Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα γραπτά μένουν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα γραπτά μένουν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Συνέντευξη στον Παρατηρητή Θράκης.

 


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ: 

«ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΟΥ, ΓΡΑΦΩ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΩ ΜΕ ΚΑΘΕ ΚΟΣΤΟΣ» 

Ανάσταση του Λόγου 

Από τους πρόποδες του Παγγαίου και το Παλαιοχώρι Καβάλας, μέχρι τις μεθοριακές διαδρομές του Έβρου και της Ξάνθης, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης παραμένει, ήδη από το ξεκίνημά του, ένας από τους πιο διεισδυτικούς παρατηρητές της ελληνικής πραγματικότητας. Με τη ματιά του σταθερά στραμμένη στον «άλλο» και το ενδιαφέρον του εστιασμένο στις υπαρξιακές αναζητήσεις του σύγχρονου ανθρώπου, ο βραβευμένος Καβαλιώτης συγγραφέας έχει οικοδομήσει μια ισχυρή λογοτεχνική ταυτότητα, όπου το εντόπιο βίωμα συναντά με επιτυχία το παγκόσμιο. 


Εφοδιασμένος και με τη σκευή της αγγλόφωνης λογοτεχνικής παράδοσης, λόγω των σπουδών του, επιλέγει συχνά η πένα του να «πάλλεται» στη Θράκη, μετατρέποντας τη μεθόριο σε έναν ζωντανό λογοτεχνικό «οργανισμό». Σήμερα, με αφορμή την επικείμενη επανέκδοση του εμβληματικού του μυθιστορήματος «Ο Χορευτής στον ελαιώνα», που πρωτοκυκλοφόρησε το 1996 από τις εκδόσεις Κέδρος, συνομιλούμε μαζί του σε ένα νοσταλγικό αλλά και επίκαιρο «οδοιπορικό». Σε μια συζήτηση που εκτείνεται από τα πρώτα του συγγραφικά βήματα και τη σχέση του με τους αναγνώστες, μέχρι την τύχη του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό και το βαθύτερο νόημα του Πάσχα, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης δηλώνει παρών στις προκλήσεις των καιρών. Σε μια εποχή που, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος, «αγρίεψε», ο λόγος του αναδεικνύεται σε πολύτιμο «καταφύγιο». 

ΠτΘ: Με καταγωγή από την Καβάλα, οι ρίζες και τα βιώματά σας φαίνεται να αποκρυσταλλώνονται με έναν ιδιαίτερο τρόπο στη γραφή σας. Δεν είναι λίγες οι φορές που η θρακική γη και οι άνθρωποί της πρωταγωνιστούν σε έργα σας. Πώς λειτουργεί τελικά η «μεθόρια ζωή» στη λογοτεχνία; Ο τόπος είναι για εσάς ένας ζωντανός οργανισμός που συνδιαμορφώνει την πλοκή; 

Θ.Γ.: Πράγματι, ο τόπος καταγωγής μου καθόρισε και τα θέματα της μυθοπλασίας μου, και ειδικά ο διορισμός μου ως καθηγητής αγγλικών για επτά χρόνια στη Θράκη. Το Παγγαίο, το Παλαιοχώρι συγκεκριμένα όπου γεννήθηκα, είναι ένας μυθικός τόπος που συνορεύει γεωγραφικά με τη Θράκη και συγγενεύει σε πολλά ήθη και έθιμα, και ειδικά γλωσσικά στοιχεία. Έτσι στα βιβλία μου ήταν αναπόφευκτο να αναφερθώ στα μέρη αυτά. Υπάρχει επίσης μια γοητεία στη μεθοριακή γραμμή της μυθοπλασίας μου: για άλλους η μετάθεση στον Έβρο ήταν δυσμένεια για μένα ευλογία. Ανακάλυψα τόπους, ανθρώπους, άκουσα και έφτιαξα ιστορίες. Βόλευε βέβαια και η εποχή για τέτοιες αποδράσεις μαγικού ρεαλισμού. Νοσταλγώ την πρώτη μου χρονιά, το 1982, στα Δίκαια του Έβρου ως καθηγητής. Ένα χαμηλό σπίτι με κήπο και ζώα, το ποτάμι παραδίπλα, οι λόφοι, οι ταβέρνες, το τρένο που κατέληγε στο χωριό, η ηρεμία χωρίς τηλέφωνο, τηλεόραση και ελληνική ραδιοφωνία. Το ιδανικό τοπίο που χάθηκε για πάντα στην κραυγαλέα εποχή μας. «Δεν είναι περιζήτητη η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό, γιατί χάθηκε στο μεταξύ και το στίγμα της» 

ΠτΘ: Οι σπουδές σας στην Αγγλική Φιλολογία αποτέλεσαν, αναμφίβολα, ένα σημαντικό εφόδιο στην πορεία σας. Πόσο επηρέασαν αυτά τα ακαδημαϊκά ερεθίσματα και η επαφή με την αγγλόφωνη λογοτεχνική παράδοση τον δικό σας συγγραφικό τρόπο; 

Θ.Γ.: Η επαφή μου με την αγγλική λογοτεχνία ήταν ευεργετική, γιατί μου έδωσε την ευκαιρία να διαβάζω και να σκέφτομαι από δύο σκοπιές. Στην αγγλική λογοτεχνία γράφτηκαν μερικά από τα πιο σημαντικά μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Από την αγγλοσαξονική γραφή έμαθα να γράφω κατανοητά για τον αναγνώστη ακόμη και στα πιο «δύσκολα» κείμενά μου, αλλά, όταν έφτανε η ώρα της γλωσσικής έκφρασης, ανέτρεχα στους Έλληνες συγγραφείς, παλιούς και νεότερους, για να αφουγκραστώ τον ρυθμό και το βάθος της ελληνικής γλώσσας. Η γλώσσα μας είναι απέραντη, πλούσια. 

Ο τόπος καταγωγής μου καθόρισε και τα θέματα της μυθοπλασίας μου, και ειδικά ο διορισμός μου ως καθηγητής αγγλικών για επτά χρόνια στη Θράκη. Το Παγγαίο, το Παλαιοχώρι συγκεκριμένα όπου γεννήθηκα, είναι ένας μυθικός τόπος που συνορεύει γεωγραφικά με τη Θράκη και συγγενεύει σε πολλά ήθη και έθιμα, και ειδικά γλωσσικά στοιχεία. Έτσι στα βιβλία μου ήταν αναπόφευκτο να αναφερθώ στα μέρη αυτά. Υπάρχει επίσης μια γοητεία στη μεθοριακή γραμμή της μυθοπλασίας μου: για άλλους η μετάθεση στον Έβρο ήταν δυσμένεια για μένα ευλογία. Ανακάλυψα τόπους, ανθρώπους, άκουσα και έφτιαξα ιστορίες. Βόλευε βέβαια και η εποχή για τέτοιες αποδράσεις μαγικού ρεαλισμού 

ΠτΘ: Πεζογραφήματά σας, μεταφρασμένα στα αραβικά, τα δανέζικα και τα γαλλικά, έχουν ήδη «ανοίξει» τα φτερά τους στο εξωτερικό. Σε μια περίοδο που φορείς όπως το Υπουργείο Πολιτισμού και το Ελληνικό Ίδρυμα Βιβλίου και Πολιτισμού επιχειρούν να ενισχύσουν την παρουσία του ελληνικού βιβλίου διεθνώς, ποια θεωρείτε πως μπορεί να είναι η θέση της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας στο εξωτερικό; Μπορεί να βρει ανταπόκριση; 

Θ.Γ.: Δεν είναι περιζήτητη πάντως η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό, γιατί χάθηκε στο μεταξύ και το στίγμα της. Στη δεκαετία του ενενήντα μάς ευνόησε η «βαλκανική» μας υπόσταση. Αργότερα, και ειδικά μετά τους Ολυμπιακούς, η ελληνική λογοτεχνία ακολουθούσε την ξένη, χωρίς να προτείνει κάτι ξεχωριστό. Ούτε βέβαια μπορούμε να παράγουμε «Ζορμπάδες», αυτό γίνεται μια και μοναδική φορά. Αυτά όλα, σε συνδυασμό με την έλλειψη ατζέντηδων και μεταφραστών, φέρνει την Ελλάδα σε μία θέση μειονεκτική και είναι άδικο, γιατί όσα μεταφρασμένα βιβλία διαβάζουμε από ξένες γλώσσες δεν είναι καλύτερα από τα δικά μας. Απλώς έχουν τους μηχανισμούς σε ετοιμότητα και μια μεταφραστική κουλτούρα διαχρονικής υποστήριξης. «Ο “Χορευτής στον ελαιώνα” και “Ο ναύτης” ήταν τα βιβλία που με καθιέρωσαν ως έναν “βορειοελλαδίτη” συγγραφέα» 

ΠτΘ: Σύμφωνα με πρόσφατη ανάρτησή σας στον λογαριασμό σας στο Facebook, σύντομα, τον Μάιο, επανεκδίδεται ο «Χορευτής στον ελαιώνα», ένα από τα αγαπημένα βιβλία των αναγνωστών. Στην ίδια ανάρτηση μάς ενημερώνετε για την πορεία του πρόσφατου μυθιστορήματός σας, του «Ελσίνκι», καθώς και το πόσο ρηξικέλευθο υπήρξε στην εποχή του το «Παρτάλι» σας. Έτσι συμβαίνει με όλα τα έργα σας, τα «αφουγκράζεστε» και μετά την έκδοσή τους; Και για το «Παρτάλι», όταν το γράφατε, διαισθανόσασταν ότι ανοίγει δρόμους στη λογοτεχνία που ακουμπά στην κοινωνία της εποχής της; 

Θ.Γ.: Ο «Χορευτής στον ελαιώνα» (1996) κυκλοφορεί ξανά τον Μάιο μετά από τριάντα χρόνια. Ήταν το πιο ευπώλητο μυθιστόρημά μου και ίσως από το πρώτο βιβλίο που διαδραματιζόταν εξ ολοκλήρου στις Σέρρες. Μαζί με τον Παγγαιορείτη «Ναύτη» (1993) ήταν τα βιβλία που με καθιέρωσαν ως έναν «βορειοελλαδίτη» συγγραφέα. Το «Ελσίνκι», το τελευταίο μου μυθιστόρημα, εκδόθηκε πριν δύο χρόνια, συζητιέται για τα θέματα που αφορούν την εποχή μας. Την κρίση αξιών, την οικονομική κρίση, τη συνεχόμενη προσφυγιά και την αδυναμία της χώρας μας να χειριστεί τα θέματα αυτά. Είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται πολύ στις Λέσχες Ανάγνωσης, όπου το επίπεδο της συζήτησης είναι πάντα ανεβασμένο. Το αγαπώ πολύ αυτό το βιβλίο, είναι η βαθιά φωνή μου που αφέθηκε ελεύθερα να μιλήσει. Όσο για το «Παρτάλι» (2001), το βιβλίο της μεταπολιτευτικής γενιάς, το πιο Σαλονικιώτικο βιβλίο, τι να πω; Ήδη διαβάζεται στο μεταπτυχιακό τμήμα της Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Θεσσαλονίκη με έμφαση στα θέματα ταυτότητας, γένους και της queer διάστασης. Είναι ένα μυθιστόρημα που ακόμη και σήμερα απορώ πώς το εμπνεύστηκα και το υλοποίησα. Επίσης, αυτό το μυθιστόρημα τροφοδότησε με τους χαρακτήρες του στη συνέχεια άλλα δύο βιβλία μου: Τη «Ζωή μεθόρια» (2015) και την «Καινούργια πόλη» (2017).

