Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναύτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

"Ο Ναύτης" Πρώτο κεφάλαιο

-->

1
Η θάλασσα είναι ακόμη ανήσυχη. Χθες το βράδυ άκουγα τα κύματα να φθάνουν μέχρι την εξώ­πορτα και να μουσκεύουν την άμμο. Μου αρέσει να πατάω πάνω της και να δροσίζονται τα πόδια μου. Ακόμη περισσότερο μου αρέσει που τέλειωσε το καλοκαί­ρι και έφυγε ο περαστικός κόσμος μαζί με τις φωνές και τα σκουπίδια τους. Τώρα αρχίζει η δική μου εποχή, το ταξίδι που πρέπει να βάλω μπροστά και όλες οι απαραί­τητες προετοιμασίες του. Τίποτε δε θα είναι εύκολο, αφού θα είμαι εντελώς μόνος σ' αυτή την προσπάθεια. Ο Γρη­γόρης έχει να φανεί μέρες και εγκατέλειψε οριστικά το ψάρεμα. Την προτελευταία βραδιά δήλωσε ότι δεν μπο­ρεί να ακολουθήσει πια τη σκέψη μου, πόσο μάλιστα το επικείμενο ταξίδι.
Δεν απομένει παρά να ταξινομήσω αυτές τις σημειώ­σεις και να τις βάλω κάπου ώστε να μην παρασυρθούν α­πό τους αέρηδες και τα ψηλά κύματα που θα έρθουν με­τά την αναχώρησή μου.
Ύστερα θα καθίσω να σκεφτώ για την αλήθεια και το ψέμα των ανθρώπων, τα λόγια και τα παραμύθια που ά­κουσα και αυτά που εγώ ο ίδιος προξένησα, και δεν ήταν λίγα. Ίσως η πιο πειστική απόδειξη από όλη την ιστορία μου είναι ο ρημαγμένος κάμπος των Φιλίππων και το αγέρωχο βουνό πίσω του.
Με ξαναπιάνει η διάθεση να πω και να μιλήσω κάπως λυρικά και ίσως είναι αυτή η μοναδική διέξοδος στην α­φήγησή μου. Είναι σαν έκκληση που λέει, αφήστε με να σας εξομολογηθώ, να σας κάνω να πιστέψετε, γιατί, πρώτον απ' όλους, πρέπει να πείσω τον ίδιο μου τον ε­αυτό για όσα διαδραματίστηκαν μέχρι να εγκαταλείψω τα βουνά και τους κάμπους όπου γεννήθηκα και να φθά­σω ως εδώ, στην ερημιά μιας παραλίας γεμάτης αμπέλια και αμμόλοφους.
Κι αν έχω ήδη αγγίξει τα τριάντα από καιρό, θα σας πάρω μαζί μου λίγα χρόνια πιο πίσω, όταν ακόμη δεν είχα δει μια αληθινή θάλασσα και όμως νόμιζα ότι ζούσα απέναντί της. Στη θάλασσα της νύχτας και της φαντα­σίας μου.
Την ονομάζω της νύχτας γιατί έβγαινε μόνο τα βρά­δια και κάλυπτε με τα σκοτεινά της νερά μια τεράστια έ­κταση, όση έφθαναν να καλύψουν τα μάτια μου από το τετράγωνο παράθυρο ενός ορεινού χωριού. Και δεν ήταν παρά ο ατέλειωτος κάμπος με τα τεμαχισμένα πράσινα και καφεδί κτήματα που τη μέρα καίγονταν από τον ή­λιο ενώ το ξημέρωμα άχνιζαν από την υγρασία.
Τότε δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι θα βρισκόμουν μέσα της μια μέρα, να πλέω μαζί με τα κύματα, που εί­χαν γίνει υπόγεια και θα ξανάβγαιναν για να βουλιάξουν πάλι από τη μανία των ανθρώπων και της τεχνολογίας.
Χάνοντας τη θάλασσα του κάμπου, κέρδιζα την αληθι­νή. Ταυτόχρονα όμως έχανα μαζί της όσους ανθρώπους είχαν δουλέψει πάνω στην αποξηραμένη γη του βάλτου, τα στοιχειά και τα παράξενα πλάσματα που θαμμένα γύ­ρευαν εκδίκηση από τα έγκατα των τενάγων. Γιατί θα έ­πρεπε να με πιστέψει κανείς σε όσα θα αφηγηθώ όταν το βασικό μου επιχείρημα είναι οι γοργόνες του κάμπου;
Η θεία Έλλη τόνιζε ότι, αφού είμαι στο ζώδιο του Καρκίνου, η μοίρα μου το είχε να μπλεχτώ με νερά. Ήταν ακόμη μικρή και ελεύθερη όταν τα έλεγε αυτά, και δεν μπορούσε να μαντέψει την αλήθεια των λόγων της. Μόνο που μερικοί άνθρωποι που μαζί γνωρίσαμε πνίγηκαν μέσα σε αυτά τα νερά, άλλοι τη γλίτωσαν και όσοι απομείναμε ελπίζουμε να επιπλεύσουμε.
Κανείς μας δεν μπορούσε να προδικάσει τα γεγονότα που επακολούθησαν με την καταστροφή του κάμπου, τό­τε, ένα απόγευμα, καθισμένοι στην αυλή του σπιτιού μας, κάτω από την κληματαριά, οι θείες μου, νέες και χαρούμενες, ο παππούς να κοιμάται και η μάνα μου να πηγαινοέρχεται σιγοτραγουδώντας στην ησυχία ενός ζε­στού καλοκαιρινού απογεύματος. Σε μια στιγμή εμφανί­στηκε η γιαγιά η Ανδρονίκη και είπε ότι ήταν έτοιμο κάτι που είχε ετοιμάσει για φαγητό. Από την εικόνα αυ­τή λείπουν ο πατέρας μου, μια ζωή απών, και ο θείος μου ο Παναγιώτης, που ψάρευε στο κανάλι. Ήταν ένα α­κίνητο απόγευμα, απαραίτητο για να αρχίσει να απλώνε­ται η αφήγηση.


Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

ΝΑΥΤΗΣ γράφει η Ανθούλα Δανιήλ στο diastiho

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ: Ο ΝΑΥΤΗΣ κριτική της Ανθούλας Δανιήλ
Το βιβλίο απαρτίζεται από εφτά μέρη, ένα εισαγωγικό και ένα επιλογικό «Σήμερα». Σύνολο εννέα μέρη. Ο συγγραφέας μάς καλεί «στη θάλασσα της νύχτας και της φαντασίας» του, με μια χειμαρρώδη αφήγηση, σαν ένα «βιογραφικό» γεμάτο ενδιαφέρον που απαιτεί γερό στομάχι και δύναμη να αντέξεις όλα τα παράξενα και θλιβερά του κόσμου.
Αν εξαιρέσεις τη νοσταλγία του παππού για τη χαμένη πατρίδα του και την οδύσσεια του ποντιακού ελληνισμού, η οποία μάλιστα θυμίζει κάτι από τη σεφερική μικρασιατική οδύσσεια (λεκτικώς και συναισθηματικώς μόνο, εφόσον ο Σεφέρης μιλάει ακροθιγώς για πράγματα και καταστάσεις που παρέλκουν), όλα τα άλλα έχουν μια ωμότητα, μια ειλικρίνεια ανατριχιαστική. Ο παππούς, λοιπόν, θυμάται: «Ύστερα από τόση ταλαιπωρία ξεχνούσαμε τα σπίτια μας, τους συγγενείς μας που χάσαμε τη θάλασσα απ' όπου μας είχαν διώξει. Η δική μας θάλασσα ήταν μαύρη και κλειστή. Με φόβιζε τα βράδια. Όμως ήταν γεμάτη ψάρια, βαριά σαν λιμνίσια, που τα πιάναμε με τα χέρια. Όλα τότε τα πιάναμε με τα χέρια μας...»
Και ο εγγονός θυμάται τα δικά του. Την οικογένεια, στον κάμπο των Φιλίππων, σ' ένα παραθαλάσσιο, παραλίμνιο ή παρακανάλιο χωριό, όπου κατέληξε μετά το μακρινό ταξίδι του ξεριζωμού της, τον ανύπαντρο θείο με τις παραξενιές του που έχει αφήσει το στίγμα του στο πορνείο, το παιδί που θέλει να το μυήσει στα ερωτικά, τη μικροαστική νοοτροπία σε σχέση με τα γράμματα και το σχολείο, τη θεία, τον γαμπρό, τη συμφωνημένη απαγωγή και όλα εκείνα που στήνουν το σκηνικό της μίζερης μικροζωής.
Εν γένει ο «ναύτης» του Γρηγοριάδη ταξιδεύει σε βουρκώδη και θολά νερά, συναναστρέφεται με περιφερειακά άτομα, κάνει ζουμ σε σωματικές λεπτομέρειες με μεγάλη άνεση, περνάει πολύ χρόνο πάνω στο κρεβάτι και πάντα ένα κρεβάτι είναι το σημείο αναφοράς της αφήγησής του, καθώς επίσης και σπίτια παλιά μουχλιασμένα, πρώην στάβλοι, σπίτια που απομυζούν κάθε ανθρώπινη υγιή δραστηριότητα.
