Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2022

Κώστας Ταχτσής «Το τρίτο στεφάνι»



"Η αγωνία και η κρίση της νεοελληνικής ταυτότητας"

του Θεόδωρου Γρηγοριάδη


Η επανέκδοση του έργου του Ταχτσή μας δίνει την αφορμή να ξαναδιαβάσουμε με ένα άλλο βλέμμα το Τρίτο στεφάνι, ένα καθοριστικό έργο της ελληνικής πεζογραφίας του 20ού αιώνα. Ένα μυθιστόρημα ορμητικό, σαρκαστικό, ακατανίκητο στον χρόνο από έναν τολμηρό συγγραφέα του οποίου η προσωπική ζωή ανταγωνίστηκε τη μυθοπλασία του.  

Την ιστορία, που λίγο πολύ όλοι την ξέρουμε, είναι δύσκολο να την συνοψίσεις με τόσα σκαμπανεβάσματα στον χώρο και στον χρόνο. Είναι μια αφήγηση που ρέει συνειρμικά μέσα από διαρκείς παλινδρομήσεις στο παρελθόν συμπαρασύροντας ανθρώπους, ιδέες και γεγονότα με έναν τρόπο που δεν έχει ξανασυμβεί στην ελληνική πεζογραφία.                           

Η Νίνα αναλαμβάνει να μας εξιστορήσει την περιπέτεια της ζωής της αλλά και της αγαπημένης της Εκάβης, της πεθεράς της από τον τελευταίο της γάμο. Κι έτσι, από το αφηγηματικό παρόν της Νίνας κάπου μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οδηγούμαστε στα χνάρια δύο οικογενειών που δεν έχουν τίποτε το ηρωικό ή συνταρακτικό να πουν παρά να εκθέσουν τις ταπεινές ζωές τους με τις δυσκολίες και τα πάθη τους. Εκπροσωπούν τη μεσαία τάξη της ελληνικής κοινωνίας, τη ραχοκοκαλιά των ανθρώπων που χτίσανε και στήριξαν την πατρίδα τους χωρίς καμιά βοήθεια στο ανώνυμο διάβα τους.  

Το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα καλύπτει τις πέντε πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας, πράγμα που δίνει τη δυνατότητα στις αφηγήτριες να εστιάζουν άλλοτε με ακρίβεια και άλλοτε αποσπασματικά σε βασικούς σταθμούς της νεοελληνικής ιστορίας: Μακεδονικός Αγώνας, Βαλκανικοί Πόλεμοι, Μικρασιατική Καταστροφή, 4η Αυγούστου, Ελληνοϊταλικός Πόλεμος, Κατοχή, Δεκεμβριανά. Αυτά όμως τα ιστορικά επίκεντρα δεν αποτελούν αποκλειστικά τον μοχλό της αφήγησης γιατί το Τρίτο στεφάνι δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά ανθρωποποιεί την Ιστορία, ερμηνεύοντας τα γεγονότα και τις καταστάσεις μέσα από τις ζωές και τις μαρτυρίες των χαρακτήρων και όχι από τα απρόσωπα ιστορικά ντοκουμέντα. 

Οι παρεκτροπές και παρεκβάσεις των αφηγητριών δεν είναι ποτέ κουραστικές, αλληλοπλέκονται αντηχώντας και απηχώντας η μία την άλλη, ενώ σε κάθε κεφάλαιο επιστρέφουμε πάντα στο παρόν της Νίνας που, λες και μπροστά στο εικονοστάσι της Εκάβης, την λιβανίζει με λόγια και μνήμες όπως θα έκανε μπροστά στον τάφο της.  

