπου και να πάω τώρα πια, δεν θα είμαι  ένας νεοδιόριστος. Θα συναντήσω  μονοθέσια σχολεία, μισοάδεια χωριά και μια θλιμμένη   επαρχία που κανένας δεν στήριξε  την πολύτιμη αυτονομία της.    




Περιοδικό ‘η λέξη’, τεύχος 175, αφιέρωμα «ιστορίες από το σχολείο», Μάιος-Ιούνιος 2003.

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2025

Αισχύλου 3/σκοτεινό όνειρο. Καινούργιο διήγημα. Από τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη

                                     


                                           

                Αισχύλου 3 / Σκοτεινό όνειρο


Τους τελευταίους μήνες είδα αρκετές φορές το ίδιο όνειρο. Το διαμέρισμα, τα δύο χαμηλοτάβανα δωμάτια, το χολ· στα όνειρα, όσα γνωρίζουμε, προβάλλονται σε διαφορετικές διαστάσεις διατηρώντας όμως μια αδιόρατη οικειότητα. Αναγνώριζα το διαμέρισμα της θείας Ζωής, στην Θεσσαλονίκη, στην Αισχύλου 3, έναν δρόμο κάθετο στην Κασσάνδρου και στην Αγίου Δημητρίου απ΄ όπου ξεκινούσε η αρίθμηση.

Στέκομαι στην είσοδο της πολυκατοικίας. Αν και έχουν αντικαταστήσει τα αλουμινένια κουφώματα, η τζαμαρία παραμένει θαμπή και άπλυτη. Η οικοδομή χτίστηκε τη δεκαετία του εξήντα, πήγαινα στο δημοτικό, όταν άρχισαν οι επισκέψεις μου στη θεία Ζωή.

Το όνειρο ήταν δυσάρεστο, κατάμαυρο και δύσοσμο-μύριζε ναι! Έβλεπα τα κολλητά δωμάτια σαν δύο παράλληλους σαρκοφάγους. Κάτι ανησυχητικό και στενάχωρο επανερχόταν στη θύμηση όμως η επανάκτηση των ονείρων δυσκολεύει με το χρόνο, γι αυτό θα προσπαθήσω να εντοπίσω τις αρχικές του προβολές.

Κατεβαίνοντας τα τσιμεντένια σκαλοπάτια, βρισκόσουν σε έναν θεοσκότεινο διάδρομο, αλίμονο αν δεν άναβε μια αραχνιασμένη γυμνή λάμπα. Αριστερά του διαδρόμου τα δύο διαμερίσματα, μία αποθήκη στα δεξιά κλειδωμένη με λουκέτο και μια αλυσίδα που ακουμπούσε στο δάπεδο.

Μύριζε έντονα εδώ κάτω, χρονίσιες μυρωδιές, λεκιασμένα ντουβάρια, σκουριασμένοι σωλήνες. Ανοίγοντας την πόρτα την θείας υπήρχε το υποφωτισμένο χολ και παραμέσα το σαλόνι χωρισμένο στα δύο με ξύλινη τζαμαρία και η κρεβατοκάμαρα. Πολύ μικρή η κουζίνα, τουαλέτα με με ντουζ και τον θερμοσίφωνα μόλις να χωράει. Ωστόσο το διαμέρισμα δεν ήταν τυφλό. Τα δύο δωμάτια και η κουζίνα έβλεπαν γωνιακά στον ακάλυπτο, μια στενόμακρη αυλή περιφραγμένη, στον τοίχο της σκαρφάλωνα να δω τι κρυβόταν πίσω.

Η κοινόχρηστη “ αυλή” ανήκε στα δύο συνεχόμενα διαμερίσματα. Ψηλά ξεχώριζε ο ουρανός, οριοθετημένος από τις γύρω πολυκατοικίες, πανύψηλες φάνταζαν όπως τις έβλεπα από χαμηλά. Στις πίσω όψεις τους, τις πιο παραμελημένες, βρίσκονταν οι κουζίνες, οι λουτροκαμπινέδες, τα στενά μπαλκόνια, με βαρέλια πετρελαίου, μπουριά που έσταζαν, τενεκέδες, σκούπες, μέχρι και ολόκληρες σκάφες είχα δει. Μέσα από μισάνοιχτες πόρτες και στενόμακρα παράθυρα ξεχύνονταν μουσικές, κουβέντες μπερδεμένες, παιδικές φωνές, βηξίματα, φτερνίσματα, πορδές, καζανάκια· ένα σαματατζίδικο, θεόρατο, αντηχείο.

Στα υπόγεια στεγάζονταν αποθήκες, ένα ξυλουργείο ενώ ξεχώριζα την πίσω πλευρά του κινηματογράφου “Αχίλλειον”, ένα τεράστιο ντουβάρι όπου ακουμπούσε η μεγάλη οθόνη. Η είσοδος ήταν από την Αγίου Δημητρίου. Μερικές φορές, παιδί, νόμιζα, ότι θα προβάλλονταν η οθόνη ανάποδα...Στο “Αχίλλειον” πήγαινα τακτικά τον Σεπτέμβριο πριν ανοίξουν τα σχολεία. Είχα κι άλλους θείους στην Ολύμπου, στην Παπάφη, στου Χαριλάου, όμως προτιμούσα τη θεία Ζωή, που με είχε αδυναμία · οι άλλοι θείοι δούλευαν και τα ξαδέλφια μου ήταν μικρότερα για να βγαίνουμε παρέα.

Στην Αισχύλου ένιωθα πιο ελεύθερος, η θεία Ζωή ήταν χαλαρή, με χαρτζιλίκωνε, μ΄ έστελνε στα σινεμά χωρίς να σκιάζεται που ήμουνα μόνος-με τα σημερινά δεδομένα θα ήταν απαγορευτικό. Εκείνη καθόταν στην ραπτική μηχανή και έραβε ατέλειωτα. Είχε συγκάτοικο την Αγάπη, έτσι την έλεγαν, μια παιδική της φίλη από το χωριό. Η Αγάπη είχε καταλήξει στην Θεσσαλονίκη, αποδιωγμένη, παρεξηγημένη από την οικογένεια και το σόι για την ελαφράδα του χαρακτήρα της και την ερωτική της διαθεσιμότητα. Συντροφιά ήθελε η χήρα, θεία μου, λίγη σπιτική βοήθεια. Άσε που, όταν έλειπε για μεγάλα διαστήματα από το διαμέρισμα (πήγαινε στα λουτρά της Αιδηψού και σε φίλες της, στην Λάρισα ή στην Αθήνα), η Αγάπη κρατούσε το σπίτι και πλήρωνε τους λογαριασμούς φυσικά με τα λεφτά της θείας.

Δυο πολυθρόνες και ένα τραπεζάκι για τον καφέ στην αυλή, μια μόνιμη απλώστρα, γλάστρες και φυτά δεν στέριωναν. Όταν έβρεχε ξεχείλιζαν τα νερά στη βουλωμένη σχάρα, λιμνούλα σχημάτιζαν, τα ρούφαγε αργά η γη κάτω από τα τσιμέντα. Πού πήγαινε τόσο βρωμόνερο; Η θεία Ζωή δεν παραπονιόταν για το υπόγειο διαμέρισμα, τόσα είχε στην άκρη και, την εποχή που το αγόρασε, θεωρήθηκε καλή αγορά. Ήθελε να φύγει από τη Θάσο όπου ζούσε με τον θείο Παναγιώτη τη δεκαετία του εξήντα. Εκείνος σκοτώθηκε, γλίστρισε, πάνω στο εμπορικό του καράβι που έκανε το δρομολόγιο Καβάλα-Λήμνο, εκείνη βαριόταν στο νησί, τον χειμώνα ερήμωνε κι αυτή νέα γυναίκα ζούσε μαζί με την πεθερά της και την ανύπαντρη κουνιάδα. Ευτυχώς έπαιρνε την σύνταξη του πρώην ναυτικού, γι αυτό και δεν ξαναπαντρεύτηκε. Ταξίδευε, έμενε μήνες σε ξένα σπίτια ράβοντας προίκες και φορέματα. Έβγαζε επιπλέον χρήματα.


***


Έφηβος απέφευγα το υπόγειο· τα διαμερίσματα των άλλων θείων βρισκόντουσαν σε ορόφους, όχι ότι με ξετρέλαινε η θέα στην Παπάφη ή στου Χαριλάου, αλλά με δυσαρεστούσε το διαμέρισμα της Αισχύλου. Η αφόρητη μυρωδιά από δίπλα, ο αλλόκοτος άντρας που απέφευγαν οι δύο γυναίκες. Εκείνος, βέβαια, δικαιούνταν την ίδια αυλή, έβγαινε τις ζεστές μέρες με λευκό φανελάκι, έπινε μπίρες, κάπνιζε, πετούσε τις καύτρες στο τσιμέντο. Όσες φορές τον έβλεπα, αποτραβιόμουν μέσα, θυμάμαι το κακόβουλο, ειρωνικό του, βλέμμα, να με ρωτά τίνος παιδί είσαι εσύ;Τι με φοβάσαι;

Η Αγάπη στο μεταξύ, κατέβαζε μούτρα με τους επισκέπτες, χειροτέρευε διανοητικά, δεν άντεχα να τη βλέπω έτσι συννεφιασμένη. Έβγαινε μόνον στον φούρνο, με το ζόρι στην αυλή γιατί φανταζόταν ότι κάποιοι την παραμόνευαν-όχι μόνον ο διπλανός- , την κατασκόπευαν απ΄ τα ψηλά τα παραθύρια και τα μπαλκόνια, τους κατηγορούσε ότι έριχναν διάφορα πράγματα από ψηλά, μέχρι και προφυλακτικά, άσε τα ματιάσματα. Δεν έκανε απολύτως τίποτε, με το ζόρι μια σκούπα, καθόταν με τις ώρες στους καναπέδες στα μισοφωτισμένα δωμάτια, με κλεισμένα τα παραθυρόφυλλα, τυλιγμένη με μια εμπριμέ ρόμπα. Το δέρμα της, εύθραυστο, γινόταν ακόμη πιο διάφανο, ο ήλιος δεν εισχωρούσε στ΄ απόσκιο σπίτι. Με μισόλογα κατηγορούσε κάποιους άντρες που την είχαν εξαπατήσει και μετά σούφρωνε τα χείλη και σιωπούσε. Μάζευε τα μαλλιά της με κοριτσίστικα κοκαλάκια, αναμφισβήτητα υπήρξε μια όμορφη κοπέλα, δυσανάλογα με το μυαλό της.