 Μάλιστα, η «Ζωή μεθόρια», όπως γνωρίζετε, είναι ένα θρακιώτικο βιβλίο και μια από τις πιο καθοριστικές του σκηνές διαδραματίζεται στη γέφυρα του Ιάσμου, αγαπημένη μου τοποθεσία από τον καιρό που δούλευα καθηγητής στα σχολεία της Ξάνθης. Επίσης, ο βασικός χαρακτήρας αυτής της άτυπης τριλογίας του «Παρταλιού» είναι ο Μανώλης από τον Έβρο. 


ΠτΘ: Ζούμε σε μια εποχή όπου ο κόσμος γύρω μας φαντάζει δυστοπικός, με τα εθνικά σύνορα και τα όρια να γίνονται ολοένα και πιο ρευστά. Στα πεζογραφήματά σας συναντάμε συχνά ήρωες που δραπετεύουν από τα τοπικά και διεθνή σύνορα, διεκδικώντας μια νέα ταυτότητα και ένα πιο φωτεινό αύριο. Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας σε αυτές τις οριακές καταστάσεις; Μπορεί η αφήγηση να λειτουργήσει ως ένας «ενδιάμεσος χώρος» ελευθερίας – καταφύγιο; 

Θ.Γ.: Πολύ όμορφη ερώτηση που σχεδόν απαντά και αυτό που τίθεται ως ερώτημα. Προσωπικά πιστεύω στη μετάβαση, στην κινητικότητα, στην υπέρβαση ορίων. Τόποι, ταυτότητες, άνθρωποι, χώρες καθορίστηκαν πάνω σε αυτές τις μετατοπίσεις. Η ανθρωπότητα ποτέ δεν υπήρξε σταθερή γεωγραφικά ή κοινωνικά, δείτε τι γίνεται στη Μέση Ανατολή. Η λογοτεχνία από την άλλη μπορεί να καταγράψει τις μαρτυρίες που δεν θα συμπεριληφθούν ποτέ στα επίσημα κείμενα. Κι εγώ προσπαθώ να είμαι συντονισμένος με την εποχή μου, γράφω και παρατηρώ με κάθε κόστος. Δεν επαναπαύομαι στη λογοτεχνία της ευκολίας, του ραφιού στο σούπερ μάρκετ, του βιβλίου που ονειρεύεται να γίνει εκατό τηλεοπτικά επεισόδια. Γράφω εκεί έξω για όσα ίσως κάποιοι δεν θα τολμούσαν να μιλήσουν αλλά και να ζήσουν. Και έχοντας πάντα στο μυαλό ότι αυτό που ενώνει είναι η γλώσσα και τα πάθη μας αυτά πρέπει να προστατέψουμε πάνω απ’ όλα.  Προσωπικά πιστεύω στη μετάβαση, στην κινητικότητα, στην υπέρβαση ορίων. Τόποι, ταυτότητες, άνθρωποι, χώρες καθορίστηκαν πάνω σε αυτές τις μετατοπίσεις. Η ανθρωπότητα ποτέ δεν υπήρξε σταθερή γεωγραφικά ή κοινωνικά, δείτε τι γίνεται στη Μέση Ανατολή. Η λογοτεχνία από την άλλη μπορεί να καταγράψει τις μαρτυρίες που δεν θα συμπεριληφθούν ποτέ στα επίσημα κείμενα. 

Κι εγώ προσπαθώ να είμαι συντονισμένος με την εποχή μου, γράφω και παρατηρώ με κάθε κόστος. Δεν επαναπαύομαι στη λογοτεχνία της ευκολίας, του ραφιού στο σούπερ μάρκετ, του βιβλίου που ονειρεύεται να γίνει εκατό τηλεοπτικά επεισόδια. Γράφω εκεί έξω για όσα ίσως κάποιοι δεν θα τολμούσαν να μιλήσουν αλλά και να ζήσουν .

 ΠτΘ: Με τις ημέρες του Πάσχα να πλησιάζουν, στα δικά σας μάτια είναι περισσότερο μια γιορτή «επιστροφής» στις ρίζες ή μια ευκαιρία για προσωπική, εσωτερική «ανάσταση» και επαναπροσδιορισμό; Υπάρχει κάποια πασχαλινή ανάμνηση που ανακαλείτε αυθόρμητα; 


Θ.Γ.: Το Πάσχα στο χωριό, στις ανθισμένες και ασβεστωμένες αυλές, με όλο το σόι είναι μια γλυκιά ανάμνηση και το τηρούσα όσο ζούσαν οι γονείς μου. Ένα Πάσχα στη Συρία, το 1998, ήταν το πιο χριστιανικό με τους επιταφίους επτά εκκλησιών – κρίμα που διαλύθηκε αυτή η πολυθρησκευτική  χώρα. Τώρα πια το Πάσχα με θλίβει, πώς να ακολουθήσω έναν Επιτάφιο όταν η ανθρωπότητα σταυρώνεται καθημερινά; Απλώς ανάβω ένα κεράκι για τις ψυχές όσων έφυγαν, αλλά δεν προσδοκώ καμία ανάσταση παρά μόνον μέσα μας, τη δική μας. Και ας γίνει το Πάσχα μήνυμα ειρήνης και αγάπης, γιατί η εποχή μας αγρίεψε. Ας δοθεί ο αγώνας στη επικοινωνία, στην κατανόηση και τη συμπόρευση με τους άλλους.


Πηγή : www.paratiritis-news.gr  

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΦΛΟΥΡΙΑ, διήγημα

Για τα 10 χρόνια του "Αναγνώστης"




                    "Τα χρυσά φλουριά"


    Ο ξάδελφος στο μαγαζί τους μου δείχνει τα χρυσά φλουριά. “Δεν είναι μαστίχες”, λέει. “Δεν τις μασάς. Τις φοράνε οι μπαμπάδες εδώ (μου δείχνει πάλι) όταν δεν θέλουν να κάνουν παιδιά”.

    Είμαστε στο μπακάλικο του θείου Αχιλλέα. ‘Ενα μαγαζί με χιλιάδες πράγματα. Τσουβάλια με φασόλια και φακές, πατάτες και ρύζια, κρεμμύδια, χαρούπια, τενεκέδες με βούτυρο, τυριά, σαλάμια… Ξύλινα ράφια γεμάτα κονσέρβες, η ζυγαριά που κουνιέται σαν τραμπάλα, το καντάρι για το βαρύ ζύγισμα, οι καφέ χαρτοσακούλες.

    Και ψηλά, ψηλότερα, πάνω από τα ράφια, κρεμασμένα τα κάδρα. Τοπία με θάλασσες και βουνά, με σκηνές από την Καινή Διαθήκη. Με παλιές γυναίκες που ακουμπάνε σε μπαλκόνια, λουλούδια και πουλιά κρέμονται από τα χέρια τους, αγγελούδια τραγουδάνε γύρω τους. Χαζεύω με τις ώρες τα κάδρα που τα αγοράζουν στους γάμους για δώρα. Μακάρι να’ταν δικό μας το μαγαζί.

    “Να το αγοράσουμε, αλλιώς θα μας φάει και μας η Γερμανία” είπε ο μπαμπάς το βράδυ που ξεσηκώθηκε να φύγει το μισό χωριό με το τρένο από την Δράμα και την Θεσσαλονίκη.

    Τελικά θα αγοράσουμε το μπακάλικο του θείου Αχιλλέα και θα έχουμε δύο δουλειές. ΄Αρα πιο πλούσιοι. Ο μπαμπάς μου λέει ότι περιμένει μεγάλη βοήθεια από μένα στο μέλλον. “Το μαγαζί θα το κρατάς εσύ” μου λέει σοβαρά. “΄’Είσαι πια δέκα χρονών, να το φροντίζεις. Να σέβεσαι τα χρήματα που βγάζουμε”.

    Βγάζει δύο τραπεζικά βιβλιάρια και αρχίζει τους υπολογισμούς.  

    Σπουδαία τα χρήματα. Ανοίγω το συρτάρι και τα μετράω. Τα χάρτινα έχουν μεγάλη αξία. Με ένα κατοστάρικο γεμίζεις μία τσάντα τρόφιμα για ένα μήνα. ΄Ομως οι περισσότεροι δεν έχουν χρήματα. Ψωνίζουν βερεσέ. “Γράψ’ τα” λένε με κατεβασμένο κεφάλι. Φέρνουν το τεφτεράκι, εμείς έχουμε το χοντρό βιβλίο και περνάμε εκεί τα βερεσέδια. Είναι πολλοί χρεωμένοι και θα μας πληρώσουν όταν πουλήσουν τα  καπνά. Καμιά φορά λυπάμαι που είναι  πιο φτωχοί από εμάς.

    Επίσης μου αρέσουν τα νομίσματα.΄Οχι όμως οι δεκάρες. Είναι ελαφριές και τρύπιες, δεν αγοράζεις τίποτε με δεκάρες. Τα άλλα νομίσματα έχουν πάνω τους το κεφάλι του Βασιλιά και από την άλλη μεριά ένα πουλί που τσουρουφλίζεται στις φλόγες.

    Και ξαφνικά θυμάμαι τα χρυσά φλουριά. Οι στρογγυλές τσίχλες βρίσκονται στη βιτρίνα με τα σοκολατάκια, τα πτι μπερ Παπαδοπούλου και τα λουκούμια. Τις ανοίγεις στα δύο και μασάς. Κάνεις  φουσκάλες. Πατ! Σκάνε και κολλάνε στα χείλη. Όμως οι άλλες, τα πονηρά χρυσά φλουριά, σκάω να μάθω τι έχουν μέσα. Τις μασάνε ή τις φοράνε; Τις λένε καπότες, λέξη κακή.

    Σηκώνομαι στις έξι το πρωί και έρχομαι στο μαγαζί γιατί από φέτος δεν με παίρνουν στα καπνά. Βγάζω έξω τα πράγματα, κουβάδες, σύρματα περίφραξης, σκούπες, κοντάρια, φιάλες υγραερίου, τσάπες, όλα βαριά κι ασήκωτα. Όταν δεν έχω δουλειά διαβάζω βιβλία και ακούω ραδιόφωνο. Αν έρθει πελάτης λίγο συγχύζομαι αλλά δεν πρέπει.

    Δεν μπορεί, κάπου τις έκρυψε ο μπαμπάς. Λέω τη λέξη δυνατά και με τρομάζει, γιατί ξέρω… Ξέρω τι τις κάνουν, όμως θέλω να τις δω και από μέσα. Μια μέρα ένας άντρας από τον πάνω μαχαλά με ρώτησε, “πότε έρχεται ο μπαμπάς σου, Θοδωράκη; Θέλω κάτι, εκείνος ξέρει”. Μου έκλεισε το μάτι με νόημα. Εγώ κατάλαβα. Λένε ότι γκαστρώνει κορίτσια.