Το παιδί μεγαλώνει σιγά σιγά, γράφει καλές εκθέσεις και διαβάζει βιβλία με τα οποία ταξιδεύει σε χώρες μακρινές. Αργότερα θα υπηρετήσει ως ναύτης τη θητεία του, οπότε θα ταξιδέψει και πραγματικά. Αλλά όπου και αν πάει, όπου και αν συναναστραφεί, ένα είναι το στίγμα. Ο πληρωμένος έρωτας, οι γυναίκες, τα «κορίτσια», οι «γοργόνες» στις λάσπες. Κάποτε θα πάρει το απολυτήριο του στρατού και θα ξεμείνει στη Μυτιλήνη. Και εκεί τα ίδια. Ό,τι βλέπει κι όπου πάει είναι γυναίκες της συγκεκριμένης κατηγορίας. Ό,τι μοιάζει φυσιολογικό είναι παράταιρο, πλήττει με την κανονικότητα, θεωρεί εκφυλισμό του άντρα τον γάμο. Παράταιρες είναι οι θρησκευόμενες γυναίκες που πάνε για προσκύνημα στη Λέσβο, ενώ δίνονται με άνεση οι αλλοδαπές που πάνε για το ειδικό ξεφάντωμα στο ίδιο νησί. Ιδιαιτέρως τον γοητεύει μια μικρή στο κάστρο της Μυτιλήνης. Κι εδώ, θα λέγαμε, πως επικεντρώνεται το ενδιαφέρον του βιβλίου.
Εν γένει ο «ναύτης» του Γρηγοριάδη ταξιδεύει σε βουρκώδη και θολά νερά, συναναστρέφεται με περιφερειακά άτομα, κάνει ζουμ σε σωματικές λεπτομέρειες με μεγάλη άνεση, περνάει πολύ χρόνο πάνω στο κρεβάτι και πάντα ένα κρεβάτι είναι το σημείο αναφοράς της αφήγησής του, καθώς επίσης και σπίτια παλιά μουχλιασμένα, πρώην στάβλοι, σπίτια που απομυζούν κάθε ανθρώπινη υγιή δραστηριότητα.
Τα κεφάλαια είναι μικρά, η αφήγησή γρήγορη, χωρίς περιττές περιγραφές, η εναλλαγή των εικόνων και η παραστατικότητα συνθέτουν καλά το σκηνικό, η ηθελημένη αφέλεια, οι απόψεις πίσω από την αμεριμνησία των λόγων, που διατυπώνονται δήθεν αδιάφορα, δήθεν αθώα, το λεξιλόγιο που δεν δεσμεύεται από την ευπρέπεια και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την κατάλληλη για την περίσταση λέξη, για να αποδώσει τα πράγματα, όλα συμβάλλουν σ' αυτό που θέλει να στήσει. Έναν εφιάλτη, μια τραγωδία, μια δύσκολη κάθαρση.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014
diastiho.gr


Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Αμφίπολη και ¨Ναύτης"

"Ο Ναύτης" (1993). Στο απόσπασμα ο έφηβος φαντάζεται τη φυγή του με την γοργόνα σε ένα ταξίδι στον χωροχρόνο της Ιστορίας. Από το κανάλι των Φιλίππων βουτάνε στον Στρυμόνα και βγαίνουν κολυμπώντας στο πέλαγος. Η πόλη, το επίνειο που συναντάνε λίγο πριν την έξοδό τους στο Αιγαίο, είναι η Αμφίπολη.

"Λίγο προτού χαθεί ο ήλιος βγαίναμε από τον στενόμακρο κάμπο και το κανάλι και μπαίναμε σε έναν φαρδύ μικρό παραπόταμο που αναδιπλωνόταν σαν φίδι στο υπόλοιπο της διαδρομής. Τα νερά έγιναν πιο καθαρά και είχαμε εύκολη πλεύση. Περάσαμε κάτω από μια ξύλινη γέφυρα, ύστερα κάτω από μια σιδερένια και, όταν την αφήσαμε, βούλιαξε κι αυτή.
Ο παραπόταμος άδειαζε τα νερά του κάμπου και των λόφων στον τεράστιο ποταμό που ερχόταν από βόρεια. Μπήκαμε μέσα του και μεγάλωσε η κοίτη. Περισσότερα ψάρια μας περιέβαλλαν και αρκετές βάρκες περνούσαν από δίπλα μας, άλλοτε σαν σχεδίες ξύλινες και άλλοτε με μια μανιακή ταχύτητα, σαν ηλεκτρισμένες σφαίρες που μόλις ακουμπούσαν στην επιφάνεια του ποταμού.
Λίγο προτού την εκβολή του σταματήσαμε στο επίνειο. Στην ακτή φόρτωναν αγγεία πάνω σε ξύλινες βάρκες, γεμάτα καρπούς. Τα έστελναν στα νησιά, όπως ακούστηκε.
Η πόλη ήταν σκαρφαλωμένη στον λόφο, και στα τείχη της ντόπιοι εργάτες πρόσθεταν ακόμη μια πτέρυγα. Για μια στιγμή η πόλη χάθηκε και στη θέση της είδαμε μερικές πέτρες και μια αλλόκοτη εγκατάσταση που έβγαζε ατμούς.
Όμως εμείς ήδη μπαίναμε στον κόλπο και μπροστά μας άνοιγε το μπλε σε μια απόχρωση που είχε καταργηθεί από τους ανθρώπους των τεχνολογικών πολιτισμών. Σ' αυτό το γυάλινο μπλε κυλήσαμε και οι δύο. Εκείνη μ' άφησε να κολυμπήσω. «Από δω και πέρα” είπε, «σε σηκώνουν τα νερά” Μου 'δωσε το χέρι της και ανοιχτήκαμε με κατεύθυνση τα βόρεια πελάγη".