Όταν πέρασα στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης αναγκάστηκα τις πρώτες μέρες να μείνω στο υπόγειο μέχρι να νοικιάσω ένα δικό μου χώρο, να ανεξαρτητοποιηθώ για πρώτη φορά στη ζωή μου. Η θεία Ζωή μόλις είχε επιστρέψει από τις διακοπές της στον Αγιόκαμπο, μια χήρα φίλη της την είχε φιλοξενήσει. Με αντιμετώπιζε πια σαν ενήλικα και μου μίλησε προσωπικά για την Αγάπη. Δεν μπορούσε να την αφήσει απροστάτευτη, είχαν περάσει πολλά χρόνια μαζί αλλά δεν άντεχε άλλο ούτε αυτήν ούτε το διαμέρισμα. Όσο γερνούσε ήθελε τα ανοιχτά μέρη, αναζητούσε περισσότερο φως, φιλοξενούνταν σε ξένα σπίτια, σε χήρες και ανύπαντρες, χρήσιμη πάντως για το ράψιμο και την μαγειρική της-άλλο ένα καταπληκτικό της χάρισμα. Ερχόταν στο υπόγειο ν' αφήσει λίγα χρήματα στην Αγάπη, να΄χει να τρώει και να πληρώνονται οι λογαριασμοί που κι αυτοί -σταδιακά- έμεναν απλήρωτοι.

Φοιτητής πήγαινα 3-4 φορές τον χρόνο να τις δω και κάθε φορά με πλάκωνε μαυρίλα. Η πολυκατοικία είχε παρακμάσει, έμεναν ξένοι ή εργάτες, οι παλιοί ένοικοι έφευγαν, οι νεότεροι παραμελούσαν τα διαμερίσματα, το σινεμά κατάντησε ένα σούπερ μάρκετ, τα μικρομάγαζα έκλειναν, η παλιά αίγλη της Αγίου Δημητρίου έσβηνε... Στο μεταξύ εγώ περιπλανιόμουν σ' άλλα στέκια και υπόγεια... Ο διπλανός άφαντος, ο διάδρομος βρωμούσε τσιγαρίλα, σαν να μην έφτανε η μούχλα, απέμεινε ένα καλώδιο χωρίς λαμπτήρα να κρέμεται.


***


Μετά τις σπουδές έφυγα και από την πόλη · κάπου κάπου μάθαινα από τη μάνα μου (της τα έλεγε η αδελφή της) ότι η Αγάπη δεν έβγαινε καθόλου, της κατέβαζε γάλα και φρυγανιές ο ζαχαροπλάστης. Όταν σταμάτησε και η θεία μου να ταξιδεύει, επέστρεψε στο πατρικό της, στο χωριό, άραξε σε ένα μπαουλοντίβανο. Η ζωή συντόμευε και για τις δύο, η απομόνωση θέριευε. Η Αγάπη δεν άνοιγε σε κανέναν, σαν ακατοίκητο έδειχνε το σπίτι. Κανείς δεν την νοιαζόταν. Τουλάχιστον η θεία, επιστρέφοντας στο χωριό, περνούσε καλά ανάμεσα σε συγγενείς και τις γειτόνισσες, είχε τη μάνα μου, είχε κι εμάς, τ΄ ανίψια της. Τα καλοκαίρια, όταν επέστρεφα στο Παγγαίο, την ρωτούσα τι απέγινε η άλλη κι εκείνη κατσούφιαζε, πού να ξέρω, θα την ρούφηξε η γη.

Πώς χάνονται οι ζωές παρασύροντας χώρους και αναμνήσεις; Λίγο πριν πεθάνει η θεία Ζωή μας παρακάλεσε να πάμε στην Θεσσαλονίκη, να δούμε τελικά τι απέγινε το σπίτι και η Αγάπη. Μεγάλη της η χάρη, εγώ έλειπα στο εξωτερικό, οπότε ανέλαβε ο αδελφός μου την αγγαρεία που δυσκόλεψε γιατί αποφάσισε ξαφνικά να πάει κι εκείνη μαζί του κι ας στεκόταν με το ζόρι όρθια.

Οι σκηνές που μου περιέγραψε αργότερα το καρντάσι ήταν θλιβερές, ασήκωτες. Αφού με το ζόρι κατέβηκε εκείνες τις σκάλες, βρήκαν την πόρτα ξεκλείδωτη και το διαμέρισμα ένα σκουπιδότοπο. Η Αγάπη πουθενά όμως κάποιοι άλλοι μπαινόβγαιναν κι άφηναν τα σκουπίδια τους. Βρωμιά έζεχνε παντού και τα δωμάτια άνω κάτω. Η θεία μπήκε στο σαλόνι και άνοιξε το σκαλιστό μπαούλο -αδειανό! Τα προικιά μου, έβγαλε, μια κραυγή, τα στεφάνια μας! Το εικονοστάσι, όπου τα φύλαγε, κι εκείνο άδειο, πάνε και τα εικονίσματα κι ένα θυμάμαι ήταν παλιό, βυζαντινό θαρρείς. Έκλαιγε με λυγμούς βλέποντας το ρημαγμένο σπίτι, κάποτε στρωμένο με χαλιά και κεντήματα. Τίποτα, τίποτα, δεν άφησαν, μονολογούσε. Φεύγοντας δεν πήραν τίποτε μαζί τους. Ο διάδρομος βρώμαγε αποχέτευση. Και όμως ήταν ένα παλατάκι, επέμενε η παλιά νοικοκυρά.

Χτύπησαν μερικά κουδούνια, κανείς δεν απαντούσε και ο μανάβης απέναντι ανέφερε ότι μήνες εκεί μέσα μπαινόβγαιναν διάφορα περιθωριακά άτομα. Και η Αγάπη; Μια ηλικιωμένη, έτσι κι έτσι; Κανείς δεν την είχε δει. Μπορεί να την μάζεψαν στην πρόνοια, είπε αυτός. Θα το δούμε, είπε και ο αδελφός μου χωρίς να το εννοεί ούτε αυτός ούτε η καταρρακωμένη θεία.

Στον γυρισμό η θεία Ζωή έκλαιγε ασυγκράτητα και μονολογούσε, πάει το σπίτι μου, πάνε όλα, δεν έμεινε τίποτε. Δεν ξανάδε το διαμέρισμα ούτε και την πόλη. Τα 'μαθα κι εγώ τηλεφωνικά. Οι περιγραφές του αδελφού μου μ΄ αναστάτωσαν, επανήλθαν τα παιδικά και εφηβικά μου ταξίδια, οι βόλτες, τα σινεμά· οι αναφορές στο υπόγειο ανασκάλευαν μέσα μου βαθιά ριζωμένες φοβίες.

Μετά “τα σαράντα” οπλιστήκαμε κουράγιο και πήγαμε πάλι στο διαμέρισμα, μας ειδοποίησαν ότι κατάντησε μια υγειονομική απειλή για όλη την πολυκατοικία. Κληρονομικά μεταβιβαζόταν στη μάνα μας αν το αποδεχόταν. Με σφιγμένα δόντια, για τελευταία φορά, κατήλθαμε στο έρεβος με τον αδελφό μου. Εγώ είχα καθηλωθεί στο διάδρομο, φοβόμουν να προχωρήσω παραμέσα. Φορώντας μάσκες χωθήκαμε στο ερείπιο. Σκατότοπος. Τόσο δυσφόρησα που μου ήρθε εμετός, βγήκα για αέρα στην αυλή που μου φάνηκε ένας τσιμεντωμένος χώρος όπου αυλίζονται οι φυλακισμένοι.

Φεύγοντας, εκεί στο διάδρομο, είδα την πόρτα του διπλανού διαμερίσματος μισάνοιχτη και έναν γερασμένο άντρα να με κοιτάζει σαν τότε που ήμουν παιδί. Σκούρος, αποκρουστικός. Καραδοκούσε, λαμπύριζαν μοχθηρά τα μάτια του, άπλωνε το χέρι του-αφύσικα μακρύ και σκελετωμένο. Τον είχα ξαναδεί; Τι ακριβώς ήθελε να μου πει; Μιλούσε με δυσκολία, δείχνοντας την σπασμένη λάμπα; Το.. φώς...

Πετάχτηκα αγριεμένος. Αν με ρωτήσετε ποια είναι η κοντινότερη εικόνα που έχω για τον θάνατο θα σας έλεγα εκείνη του άντρα, που άπλωνε το χέρι, συλλαβίζοντας με απόκοσμη φωνή: Τά...φος...