    Τις βρήκα! Πίσω από τις χτένες και τα τσιμπιδάκια, κάτω από τις κρέμες NIVEA και τα ξυραφάκια ASTOR. Βαλμένες σε ένα χάρτινο κουτί που γράφει “πινέλα”. Ανοίγω προσεκτικά το κουτί και φυσικά δεν έχει πινέλα. Αστράφτουν στο φως. Τρέμω που τις πιάνω. Γεμάτο το κουτί, αν πάρω μία ποιος θα το καταλάβει; Τη χώνω στην τσέπη μου και περπατάω αργά λες και κρύβω πέτρα βαριά.

    Την ανοίγω στα δύο. Τη βάζω στο στόμα, φουσκώνει σαν μπαλόνι,  μεγαλώνει, μακραίνει, ξεφεύγει και πετάει μέσα στο δωμάτιο, προσγειώνεται πάνω στην ντουλάπα. Αυτό μας έλειπε. Να κυνηγάω τώρα και καπότες. Βάζω μια καρέκλα και την κατεβάζω, μαράθηκε. Θα τη τιμωρήσω, την πετάω στην τρύπα της χέστρας, βαθιά μέσα στον βόθρο.

    Κι αν πάρω άλλη μία τι θα γίνει; Θέλω να δω κάτι ακόμη. Την χώνω πάλι στην τσέπη μου, ελαφρόπετρα. Πρέπει να βρω μια ώρα που λείπουν όλοι από το σπίτι. Σκέφτομαι και κάτι άλλο. Να τη γεμίσω με νερό. Μέχρι επάνω. Έτσι μεγαλώνει περισσότερο και γίνεται σαν μπαλόνι. Πλαφ! Σκάει, χύνεται το νερό πάνω στον λουλουδάτο μουσαμά.

    Κι αν τις έχει μετρημένες ο μπαμπάς;

    Ο μπαμπάς με κοιτάζει παράξενα. “Καλά είναι που ψάχνεις και μαθαίνεις το μαγαζί. Αλλά άσε και καμία μέσα, δεν είναι παιχνιδάκι. Τις πουλάμε. Θα τις χρειαστείς κι εσύ μια μέρα”.

    Σιγά σιγά αδειάζει το κουτί και γεμίζει με πινέλα. Όμως και οι στρογγυλές καπότες άλλαξαν συσκευασία, έγιναν τετράγωνες. STOP τις λένε τώρα και τις πουλάει ο ανάπηρος πολέμου στο περίπτερο της πλατείας. Μάλιστα δεν τις κρύβει, τις έχει πάνω στο ραφάκι, δίπλα στα τσιγάρα και τις βλέπουμε πια όλοι, μικροί και μεγάλοι.

 

 

“Οι περιπέτειες ενός μικρού κειμένου” γράφτηκαν το 1980-3 και δημοσιεύονται σποραδικά σε λογοτεχνικά περιοδικά. Τα πρώτα αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στο “Υπόστεγο” της Καβάλας (1988 και 1997). 

Τρίτη 15 Μαρτίου 2022

Reading Greece: Theodoros Grigoriadis on Literature as a Personal Testimony Fostering a Sense of Closeness between the Writer and the Reader

 Η συνέντευξη με την Αθηνά Ρώσσογλου στον ιστότοπο Greek News Agenda  στα ελληνικά. 



1. Πείτε μας ορισμένα πράγματα για την νέα συλλογή διηγήσεων “Η νοσταλγία της απώλειας” που αναμένεται την άνοιξη του 22.

Πρόκειται για μια συλλογή τριάντα ενός διηγήσεων. Προτίμησα αυτή την λέξη στο εξώφυλλο του βιβλίου, αντί “διηγήματα”, γιατί χαρακτηρίζουν καλύτερα την αφηγηματική φωνή. Οι περισσότερες μοιάζουν να βγαίνουν μέσα από προσωπικές εξομολογήσεις και εξιστορήσεις χωρίς να λείπει και οι τριτοπρόσωπες. Είναι μια πλατειά σύνθεση που αγγίζει τον όγκο ενός μυθιστορήματος, χωρισμένη σε τρεις κύκλους και επίλογο. Κάθε κύκλος περιλαμβάνει μια ενότητα που την συγκροτεί ο τόπος (Βόρεια Ελλάδα, Θράκη, Βιβλιοθήκη Σερρών, Αθήνα) και κάποιοι χαρακτήρες που επανεμφανίζονται σε διαφορετικές ιστορίες ενώ κάθε κύκλος διηγήσεων οδηγεί στον επόμενο. Έρωτας, απώλεια, μνήμη, πένθος, γέλιο, σαρκασμός, περιπέτεια, αυτοσυνειδησία, είναι τα θέματα που συναντάμε στους δεκάδες μικρούς και απλούς ανθρώπους των ιστοριών. Αλλά υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο αυτή τη φορά πιο έντονο από τα προηγούμενα βιβλία μου: το βιβλιοφιλικό, ειδικά στον δεύτερο κύκλο που διαδραματίζεται σε μία δημόσια βιβλιοθήκη.


2.  Μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα μέσα σε μια περίοδο τριάντα χρόνων. Τι σας έφερε στο γράψιμο και τι είναι αυτό που σας κάνει να συνεχίζεται;

Υπάρχουν δύο διαφορετικές όψεις της συγγραφικής μου πορείας. Η μία είναι η φανερωμένη, αυτή που υπογράφω στα βιβλία που εκδίδονται μετά το 1990 και στα διηγήματα που άρχισαν να δημοσιεύω σε λογοτεχνικά περιοδικά από τη δεκαετία του '80. Ωστόσο υπάρχει και ένα κρυμμένο, ακατάταχτο υλικό, που ξεκινάει πολύ πριν και συνεχίζονται παράλληλα μέχρι σήμερα: Ημερολόγια, σημειώσεις, σχέδια αφηγήσεων. 

Αυτή η ώθηση για γραφή ξεκίνησε στα δέκα πέντε μου και οφείλεται στο διάβασμα της λογοτεχνίας. Διάβαζα με μανία έφηβος, τα πάντα, κυρίως κλασική λογοτεχνία. Τώρα, αν υπάρχει και κάποιο γονίδιο που να επέτεινε αυτή την τάση, δεν μπορώ να το πω. Όμως η γραφή για μένα ήταν εξ αρχής κάτι φυσικό. Οι σπουδές μου στην Αγγλική Φιλολογία και τα υπόλοιπα διαβάσματα επέκτειναν το πεδίο αυτό και σταδιακά με οδήγησαν να φτιάξω μια συγγραφική περσόνα, αυτήν με την οποία συνεχίζω να εκδίδω χωρίς να παραμελώ και τον γραφιά των άλλων γραπτών, των πιο προσωπικών. Άλλωστε πολύ υλικό από εκείνα τα κείμενα χρησιμοποιείται και στις τωρινές μου ιστορίες.  



3. “Με απασχολούν οι άνθρωποι με τις ιδιαιτερότητές τους, τις εμμονές, τις αγάπες τους. Με ενδιαφέρει ο άλλος, ο ξένος, ο διαφορετικός, ο κρυφός μας εαυτός”. Έχετε πει σε κάποια συνέντευξη. Αυτό το ενδιαφέρον σας στην ανθρώπινη φύση είναι ένα θέμα που επανέρχεται συνεχώς, μια “λογοτεχνική εμμονή” στη γραφή σας;


Οι άνθρωποι είναι κυρίως το υλικό μου, οι ιστορίες τους, όσοι είναι κοντά μου, απλοί και περίεργοι, ιδιαίτεροι και περιθωριακοί. Όλοι οι άνθρωποι έχουν ενδιαφέρον, πάντα έχουν κάτι να πουν, όταν τους  αφουγκραστείς. Οι ιστορίες που γράφω πρέπει ωστόσο να μ΄ αφορούν, δεν τις αντλώ από τις ειδήσεις και τον μακρινό περίγυρο. Πιστεύω ότι έχω δώσει φωνή σε δεκάδες χαρακτήρες, όλα αυτά τα χρόνια, στις τόσες ιστορίες μου. Gay και παρενδυτικοί χαρακτήρες ειδικά στο “Παρτάλι” ή πρόσφυγες και αλλοδαποί στο“Ο παλαιστής και ο δερβίσης” αλλά και σε πολλές γυναίκες-ίσως υπερτερούν και των αντρικών μου ηρώων. 



4. Έχετε επίσης πει σε μια συνέντευξη ότι η πατρίδα σας είναι κυρίως η γλώσσα, η παιδεία, η λογοτεχνία και η τέχνη. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του χρόνου και του τόπου που καθορίζουν τη δουλειά σας; Τι ρόλο παίζει η γλώσσα από την άποψη αυτή;

Όπως έλεγα πιο πριν, το ανθρώπινο υλικό βρίσκεται κάπου εκεί έξω αλλά τα γλωσσικά εργαλεία είναι μέσα μου. Είναι η γλώσσα που έρχεται και δίνει τη φωνή, είναι ο τρόπος που διαμορφώνει κάθε ιστορία και κάθε χαρακτήρας. Οι λέξεις, οι μοναδικές, οι φράσεις, ο ρυθμός. Η γλώσσα έχει τα μυστικά της και είναι τόσο όμορφο και προκλητικό να την ψάχνει και να τη διευρύνεις. Αντίθετα, όμως με τον ποιητή, δεν ξεκινάω από λέξεις και ιδέες, τις ανακαλύπτω στο χτίσιμο της μυθοπλασίας. Ευτυχώς είναι πλούσια γλώσσα η ελληνική, την μίλησα, την έψαξα και την διάβασα σε πολλά κείμενα διαφορετικών εποχών.

5.  Σε κάποια από τα πιο πρόσφατα βιβλία σας υπάρχουν αναφορές στις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες των τελευταίων είκοσι χρόνων. Πώς η πρόσφατη κοινωνικο-οικονομική κρίση όπως και η πανδημία αποτυπώθηκε στα βιβλία σας; 

Τα μυθιστόρημά μου αντιπροσωπεύουν το καθένα μια δεκαετία της ζωής μου. Ειδικά η τελευταία εικοσαετία περιέγραψε ό,τι προηγήθηκε στη “Ζωή μεθόρια” και στην “Καινούργια πόλη” και που οδήγησε κοινωνικά και οικονομικά στην κρίση.  “Το μυστικό της Έλλης” διαδραματίζεται στις αρχές της οικονομικής κρίσης και χαρακτηρίστηκε αντιπροσωπευτικό της εποχής. 

Από τις επιλογές όμως των χαρακτήρων προκύπτει η υπεράσπιση των αδυνάτων και των μειονοτήτων και ειδικά των προσφύγων. Η πανδημία δεν αποτυπώθηκε ακόμη στα κείμενά μου, είναι σχετικά νωρίς, ωστόσο η καινούργια μου συλλογή “Η νοσταλγία της απώλειας” γράφτηκε κάτω από την επήρρεια της πανδημίας-πιστεύω ότι θα φανεί στις θεματικές αλλαγές που έχω ήδη κάνει. Και ένα μόνον, το τελευταίο διήγημα, μιλάει για τις μέρες της πανδημίας κι αυτό μέσα σε ένα κλίμα sci-fi. 