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

ΝΑΥΤΗΣ κεφάλαιο 22

22
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΤΟ ΝΗΣΙ κοιμηθήκαμε χωρισμένοι κατά φύλο. Οι γυναίκες στο πάνω πάτωμα και οι τρεις άνδρες στο κάτω. Μου άρεσε αυτός ο διακανονισμός. Η θεία Έλλη δεν ήθελε καν να συζητήσει το ενδεχόμενο να κοιμηθεί με τον Γρηγόρη στο ίδιο κρεβάτι, τη στιγμή που ήταν φιλοξενούμενοι σε σπίτι συγγενών. Κρατούσαν μερικά προσχήματα ακόμη όσο κρατούσε ο αρραβώνας τους.
Έτσι, βρεθήκαμε στο κάτω πάτωμα, που ετοιμάστηκε ειδικά για μας — εμένα, τον Γρηγόρη και τον Παναγιώτη. Ο Παναγιώτης διάλεξε το καθιστικό δωμάτιο με το μονό ντιβάνι και έκλεισε την πόρτα πίσω του παρ' όλη τη ζέστη που επικρατούσε το βράδυ εκείνο.
Μαζί με τον Γρηγόρη μείναμε στο άλλο δωμάτιο, το οποίο χρησίμευε ως βοηθητική κρεβατοκάμαρα. Υπήρχε ένα τεράστιο παλιό κρεβάτι στη γωνιά, με υπερυψωμένα σίδερα στα άκρα του, σαν καγκελωτή πόρτα σε αυλή.
Από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε λίγος αέρας, αλλά όχι αρκετός για να μας δροσίσει. Φορούσαμε άσπρες φανέλες και εσώρουχα, τα οποία μου δημιουργούσαν κάποια δυσκαμψία. Όσο ήμασταν στη θάλασσα με τα μαγιό, το θεωρούσα φυσιολογικό. Όμως, έτσι ακριβώς, με τα φαρδιά βρακιά πάνω στο κρεβάτι, αισθανόμουν αμηχανία.
Ο Γρηγόρης ήταν ευδιάθετος και είχε μια περίεργη έκφραση. Έβαλε τα χέρια του κάτω από τον σβέρκο και κοίταζε το ταβάνι που φωτιζόταν από το παράθυρο. «Αϋπνίες» είπε.
Εγώ προσπαθούσα να βολευτώ σε μια γωνιά. Θα προτιμούσα να κοιμόμουν κάπου αλλού, μόνος μου, παρά να σκέφτομαι ότι κάθε μου κίνηση θα γινόταν αντιληπτή από τον Γρηγόρη. Τον ήξερα, τον συμπαθούσα, αλλά το να βρεθώ σε ένα σιδερένιο κρεβάτι με τον αρραβωνιαστικό της θείας μου μου έφερνε ένα μικρό δέος.
Το χειρότερο βέβαια ήταν πως, επειδή εκείνος ήταν βαρύτερος, δημιουργούσε τέτοια κλίση στο στρώμα, ώστε εγώ αναγκαζόμουν να κρατηθώ από τα πλάγια για να μην κυλήσω προς το μέρος του.
«Τι σκέφτεσαι;» με ρώτησε σε μια προσπάθεια να ανοίξει συζήτηση.
«Τον θείο Παναγιώτη» απάντησα. «Πάλι δεν κατάφερε να της πει κουβέντα».
Ο Γρηγόρης χαμογέλασε. «Χαμένη ιστορία», είπε. «Όπως όλες οι ιστορίες. Παραμύθια. Δεν κολλάει αυτή η σχέση. Η γυναίκα αυτή βρίσκεται αλλού. Δεν το βλέπει κανείς;»
Το έβλεπα εγώ όμως. Εκείνος άραγε πώς το είχε δει;
«Δεν ξέρω πόσο μπορώ να σου μιλάω ανοιχτά», συνέχισε. «Νομίζω ότι είσαι ο καλύτερος φίλος μου. Αλλά αυτό που μου συνέβη σήμερα στη θάλασσα, αν δεν το πω κάπου, θα σκάσω».