«Τώρα, ύστερ’ από δεκαπέντε χρόνια, αναπολώ εκείνο το απόγεμα και σκέπτομαι τι παράξενη είναι η ζωή και τι παιγνίδια είμαστε στα χέρια της. Που να φανταστώ ποτέ ότι καλώντας την να ξανάρθει, μόνο και μόνο για να σκάσω την Ερασμία, άνοιγα, όπως λένε, ένα καινούργιο κεφάλαιο στην ιστορία της ζωής μου! "Την πόρτα μας την ξέρεις τώρα", της λέω, "μην περιμένεις ιδιαίτερες προσκλήσεις. Έλα όποτε θέλεις να πιούμε ένα καφεδάκι". Κι όταν έφυγε: "Πώς είπες ότι τη λένε;" λέω της Ερασμίας. "Εκάβη", μου λέει ξερά-ξερά…»  

***

Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου του 1927 στη Θεσσαλονίκη όπου έζησε επτά χρόνια. Μετά το χωρισμό των γονιών του έρχεται στην Αθήνα με τη γιαγιά του όπου τελειώνει δημοτικό και γυμνάσιο. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών για δύο χρόνια. Ταξίδεψε στην Αγγλία, Γερμανία, Αυστρία, Αφρική, Αυστραλία. Την άνοιξη του 1960 επιχειρεί το γύρο της Ευρώπης με μια βέσπα μέχρι το Εδιμβούργο γράφοντας, στις διάφορες στάσεις, μερικά από τα κεφάλαια του μοναδικού του μυθιστορήματος. Από την Αυστραλία ξανά, στέλνει στην Ελλάδα για τύπωμα τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος, που όμως απορρίπτεται ως ακατάλληλο. Το εκδίδει ο ίδιος με δικά του έξοδα, το 1962, οπότε και επιστρέφει στην Ελλάδα. Επί χούντας πρωτοστατεί στη δήλωση των 18 και καλείται επανειλημμένως στην Ασφάλεια. Το Τρίτο Στεφάνι τον πρώτο καιρό της έκδοσής του πούλησε μόνον 10 αντίτυπα. Το 1972 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ερμής. Ο Κώστας Ταχτσής δολοφονήθηκε βίαια τον Σεπτέμβριο του 1988.  

Ζητήματα ταυτότητας και ορίων 

Το Τρίτο στεφάνι είναι ίσως το μοναδικό κείμενο στην ελληνική λογοτεχνία του 20ού αιώνα που εξ αρχής δήλωσε την ετερότητά του και μάλιστα με τρόπο προκλητικό. Που θέτει ζητήματα γένους του αφηγητή σε σχέση με τη φωνή του συγγραφέα.  

Στον πεζογραφικό μας κανόνα το Τρίτο Στεφάνι είναι το πρώτο μυθιστόρημα σε πρώτο γυναικείο πρόσωπο. Βεβαίως ο Ταχτσής κατηγορήθηκε ότι έγραψε «σαν γυναίκα» λόγω της παρενδυτικής του τάσης αντί να επαινεθεί για το πόσο δεξιοτεχνικά ένας συγγραφέας πασχίζει να υποδυθεί την ηρωίδα του και μάλιστα τα καταφέρνει με την παρατηρητικότητα και τη διαίσθηση ενός προικισμένου πεζογράφου. 

Ο Ταχτσής άνοιγε μέτωπο και από τη μεριά των γυναικών. Ακροβατούσε επικίνδυνα ανάμεσα στα δύο φύλα θέτοντας ζητήματα ταυτότητας και ορίων. Να γιατί το Τρίτο στεφάνι κυνηγήθηκε στην περίοδο της χούντας, στη μεταπολίτευση χαρακτηρίστηκε «γυναικίστικο», ενώ τα τελευταία χρόνια με τη διεύρυνση των θεωρητικών σπουδών στο λογοτεχνικό πεδίο –βλέπε φεμινισμός, σπουδές φύλου, queer– διαβάζεται πολυπρισματικά.  