6. Υπάρχει διεθνώς μια αυξανόμενηντάση που αποκαλείται αυτομυθοπλασία, που συνδυάζει τα αυτοβιογραφικά στοιχεία με μια δόση μυθοπλασίας. Πώς εξηγείται αυτή η τάση; 

Ήταν επόμενο, ύστερα από τις μεγάλες μυθιστορηματικές συνθέσεις των κλασικών ρεαλιστών, στο τέλος του 19ου αιώνα, ο μοντερνισμός να επιφέρει μια διαφορετική προσέγγιση στην αφηγηματικότητα. Στα μέσα του 20ου αιώνα έχουμε πολλά πρωτοπρόσωπα κείμενα που συνδυάζουν την μυθοπλασία και την αυτοβιογραφία. Ειδικά στη Γαλλία υπήρξαν πολλά αλλά και εμείς δεν αργήσαμε σταδιακά να τα εντάξουμε στη γραμματολογία μας. Τι άλλο είναι ένα κείμενο σε πρώτο πρόσωπο; Μια ανάγκη να γίνει πιο πιστευτό, να γίνει μια μαρτυρία. Ας δούμε τα πεζά της Μέλπως Αξιώτη, του Γιώργου Ιωάννου, της Μαργαρίτας Καραπάνου, και τόσων άλλων. Στην εποχή μας, όπου όλη μας η ζωή είναι μια καθημερινή ανάρτηση στα μέσα δικτύωσης, η αυτομυθαπλασία γίνεται πιο αποδεκτή. Χρειαζόμαστε τις προσωπικές καταθέσεις, τις μικρές ιδιωτικές αφηγήσεις και αυτό σου το δίνει η αυτομυθοπλασία, μια αίσθηση εγγύτητας και συμμετοχής ακόμη και στην ενοχή και στα μυστικά του συγγραφέα.


7.  Συμφωνείτε με εκείνους που λένε ότι οι Έλληνες συγγραφείς προτιμούν τη μικρή φόρμα και ότι οι συλλογές διηγημάτων έχουν ξεπεράσει τα μυθιστορήματα και τις εκτενείς αφηγήσεις; 

Πράγματι υπάρχει μια σταθερή παράδοση στο διήγημα που ξεκινάει από τις απαρχές της ελληνικής πεζογραφίας. Μπορεί να οφείλεται και στην ιδιοσυγκρασία του Έλληνα, στο κλίμα και στον τόπο, στις συνήθειες μας. Οι μεγάλες ογκώδεις αφηγήσεις δεν είχαν βρει χώρο στην Ελλάδα. Ας μην ξεχνάμε τα δημοτικά τραγούδια, τα πεζοτράγουδα, πόσο κοντά στην σύντομη μορφή της αφήγησης ήταν, πόσο γλαφυρά αφηγούνταν μια ιστορία. Οι περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς ξεκινάνε δημοσιεύοντας διηγήματα σε περιοδικά. Ωστόσο εμπορικά το διήγημα, οφείλουμε να παραδεχθούμε, δεν είναι δημοφιλές. Σπανίως μια συλλογή διηγημάτων εξαντλεί την πρώτη της έκδοση. Όμως άλλο η λογοτεχνία και άλλο η αγορά.  


8.  Πώς συνομιλούν οι Έλληνες συγγραφείς με τη διεθνή λογοτεχνία; Πού συναντιέται το παγκόσμιο με το εθνικό; 


Η ελληνική λογοτεχνία ανέκαθεν “διάβαζε” την ξένη και ενημερωνόταν. 'Εχουμε πλήθος μεταφράσεων από κάθε χώρα, από αυτή την άποψη βρισκόμαστε σε πολύ ψηλό επίπεδο. Οι επιρροές είναι εμφανείς ειδικά στο αστυνομικό και το φανταστικό αφήγημα. Η αυτομυθοπλασία επίσης άρχισε να διεισδύει και στην δική μας πεζογραφία, αλλά και η μετανάστευση και το προσφυγικό ως παγκόσμιο πρόβλημα έδωσαν αρκετό υλικό στους Έλληνες συγγραφείς. Από την άλλη, δυστυχώς, λόγω της έλλειψης μεταφράσεων της ελληνικής λογοτεχνίας, η δική μας σύγχρονη λογοτεχνία ελάχιστα επιδρά στην σύγχρονη ξένη λογοτεχνία. Οι οποιεσδήποτες επιρροές των ξένων οδηγούν στην αρχαία ελληνική γραμματολογία. Πάντως οι ξένοι συγγραφείς, αντί να διαβάζουν ελληνική λογοτεχνία, προτιμούν να εμπνέονται απευθείας από τον τόπο μας και ειδικά τα νησιά μας: “islomania”,  όπως την χαρακτήρισε ο Λώρενς Ντάρελ!


Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Χριστουγεννιάτικο αφήγημα



Μ' ένα καράβι αγκαλιά


Πρώτος από το σαπιοκάραβο πήδηξε ο πατέρας, μετά άρπαξε τα παιδιά και τ' άφησε στην ακτή. Έξι ώρες ταξίδευαν από τα παράλια της Τουρκίας στην Ρόδο. Αργότερα έφτασαν στον Πειραιά και κατευθείαν στο σπίτι μου (το πώς βρέθηκαν στη Νέα Σμύρνη είναι μια άλλη ιστορία). Τα κουρασμένα παιδιά, ενάμιση το κοριτσάκι και δυόμισι το αγοράκι, έβλεπαν τα πάντα με περιέργεια. Μπροστά στον υπολογιστή έδειχνα στους γονείς τους τις φωτογραφίες από την απόβασή τους στο Αιγαίο που είχαν ήδη δημοσιευτεί. Τα μικρά και η μητέρα τους δεν είχαν ξαναδεί ούτε θάλασσα ούτε καράβια στο Βόρειο Ιράκ. Τους έφτιαξα ένα χάρτινο καραβάκι που έπλεε σε ένα πιάτο με νερό. Τα μάτια των παιδιών ξανάβρισκαν τη χαρά. Έπειτα έφυγαν για τον βορρά της Ευρώπης που υπόσχεται -λέγεται- μια αξιοπρεπή ζωή για τους πρόσφυγες.
Τους σκέφτομαι αυτές τις μέρες: μέρες που στολίζονται τα σπίτια κι οι πλατείες, ευκαιρία να λάμψει διαφορετικά η καθημερινότητά μας. Κι εγώ από παιδί στόλιζα στο χωριό ένα αγριοπούρναρο με αιχμηρά φύλλα. Το στόλιζα με στολίδια που έφτιαχνα μόνος μου. Ενήλικας σταμάτησα το δέντρο, άφηνα κάτι λίγα διακοσμητικά που να θυμίζουν Χριστούγεννα. Μάλιστα, απ' όταν έφυγε και ο πατέρας μου σταμάτησα εντελώς τα γιορτινά.
Όμως φέτος, μετά το πέρασμα των προσφύγων, ήθελα να ξαναστολίσω κι έτσι κατέφυγα στο παλιό μου ταλέντο, της χειροτεχνίας. Έφτιαξα ένα καράβι ένα μέτρο μακρύ με αδιάβροχη καρίνα. Μαίστρα και γάμπια από πανί. Στα κατάρτια του τύλιξα μικρά λαμπιόνια. Έφτιαξα φιγούρες παιδιών και τις σκόρπισα από την πρύμνη μέχρι την πλώρη και πιο ψηλά στους ιστούς.
Λέω να το περιφέρω στην πόλη, στα κακοφωτισμένα στενά της Ομόνοιας, στην Βάθης, στην Βίκτωρος Ουγκώ, στην Αγίου Παύλου, στη Φερρών, στην Ηπείρου, στην Αλκιβιάδου, στην Φυλής, στην Αριστοτέλους, στο πεδίο του Άρεως, στην πλατεία Βικτωρίας-ειδικά εκεί να αράξουμε. Να το δούν όσοι ένιωσαν τον φόβο ενός φουσκωτού ή ενός καϊκιού να χαροπαλεύει στα κύματα. Να έρθουν παιδιά και να παίξουν με τις μικρές φιγούρες στο κατάστρωμα. Και από εκεί, κρατώντας το αγκαλιά, να μπω τον ηλεκτρικό για τον Πειραιά, μια οικεία διαδρομή απ' την εποχή που ήμουνα ναύτης.
Ξέρω θα με κοιτούν παράξενα, ποσώς που θα με νοιάζει. Στον Πειραιά, στο λιμάνι, θα προχωρήσω στην άκρη μιας προβλήτας και θα το ρίξω προσεκτικά στη θάλασσα. Να' ναι σούρουπο για να λάμπουν τα φωτάκια. Να το παρατηρώ στο πέλαγος να πλέει, φωταγωγημένο, φορτωμένο με ευχές. Κάθε λαμπιόνι η ψυχή ενός παιδιού που χάθηκε άδικα στο πέλαγος πριν προλάβει να ανοιχτεί στον κόσμο. Όταν το καραβάκι των παιδιών θα έχει πια χαθεί από το βλέμμα μου θα γυρίσω πίσω με τα πόδια χαζεύοντας τα στολισμένα μπαλκόνια και τις βιτρίνες, ελπίδες αραγμένες στην στεριά...
...στο μεταξύ, στο Skype, τα παιδιά στην Φινλανδία με χαιρετάνε μέσα από ένα αστόλιστο μικρό διαμέρισμα. Το παράθυρο, πίσω τους, καδράρει θαμπά ολόλευκα δέντρα, χιονισμένα. Τους δείχνω το καράβι που ετοιμάζω, λίγο χρώμα ακόμη, λίγο καλαφάτισμα. “Θα γράψω το όνομά σας επάνω”, τους λέω, κι ας μην καταλαβαίνουν. “Ραχάντ και Σιβέρ”.
Ελπίζω να δέσει σύντομα στο Ελσίνκι.