Ήξερα τι θα μου έλεγε. Κολυμπούσα, λέει, στα βαθιά, αφού ο βυθός από κάτω έχασκε σαν γκρεμός. Για μια στιγμή σταμάτησα το κολύμπι και έμεινα ακίνητος. Τα μάτια μου έκλεισαν. Ήθελα να χαλαρώσω έστω για λίγα δευτερόλεπτα. Τότε, από κάτω μου, ανάμεσα στα πόδια μου, ένιωσα μια μικρή αναστάτωση. Σαν κάτι να με περιτριγύριζε. Δε με ενοχλούσε γιατί ήταν σαν χάδι. Γι' αυτό κι εγώ αφέθηκα. Το χάδι έγινε πιο έντονο. Ένιωσα να μου τραβούν το μαγιό προς τα κάτω. Μια αίσθηση ότι σε ρουφάνε προς τον βυθό και δεν μπορείς να ξεφύγεις. Μια γλυκιά δύναμη που κρατούσε αιχμάλωτα τα σκέλια μου. Ξαφνικά σαν να παρέλυσα. Έβγαλα μια κραυγή και έσκυψα να δω. Ένα πλάσμα σαν μεγάλο ψάρι απομακρύνθηκε στον βυθό. Συμβαίνει όταν είσαι ανοιχτά στα νερά να έχεις τέτοιες εικόνες.
Ξυπνούσε σαν από όνειρο δίπλα μου. Το άσπρο του εσώρουχο ήταν σαν κατάρτι.
«Κι αν δεν ήταν όνειρο;» ρώτησα.
Δεν ντράπηκε για την κατάστασή του. «Κι εγώ πιστεύω ότι ήταν κάτι αληθινό. Όμως τι μπορεί να συνέβη;» Γύρισε μπρούμυτα.
«Μου λείπει η Έλλη» είπε. «Εσένα δε σου λείπει ένα κορίτσι;»
Ήταν ένα ήσυχο βράδυ. Μιλούσαμε ψιθυριστά. Ήθελα να του πω τα πάντα για μένα. Τι ακριβώς συνέβαινε.
«Μου λείπει» του είπα. «Όμως... θέλω να ξέρω μερικά πράγματα».
Γύρισε προς το μέρος μου. «Είσαι παρθένος, ε;» Το έλεγε φυσιολογικά. «Σε καταλαβαίνω. Γι' αυτό δεν ήθελες στα "σπίτια"». Ήρθε πιο κοντά μου. «Άσε με να σε βοηθήσω. Είσαι δικός μου άνθρωπος».
Μου κόπηκε η αναπνοή. Έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό μου εσώρουχο. «Κλείσε τα μάτια και ονειρέψου ό,τι θέλεις. Χαλάρωσε».
Μου κατέβασε το εσώρουχο και το έβγαλε. Μ' έπιασε από εκεί. Το μυστικό μου στα χέρια του. Ένα κλειστό μυστικό. Με χάιδεψε μέχρι που σκλήρυνα.
«Βάλε κι εσύ το χέρι σου σε μένα» είπε. «Θα βοηθήσει».
Άρχισε να ανεβοκατεβάζει το χέρι του. Μου ερχόταν πόνος και ζάλη μαζί. Τράβηξε ξαφνικά το δέρμα μου. Ούρλιαξα από το κόψιμο. Μου έφευγε αίμα και άσπρο μαζί.
«Αυτό ήταν» μουρμούρισε. «Λίγος πόνος θα σου μείνει. Σκουπίσου εδώ. Στη φανέλα μου». Σκούπισε το δικό του χέρι πρώτα.
«Είδες μέχρι κι εγώ... σαν παιδί... έλα, μην ντρέπεσαι... μεταξύ μας είμαστε...» Είδα ότι ήμουν σαν κι αυτόν πια. «Είσαι έτοιμος» μου είπε.
Από την άκρη του κρεβατιού βρέθηκα να κυλάω στη μεριά του. Μ' αγκάλιασε τρυφερά ενώ σκουπιζόμουν ακόμη.