Νέα Σμύρνη, Φεβρουάριος 2025

Δημοσιεύτηκε στα (δε)κατα Άνοιξη 2025

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

Καινούργιο διήγημα

 


Στο τεύχος 81 (άνοιξη 2025) του περιοδικού "(δε)κατα",  αφιερωμένο στο "διήγημα", υπάρχει το δικό μου διήγημα "Αισχύλου 3/Σκοτεινό όνειρο". Επειδή το περιοδικό, που εκδίδει ο ποιητής Ντίνος Σιώτης, δεν κυκλοφορεί σε διαδικτυακή μορφή, σεβόμενος την αποκλειστικότητα, δεν θα το αναρτήσω στον προσωπικό μου ιστότοπο τουλάχιστον μέχρι το επόμενο τεύχος. Το διήγημα αυτό είναι το δεύτερο που γράφω μέσα στο 2025.

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2025

Dirty Valentine , ένα διήγημα για την ημέρα του έρωτα


 


” Των ψυχών και των σωμάτων” 

του Θεόδωρου Γρηγοριάδη


Το φιλόξενο σπίτι της Έλλης μας υποδέχτηκε άλλη μια φορά, όχι όμως για εορταστικούς λόγους. Είχε χάσει τον πατέρα της πριν σαράντα ημέρες και περάσαμε να πιούμε ένα καφέ στη μνήμη του. Ωραίος άνθρωπος ο κυρ Νίκος. Ζεστός και ήρεμος, καθόταν στην πολυθρόνα του και διάβαζε με τις ώρες ιστορικά βιβλία, ώρες πολλές. Τώρα οι στάχτες του αναπαύονταν σε μία τεφροδόχο, τοποθετημένη σε ένα μαρμάρινο ράφι στη βεράντα, στο ίδιο μέρος όπου καθόταν κι εκείνος όταν έκανε καλό καιρό.

Η αδελφή της Έλλης, η Άννα, έβαλε μια πίτα στο φούρνο, άνοιξε δικό της φύλλο, μύριζε σπιτικό το διαμέρισμα, είχαν πιάσει οι ζέστες του Μαίου, καθόμασταν έξω κι εμείς συζητώντας για εκείνον που έφυγε ·στάθηκε τυχερός με δύο κόρες που τον φρόντιζαν μέχρι την τελευταία του στιγμή. “Πράγματι τυχερός”, τόνισε ο Αργύρης, ο εικαστικός, που ζούσε παραδίπλα και επισκεπτόταν τακτικά τα κορίτσια. Κάπνιζε στριφτό, μόνον αυτός (τον είχα γνωρίσει πρόσφατα), ήταν ένας ομιλητικός, υπερκινητικός, πενηντάρης και ο μικρότερος στην παρέα των συνταξιούχων.

Κόντευε μία μεσημέρι όταν απέναντι σε  μία ανακαινισμένη, στενόμακρη, πολυκατοικία είδαμε έναν τύπο με μαγιό να βγαίνει από το δώμα της ταράτσας. Το δώμα (αυθαίρετο ή πρώην πλυσταριό) βρισκόταν στο ίδιο ύψος με το δικό μας μπαλκόνι αλλά στο βάθος γιατί μεσολαβούσε ένα χαμηλότερο κτίριο, το 87ο Δημοτικό Σχολείο. Εκεί πάνω στην ταράτσα, είχαν φτιάξει μια μικρή, υπερυψωμένη, πισίνα.  Ο άντρας ανέβηκε μερικά σκαλοπάτια και βούτηξε μέσα. Ξεχώριζε μόνον το κεφάλι του ενώ προσπαθούσε να κολυμπήσει σε μια έκταση νερού που-λογικά- αντιστοιχούσε στο άνοιγμα των χεριών του.

Η Έλλη μας θύμισε ότι παλιότερα στην ίδια πολυκατοικία, στεγαζόταν μια βιοτεχνία, κάτι τέτοιο. Με την οικονομική κρίση έκλεισε, κατέρρεε η οικοδομή αλλά να που η πρόσφατη τουριστική ζήτηση μετέτρεψε το άχαρο κτίσμα σε περιζήτητο Airbnb συγκρότημα διαμερισμάτων. Και γιατί όχι; Το μετρό του Κεραμεικού απείχε μόλις  διακόσια μέτρα, αρκετά δωμάτια είχαν θέα την Ακρόπολη, ενώ το δώμα έβλεπε στο βάθος τον Πειραιά -ακόμη και τα φασαριόζικα τρένα που περνούσαν από κάτω ήταν αξιοθέατα μιας άλλης εποχής.

Λίγο μετά τον άντρα, εμφανίστηκε μια κοπέλα με μπικίνι και, αφού πήρε μερικές βαθιές ανάσες, βυθίστηκε και αυτή στην πισίνα. Θα χώραγαν δύσκολα οι δύο τους αλλά μάλλον βολεύτηκαν αφού σύντομα τα δύο σώματα έγιναν ένα. Αγκαλιές, φιλιά ρουφηχτά, μα δεν σιχαίνονται το χλωριούχο νερό; σχολιάσαμε.

Η πίτα στο μεταξύ βγήκε ζεστή, τραγανιστή, μοσχοβολούσε χόρτα και μυρωδικά. Η Άννα ετοίμαζε και τους καφέδες, ελληνικό, δεν πίνεις καπουτσίνο στη ψυχή ενός πεθαμένου…

“Μα τι κάνουν αυτοί εκεί”, ρώτησε η Άννα, ρίχνοντας μια αδιάφορη ματιά.

“Μάλλον το κάνουν”, σχολίασε γελώντας ο εικαστικός, στερεώνοντας τα σκούρα γυαλιά του επάνω στη μύτη. Το ζευγάρι δεν ξεκόλλαγε…

Στο μεταξύ η κουβέντα μας γινόταν πιο κοφτή  και μετρημένη, τα βλέμματα μας αναγκαστικά είχαν προσανατολιστεί προς το ερωτικό δρώμενο. Το ζευγάρι βγήκαν από την πισίνα μουσκεμένοι, κάτω από το μαγιό του άντρα διαγραφόταν η στύση του-ο Αργύρης αναμετάδιδε κάθε λεπτομέρεια. Καλοσχηματισμένα κορμιά, “τριαντάρης εκείνος, εικοσιπέντε αυτή”, υπολόγισε ο Αργύρης.

Εκείνοι όμως στον κόσμο τους, δεν ασχολιόταν με τον περίγυρο λες και  ήταν μόνοι στον αττικό ορίζοντα, υπερόπτες και αυτάρκεις (όσα δεν είμασταν όλοι εμείς). Ξάφνου, με μια συγχρονισμένη κίνηση, πέταξαν τα μαγιό. Ο άντρας ξάπλωσε ανάσκελα σε μια ξαπλώστρα και η γυναίκα κάθισε πάνω του αντικριστά και άρχισε να ανεβοκατεβαίνει. Οι κινήσεις τους ρυθμικές, συγχρονισμένες. Το κεφάλι της μπρος-πίσω, τα βρεγμένα μαλλιά της έπνιγαν το πρόσωπο του εραστή.

Σιωπή, εμείς, μούγγα, μήπως κι ακούγονταν κανα αναστεναγμός αλλά πώς!  Περνούσε ξεφυσώντας μια αμαξοστοιχία -ούτε που θα την άκουσαν οι παθιασμένοι εραστές. Αλλαγή στάσης. Όρθιοι, ακουμπώντας  στο τοιχάκι της πισίνας. Η Άννα αποτραβήχτηκε στην κουζίνα και η Έλλη την ακολούθησε λέγοντας “αν τελειώσουν πείτε μου”.    “Χύθηκε ο καφές !” φώναξε η Άννα. Τα κορίτσια βρίσκονταν σε μια γλυκιά υπερένταση- συνηθισμένες να ζούνε μόνες, δική τους επιλογή.

Ο Αργύρης, εμφανώς ερεθισμένος, με κοίταξε μέσα από τα γυαλιά του. “Καλά, τι θα δούμε ακόμη”. Όμως δεν βλέπαμε πια γιατί το ζευγάρι βούτηξαν να ξεπλυθούν στην πισίνα. Πάντως δεν είχαν τελειώσει. Ξαναβγήκαν, εκείνος κάθισε στα σκαλάκια της πισίνας κι αυτή έσκυψε πάνω στα ανοιχτά του σκέλια. Δεν μπορώ να το πω πιο λογοτεχνικά. Ο Αργύρης υπαινίχθηκε ότι ο άντρας ήταν προικισμένος και περιτμημένος · προσωπικά δεν είχα το πεόμετρο στο μάτι ούτε ανάλογη οπτική οξύτητα…Μπήκα στην κουζίνα και παραπονέθηκα για τους δύο ανερχόμενους καταρράκτες, “καλές μου, δεν βλέπω καθαρά, μόνον περιγράμματα”.

Η Έλλη γελώντας έτρεξε στο καθιστικό και επέστρεψε με ένα ζευγάρι κυάλια θεάτρου, παρμένα από κάποια ευρωπαϊκή αίθουσα θεάτρου (δεν είναι της ώρας οι αναδρομές, να τους προλάβουμε). Να ΄μαι πάλι στην βεράντα, ο εικαστικός ταίριαζε το καβάλο του. Οι απέναντι συνέχιζαν, αυτός είχε γείρει το κεφάλι και τιναζόταν με σπασμούς. Εκείνη ανασηκώθηκε, μπήκε στο δώμα, να τη τώρα με το κινητό · άρχισαν να αυτοφωτογραφίζονται  ολόγυμνοι. Όταν τελείωσε και η φωτογράφιση χώθηκαν στο δώμα  για να εμφανιστούν αυτή τη φορά τυλιγμένοι με παρεό και ένα ποτό στο χέρι τους.

“Μοχίτο …” είπε με σιγουριά ο Αργύρης.