Θεόδωρος Γρηγοριάδης 

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

Γιατί γράφω

Δημοσιεύτηκε στις σελίδες Ανοιχτό βιβλίο την Εφημερίδα των Συντακτών

Γιατί γράφω
Γράφεις επειδή έμαθες γραφή. Γράφεις επειδή διαβάζεις ακατάπαυστα. Γράφεις επειδή θέλησες να εκφράζεσαι κρατώντας άπειρα σημειωματάρια χρόνια τώρα. Γράφεις σαν μια αδυναμία επικοινωνίας με τους άλλους, που όμως ταυτόχρονα αποβαίνει προνομιακή. Γράφεις για να ερμηνεύσεις τον κόσμο αφήνοντας διακριτά αποτυπώματα και μαρτυρίες.
Η γραφή αρχίζει από το σχολείο, γίνεται συνειδητή στο Πανεπιστήμιο και «δημιουργική» όταν τυπώνονται τα γραπτά σου. Αυτό το τελευταίο στάδιο, το εκδοτικό, καλύπτει δεκατρία βιβλία. Τα υπόλοιπα χρόνια, που αφήνεις πίσω σου και συνεχίζουν τη σιωπηλή τους πορεία, παραμένουν αχαρτογράφητα, πολύτιμα και πολύτομα. Είναι οι ανέκδοτες καταγραφές που δεν μοιράζονται παραέξω. Εκεί πειραματίζεσαι, ξεσπάς, αυτοαναλύεσαι -όσο μπορείς- γίνεσαι χρονογράφος της προσωπικής σου πορείας και -επιλεκτικά- των καθημερινών και κοινωνικών συμβάντων.
Αναρωτιέσαι ποια απ’ όλα σου τα κείμενα εμπεριέχουν την αλήθεια σου. Ομως δεν κρύβεται εκεί η ουσία. Και τα κρυμμένα και τα φανερωμένα πεζογραφήματα αποτελούν αλληλοκαλυπτόμενους, παράλληλους κόσμους, χαρακτήρες που υπήρξαν και φαντάστηκες, ιστορίες που άκουσες και επινόησες. Ισως τα γραπτά που εκδόθηκαν να αποκαταστάθηκαν στον βαθμό που τα δούλεψες συνειδητά όμως κι εκείνα ξεπήδησαν από το προσωπικό αρχείο.
Με τα χρόνια προσέχεις τα λόγια σου, τα βιβλία σου, ακολουθώντας κάποιες βασικές αρχές. Ενδεχομένως να μην μπορείς να εξηγήσεις γιατί γράφεις, ωστόσο, μέσα στα είκοσι πέντε χρόνια εκδοτικής παρουσίας, γνωρίζεις επακριβώς για ποιους λόγους δεν θα έγραφες: για να πλουτίσεις, για να γίνεις δημόσιο θέμα και θέαμα, για να προσεταιριστείς τις ευκαιρίες του συστήματος, για να επαναπαύεσαι και να βαυκαλίζεσαι με την ανωτερότητα της τέχνης σου, για να εκλιπαρείς για βραβεία και αναγνώριση, για να περιφέρεις τη σοβαροφάνεια και την αυτάρκειά σου.
Γράφεις και φεύγεις. Επιστρέφεις στο πρωτογενές υλικό. Εκεί είναι η θέση σου και μετά πάλι απ’ την αρχή, όπως ο πρωτοεμφανιζόμενος, με τις ίδιες αγωνίες και αμφιβολίες. Αραγε εδώ βρίσκεται η κινητήρια δύναμη της λογοτεχνικής γραφής; Αυτή η αποχώρηση και επανεκκίνηση; Μήπως τελικά γράφεις γι’ αυτό το εσωτερικό δρομολόγιο που -κάθε φορά- σε αποβιβάζει σε έναν διαφορετικό λογοτεχνικό τόπο; Γράφεις γι’ αυτά τα ταξίδια λόγου και σκέψης με την ταπεινή φιλοδοξία ότι, όπως εσύ ελπίζεις να μη σε εγκαταλείψουν στην άκρη του πουθενά, εκείνα θα συνεχίσουν να ταξιδεύουν ακόμη και χωρίς εσένα.


Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Μια μικρή ιστορία



.
OLYMPUS DIGITAL CAMERA
.
Θόδωρος Γρηγοριάδης

 .

Τὸ χαμομήλι τῶν Ἀβδήρων


 .
16-Mi-Magnus_Berrfoetts_saga-Initial-G_MuntheΗΝ ΜΠΕΙ­ΤΕ στὸ θέ­α­τρο, ἔ­χει ὀ­χι­ές», εἶ­πε ὁ βο­σκός. Σή­κω­σε τὴν γκλί­τσα ἀ­πει­λη­τι­κά.
«“Σέρ­νουν”* αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χή. Ἅ­μα σὲ τυ­λί­ξουν δὲν ξε­φεύ­γεις.»
       Οἱ δύ­ο ἄν­τρες μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους συ­νο­μι­λοῦ­σε, χα­μο­γέ­λα­σαν. Εἶ­χαν πε­ρά­σει τὰ τριά­ντα, ἀλ­λὰ δὲν τοὺς ἔ­λει­πε τὸ κέ­φι. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀγ­κο­μα­χοῦ­σε στὸν ἀ­νή­φο­ρο τῆς ἀρ­χαί­ας πό­λης. Τὰ χα­λά­σμα­τα ἦ­ταν σκε­πα­σμέ­να ἀ­πὸ κά­θε λο­γῆς χορ­τά­ρια καὶ ἡ εἴ­σο­δος ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ ἀρ­χαῖ­ο θέ­α­τρο ἦ­ταν πε­σμέ­νη. Μο­σχο­μύ­ρι­ζε ρί­γα­νη καὶ θυ­μά­ρι. Οἱ δυ­ὸ φί­λοι κα­τέ­βη­καν ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­να­σαί­νον­τας βα­θιά. Εἶ­χαν και­ρὸ νὰ βρε­θοῦν καὶ ὁ γά­μος τοῦ Ἀ­νέ­στη, κοι­νοῦ τους φί­λου ἀ­πὸ τὸ πα­νε­πι­στή­μιο τοὺς ἔ­σμι­ξε ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κα. Κα­τα­πι­έ­στη­καν ἀρ­κε­τὰ στὴν ἐκ­κλη­σί­α ἀ­κού­γον­τας εὐ­χὲς γιὰ τὴν δι­κή τους τύ­χη. Ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σαν τοὺς νι­ό­παν­τρους κι ἔ­τρε­ξαν στὸ ξε­νο­δο­χεὶ­ο νὰ ἀλ­λά­ξουν.
       Ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἐκ­δρο­μὴ ἄρ­χι­ζε με­τὰ τὰ στε­φα­νώ­μα­τα καὶ τὰ κου­φέ­τα. Ἐ­κεῖ πέ­ρα στὴν πα­ρα­λί­α, μὲ τὰ πεῦ­κα καὶ τὰ κυ­πα­ρίσ­σια.
      «Ὄ­μορ­φα ποὺ εἶ­ναι ἐ­δῶ», εἶ­πε ὁ Τά­κης. «Λέ­ω νὰ μα­ζέ­ψω χα­μο­μή­λι γιὰ τὴ μά­να μου. Θὰ χα­ρεῖ πο­λύ».
       Ὁ Θω­μᾶς προ­χώ­ρη­σε ἀ­νά­με­σα στὶς ξε­ρο­λι­θι­ές.
       «Ἐ­γὼ θὰ ξα­πλώ­σω. Μὲ κού­ρα­σε ἡ τε­λε­τή.»
       «Δὲν φο­βᾶ­σαι τὰ φί­δια; Ἄ­κου­σες τὸ βο­σκό;» εἶ­πε ὁ Τά­κης.
       Ὁ Θω­μᾶς γέ­λα­σε καὶ σχο­λί­α­σε:
       «Κα­λὰ ποὺ εἶ­ναι κι αὐ­τὸς νὰ φο­βί­ζει τοὺς ἀρ­χαι­ο­κά­πη­λους.»
      Ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια του πί­σω ἀ­πὸ τὸ σβέρ­κο ἀ­γναν­τεύ­ον­τας στὴν κα­τη­φο­ριὰ τὸ μό­λο. Ὕ­στε­ρα το ἥ­συ­χα θρα­κι­κὸ πέ­λα­γος. Γα­λή­νη. Ὁ Τά­κης εἶ­χε ἁ­πλώ­σει τὸ μπου­φάν κι ἔ­ρι­χνε πά­νω ἀγ­κα­λι­ὲς χα­μο­μή­λι. Κι­τρί­νι­σε ὁ τό­πος καὶ μο­σχο­βό­λη­σε.
       Μιὰ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα ση­κώ­θη­καν νὰ φύ­γουν. Ὁ Τά­κης κρα­τοῦ­σε τὸν μπό­γο μὲ τὸ χα­μο­μή­λι στὴν ἀγ­κα­λιά του σὰν μω­ρό. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἔ­και­γε. Ἔ­ρι­ξαν στὸ πί­σω κά­θι­σμα τὸ μπου­φὰν καὶ ξε­κί­νη­σαν. Μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ στὰ ἐ­ρεί­πια καὶ πά­λι ὁ χω­μά­τι­νος δρό­μος. Ἄν­θρω­πος που­θε­νά.
       Μό­νο ποὺ κά­τι ἄρ­χι­σε νὰ κι­νεῖ­ται ἐ­κεῖ πί­σω ἀ­νά­με­σα στὰ χα­μό­μη­λα. Ἕ­να φί­δι δρα­πέ­τευ­ε ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι τοῦ μπου­φὰν ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὸν ἀρ­χαῖ­ο τό­πο του.


* Σέρ­νουν· βο­ρει­ο­ελ­λα­δύ­τι­κη ἔκ­φρα­ση γιὰ τὸ “ζευ­γα­ρώ­νουν”.

 .
Bonsai-03c-GiaIstologio-04


.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Τὰ Νέ­α, Σάβ­βα­το 20 Αὐ­γού­στου 1994, «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις», ἐ­πι­μέ­λεια: Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη. Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!» βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις! Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος».


Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

ΝΑΥΤΗΣ κεφάλαιο 22

22
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΤΟ ΝΗΣΙ κοιμηθήκαμε χωρισμένοι κατά φύλο. Οι γυναίκες στο πάνω πάτωμα και οι τρεις άνδρες στο κάτω. Μου άρεσε αυτός ο διακανονισμός. Η θεία Έλλη δεν ήθελε καν να συζητήσει το ενδεχόμενο να κοιμηθεί με τον Γρηγόρη στο ίδιο κρεβάτι, τη στιγμή που ήταν φιλοξενούμενοι σε σπίτι συγγενών. Κρατούσαν μερικά προσχήματα ακόμη όσο κρατούσε ο αρραβώνας τους.
Έτσι, βρεθήκαμε στο κάτω πάτωμα, που ετοιμάστηκε ειδικά για μας — εμένα, τον Γρηγόρη και τον Παναγιώτη. Ο Παναγιώτης διάλεξε το καθιστικό δωμάτιο με το μονό ντιβάνι και έκλεισε την πόρτα πίσω του παρ' όλη τη ζέστη που επικρατούσε το βράδυ εκείνο.
Μαζί με τον Γρηγόρη μείναμε στο άλλο δωμάτιο, το οποίο χρησίμευε ως βοηθητική κρεβατοκάμαρα. Υπήρχε ένα τεράστιο παλιό κρεβάτι στη γωνιά, με υπερυψωμένα σίδερα στα άκρα του, σαν καγκελωτή πόρτα σε αυλή.
Από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε λίγος αέρας, αλλά όχι αρκετός για να μας δροσίσει. Φορούσαμε άσπρες φανέλες και εσώρουχα, τα οποία μου δημιουργούσαν κάποια δυσκαμψία. Όσο ήμασταν στη θάλασσα με τα μαγιό, το θεωρούσα φυσιολογικό. Όμως, έτσι ακριβώς, με τα φαρδιά βρακιά πάνω στο κρεβάτι, αισθανόμουν αμηχανία.
Ο Γρηγόρης ήταν ευδιάθετος και είχε μια περίεργη έκφραση. Έβαλε τα χέρια του κάτω από τον σβέρκο και κοίταζε το ταβάνι που φωτιζόταν από το παράθυρο. «Αϋπνίες» είπε.
Εγώ προσπαθούσα να βολευτώ σε μια γωνιά. Θα προτιμούσα να κοιμόμουν κάπου αλλού, μόνος μου, παρά να σκέφτομαι ότι κάθε μου κίνηση θα γινόταν αντιληπτή από τον Γρηγόρη. Τον ήξερα, τον συμπαθούσα, αλλά το να βρεθώ σε ένα σιδερένιο κρεβάτι με τον αρραβωνιαστικό της θείας μου μου έφερνε ένα μικρό δέος.
Το χειρότερο βέβαια ήταν πως, επειδή εκείνος ήταν βαρύτερος, δημιουργούσε τέτοια κλίση στο στρώμα, ώστε εγώ αναγκαζόμουν να κρατηθώ από τα πλάγια για να μην κυλήσω προς το μέρος του.
«Τι σκέφτεσαι;» με ρώτησε σε μια προσπάθεια να ανοίξει συζήτηση.
«Τον θείο Παναγιώτη» απάντησα. «Πάλι δεν κατάφερε να της πει κουβέντα».
Ο Γρηγόρης χαμογέλασε. «Χαμένη ιστορία», είπε. «Όπως όλες οι ιστορίες. Παραμύθια. Δεν κολλάει αυτή η σχέση. Η γυναίκα αυτή βρίσκεται αλλού. Δεν το βλέπει κανείς;»
Το έβλεπα εγώ όμως. Εκείνος άραγε πώς το είχε δει;
«Δεν ξέρω πόσο μπορώ να σου μιλάω ανοιχτά», συνέχισε. «Νομίζω ότι είσαι ο καλύτερος φίλος μου. Αλλά αυτό που μου συνέβη σήμερα στη θάλασσα, αν δεν το πω κάπου, θα σκάσω».
Ήξερα τι θα μου έλεγε. Κολυμπούσα, λέει, στα βαθιά, αφού ο βυθός από κάτω έχασκε σαν γκρεμός. Για μια στιγμή σταμάτησα το κολύμπι και έμεινα ακίνητος. Τα μάτια μου έκλεισαν. Ήθελα να χαλαρώσω έστω για λίγα δευτερόλεπτα. Τότε, από κάτω μου, ανάμεσα στα πόδια μου, ένιωσα μια μικρή αναστάτωση. Σαν κάτι να με περιτριγύριζε. Δε με ενοχλούσε γιατί ήταν σαν χάδι. Γι' αυτό κι εγώ αφέθηκα. Το χάδι έγινε πιο έντονο. Ένιωσα να μου τραβούν το μαγιό προς τα κάτω. Μια αίσθηση ότι σε ρουφάνε προς τον βυθό και δεν μπορείς να ξεφύγεις. Μια γλυκιά δύναμη που κρατούσε αιχμάλωτα τα σκέλια μου. Ξαφνικά σαν να παρέλυσα. Έβγαλα μια κραυγή και έσκυψα να δω. Ένα πλάσμα σαν μεγάλο ψάρι απομακρύνθηκε στον βυθό. Συμβαίνει όταν είσαι ανοιχτά στα νερά να έχεις τέτοιες εικόνες.
Ξυπνούσε σαν από όνειρο δίπλα μου. Το άσπρο του εσώρουχο ήταν σαν κατάρτι.
«Κι αν δεν ήταν όνειρο;» ρώτησα.
Δεν ντράπηκε για την κατάστασή του. «Κι εγώ πιστεύω ότι ήταν κάτι αληθινό. Όμως τι μπορεί να συνέβη;» Γύρισε μπρούμυτα.
«Μου λείπει η Έλλη» είπε. «Εσένα δε σου λείπει ένα κορίτσι;»
Ήταν ένα ήσυχο βράδυ. Μιλούσαμε ψιθυριστά. Ήθελα να του πω τα πάντα για μένα. Τι ακριβώς συνέβαινε.
«Μου λείπει» του είπα. «Όμως... θέλω να ξέρω μερικά πράγματα».
Γύρισε προς το μέρος μου. «Είσαι παρθένος, ε;» Το έλεγε φυσιολογικά. «Σε καταλαβαίνω. Γι' αυτό δεν ήθελες στα "σπίτια"». Ήρθε πιο κοντά μου. «Άσε με να σε βοηθήσω. Είσαι δικός μου άνθρωπος».
Μου κόπηκε η αναπνοή. Έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό μου εσώρουχο. «Κλείσε τα μάτια και ονειρέψου ό,τι θέλεις. Χαλάρωσε».
Μου κατέβασε το εσώρουχο και το έβγαλε. Μ' έπιασε από εκεί. Το μυστικό μου στα χέρια του. Ένα κλειστό μυστικό. Με χάιδεψε μέχρι που σκλήρυνα.
«Βάλε κι εσύ το χέρι σου σε μένα» είπε. «Θα βοηθήσει».
Άρχισε να ανεβοκατεβάζει το χέρι του. Μου ερχόταν πόνος και ζάλη μαζί. Τράβηξε ξαφνικά το δέρμα μου. Ούρλιαξα από το κόψιμο. Μου έφευγε αίμα και άσπρο μαζί.
«Αυτό ήταν» μουρμούρισε. «Λίγος πόνος θα σου μείνει. Σκουπίσου εδώ. Στη φανέλα μου». Σκούπισε το δικό του χέρι πρώτα.
«Είδες μέχρι κι εγώ... σαν παιδί... έλα, μην ντρέπεσαι... μεταξύ μας είμαστε...» Είδα ότι ήμουν σαν κι αυτόν πια. «Είσαι έτοιμος» μου είπε.
Από την άκρη του κρεβατιού βρέθηκα να κυλάω στη μεριά του. Μ' αγκάλιασε τρυφερά ενώ σκουπιζόμουν ακόμη.


«Δεν ήταν όνειρο» του λέω. «Μέσα στη θάλασσα. Αυτό που έπαθες. Ήταν εκείνη. Η ξένη γυναίκα. Σ' ακολούθησε στα βαθιά. Εκείνη ήταν».




(ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ, Στις ακτές των βουνών)




Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Παλαιστής Ακρίτας

 


Παλαιστής Ακρίτας

Διήγημα

Το βράδυ ο πατέρας του γύρισε βαρύς κι ασήκωτος. Είχε πάει για το καθιερωμένο του τρέξιμο, μια ώρα στο αλσάκι, πίσω από τις ψηλές πολυκατοικίες στις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης. Ο Μάκης τον ρώτησε τι συνέβη. Εκείνος κάθισε με φόρα στην καρέκλα, κόντεψε να τη διαλύσει: «Άκουσα ότι καταργείται η πάλη στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Έγινα πενήντα επτά, και δεν περίμενα ν’ ακούσω τέτοια μαντάτα». Ο Μάκης τού απάντησε: «Κι εγώ κάτι είχα ακούσει, όμως δεν ήμουνα σίγουρος. Τι τους έφταιξε το πιο αρχαίο αγώνισμα;»

Ο πατέρας του, ο Κυριάκος, πάλευε από παιδί σε μικρά σωματεία, σε μεγάλες διοργανώσεις δεν πρόλαβε να περάσει, όμως έτρεχε στα λαϊκά πανηγύρια, στους αγώνες της παραδοσιακής πάλης. Εκεί τα είχε δει να ελαττώνονται. Μάλιστα, μια μέρα ο Μάκης τον άκουσε να λέει: «Όσα τα χρόνια μου τώρα τόσα ήταν τα πανηγύρια παλιά. Πόσα απέμειναν; Άντε έντεκα». Τότε ο Κυριάκος έβγαζε αρκετά χρήματα, μπορεί οι επιτροπές των αγώνων να μη μοίραζαν λεφτά, αλλά μάζευε από τον κόσμο. Όταν άρχισε να κουράζεται, έπαιρνε τον δεκατετράχρονο Μάκη, ευτυχώς το σώμα και η διάθεσή του έγερναν για παλαιστής, και τον έβαζε μέσα στην αλάνα, να βλέπει από κοντά και να μαθαίνει. Ο Μάκης αγωνιούσε για τον πατέρα του, όμως ακόμη κι όταν έχανε, τον έβλεπε να φεύγει ευχαριστημένος. Εντάξει, καμιά φορά ξεσπούσε και γκρίνιαζε για αδικία ή κανέναν αγορασμένο αγώνα, όμως ο Κυριάκος ανέπνεε, ξαναζωντάνευε κάθε φορά. «Η πάλη», έλεγε, «φτιάχνει χαρακτήρα, είναι ιεραρχία και σεβασμός στους μεγαλύτερους και στους κανόνες». Στα πρώτα παλέματα ο Μάκης αγωνιούσε τόσο πολύ, που δεν μπορούσε να κοιμηθεί, όμως δεν το ομολογούσε στον πατέρα του. Έφηβος ήταν, δεν ήθελε να ζορίζεται, έβαζε τα κλάματα τα βράδια. 

Στα δεκάξι ο πατέρας του τον έβαλε να παλέψει στην πρώτη κατηγορία, με τους μικρούς. «Ό,τι μάθεις από δω, από μένα. Δεν έχει σχολεία και τέτοια», του έλεγε. Του εξηγούσε τις λαβές, τα σημεία, τις κακοτοπιές, αλλά προπαντός του έλεγε ότι πρέπει να έχει δύναμη μέσα του και να τη δυναμώνει με τη σκέψη του, με το πείσμα, την πίστη ότι θα είναι πάντα νικητής. Λίγο αργότερα τον έγραψε σε έναν σαλονικιώτικο αθλητικό σύλλογο, κοντά στην περιοχή τους. Έτσι θα μπορούσε να συμμετέχει σε πανελλήνια αλλά και παγκόσμια πρωταθλήματα. Όμως η πορεία από έναν μικρό σύλλογο σε έναν πανελλήνιο ήταν κοπιαστική, δεν είναι εύκολο να αγωνίζεσαι για να ξεχωρίζεις. Ή είσαι ή δεν είσαι. 