«Δεν ήταν όνειρο» του λέω. «Μέσα στη θάλασσα. Αυτό που έπαθες. Ήταν εκείνη. Η ξένη γυναίκα. Σ' ακολούθησε στα βαθιά. Εκείνη ήταν».




(ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ, Στις ακτές των βουνών)




Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Ναύτης Παρουσίαση τύπου 1993


1993. Η πρώτη δημόσια παρουσίαση του "Ναύτη". Συνέντευξη τύπου στο σπίτι της Κύπρου των καινούργιων βιβλίων του Κέδρου: Κάτια Λεμπέση, Θεόδωρος Γρηγοριάδης (πρωτάρης στον Κέδρο), Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Χριστόφορος Μηλιώνης, Σπύρος Πλασκοβίτης, Χριστόφορος Χριστοφής, Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ,.... 
Είκοσι χρόνια μετά, τη Δευτέρα 17 στις 7μμ, θα παρουσιάσω στο Free Thinking Zone (Σκουφά 64), την επανέκδοση του "Ναύτη" (Οκτώβριος 2013). Ναι μεν μόνος αλλά με εσάς από κοντά!

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

"ο ναύτης" μυθοπλασία και πραγματικότητα

Μια βόλτα δυτικά της Ομόνοιας όπου εντοπίζω το σπίτι όπου διέμενα ως ναύτης τη δεκαετία του ογδόντα και αποτέλεσε υλικό στο μυθιστόρημα "ο ναύτης" το 1993.

"Κατά την έξοδό μου ανακάλυπτα την Αθήνα. Άρχιζα από την Ομόνοια και κατέληγα στην Πλάκα. Η στολή, μέσα στην ίδια μου τη χώρα, ήταν ένα μειονέκτημα. Ένα άλλος ναύτης, από τον Βόλο, μου μίλησε για κάποια φθηνά δωμάτια, κάπου στη Φυλής, σε παλιά αρχοντικά σπίτια. Εκεί έμεναν και δούλευαν “γυναίκες”. Οι υπόλοιποι όροφοι νοικιάζονταν σε στρατεύσιμους όλων των σωμάτων. Ο ναύτης αυτός θα άλλαζε χώρο και θα μου έδινε το δικό του δωμάτιο. Χάρηκα στη σκέψη ότι θα έμενα κάπου μόνος. «Όχι ακριβώς μόνος» μου είπε. «Στο διπλανό δωμάτιο θα μένει κι άλλος ένας». Δεν είχα άλλη επιλογή παρά να τον ακολουθήσω ένα απόγευμα.
..............
Έδωσα τη διεύθυνση του σπιτιού στο καράβι και άρχισα τις διανυκτερεύσεις. Το σπίτι βρισκόταν κάπου στη Φυλής, ένα στενό παρακάτω. Ήταν τρεις όροφοι και το υπόγειο. Στο ισόγειο ήταν το «σπίτι». Έμπαιναν από διαφορετική είσοδο. Εμείς είχαμε μια χαμηλότερη είσοδο, χωρίς λαμπάκι φυσικά.
Δυστυχώς έμενα στο υπόγειο. Ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου ήταν το δωμάτιο της γυναίκας. Το πρώτο βράδυ δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Αφουγκραζόμουν μέχρι να βραδιάσει τα βαριά βήματα των πελατών, τα πόδια της να σέρνονται, και ύστερα άκουγα ολοκάθαρα τα τριξίματα του κρεβατιού. Πενήντα έως εξήντα τριξίματα φορά, και αυτά πολύ γρήγορα. Έπειτα άρχιζε η υποχώρηση. Και των δύο τα βήματα ήταν αργά. Ύστερα έμπαινε ο επόμενος.
Σιγά σιγά συνήθισα. Αγκάλιαζα το μαξιλάρι και κοιμόμουν"

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Ο "Ναύτης" κυκλοφόρησε



Η επανέκδοση ενός μυθιστορήματος μερικές φορές έχει μεγαλύτερη σημασία και από ένα καινούργιο βιβλίο: αποδεικνύει την αντοχή του, την εμπιστοσύνη και την επένδυση του εκδότη σε δύσκολες οικονομικά εποχές, κρίνεται πάλι από αναγνώστες και κριτικούς,  επαναπροσδιορίζοντας την λογοτεχνική του ταυτότητα.  

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Τα 20 πρώτα σε πωλήσεις βιβλία για το .... 1993


Mια λίστα με τα best sellers 1993 (πριν 20 χρόνια) που βρήκα στα αρχεία μου με την ευκαιρία της επανέκδοσης του "Ναύτη". Την είχα κόψει από κάποιο περιοδικό και δεν το αναγνωρίζω. Κάποιες συγκρίσεις με τις σημερινές λίστες όσον αφορά την “ελληνική λογοτεχνία” είναι απογοητευτικές. Επίσης έχει ενδιαφέρον ότι αρκετοί από τους εκδοτικούς οίκους έκλεισαν και ότι οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν αλλάξει εκδοτικό οίκο.