Τίνος λοιπόν φωνή είναι αυτή που αφηγείται και πού κρύβεται ο συγγραφέας; Με ποιο συγγραφικό προσωπείο; Είναι ο Τζέκιλ και ο Χάιντ ή ο ανδρόγυς, καθώς έλεγε και η Βιρτζίνια Γουλφ, που κουβαλάει κάθε άνθρωπος και ειδικά ένας καλλιτέχνης; Είναι μήπως ο διανοούμενος που χρησιμοποιεί ανατρεπτικά τη γυναικεία αμφίεση σε συνδυασμό με το διονυσιακό και καρναβαλικό στοιχείο;  

Η ιδιωματική φωνή της μεταπολεμικής Ελλάδας 

Το Τρίτο στεφάνι δημιούργησε μια αληθινή κρίση σαν κι εκείνες που ξεσπάνε όταν διακυβεύονται ζητήματα ερωτικής απόκλισης και επαναπροσδιορισμού ρόλων και ταυτοτήτων. Το Τρίτο στεφάνι είναι η αγωνία και η κρίση της νεοελληνικής ταυτότητας. Είναι λαϊκό και εξωφρενικό, ποιητικό και αθυρόστομο, γραμμένο υπέροχα σε μια ακατάσχετη γλώσσα που κουβαλάει όλες τις εκφορές της ελληνικής, τα ελληνικά που ενεργοποιούνται μέσα από την περιπλάνηση του συγγραφέα, από τον ξενισμό και τη μετατόπιση της μητρικής του γλώσσας. «Γεια σου, βρε Λόγγαινα, ηρωική κι αδάμαστη! Είσαι κι εσύ σαν την Ελλάδα, λιγάκι τρελή, μα έχεις χρυσή καρδιά...» λέει της Εκάβης κάποιος γνωστός της.  

Η ιδιωματική φωνή του συγγραφέα γίνεται φωνή της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η απελπισία, ο σαρκασμός και η ζωντάνια της Νίνας και της Εκάβης τις στοιχειώνουν ως τις πιο συμβολικές φιγούρες του νεότερου ελληνισμού. O χειμαρρώδης λόγος τους με το πέρασμα των χρόνων θα βρει αντηχεία στη νεότερη ελληνική επιθεώρηση και στη μικρή οθόνη. Οι γυναίκες που κραυγάζουν στις τηλεοπτικές σειρές είναι οι παρενδυτικές λαλιές του ταχτσικού ιδιώματος. Ωστόσο, το Τρίτο στεφάνι διαβάζεται, δεν ξεφωνίζεται.  

Την νέα έκδοση από τις εκδόσεις Ψυχογιός προλογίζει έξοχα η Μικέλα Χαρτουλάρη ενώ παράλληλα κυκλοφορούν οι συλλογές διηγημάτων «Τα ρέστα», «Η γιαγιά μου η Αθήνα» και η ποιητική συλλογή «Καφέ Μπραζίλιαν» όλα σε επιμέλεια του Δημήτρη Παπανικολάου. Ευκαιρία να διαβαστούν και από τη νεότερη γενιά.


Θεόδωρος Γρηγοριάδης (c)

Από  τις Εκδόσεις Ψυχογιός, 2020 

Δημοσιεύτηκε 05/12/21 στην Εποχή των βιβλίων, Εποχή.


Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021

Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία "Το αγοράκι με τα σπίρτα".

Χρόνια πολλά σε όλες και όλους! Με μια μικρή χριστουγεννιάτικη ιστορία των παιδικών μου χρόνων. 



--------------------------------------------------------------------------

"ΤΟ ΑΓΟΡΑΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ"

Ο μικρός μόλις είχε γυρίσει μουσκεμένος στο σπίτι. Η ξυλόσομπα μπουμπούνιζε δυνατά. Η μάνα του, πριν ανέβει την σκάλα, τον πρόσταξε να κουβαλήσει λίγα προσανάμματα από την αποθήκη. Αυτός μπήκε μέσα κρατώντας μαζί μια πάνινη τσάντα γεμάτη μανταρίνια, μήλα και χαρούπια. Φαινόταν κατσουφιασμένος. Η μάνα του τον κοίταξε παραξενεμένη.