Στη δευτέρα λυκείου ο Μάκης ξεχώρισε και τον πρόσεξε ένας Γερμανός παλαιστής παντρεμένος με Ελληνίδα. «Το παιδί να το φέρεις από τώρα στη Γερμανία», επέμενε στον Κυριάκο. «Τώρα είναι η σωστή στιγμή». Ξεκίνησαν οικογενειακά και πήγανε στην Φρανκφούρτη. Όχι ακριβώς μέσα στην πόλη, αλλά στα γκρίζα προάστια με τα οργανωμένα γυμναστήρια και στις επίπεδες εκτάσεις που τις κάλυπτε ομίχλη και μούχλα τον περισσότερο καιρό.
Εκεί ο Κυριάκος τού μάθαινε και την ιστορία της πάλης προσπαθώντας να τονώσει τη μοναξιά της ξενιτιάς και της καταγωγής τους. Μέχρι τον Μέγα Αλέξανδρο κρατούσε η πάλη, μέχρι τους Βυζαντινούς και τις χώρες της Ανατολής. Μαζί με τις αρχαιοελληνικές ιεροτελεστίες ξεκινούσαν και τα αγωνίσματα, και αυτό συνεχίζεται ακόμη και σήμερα στα ορθόδοξα χριστιανικά πανηγύρια. Οι παλαιστές είχαν δύναμη, ανέκαθεν ενέπνεαν σεβασμό· παλιότερα στα χωριά οι μάνες, μόλις γεννούσαν, έδιναν το μωρό στον πρωτοπαλαιστή να το κρατήσει για να πάρει απ’ τη δύναμή του. Και τον ίδιο τον Κυριάκο τον είχε σηκώσει ψηλά στο χωριό του, στη Μύρκινο, το βυζαντινό Δοξόμπους, ένας παλαίμαχος. Μεγάλωσε βλέποντας εκείνο τον μύθο να γερνάει, αλλά να έχει ακόμη οπαδούς που τον ακολουθούσαν και σηκώνονταν από τις θέσεις τους μόλις τον αντίκριζαν εκτός του αγωνιστικού χώρου. 
Ο Μάκης μεγάλωνε και μάθαινε σωστά γιατί ήξερε να ακούει. Ο Ιρανός προπονητής του στη Γερμανία τού μιλούσε σε δύο γλώσσες, όμως ο πατέρας του, χωρίς να μιλάει καμιά, αντιλαμβανόταν τα πρακτικά κι έκανε διερμηνεία δείχνοντας τις κινήσεις. Ο Κυριάκος προτιμούσε πια την παραδοσιακή πάλη όπου πάλευες μέχρι σάραντα πέντε λεπτά αντί για τα εξάλεπτα των Ολυμπιακών διοργανώσεων και δεν προλάβαινες να αναπτύξεις όλες σου τις δυνάμεις, ούτε και να το ευχαριστηθείς. Βέβαια η παραδοσιακή πάλη έχει πιο άγρια χτυπήματα, έχουν χαθεί άνθρωποι από χτυπήματα στο σβέρκο, από κλοτσίδια στα χαμηλά, από πνιξίματα. Ο Μάκης μάθαινε: δεν χάνεις αν δεν πονέσεις, η πάλη είναι πόνος, κούραση, θυμός, αίμα, νεύρα, θέλει κότσια, να μη φοβάσαι να παλέψεις. Μαθαίνεις να πέφτεις σωστά χωρίς να χτυπάς, πρέπει ν’ αυτοσυγκεντρώνεσαι για να μην τραυματίζεσαι. Όταν θα τραυματιζόταν ―αργότερα― στον ώμο, θα θυμόταν τα λόγια του πατέρα του εκείνης της εποχής: «Ό,τι ζωή κάνεις θα σου βγει πάνω στην αλάνα». Κι εκείνος ήταν ξενύχτης, μια όμορφη αλλά σπάταλη νύχτα...

Ταυτόχρονα όμως η παραδοσιακή πάλη είναι το πιο σωματικό άθλημα. Ζεις τον άλλον, γίνεσαι ένας μαζί του, τον ζυγίζεις, τον αφουγκράζεσαι μαζί με τους σφυγμούς του. Μέσα από την πάλη δείχνεις τον χαρακτήρα σου και τους στόχους σου, ενώ σκιαγραφείται και ο χαρακτήρας του άλλου. Όταν ο αντίπαλος είναι πιο ψηλά από σένα, θες να τον ξεπεράσεις, πωρώνεσαι. Σίγουρα υπάρχει σεβασμός, δέος και φόβος για τον αντίπαλο και φυσικά ουδέποτε δεν πρέπει να τον υποτιμάς γιατί δεν ξέρεις ποτέ πώς θα σου γυρίσει. 
Κάτι δεν πήγε καλά στη Γερμανία και γυρίσανε πίσω οικογενειακά. Ο Μάκης τελείωσε μια τεχνική σχολή και αμέσως μετά υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις. Θα μπορούσε ως αθλητής να κάνει μια «ελαφρότερη» θητεία, όμως προτίμησε να καταταγεί στους καταδρομείς στη Ρεντίνα. Όχι ότι αισθάνθηκε καμία κόπωση, οι άλλοι ζορίζονταν. 

Τελειώνοντας τον στρατό, συνέχισε να παλεύει, όμως άρχισε ν’ απομακρύνεται από την ολυμπιακή πάλη και προτιμούσε τις ανοιχτωσιές του κάμπου των Σερρών και τα οροπέδια της Θράκης. Ανοιχτή, παραδοσιακή πάλη, εκεί που το τοπίο δεν προδίδει την εποχή του και αισθάνεσαι μέρος της διαχρονικής ιστορίας. Γι’ αυτό και οι πιο δυνατές του εμπειρίες είναι από εκείνη την περίοδο. 
Μια φορά που κινδύνεψε, αισθάνθηκε να γυρίζει ο σβέρκος του ανάποδα και να ακουμπάει πίσω, μέχρι τον αστράγαλο. Πώς τη γλίτωσε· πάντως ο ώμος του εξαρθρώθηκε για μεγάλο διάστημα. Σίγουρα έκανε και ο ίδιος λάθος, αλλά υπάρχουν ορισμένοι αντίπαλοι που μάχονται πραγματικά ύπουλα. Οι Σκοπιανοί είναι από τους πιο καθαρούς παλαιστές, οι Τούρκοι όχι (αν και έχει κολλητούς). Ένας Τούρκος στο Αλάν Τεπέ τού είχε ρίξει λάδια στα μάτια. Στα θρακικά οροπέδια η πάλη γίνεται με το λάδι. Το αλείφουν σ’ όλο το σώμα, διαποτίζει κάθε πόρο. Είναι μέρος της τελετουργίας, έχει σχέση με τον εξαγνισμό του σώματος και της ψυχής αλλά και με την ευκολία να γλιστράνε τα σώματα και να γίνονται πιο διεισδυτικές και αρπακτικές οι λαβές. Γυαλίζει το κορμί στον ήλιο και ανάβει από την τριβή αλλά και την ένταση. 
Στο κορμί, στην πάλη με το λάδι, φοράνε τα κιουσπέτια, τα χειροποίητα παντελόνια από δέρμα μοσχαριού. Αυτά περνάνε από παππού σε γιο και σε εγγονό. Ο Κυριάκος, με καταγωγή τη Βιθυνία, βρήκε από εκεί ένα κιουσπέτι και το φόρεσε και αργότερα το χάρισε στον Μάκη. Από τότε φροντίζει να τα φέρνουν από τα ίδια εργαστήρια. Το όνομα ενός προγόνου τους είναι σκαλισμένο στη ζώνη με μεγάλα κεφαλαία γράμματα. “ΑΚΡΙΤΑΣ”, γράφει, και γι’ αυτούς ήταν τιμή να συνεχίζουν την παράδοση ενός παλαιστή που δεν τον γνώρισαν ποτέ, αλλά φοράνε το κορμί του, το δέρας, την ψυχή που περιβάλλει αυτό το όχι τόσο άψυχο ρούχο. Γι’ αυτό και ο Μάκης το προσέχει περισσότερο κι από το δέρμα του. Όταν λούζεται μετά την πάλη, με απορρυπαντικό κουζίνας, μια διαδικασία δύσκολη γιατί το κολλημένο λάδι σπανίως ξεπλένεται σε βάθος, κι ας βοηθιούνται στο τρίψιμο μεταξύ τους οι παλαιστές, παίρνει το δερμάτινο παντελόνι και το περιποιείται σαν ένα ξεχωριστό κορμί. Όσο δύσκολα το βάζει για να χωρέσει από τη μέση και κάτω τόσο δύσκολα το βγάζει. Καμιά φορά, δυο μαζί συμπαλαιστές βοηθάνε τον τρίτο να τα καταφέρει, συνοδεύοντας με σχόλια και πειράγματα όλη αυτή την προσπάθεια. 

Ο Μάκης ξεκίνησε να παλεύει δυνατά στα δεκαεννιά του όταν άλλαξε κατηγορία. Πάλευαν Βούλγαροι, Τούρκοι, Σκοπιανοί σε ένα ξεχασμένο χωριό της Θράκης. Εκεί βρισκόταν και ένας πολύ ονομαστός παλαιστής που όλοι τον είχανε για αδιαμφισβήτητο νικητή. Ο πεισματάρης νεαρός, γερά προετοιμασμένος, είχε ανάψει το κεράκι στον εορτάζοντα άγιο στο εκκλησάκι παραδίπλα (να μην ξεχνιόμαστε, προς τιμήν του γίνεται όλο αυτό), έκανε και τον σταυρό του (τυπικά–ξετυπικά, δεν έχει σημασία) και άρπαξε τον τριανταεξάχρονο με μια λαβή και δεν έλεγε να τον αφήσει. Ήταν τόσο δυνατός, που ο άλλος αναγκάστηκε να παραιτηθεί, και αυτή η νίκη θεωρήθηκε σπουδαία. Έτρεξαν τα νεαρά αγόρια χοροπηδώντας τριγύρω του σαν να γύρευαν πια έναν νέο ακαταμάχητο παλαιστή. 

Κι εκεί, στον Σοχό, ενώ είχε πάθει θλάση στο χέρι από έναν Σκοπιανό, συνέβη κάτι ανεξήγητο. Ενώ πίστευε ότι είχε αδειάσει και πάλευε μηχανικά, άρχισε σταδιακά να ξαναδυναμώνει, η φωνή του πατέρα του έγινε ιαχή, ενώ ακόμη και οι μουσικοί με τους ζουρνάδες τον ξεσήκωναν όσο ποτέ. Σε εκείνη τη μεθυστική στιγμή φούσκωσε μέσα του μια θύελλα που έγινε τυφώνας και άρπαξε τον αντίπαλο, τον σήκωσε τέσσερις φορές ψηλά για να τον ρίξει, εκείνος δεν έπεφτε, ο κόσμος φώναζε, είχαν σηκωθεί από τις τσιμεντένιες κερκίδες και του εμφυσούσαν δύναμη. Ναι, ο κόσμος εκείνος τον σήκωσε μαζί με τον ηττημένο, που τώρα τον πέταγε κατάχαμα. Και τότε τρεις χιλιάδες θεατές άρχισαν να αλαλάζουν. Ο Μάκης δεν είχε το κουράγιο ούτε το χέρι του να σηκώσει για χαιρέτημα και, όταν έκανε τη γύρα με το μαντίλι, αποθεωνόταν και μάζευε χρήματα που έπεφταν από παντού.

Το τέλος ενός τέτοιου αγώνα αλλά και κάθε άλλης σωστής πάλης είναι σαν την ολοκλήρωση μιας ερωτικής πράξης, τόσο ανακουφισμένος βγαίνεις, κι ας απέχεις από την κανονική ερωτική ζωή δυο με τρεις βδομάδες πριν από τους αγώνες. Και για κάτι τέτοιους αγώνες αξίζει να προπονείσαι και να περιμένεις τη μαγική στιγμή, γιατί είτε νικητής είτε νικημένος η ευχαρίστηση είναι η ίδια.
Για κάτι τέτοιες στιγμές αξίζει η αφοσίωση στην πάλη. Είναι τρόπος ζωής, αφού όλες οι προηγούμενες μέρες έχουν έναν στόχο: τις αλάνες. Την περίοδο της συντήρησης είναι πιο χαλαρές, όμως μετά έρχεται η προετοιμασία και οι έντονες προπονήσεις. Τρέξιμο στο βουνό, ταχύτητα στο γήπεδο, ξεκούραση στο ενδιάμεσο, πολλά γεύματα, προπόνηση με βάρη, πάλη στο ταπί τρεις φορές την εβδομάδα, προπόνηση με λάδι στο γήπεδο του Λαγκαδά μεσημεριάτικα και με τον ήλιο κατακόρυφα. Εκεί χρειάζονται και άλλοι συμπαλαιστές για να μη χάνεται η επαφή και για να διαφοροποιείται ο αντίπαλος. Ο πατέρας του τον ακολουθεί στις προπονήσεις και τον περιχύνει με λάδι στο κορμί, τον βοηθάει να φορέσει το κιουσπέτι. 