“Άσε μας βρε, Αργύρη, πώς το κατάλαβες;”

“Μα δεν βλέπεις τα φυλλαράκια της μέντας;”

Ρουφούσαν τα ποτά ο ένας από το στόμα της άλλης, έσταζαν στα ημίγυμνα κορμιά τους…

Η Έλλη έφερε τους καφέδες και το σπιτικό λικέρ. “Κράνα! Καλά για τη διάρροια, σφίγγει ο κώλος” ξεστόμισε ο εικαστικός.

Κάπως χαλάρωσε η ατμόσφαιρα. “Δεν είναι και πολύ δυνατά τα κυάλια σου, ‘Ελλη, θα σου κάνω δώρο ένα κανονικό ζευγάρι”. Εκείνη μου είπε γελώντας, “δεν χρειάζεται, είμαι χορτασμένη στο μάτι και στο σώμα. Πάντως τον μπαμπά μια χαρά τον βόλευαν”.

“Θεός σ’  χωρέστον…”

Με ανασηκωμένα τα φλιτζανάκια του καφέ-σας το ορκίζομαι!- είδαμε τους απέναντι να υψώνουν τα δικά τους ποτήρια, να πίνουν στην υγειά μας. Ναι, ολοφάνερα μας είχαν δει, μας είχαν εντοπίσει, μπορεί και να μας χάρισαν το θέαμα στην ταράτσα. Μακάρι να τους έβλεπε και ο συγχωρεμένος.



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο αναγνώστης. 14/02/35

Κυριακή 24 Μαρτίου 2024

Ένα αφήγημα για την 25η Μαρτίου


Θεόδωρος Γρηγοριάδης


"25 Μαρτίου 1967".


Ενώνουν πάλι τις δυο μεγάλες τάξεις. Ανοίγει η μεσαία πόρτα διάπλατα, αυτή που χωρίζει την Πέμπτη από την Τετάρτη. 'Υστερα ανεβάζουν τα καδρόνια. Τα ίδια πράγματα κάθε χρόνο. Ο επιστάτης ανεβάζει τα πιο βαριά και οι Εκταίοι τα μικρότερα. Τα κορίτσια φροντίζουν τις στολές και τις φουστανέλες.

Εγώ φέτος σαν πιο μεγάλος θα κουβαλήσω εκείνα που λαχταρούσα από την Πρώτη τάξη. Τα μεγάλα χαρτιά. Είναι τυλιγμένα σαν τα χαλιά που μαζεύει η μαμά το καλοκαίρι. Σκληρά χαρτόνια απ' την πολλή μπογιά που 'χουν πάνω τους. Τα βάζουν στην αποθήκη όρθια όλο τον χρόνο και τα προσέχουν μη μουσκέψουν ή μη τα φάνε κάτι παχουλά ποντίκια που τριγυρίζουν στο χωριό.

Εκεί μέσα βλέπεις πολλές σημαιούλες και χάρτινες λωρίδες μπλε άσπρο που γράφουν: «Ζήτω το Εθνος», «Ζήτω η Πατρίς», «Ζήτω ο Βασιλεύς».

Ξετυλίγω το πρώτο χαρτόνι. Ζωγραφισμένο ένα τζάκι με ένα πελώριο παράθυρο στον τοίχο και μπροστά μια κόκκινη πουάν κουρτίνα. Απέξω φαίνονται άδεια τα δένδρα. Γυμνά σαν τα δένδρα του χωριού τον χειμώνα που βλέπω από το παράθυρο της κουζίνας. Στην κουζίνα κοιμάμαι εγώ και λουζόμαστε εκεί μέσα, είναι το μόνο ζεστό δωμάτιο.

Πάνω στη σκηνή δεν είμαι μικρός. Είμαι ένας μεγάλος αλλά δεν έχω σπουδαίο ρόλο, «πρωτοπαλίκαρο» με λένε. Ο ξάδελφός μου πήρε τον πρώτο ρόλο, αφού όλοι οι δάσκαλοι ψωνίζουν από το μπακάλικο του θείου Χαρίλαου και κάνουν χατίρια πιο πολύ στον Χρήστο.

«O Xρήστος είναι πιο ζωηρός απ' τον δικό σας» λέει στη μαμά μου ο δάσκαλος, ο κύριος Λάζαρος, στη γιορτή μου. Είχαν έρθει επίσκεψη είκοσι τρία άτομα, τα μέτρησα.

«Ο Χρήστος τρέχει στην αυλή, ο δικό σας κάθεται στα πεζουλάκια και κοιτάζει τα άλλα παιδιά».

Δεν μπορώ να ακούσω άλλο γιατί με στέλνουν μέσα να κοιμηθώ, στο πίσω δωμάτιο το σκοτεινό. Ακούγεται το ρέμα, τρέχουν πολλά νερά από το βουνό.

Πρωτοπαλίκαρο, άρα δεν φοβάμαι κανέναν, αλλά μου φαίνεται πως θέλω να πάω προς νερού μου. Ετσι το λέμε ευγενικά. Ανοίγω το παράθυρο και ίσα κάτω. Φτύνω τρεις φορές για να μη μου συμβεί κακό. Στο σαλόνι ακούγονται να πίνουν και να τραγουδάνε. Ετσι μαζεύονται στη γιορτή μου κάθε χρόνο, οι καλύτεροι του χωριού, πρόεδρος, δάσκαλοι.

«Θα πιω κρασί ένα βαρέλι» λέω δυνατά στη σκηνή και κοιτάζω τον κόσμο κάτω.

Ο ξάδελφος εξόντωσε όλους τους Τουρκαλάδες και έχουμε πανηγύρι. Μόνον αυτό λέω: «Θα πιω κρασί ένα βαρέλι». Δυο ώρες έργο. Η μαμά ήταν στεναχωρημένη, την έβλεπα κρυμμένος πίσω απ' τις κουρτίνες.

Ξέρω όλα τα λόγια του Χρήστου. Τα ακούω κάθε μέρα στην πρόβα. Στο σπίτι τα ξαναλέω, μόνος, απέξω. Κρεμάω και μια χρωματιστή κουρελού για σκηνικό. ΄Ερχεται την κατεβάζει η μαμά. «Ολο χαζομάρες κάνεις».

Πουθενά δεν μου δίνουν καλό ρόλο.

Στο δεύτερο χαρτόνι είναι ζωγραφισμένο ένα τοπίο με πλάτανο και μια βαθιά ρεματιά. Εκεί μπροστά αναπαύονται τα παλικάρια μετά τη μάχη. Από τον γκρεμό πέφτουν τα κορίτσια του Ζαλόγγου. Κάτω από τον πλάτανο ξαπλώνει ο ξάδελφος και μιλάει, ενώ τα παλικάρια τον κοιτάμε.

Σε ένα τέταρτο θα γυρίσει ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΗΣ στο σπίτι για το πανηγύρι. Εκεί θα γιορτάσουμε τη νίκη πίνοντας. Μόνον εκεί μιλάω ότι θα πιω κρασί ένα βαρέλι. Αν όμως πλακώνανε τώρα οι Τούρκοι και πληγώνανε τον ξάδελφο, θα έβγαινα στη σκηνή. Θα τους κυνήγαγα μέχρι τον γκρεμό, να τους γκρεμοτσακίσω. Παίρνω στον ώμο τον ξάδελφο και τον φέρνω πίσω. Ολοι στο σπίτι μ' αγκαλιάζουν που τον έσωσα και τους διηγούμαι το κατόρθωμά μου. Χειροκροτούν από κάτω οι χωριανοί. Η μαμά είναι ευχαριστημένη που είμαι πρωταγωνιστής.

«Μπράβο» μου λέει ο κύριος Λάζαρος. «'Ησουν υπέροχος. Του χρόνου θα σε βάλουμε στον ρόλο του Μεγαλέξανδρου».

ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ λέγεται ο σινεμάς. Εκεί μας πηγαίνουν με γραμμή, όταν φτάνει διαταγή για να δούμε ταινία. Εχουμε δει τη «Βίβλο». Την «Οδύσσεια» με Αμερικανούς. Ομως εγώ πάω και μόνος μου κρυφά ή με τον θείο Αντώνη που με βάζει τζάμπα. Αυτός δεν χάνει έργα. Να μη χάνω έργα.

«Οδός Μεγάλου Αλεξάνδρου» λέγεται ο δρόμος από την πλατεία μέχρι το τελευταίο προσφυγικό σπίτι ανεβαίνοντας προς το κάστρο. Εκεί είναι το κάστρο του, όμως Αλέξανδρος είναι και ο φίλος μου ο Αλέκος, μικρός όμως.

Ρωτάω τον Ουζούν Σάββα που έχει δει τόσους βασιλιάδες.

«Σίγουρα» μου λέει «ο Αλέξανδρος έζησε κοντά στο χωριό. Ο προπάππος μου τον είχε δει όταν περνούσε από την Ασία».

Ο Ουζούν Σάββας είναι αδελφός της γιαγιάς και ήρθανε από τη Σαμψούντα. Ουζούν στα τουρκικά σημαίνει ψηλός. Ο παππούς δεν τον χωνεύει και του πετάει άσχημες λέξεις. Η γιαγιά κατεβάζει τα μούτρα της. Μιλάνε με τούρκικες παροιμίες. 'Οταν θέλουν να πούνε κάτι δικό τους, το λένε μόνο στα τούρκικα. Ακόμη κι ο μπαμπάς με τον παππού έτσι συνεννοούνται. Σκάνε στα γέλια.

«Αυτή είναι η γλώσσα των εχθρών μας» τους λέω. «Αφού στη σχολική γιορτή σκοτώνουμε συνέχεια τους Τουρκαλάδες».

'Ομως αυτός λέει, «μια χαρά ήμασταν όλοι μαζί κάποτε».