  1. Ζυράννα Ζατέλη “Και με το φως του Λύκου επανέρχονται”, Καστανιώτης
  2. Θεόδωρος Γρηγοριάδης “Ο ναύτης”, Κέδρος
  3. Χρήστος Χωμενίδης “Το σοφό παιδί”, Εστία
  4. Ρέα Γαλανάκη “Θα υπογράφω Λουί”, Άγρα
  5. Ευγένιος Αρανίτσης “Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου”, Ίκαρος
  6. Τόνι Μόρισον “Αγαπημένη”, Νεφέλη
  7. Πασκάλ Μπρυκνέρ “Το θείο βρέφος”, Αστάρτη
  8. Μάρω Βαμβουνάκη “Τα λουλούδια της κανέλλας”, Φιλιππότη
  9. Βασίλης Αλεξάκης “Παρίσι Αθήνα”, Εξάντας.
  10. Τόνι Μόρισον “Το τραγούδι του Σόλομον”, Οδυσσέας
  11. Ουμπέρτο Έκο “Το δεύτερο ελάχιστο ημερολόγιο”, Γνώση
  12. Άννυ Ερνώ “Το πάθος” Χατζηνικολή
  13. Ρόζαμουντ Πίλτσερ “Ψάχνοντας τα κοχύλια”, Ωκεανίδα
  14. Φρέντη Γερμανός “Η εκτέλεση”, Κάκτος
15. Βανέσα Ρεντγκρέιβ “Αυτοβιογραφία”, Δελφίνι
16. Λώρενς Στερν “Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι”, Gutenberg
17. Μπέτι Μαχμούντ “Ποτέ χωρίς την κόρη μου” Ψυχογιός
18. Γκέοργκ Χέγκελ “Η φαινομενολογία του πνεύματος”, Δωδώνη
19. Λήνα Ταμπορι “Το τραγούδι της θείας Εύας”, Γκοβόστη

20 Έντιθ Γουότον “Τα χρόνια της αθωότητας” Λιβάνης

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Ο "Ναύτης" ετοιμάζεται να αποπλεύσει


Το 1993 έγραψα για πρώτη φορά ένα μυθιστόρημα, τον "Ναύτη" σε υπολογιστή εγκαταλείποντας την γραφομηχανή OLIVETTI. Ήταν ένα τεράστιο κιβώτιο που δούλευε με floppy disks και περίμενα να ζεσταθεί και να γαζώσει ταχύτητες. Με τον καιρό ήρθαν και τα PC,  οι φορητοί υπολογιστές ACER, TOSHIBA για να καταλήξω στις μέρες μας σε ένα  MacBookPro. 
Παρόλες τις τεχνολογικές αναβαθμίσεις δεν έχω ξεπεράσει δύο πράγματα: το πρώτο χέρι  είναι πάντα χειρόγραφο. Ύστερα θα περαστούν ψηφιακά. Οι τελευταίες διορθώσεις γίνονται με μολύβι και γομολάστιχα. Μόνον έτσι αφουγκράζομαι το κείμενο, μέσα από την άμεση επαφή. Έτσι και ο "Ναύτης" σήμερα επανεκδίδεται στον ΠΑΤΑΚΗ και να' μαι πάλι μπροστά στις σελίδες σαν να' ναι η πρώτη φορά κι ας πέρασαν ήδη είκοσι χρόνια. 

(η φωτογραφία στην Άνδρο, σε σπίτι φίλων, ατενίζοντας τη θάλασσα πίσω από τα δέντρα)


Χέρμαν Μέλβιλ «Πιέρ ή Οι αμφισημίες», μετάφραση: Σοφία Αυγερινού, εκδόσεις Μάγμα 2026

Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης  «Ας αφήσουμε την αμφίσημη πορεία των γεγονότων να αποκαλύψει την ίδια την αμφισημία τους» (σελ. 310) Νέος, κα...