Και ύστερα από μέρες θα τον παρακολουθεί προσεκτικά καταγράφοντας κάθε του κίνηση, σωστή ή λάθος. Εκεί πια μάχεται ο άλλος του εαυτός, η φυσική του συνέχεια. Μια ζωή με ξυπόλυτα πόδια που ριζώνουν στη γη, αλλά ενδυναμώνονται από τα σπλάχνα της, πάλεμα σε χώμα, σε χαλίκι, σε άμμο, ακόμη και σε χιόνι, πάνω σε αγριόχορτα και ξερόκλαδα ανάλογα με τον τόπο. Τελευταία έσκασε μύτη και λίγο γκαζόν σε πιο «λαμπερές» διοργανώσεις, όμως η σκληρή πραγματικότητα της πάλης είναι μία. Από τις πέντε το απόγευμα μέχρι τις δέκα το βράδυ, βάλε και δώδεκα καμιά φορά· υπάρχει τελικός που κράτησε δύο ώρες. Νά γιατί εκεί στους Ολυμπιακούς με τα ολιγόλεπτα παλέματα στερούν το θέαμα και την ένταση και κατάντησαν τους αγώνες στατικούς σαν Σούμο. Κάτι δεν τους άρεσε εκεί τους δυτικότροπους από τη φιλοσοφία της πάλης, η αρχαία και ανατολίτικη χροιά της, και αυτό το θεώρησαν αντιεμπορικό και πάνε να το καταργήσουν. Όμως όσο υπάρχουν άνθρωποι και κορμιά θα παλεύουν και θα συμπλέκονται, γιατί η παραδοσιακή πάλη δεν περιμένει τις ψηφιακές τους καταγραφές. Η ακρίβεια των υπολογιστών δεν μπορεί να καταγράψει τις ψυχικές ενδείξεις. Αυτό που αποκάλεσαν «ρώμη» μάλλον δεν έχει θέση στους ολυμπιακούς που καταχρώνται το όνομα και παρακάμπτουν την παράδοση.

«Εμάς θα μας βρούνε μπροστά τους», λέει ο Κυριάκος. Ο Μάκης συμφωνεί με τον πατέρα του. Ετοιμάζει την τσάντα της προπόνησης, σήμερα θα περάσει ένας Τούρκος φίλος του που μένει στην Ελλάδα και θα παλέψουν μαζί. Πάνε μεσημεριάτικα στον Λαγκαδά, δίπλα σε κάτι  πρόχειρες αθλητικές εγκαταστάσεις. Ο Τσελίκ τού κρατάει την πετσέτα να ξεντυθεί: μια κοπελιά περνάει απέξω ανέμελα κι αυτοί γελάνε. Ο Κυριάκος ετοιμάζει το μπουκάλι με το λάδι. Σίγουρα δεν είναι έξτρα παρθένο, αλλά στο κορμί του γιου του θα κάνει τη δουλειά του. Πατέρας και γιος γνωρίζουν ότι η ζωή δυσκολεύει, τα μεροκάματα λιγοστεύουν, τα χρήματα στους αγώνες είναι συμβολικά. Όμως αυτοί θα είναι πάντα εκεί, μέρος της παράδοσης, μέρος του πανηγυριού που συνεχίζεται από το βάθος του χρόνου και της ιστορίας. Άλλωστε τα λαϊκά δρώμενα και οι αγώνες δεν συντελούνται στην πρωτεύουσα, εξακόσια χιλιόμετρα μακριά τους, αλλά εδώ, στη χωματίλα, πάνω στη γη, δίπλα στα σύνορα, ανάμεσα στα χορταριασμένα χωράφια, με τα φίδια και τους σκορπιούς να παραμονεύουν, υγρό καλοκαίρι στα βόρεια, πυρπολημένο, διονυσιακό, ζαλιστικό. Ζωή, σώμα, έρωτας, αγώνας. Εκεί. Και παραπέρα.


Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας. Το τελευταίο του μυθιστόρημα είναι «Το μυστικό της Έλλης», Πατάκης 2012.



Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑgazino, Κυριακή 3 Αυγούστου 2013.






















Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

100 τεύχη ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ


Κάθε κείμενο που δημοσιεύεται στο 100ό τεύχος του Εντευκτηρίου περιέχει τη λέξη (ή τον αριθμό) εκατό. Εδώ ένα απόσπασμα από το κείμενο μου από το «Ένα παιδί διαβάζει μόνο» ένα work in progress:

"[...] Διάβαζα το μυθιστόρημα «Μπροστά στη λαιμητόμο» του Βίκτωρος Ουγκό και είχα βάλει στόχο τα εκατό βιβλία μέχρι να τελειώσω την έκτη γυμνασίου. Έξω έβρεχε, έβρεχε ατέλειωτα όλο το φθινόπωρο, σκοτείνιαζε από νωρίς, η γυμνή λάμπα από το ταβάνι μόλις που φώτιζε τις σελίδες του βιβλίου. Το βιβλίο με συγκλόνιζε, ένας κόσμος περασμένος, σαν τη σκοτεινιά απέξω. Πεθυμούσα τον χειμώνα, τις λάσπες, τις σταγόνες να στάζουν από τις σκεπές, τις μαύρες καπνιές του δρόμου. Είχα μια ώρα φροντιστήριο μαθηματικών· κάτι σαν συνωμοσία ήταν τότε το μάθημα. Βγήκα έξω και έστριψα στην ανηφόρα. Άλλαξα όμως δρόμο και χώθηκα στο σινεμά. Χτυπούσε διπλά η καρδιά μου. Ήταν μετά τις οκτώ και, έτσι και γινόταν έφοδος. θα είχα εξασφαλισμένη διήμερη αποβολή και διαπόμπευση. [...]"

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Δημοσίευση στο Ποντίκι


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 08 ΙΟΥΝΙΟΥ 2012

thumb

Ο «13ος μήνας»

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ


Ο «13ος μήνας», ο μήνας πριν από τις επαναληπτικές εκλογές, δεν αρχίζει από την πρώτη, ούτε τελειώνει την τριακοστή πρώτη μέρα ενός κανονικού μήνα. Δεν ανήκει στις τέσσερις εποχές, αλλά χαρακτηρίζεται από τη δική του ιδιαιτερότητα: είναι πολιτικός ή αντιπολιτικός. Φορτισμένος ιδεολογικά ή απενεργοποιημένος.
Κατά τη διάρκεια αυτού του μήνα οι πολιτικοί θεσμοί, οι οποίοι είχαν θεσπιστεί με εκλογές και επίσημους αντιπροσώπους στη Βουλή, υποκαθίστανται από άλλους, ανώτερους θεσμούς, που – προφανώς – προστατεύουν το κενός εξουσίας και προετοιμάζουν τη μετάβαση σε εκλογές.
Με πιο απλά λόγια: Ο «13ος μήνας» προκύπτει από την πολιτική ασυμφωνία και την ακυβερνησία των προηγούμενων μηνών και αντί να μας προβληματίζει αυτή η ιδιαιτερότητα, την έχουμε εντάξει στο παιγνίδι της διαδοχής ενός ίδιου ή σχεδόν παρόμοιου συστήματος, που ενδεχομένως να οδηγήσει και σε άλλους ακατονόμαστους μήνες.
Είναι όμως μηδενισμένος ο πολιτικός λόγος αυτό το ενδιάμεσο διάστημα; Άραγε οι υπηρεσιακοί θεσμοί λειτουργούν τόσο ήπια, ώστε να μας φαίνεται ότι δεν υφίστανται καν; Το κράτος βρίσκεται σε μια ζώνη ασφαλείας ή ανησυχητικής αδράνειας; Κανονικά τα κόμματα και οι θεσμοί θα έπρεπε να αναρριγούν στη σκέψη ότι έχουν υποκατασταθεί από κάποιους που μπορεί να κάνουν σωστά τη δική τους δουλειά και γι’ αυτό – πολλές φορές – βάλλουν κατά των υπηρεσιακών παραγόντων ωσάν εκείνοι (οι δικαστικοί και οι άλλοι) να προκάλεσαν ή να επιδίωξαν τη διαχείριση της εξουσίας.
Και αντί, σε αυτό το κενό και μεταβατικό διάστημα της μη πολιτικής διακυβέρνησης, οι αποχωρήσαντες κομματικοί μηχανισμοί να αλλάζουν το προφίλ και να συνετίζονται, αντιθέτως συνεχίζουν το πανηγύρι του λαϊκισμού και της απόρριψης ευθυνών ο ένας στον άλλον. Αντί να παράγουν έναν εμπεριστατωμένο και αυτοκριτικό πολιτικό λόγο, ουρλιάζουν στις τηλεοπτικές χωματερές.
Όμως στους πολίτες και ψηφοφόρους δίνεται η ευκαιρία να ωφεληθούν από τον «13ο μήνα». Να τον εκλάβουν ως πολιτικό δώρο (κάτι σαν διακοπές πολιτικής αυτογνωσίας) για να ζυγίσουν τα υπέρ και τα κατά των αντικαταστημένων. Να απομακρυνθούν από τις εκπομπές και τα στημένα ντιμπέιτ και τους δημοσιογράφους ρομπότ και να ενσκήψουν βαθιά μέσα τους. Να αναλογιστούν τις ζωές τους, πριν και μετά τον «μήνα». Είναι στο χέρι τους να απαλείψουν αυτό το κενό αλλά και να το αξιοποιήσουν.
Γιατί στον «13ο μήνα» μπορεί μεν να απουσιάζουν οι επαγγελματίες της πολιτικής, όμως δεν λείπουν οι πολίτες. Γι’ αυτό οι πολίτες ας απολαύσουν προσωπικά τις τριάντα μέρες, με σκεπτικισμό, χωρίς τους επικίνδυνους ελιγμούς των κομματικών μηχανισμών και εκπροσώπων τους. Να δουν κατά πόσο τους έλειψαν οι ομιλούσες κεφαλές στα έδρανα της Βουλής και οι απαγγελίες μονολόγων. Ας αισθανθούν αδέσμευτοι και μετά, με το χέρι στην καρδιά, ας πάνε να ψηφίσουν αναζητώντας τους καλύτερους, τους πιο διαβασμένους. Για να μην αναπολούν τις μέρες και τις ώρες ενός «μήνα» που χαραμίστηκε.

Χέρμαν Μέλβιλ «Πιέρ ή Οι αμφισημίες», μετάφραση: Σοφία Αυγερινού, εκδόσεις Μάγμα 2026

Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης  «Ας αφήσουμε την αμφίσημη πορεία των γεγονότων να αποκαλύψει την ίδια την αμφισημία τους» (σελ. 310) Νέος, κα...