'Υστερα πιάνει το ούτι και αρχίζει να τραγουδάει, ποιος ξέρει σε ποια γλώσσα.



Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, στις ΝΗΣΙΔΕΣ,  Μάρτιος 2019

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2024

Η όαση Σίουα και ένα διήγημα από τους "Χάρτες"..

 Ο  ΗΛΙΟΣ  ΤΗΣ  ΕΡΗΜΟΥ



Από την Αλεξάνδρεια στην Μάρσα Ματρούχ νύχτα φτάσανε. Η πόλη, Φεβρουάριο μήνα, χωρίς την καλοκαιρινή της στολή, έμοιαζε αφημένη, κακοφωτισμένη. Λακκούβες στους δρόμους, απόνερα, στυμένα και πατημένα φρούτα, ένα δρόμος μακρόστενος το παζάρι με γλόμπους για τους νυχτερινούς πελάτες. Θλιμμένο μισοάδειο ξενοδοχείο. Δεν τους αρέσει. Άντε να ξημερώσει να μπούνε και πάλι στο φορτηγάκι και να φτάσουνε στην Όαση. Είμαστε αρχές του ενενήντα-έχει σημασία. Σε δέκα χρόνια η όαση Σίουα θα είναι κόλαση, γεμάτη εξοχικά και βίλες. Μια φήμη που έλεγε ότι ο τάφος του Μεγαλέξανδρου κείται εκείθε, έφερε κόσμο, λεφτά και τσιμέντο. Ο Στέργιος τελεί χρέη κάμεραμαν, ο Διονύσης συντονίζει, γράφει κείμενα, διεκπεραιώνει την έρευνα.

Στη θέση του οδηγού λαγοκοιμάται ο Αιγύπτιος οδηγός καθώς μπαίνουν στην στεππώδη έρημο ΄ δρόμος χαραγμένος σε μια ευθεία, κιτρινισμένο δέρμα φιδιού, ένας ορίζοντας, ένα αβαθές τοπίο. Ο Διονύσης κοιμάται κι ας κουνάει συνεχώς το νοικιασμένο λεωφορειάκι. Ο Στέργιος άγρυπνος, με την κάμερα παραδίπλα, μην προκύψει πλάνο ΄ άλλοι βλέπουν με τα μάτια και άλλοι με την κάμερα. Τρεισήμιση ώρες ταξίδι. Τίποτε στον ορίζοντα. Κιτρινίλα, θαμπή χειμωνιάτικη μέρα που δεν ολοκληρώθηκε στην καρδιά της Σαχάρας.

Γιατί να’ ρχόταν ως εδώ ο Αλέξανδρος; Οι μύθοι κι οι πηγές τον έχουν σίγουρο επισκέπτη, όσο για τον τάφο του, κι αυτός σαν μύθος φυτρώνει παντού. Και ιδού μια νησίδα στη μέση του πουθενά, με χαμηλούς λόφους, φοίνικες που τους κατατρώγει ύπουλα η έρημος και κόκκο κόκκο ετοιμάζεται να απορροφήσει οποιαδήποτε μορφή βλάστησης. Περήφανη κατάρα, έρημος, μεταλλασσόμενη. Πλίνθινα σπίτια, κάρα, ζώα στους δρόμους, χαλασμένα ποδήλατα, μισόγυμνα παιδιά, η πισίνα της Κλεοπάτρας, μια στέρνα με στάσιμα νερά. Ένα καφενείο παράγκα, ένα τεράστιο τσουκάλι που χωράει ολόκληρον άνθρωπο και όπου βράζει συνεχώς το ρύζι ΄ μαύρο τσάι: σφίγγει το έντερο.

Ο τόπος του τάφου σαν πλάνη. Οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι εδώ. Μια Ελληνίδα ουρλιάζει ότι ξέρει για Εκείνον, για την Ταφή του, μια Ελληνίδα αρχαιολόγος στην έρημο αντί σε άσυλο. Την φωτογραφίζουν, τριγύρω…

Απέμεινε ο ναός του Άμμωνος Διός, από εκεί που πήρε τον χρησμό ο Αλέξανδρος για να κατακτήσει τον μισό κόσμο για να χάσει μια ολόκληρη ζωή. Ανηφοριά: άμμος, πέτρες και χώμα. Ερειπωμένα κτίρια. Άντε μια ανάσα μέχρι την κορυφή. Το μονοπάτι ήσυχο, ένα σκυλί γαυγίζει στην άκρη της λίμνης που στερεύει, που μαζεύεται. Ο Διονύσης ανεβαίνει και χώνεται ανάμεσα στα μισογκρεμισμένα δώματα. Είναι πολλοί οι αιώνες, πάρα πολλοί και πάλι καλά που απέμειναν και αυτά τα ντουβάρια. Τριγύρω η όαση, στο βάθος, όπου και να δει ως προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, το άδειο.

Κουράζεται και κάθεται καταγής με το φόβο κάποιος σκορπιός ή ένα φίδι, που δεν κοιμήθηκε ποτέ, να του επιτεθεί.  Δεν μπορεί κάτι θα έπαθε, εδώ και λίγα λεπτά αφουγκράζεται κάθε χτύπο, κάθε ήχο από παντού, έχει διευρυνθεί η ακοή, η αίσθησή της τεταμένη. Λένε πως τα σκυλιά μυρίζοντας αναγνωρίζουν από δεκάδες μέτρα. Κι άλλοι, αγγίζοντας στα σκοτάδια, υφαίνουν την χαμένη όραση. 

Όμως αυτός, μάτια έχει, μυρωδιά δεν του λείπει αλλά ακούει, ακούει συνεχώς, λες και οι ήχοι, που γυροφέρνουν τον τόπο, ξαναγυρνούν, δεν πάνε χαμένοι. «Τίποτε δεν πάει χαμένο στον κόσμο μας», ομολογεί και κλείνει τα μάτια. Κάθε μόριο, κάθε πληροφορία, κάθε χτύπος περιμένουν να τα περισυλλέξεις και να τα σμίξεις σε νόημα.

Και τι δεν ακούει που δεν ακούμε εμείς. Τι γδούπους, τι οιμωγές, τι προσευχές, τι γλώσσες-αλήθεια τι γλώσσες, πώς προφέρονταν οι γλώσσες; Είχαμε τα ίδια δόντια, τα ίδια χείλη για να συλλαβίσουν τα δικά μας νοήματα; Είχαμε τα ίδια νοήματα; Κι όμως νομίζει ότι αναγνωρίζει τους σπασμούς που όλο και τον πλησιάζουν εκκωφαντικά.

«Πείτε του την αλήθεια, μην προχωρήσει παρά πέρα. Ας χτίσει μια πόλη κι ας βασιλεύσει ήσυχα».

Ποιος μιλάει; Μα ο ίδιος! Ποιος τον αναγκάζει να μιλήσει στη γλώσσα του και να προειδοποιήσει τον Βασιλιά; Να λοιπόν τι ήταν οι μαντείες: ήταν λόγια γυρισμένα στη γλώσσα που ήθελαν να ακουστεί ώστε να περάσει το μήνυμα. Που συνέλλεγαν τους σκορπισμένους ήχους και τις πληροφορίες σε μια στιγμή, τη δεδομένη στιγμή, την επερχόμενη, όταν θα επιτελούνταν οι πράξεις των ανθρώπων.

Ο Διονύσης κατηφόρισε στο κέντρο του χωριού. Σκοτείνιαζε και μόνον το τριώροφο ξενοδοχείο-μπετόν σκέτο-είχε δική του γεννήτρια. Ο Στέργιος τον περίμενε στο καφενείο με ρύζια βρασμένα, τσάγια πολλά και καναδυό ντόπιους να προσπαθούν να συννενοηθούν μαζί του. Κάθισε δίπλα τους σκεπτικός.

«Έχεις κάτι;» τον ρώτησε ο Στέργιος.

«Τίποτε δεν έχω». 

Άρχισε να τρώει ρύζι και η ακοή του μίκρυνε, το τούνελ έκλεινε και ξαφνικά μόνον ο θόρυβος του πηρουνιού ακουγόταν. Δεν είχε λόγο να εξηγήσει οτιδήποτε, ΄Ηταν πολύ αργά πια για να προειδοποιήσει.





Από την συλλογή διηγημάτων ΧΑΡΤΕΣ, Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, 2007










Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024

Ελληνοτουρκικό βιβλίο



Tufan Erbaristiran

Karsi kiyinin Yankisi 

("Ο αντίλαλος της απέναντι όχθης")

Ανάλυση ενός διηγήματος του Θεόδωρου Γρηγοριάδη και ενός της Μαρίας Σκιαδαρέση. 


Κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Τουρκία από τις εκδόσεις doruk το βιβλίο του συγγραφέα και κριτικού λογοτεχνίας Τουφάν Ερμπαριστιράν (γεν. 1957 στην Σμύρνη). Αναλύει ένα δικό μου διήγημα και ένα της Μαρίας Σκιαδαρέση, τα οποία και δημοσιεύονται, δίνοντας γενικότερα στοιχεία για την ελληνική λογοτεχνία. Τα δύο ελληνικά διηγήματα ήταν ήδη μεταφρασμένα στα Τουρκικά και δημοσιευμένα το 2022  στο λογοτεχνικό περιοδικό  Virüs.

Πρόκειται για μια ιδιωτική εκδοτική πρωτοβουλία η οποία παράλληλα κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Τσουκάτος σε μετάφραση του συγγραφέα και μεταφραστή Θάνου Ζαράγκαλη . Μια λογοτεχνική χειρονομία φιλίας από την απέναντι όχθη.


Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2023

Διήγημα στον Αναγνώστη

Θεόδωρος Γρηγοριάδης



Christmas dysphoria

    Καθώς έμπαινε ο Νοέμβριος τίποτε δεν τον φόβιζε περισσότερο, ούτε η γρίπη που ενσκήπτει στα μέσα του μήνα, ούτε τα πρώτα κρύα και η υγρασία, όσο η προχριστουγεννιάτικη περίοδος που φυσιολογικά θα κορυφωνόταν τον Δεκέμβριο. Οι πρώτες διαφημίσεις με τζινγλ μπελς είχαν αρχίσει να κατακλύζουν την τηλεόραση και τα μαγαζιά ενώ τα λαμπιόνια κρεμόντουσαν σαν ψεύτικα αστεράκια στις πλατείες και τις κολόνες, θολώνοντας κι άλλο την όρασή του. Όταν μάλιστα είδε στην είσοδο της πολυκατοικίας και το δικό τους δέντρο να το στολίζει η διαχειρίστρια μαζί με μια άλλη κυρία, χαμογέλασε διάπλατα, το θαύμασε υποκριτικά και μπήκε μέσα στο διαμέρισμα όπου δεν περίσσευε χώρος για καμιά εορταστική διακόσμηση εκτός από τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες που φώλιαζαν στις σελίδες κάποιων βιβλίων.

Αν υπήρχε μια διαδικτυακή πλατφόρμα όπου μάζευαν υπογραφές για την απαγόρευση των χριστουγεννιάτικων τραγουδιών πρώτος θα έβαζε το όνομά του · ειδικά εκείνο, του Γιωργάκη Μιχαήλ, του αγγλοκύπριου, κάθε φορά που τ΄ άκουγε ανέβαζε παλμούς και άναβαν τα αιμοφόρα του λαμπάκια. Δεν ήταν πάντως έτσι: παιδί απολάμβανε τα Χριστούγεννα, αλλά δεν είναι και της ώρας να αναλυθεί φροϋδικά ή ντελεζικά η δυσφορία των Χριστουγέννων.

Γι αυτό και, όταν άνοιξε τον υπολογιστή του και μπήκε στην -ελεγχόμενη από την Google- αλληλογραφία του, είδε έντρομος το μήνυμα με θέμα “Χριστουγεννιάτικο διήγημα”. Αποστολέας ένα διαδικτυακό περιοδικό που εκτιμούσε και με το οποίο κατά καιρούς είχε συνεργαστεί. Δίσταζε… Διαισθάνθηκε τί του ζητούσαν… Όχι, παιδιά, όχι κι εσείς, γιατί μου το κάνετε αυτό; Μπα, δεν θα το άνοιγε το μήνυμα, θα το παρέκαμπτε και, αν ποτέ συναντούσε τους εκδότες, θα τους έλεγε ότι… Μα πώς θα ήξεραν εκείνοι ότι το μήνυμα πήγε κατευθείαν στα spam; Γιατί, γιατί, του το ‘καναν αυτό;

Μέχρι το απόγευμα στεκόταν αναποφάσιστος μπροστά στο μήνυμα αλλά κατά τις πέντε, μετά τον τελευταίο του καφέ (δέκα λεπτά αργότερα αν τον έπινε θα ξημερωνόταν) πάτησε τον κέρσορα και έλαμψε η αλήθεια σαν το αστέρι στην  κορυφή του στολισμένου δέντρου. Με πολύ ευγενικό τρόπο του ζητούσαν, όπως το είχε προβλέψει, ένα σύντομο διήγημα με θέμα “Χριστουγεννιάτικες ευχές και πρωτοχρονιάτικες επιθυμίας που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ”. Μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου το ήθελαν.

Κατέρρευσε πάνω στην ανατομική καρέκλα του γραφείου την οποία υποψιαζόταν για κάποιες ενοχλήσεις στον προστάτη. Ήπιε μια γουλιά καφέ αλλά τον άφησε στην άκρη μην ανεβάσει κι άλλο πίεση- το πιεσόμετρο βρισκόταν στο διπλανό ράφι με τα μολύβια και τα post it για να καταγράφει τις αυξομειώσεις. Γιατί μου το κάνανε αυτό; Πώς να εμπνευστεί ένα θέμα που σαν καλικάντζαρος εισέβαλε στο σπιτικό για να τον βουρλίσει;

Να απαντήσει ευγενικά και όμορφα ως άλλος Μπάρτλεμπι, θα προτιμούσα όχι; Άραγε θα το εκλάμβαναν στο περιοδικό ως σνομπισμό ή μισανθρωπισμό; Έπειτα, αν απουσίαζε από το αφιέρωμα, τι θα σκέφτονταν οι άλλοι του χώρου, ότι δεν του πρότειναν να γράψει;

Ένα ήταν σίγουρο, του μαύρισαν τη διάθεση είτε έγραφε είτε όχι. Είχε καταπέσει στην ίδια εορταστική παγίδα που επί χρόνια πρόσεχε μην πιαστεί. Και τι θέμα ήταν αυτό; Τι θα πει “επιθυμίες που δεν πραγματοποιήθηκαν;”  Ποιοι είναι αυτοί, αυτές και αυτ@ (ας βάλω και το “@” για κάθε ενδεχόμενο) που θα τον προτρέψουν να ανασκάψει το παρελθόν του και να αναδυθούν όσα απωθημένα δεν μπόρεσαν να ολοκληρωθούν; Εντάξει, στα γραπτά μιλάει για τη ζωή του, είναι κι αυτός ένας ακόμη αυτομυθοπλαστικός γραφιάς, αλλά με κάποιους αυτοπεριορισμούς, δεν είναι δα και ο Έντουαρντ Λουί. Όμως, αυτή τη φορά, κάτι τον εμπόδιζε να γράψει ή να σκεφτεί, γιατί πράγματι υπήρχε κάτι που ακύρωνε την επιθυμία του και σχετιζόταν με το πνεύμα των Χριστουγέννων.

Ήταν μια αληθινή ιστορία, είκοσι δύο Χριστούγεννα πριν, είχαν συμβεί κάποια πράγματα που οδήγησαν σε μια άτυχη κατάληξη. Λένε ότι στις διακοπές δοκιμάζονται οι σχέσεις των ανθρώπων ενώ στις γιορτές δοκιμάζεται η μοναξιά τους. Να έγραφε άραγε εκείνη τη ιστορία, σαν “το αγοράκι με τα σπίρτα”; Μα εκείνη τη φάση την κρατούσε βαθιά κρυμμένη, δεν τόλμησε ποτέ να την μεταπλάσει σε κείμενο, θα καθόταν τώρα να την κάνει διήγημα “από 500 έως 1000 λέξεις”; Για λίγες λέξεις θα την ξεπουλούσε; Μήπως να τις κάνουμε 666;


Όχι, αγαπητό μου περιοδικό. Θα προτιμούσα, όχι. Αν και έχω μια ιστορία που ανταποκρίνεται στο θέμα σας θα ήθελα να την ξεγράψω. Μακάρι να ξαναβρεθούμε σε ένα επόμενο αφιέρωμα, αντιεορταστικό, ουδέτερο,  κατευναστικό. Λυπάμαι που δεν πραγματοποιήθηκε η χριστουγεννιάτικη επιθυμία σας, σας εύχομαι καλές γιορτές, με εμπνεύσεις και


(Εδώ σταματάει το μήνυμα που στάλθηκε στο περιοδικό. Ο συντάκτης του μηνύματος, σύμφωνα με πληροφορίες, κρύβεται ή νοσηλεύεται κάπου μέχρι πέρατος της εορταστικής περιόδου).



Αφιέρωμα Ο Αναγνώστης "Μια ευχή που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ"

Δεκέμβριος 2023

Τρίτη 15 Αυγούστου 2023

Το καλοκαίρι των λογοτεχνών

Στην Καθημερινή , Δεκαπενταύγουστο 2023, δημοσιεύεται ένα αφιέρωμα στο καλοκαίρι των λογοτεχνών από τον Δημήτρη Αθηνάκη με αναφορά σε ένα δικό μου διήγημα "Το τελευταίο καλοκαίρι τους" από τους "Χάρτες", το καλοκαίρι μιας βορειοελλαδίτικης παρέας στα παράλια της Τουρκίας το 1982. Το παραθέτω ολόκληρο:

"ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΟΥ"
Πώς τις έσερναν τις βαλίτσες από λεωφορείο σε ταξί κι από εκεί σε λεωφορείο – ξανά και ξανά. Δέκα μέρες τι τα ήθελαν τόσα λούσα, καλοκαιριάτικα, στα παράλια της Ιωνίας. Αυτές χαμογελούσαν, η Μαρία και η Σάσα, εικοσιπεντάχρονες. Δεν τις ένοιαζε τίποτε, ούτε είχαν συναίσθηση πού βρίσκονταν. Από την άλλη, οι άλλοι τρεις της παρέας γνώριζαν πολύ καλά γιατί είχαν έρθει εδώ. Έκαναν τις βόλτες τους τα βράδια στα πάρκα της Σμύρνης, γνώριζαν αγόρια κι έτρεχαν μαζί τους σε φτωχόσπιτα, σε παράγκες, σε ξενοδοχεία χωρίς κατηγορία. Μόλις έφευγε ο καλεσμένος, έμπαινε στο δωμάτιο και ο ρεσεψιονίστ, να μη μείνει παραπονεμένος κανένας περιτμημένος.
Η Σάσα έφερε κι έναν καινούριο στην παρέα, τον ξαδελφούλη της, τον Άγγελο, ακόμη με την ακμή στο πρόσωπο, γλυκούλης, μόλις τελείωσε το λύκειο και θέλει να πάει σε σχολή μονίμων υπαξιωματικών. Όταν σπάζει ο πάγος, ομολογεί ότι θέλει να ζει μόνο με αγόρια και μόνον ανάμεσά τους. Νωρίς νωρίς βγήκε έξω από την ντουλαπίτσα του.
Η Σάσα γελάει. Χίλια εννιακόσια ογδόντα δύο, καλοκαίρι. Οι άλλοι δύο είναι φίλοι της Μαρίας, ο ένας δουλεύει σε τράπεζα, ο άλλος κρατάει το μαγαζί του πατέρα του στην Καβάλα, γεμάτο υφάσματα για κουρτίνες. Γελάνε. Ο Άγγελος είναι πρώτη φορά που ταξιδεύει εκτός Ελλάδας.
«Μα δεν είναι εκτός» μονολογεί βλέποντας γύρω του τόσα οικεία πρόσωπα.
Κάτω από μια ψάθινη τέντα στο Αϊβαλί, χαλαρωμένοι, χωρίς την ανάγκη ακόμη του αλκοόλ, άντε ένα ρακί. Χωρίς τη βουλιμία του φαγητού, που είκοσι χρόνια μετά θα οδηγήσει τους μισούς σε ανεπνευστήρες. Με τον ήλιο χορτασμένοι και τα γέλια.
«Κι οι Τούρκοι σαν κι εμάς» λένε.
Γελάνε.
Ο Άγγελος έχει ακούσει ότι το καλύτερο μέρος της Ελλάδας και όλου του κόσμου είναι η Μύκονος. Εκεί υπηρετούσε στα ραντάρ ένας γείτονάς του και του περιέγραψε πόσο μοντέρνο και ξακουστό είναι το νησί, γεμάτο ξένους, απελευθερωμένους.
«Του χρόνου το καλοκαίρι θα μαζέψω λεφτά και θα πάω…»
Οι άλλοι δύο, ελαφρώς μεγαλύτεροί του, κοιτάζονται μεταξύ τους΄ δεν τους ενδιαφέρει η Μύκονος, γι’ αυτούς όλα τα μέρη είναι ξακουστά, όπου υπάρχουν άνθρωποι οι τόποι είναι διασκεδαστικοί και ζωντανοί. Θα συνεχίσουν να ταξιδεύουν και την επόμενη δεκαετία, άλλοτε έχοντας τη Σάσα μαζί τους και άλλοτε τη Μαρία. Κι εκείνες θα σέρνουν τη βαλίτσα και θα τους ακολουθούν σε ανύποπτες διαδρομές, σε μέρη χωρίς διάσημους. Ο Άγγελος δεν θα ξαναπάει μαζί τους. Το επόμενο καλοκαίρι θα αράξει στη Μύκονο και τέλος Σεπτεμβρίου θα τους συναντήσει για καφέ στην παραλιακή καφετερία της Καβάλας.
«Είμαι ευτυχισμένος, πέρασα στην Αθήνα, στη σχολή υπαξιωματικών. Το πιο ωραίο, γνώρισα στη Μύκονο έναν σαραντάρη από το Σαν Φρανσίσκο. Κόλλησε πάνω μου, με κάλεσε να πάω Αμερική. Ήταν τέλεια στη Μύκονο».
Το Πάσχα της επόμενης χρονιάς ταξίδευαν οι τέσσερις για Αίγυπτο. Αγοράζοντας εφημερίδες στο αεροδρόμιο, μια αγγλική, έτσι, για να υπάρχει ένας κοσμοπολιτισμός στο ταξίδι τους, το μάτι του Μάρκου έπεσε πάνω σε ένα ανησυχητικό δημοσίευμα:
«Ντίνο, για δες εδώ…»
Μιλούσε για μιαν αρρώστια που θέριζε στην Αμερική και είχε αρχίσει να έρχεται και στην Ευρώπη. Κοιτάχτηκαν ανήσυχοι. Δεν ομολόγησαν τους φόβους τους΄ κάτι θα άλλαζε στο εξής, κανένα καλοκαίρι δεν θα ήταν το ίδιο.
Τα κορίτσια ακόμη και στην έρημο έσερναν τις βαλίτσες με τις ρόδες, έτοιμες να αλλάξουν κάθε τρεις ώρες.
«Τι κάνει ο Άγγελος στην Αθήνα;» ρώτησε η Μαρία.
«Περιμένει τον φίλο του από το Σαν Φρανσίσκο».
«Μια χαρά…» είπε η Μαρία.
Οι δύο άλλοι δεν μίλησαν. Μέσα στους τάφους των Φαραώ η ατμόσφαιρα βάραινε σαν να αφαιρούσες τον αέρα. Οι Αιγύπτιοι τα είχαν βρει με τον θάνατο. Οι τέσσερις δεν είχαν ακόμη αρχίσει να τον σκέφτονται. Ο Άγγελος ήδη τον είχε συναντήσει. Τρία χρόνια μετά το καλοκαίρι του στη Μύκονο, έλιωσε. Μόλις είκοσι τριών. Ένας από τους πρώτους που έφυγαν άδικα. Μπορεί και ο πρώτος. Πάντως στον θάνατο κανείς δεν καμαρώνει την πρωτιά.
Τα καλοκαίρια των τεσσάρων σκοτείνιασαν. Οι φίλες αρραβωνιάστηκαν και οι φίλοι κοίταζαν ένοχα γύρω τους. Μια ανάσχεση του κόσμου που ήξεραν.
«Έκλεισε ο κόσμος γύρω μου» έλεγε ο Κλέων. «Ο έρωτας πεθαίνει τον κόσμο. Φρόντισαν να το χαλάσουν κι αυτό…»



Μου αρέσει!
Σχόλιο

Τρίτη 1 Αυγούστου 2023

"Γράμματα στον Frank"

Το έγραψα ειδικά για την Bookpress  αλλά το είχα κρατημένο για καιρό μέσα μου. Διαβάστε το μέχρι τέλους και θα καταλάβετε γιατί. Και δεν θα ναι το πρώτο γράμμα στον φίλο μου Frank.


"Γράμματα στον Frank"

«Πειράζοντας» λίγο το περίφημο «Je est un autre» [«Εγώ είναι ένας άλλος»] του Arthur Rimbaud, λέμε: «Εγώ είναι ένα άλλ@». Ζητήσαμε από σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς ιστορίες που έχουν στο κέντρο τους θέματα σχετικά με το φύλο και τη σεξουαλικότητα, ιστορίες ισότητας και αποδοχής, δεύτερων και τρίτων ευκαιριών στην αγάπη, αλλά και ιστορίες για τη στοχοποίηση του διαφορετικού ή της ελεύθερης έκφρασης. Ξεκινάμε με το διήγημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

14 Ιουλίου 2023

Dear Frank

Εδώ είμαστε πάλι – πενήντα χρόνια μετά. Για την ακρίβεια εγώ είμαι εδώ πενήντα τρία χρόνια μετά. Εσύ άραγε πού βρίσκεσαι; Ήθελα να σου γράψω από καιρό αυτό το γράμμα, το είχα ανάγκη όπως τότε.

Θυμάσαι πώς γνωριστήκαμε, όταν βρέθηκε στα χέρια μου το βιβλίο της Άννας και μου άλλαξε τον τρόπο να εκφράζομαι γράφοντας ημερολόγιο. Στα δεκατέσσερα είχα διαβάσει πολλά βιβλία, κυρίως μυθιστορήματα, που τα δανειζόμουν ή μου τα αγόραζε ο πατέρας μου. Διάβαζα πολύ κι ας είχα τα μαθήματα, τις δουλειές στο μαγαζί μας και στα καπνοχώραφα. Έκλεβα χρόνο για το διάβασμα, υπογράμμιζα φράσεις που μπορεί να τις χρησιμοποιούσα ως καλολογικά στοιχεία στις εκθέσεις μου· τέτοια μας ζητούσαν στο γυμνάσιο.

Και ξαφνικά αυτό το βιβλίο –δεν θυμάμαι πώς ήρθε στα χέρια μου– με συγκλόνισε. Η αγωνία μιας συνομήλικης, κρυμμένης σε ένα δωμάτιο, με τον φόβο αν θα υπάρξει η επόμενη μέρα. Ένιωθα την ανάγκη της να εκφραστεί, να μιλήσει σε μια φίλη, να επινοήσει την ζωή που την στερήθηκε τόσο νέα.

Σάββατο 3-1-1970

Αγαπητέ Frank

Το χαρτί νιώθει τον άνθρωπο λέγει στο ημερολόγιό της η Άννα Φρανκ. Είναι αλήθεια αυτό. Το έχω διαπιστώσει. Αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω... Γι’ αυτό από δω και πέρα θα γίνει η ζωή μου γραμένη, οι εντυπώσεις μου οι επιθυμίες μου.

Η Άννα με το ημερολόγιο ήταν ό,τι χρειαζόμουν: η γραφή, η κρυφή παρέα και ένας φίλος που θα στεκόταν απέναντί μου –ιδεατά– στον οποίο απευθυνόμουν κάθε μέρα. Χρειαζόμουν έναν ξένο φίλο, έναν άνθρωπο να έρχεται απ’ αλλού, γιατί δεν μπορούσα να μιλήσω ανοιχτά με τους συνομήλικούς μου. Παίζαμε, τρέχαμε, όλα όμως σταματούσαν μπροστά σε ένα εμπόδιο, σαν τα ντουβάρια που σκαρφαλώναμε στα μισογκρεμισμένα σπίτια.

Εδώ τα παιδιά του χωριού μου μαζί μεγαλώσαμε και δεν έχει εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον. Γι’ αυτό δημιούργησα εσένα Frank...

Έπειτα, ήταν από καιρό και ορισμένες κραυγές, κάτι λέξεις που εκτοξεύονταν σαν πετραδάκια εναντίον μου κι ακούγονταν βίαια στα αυτιά και στην ψυχή μου· ένας-δύο ήταν αυτοί, τα περισσότερα παιδιά με αγαπούσαν γιατί τους έδινα ιδέες στο παιγνίδι και τους βοηθούσα στα μαθήματα. Όμως φτάνει ένας κακός σπόρος για να χαλάσει τον μπαχτσέ. Κι εγώ δεν καταλάβαινα τι κακό είχα κάνει, ναι, δεν ήμουν ακριβώς σαν κι αυτούς, αλλά μήπως κι εκείνοι ήταν σαν τους άλλους; Πέρασε πολύς καιρός να αντιληφθώ πού ακριβώς διαφέραμε και γιατί δεν ήταν αποδεκτό απ’ όλους. Όμως τότε δεν το γνώριζα κι αναζητούσα έναν δικό μου άνθρωπο. Καθώς είχαμε στρατιωτική χούντα, για έξι ολόκληρα χρόνια στο γυμνάσιο, οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις επέτειναν την προσωπική μου μοναξιά. Απαγόρευση της κυκλοφορίας μετά τις 8:00 το βράδυ, υποχρεωτικός εκκλησιασμός, αποβολές για το μακρύ μαλλί ή το φαρδύ παντελόνι, ειδική άδεια για να πάω στον κινηματογράφο που τόσο αγαπούσα. Και από την άλλη μια κρυφή απροσδιόριστη ανησυχία που είχε να κάνει με την αγάπη, την επιθυμία, τον αυτοπροσδιορισμό ενός εφήβου. Αβοήθητος μέσα κι έξω.

Dear Frank

Προέκυψες από το επώνυμο της Άννας – από το άλλο της μισό: βγάζοντας το όνομα, κρατούσα την ιδέα της και ένα ακόμη φασματικό σχήμα. Η Άννα ήταν κορίτσι, όμως το «Φρανκ» μπορούσε να’ ναι και ένα αγόρι, πιο κοντά στο δικό μου φύλο. Έτσι ξεκίνησε το πρώτο μου ημερολόγιο απευθυνόμενος σε σένα και μάλιστα με την προσφώνηση Dear Frank. Γραμμένη στα αγγλικά πρόσθετε ένα ακόμη στοιχείο ξενικότητας, άλλη μια «παρανομία» γιατί έπρεπε να κρύβω το τετράδιο σε ειδικά μέρη μέσα στο σπίτι. Κατά βάθος ήταν μια πράξη αντίστασης, θα ενοχλούσε αν γνώριζαν ότι ένα παιδί δεκατεσσάρων ετών γράφει μυστικά, απομονωμένος από τον υπόλοιπο κόσμο.

Θυμάσαι τι σου έγραφα... Καθώς είχες μπει πρόσφατα στη ζωή μου, σου περιέγραφα με λεπτομέρειες το σπίτι μου, το χωριό, το σχολείο, την καθημερινότητα, τα κουτσομπολιά που άκουγα, πράγματα που δεν ήθελα να ξεστομίσω, μα έβρισκα πάντα τρόπο να καταγράψω με υπαινιγμούς, με συνθηματικές λέξεις, με σύμβολα αλλά και σε αγγλικά, πρωτόλεια αγγλικά. Άλλωστε πόσο παρελθόν να κουβαλούσε ένας δεκατετράχρονος; Για τον παππού μου, τον Πόντιο πρόσφυγα, σου έλεγα τις ιστορίες που άκουγα απ’ αυτόν, ιστορίες διωγμού και εξόντωσης σαν εκείνες που υπέφερε η φίλη μας. Πάντως την φρικαλεότητα του ολοκαυτώματος δεν την είχα αντιληφθεί τότε ούτε μας διδάχτηκε στο χουντικό γυμνάσιο· μόνον μπαίνοντας στο πανεπιστήμιο στη Θεσσαλονίκη κατανόησα την ασύλληπτη τραγωδία· έκανα μάλιστα παρέα με έναν συμφοιτητή μου από εβραϊκή οικογένεια της πόλης που διασώθηκε από τον εκτοπισμό.

Δευτέρα 19-1-70

Αγαπητέ Φρανκ

Συγχώρησέ μου που έχω να σου γράψω τόσες μέρες. Έχω πάρα πολλά να σου πω. Χθες πήγα στον κινηματογράφο...

Η σχέση μας γινόταν ολοένα και πιο φιλική. Λίγους μήνες μετά (και λίγες σελίδες παρακάτω), ερχόσουν στο χωριό, κατέβαινες από το λεωφορείο, σε φιλοξενήσαμε στο σπίτι, βγήκαμε στο ζαχαροπλαστείο για μια πάστα, ανεβήκαμε στο κάστρο, μιλούσαμε μόνον αγγλικά· ήσουν απ’ αλλού, διαφορετικός, όλοι μας κοίταζαν και μας ζήλευαν μα πιο πολύ εκείνοι οι λίγοι που μ’ ενοχλούσαν. Πόσες φορές δεν ονειρεύτηκα να φύγουμε μαζί, να ταξιδέψουμε μακριά από τον μικρό τόπο που με στένευε όσο μεγάλωνα.

Πέμπτη 5-3-70

Dear Frank

Σήμερα σου ετοιμάζω μιαν έκπληξιν σου γράφω από την εκδρομήν που ήλθαμε και σκοπεύω να μεταφέρω στο κύριο ημερολόγιο αυτάς τας σελίδας.

Μιλούσα μαζί σου, σε ρωτούσα πώς θα ένιωθες κι εσύ σε αντίστοιχες καταστάσεις, προσπαθούσα να σε καταστήσω συνένοχο στις δικές μου ατασθαλίες και πονηριές. Και έφτασα στο σημείο, στην τελευταία τάξη του γυμνασίου, να ταχυδρομώ δήθεν δικά σου γράμματα, που τα έγραφα ο ίδιος και τα έστελνα σε μένα από την διπλανή κωμόπολη. Πολύ θα ήθελα να τα είχες γράψει πραγματικά εσύ και τη στιγμή που αντιλήφθηκα ότι γίνομαι παράλογος, τα σταμάτησα. Ύστερα χαθήκαμε· τέλειωσα το γυμνάσιο, πέρασα στο πανεπιστήμιο. Συνέχισα να γράφω στο ημερολόγιο αλλά σταδιακά δεν απευθυνόμουν σε σένα. Ως φοιτητής σ’ αναζητούσα ανάμεσα στους συμφοιτητές, στις συνοικίες και στις πλατείες της Θεσσαλονίκης, στις βόλτες στην επαρχία. Γινόμουν πιο εξομολογητικός, είχα στρέψει την φωνή μου εντός μου. Ταυτόχρονα, κυκλοφορώντας στον κόσμο, αισθανόμουν πιο απελευθερωμένος –ίσως πιο θαρραλέος–, με περισσότερη γνώση και πείσμα. Όμως γι’ αυτά θα σου γράψω σε ένα επόμενο γράμμα...

Μια μέρα, περπατώντας στη γειτονιά των Εβραίων, κατευθυνόμενος στον Βαρδάρη, σκέφτηκα την Άννα και τον κόσμο που τα φόρτωναν στα τρένα από την Θεσσαλονίκη προς τα ναζιστικά στρατόπεδα. Τον εκτοπισμό, την εξόντωση κάθε Άννας, την απόλυτη φρίκη της ανθρώπινης ιστορίας αλλά και τις καθημερινές εκτοπίσεις της δικής μου γενιάς, τον ρατσισμό που παραμόνευε από τότε μέχρι σήμερα. Ταυτιζόμουν μαζί τους και μαζί σας. Μου δώσατε φωνή, μου δώσατε ταυτότητα. Εκείνο το βράδυ μέθυσα σε μια υπόγεια ταβέρνα.

Σήμερα, που όλοι μιλάνε για το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ, σκέφτομαι πόσο κοντά της βρέθηκα, το 1970, τριάντα χρόνια αφότου το έγραφε, όταν ξεκινούσα κι εγώ –εξαιτίας της– το δικό μου ημερολόγιο που κράτησε χρόνια και με βοήθησε να βρω την προσωπική, συγγραφική μου, φωνή. Τα ημερολόγια γράφονται κρυφά, μα σε κανέναν μην τύχει να το αφήσει πίσω του, με μια λευκή σελίδα, μια άδεια ημερομηνία, με μια ανεπίδοτη προσφώνηση, γιατί τον άρπαξαν και τον έκλεισαν σε ένα στρατόπεδο θανάτου. Φρανκ, εσένα σε γλίτωσα, όχι όμως την Άννα. Ελπίζω να με θυμάσαι, υπάρχεις ακόμη στα δικά μου τετράδια όπως κι εκείνη στην καρδιά μου.

Θάθελα νάμουν μαζί σου Φρανκ στην φανταστική σου χώρα να παίζουμε να βλέπουν και οι άλλοι και να ζηλεύουν. Διότι αυτοί δεν με πολυλογαριάζουν παρά μόνο στην ανάγκη. Ελπίζω με σένα Φρανκ (όχι ελπίζω αλλά είναι) ότι θα με νιώθεις για κάθε τι πράγμα.

Φιλικώτατα Θεόδωρος.

 

grigoriadis agapite frank 1


Χέρμαν Μέλβιλ «Πιέρ ή Οι αμφισημίες», μετάφραση: Σοφία Αυγερινού, εκδόσεις Μάγμα 2026

Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης  «Ας αφήσουμε την αμφίσημη πορεία των γεγονότων να αποκαλύψει την ίδια την αμφισημία τους» (σελ. 310) Νέος, κα...