«Μου φαίνεται δεν μάζεψες φράγκα στα κάλαντα!»

Εκείνος ήταν αληθινά θυμωμένος. Απαρίθμησε πόσα σπίτια τού έδωσαν λεφτά και πόσοι τσιγκούνηδες τον γέμισαν κεράσματα. Άσε που του Ταρλίδη η γυναίκα φώναξε, «μας τα ‘παν!»

Πέταξε την τσάντα στο ντιβάνι, ένας οπωροφόρος κήπος ξεχύθηκε πάνω στο κόκκινο σκέπασμα .

«Τώρα, πλύσου και χτενίσου. Θα ‘ρθει ο νονά σου απόψε...»

Χοροπήδησε. Η νονά του ήταν μια όμορφη κοπέλα που τελείωνε το Γυμνάσιο στo Πράβι. Έξυπνη μαθήτρια, μάθαινε γαλλικά, χόρευε εθνικούς χορούς στον σύλλογο. Άλλαξε αμέσως η διάθεσή του, μα το κυριότερο: η νονά του κάθε χρόνο, από τότε που πήγαινε στο δημοτικό, του έφερνε ένα υπέροχο βιβλίο που το αγόραζε ειδικά γι αυτόν από την Καβάλα.

Την περίμενε καθισμένος στο ντιβάνι. Έξω το ανταριασμένο Παγγαίο στιγμή δεν καθάριζε. Η μάνα του έστρωσε ένα κεντητό τραπεζομάνδηλο στην τραπεζαρία και γέμισε την φρουτιέρα με τα φρούτα που εκείνος μάζεψε στα κάλαντα. Όταν χτύπησε η εξώπορτα, αυτός πετάχτηκε πάνω και με σοβαρότητα στήθηκε περιμένοντας την νονά του. Η Πόπη, ολόκληρη κοπέλα, μύριζε κολόνια τριαντάφυλλο, που έφτιαχνε η ίδια σε μπουκαλάκια. Ήταν καλοχτενισμένη και καλοντυμένη και φόραγε τακούνια. Τον φίλησε και αυτός ντράπηκε, κάτι είχε ακούσει για τα γυναικεία φιλιά. Διόρθωσε την φράντζα του στο μέτωπο.

Κρυφοκοίταζε με αγωνία τα χέρια της που ήταν γεμάτα δώρα για όλους. Οι γονείς της Πόπης στεφάνωσαν τους δικούς τους γονείς. Την έχει δει προσεκτικά αυτή την φωτογραφία του γάμου, γιατίλείπει ο ίδιος από μέσα και του φαίνεται πολύ παράξενο αυτό.

Η Πόπη βγάζει και του δίνει ένα βιβλίο όπως πέρυσι. Ένα όμορφοβιβλίο, με χρώματα κι εικόνες και με ένα κοριτσάκι στο εξώφυλλο που ανάβει σπίρτα μπροστά σε ένα τζάκι. Αυτός το ξεφυλλίζει βιαστικά. Θα το διαβάσει αμέσως μόλις φύγει η νονά του, θα το μελετήσει καλά, μέχρι να το μάθει απέξω και ύστερα θα το διηγηθεί στον Γιώργο και στον Σταύρο που δεν τους αρέσουν τα βιβλία, όμως τους αρέσει να ακούν ιστορίες.

Όταν φεύγει η νονά, φορτωμένη κι αυτή με δώρα και γλυκά, και αφού του δίνει ένα πιο βαθύ φιλάκι από το πρώτο, τρέχει και θρονιάζεται στο τραπέζι. Μόλις που ακουμπάνε τα πόδια του στο μουσαμαδένιο πάτωμα. Ανοίγει το βιβλίο και διαβάζει. Μα τι είναι αυτό; Ποιο είναι αυτό το φτωχό και δυστυχισμένο κοριτσάκι που είναι μόνο του χριστουγεννιάτικα, χωρίς σπίτι και οικογένεια; Όμως η μικρούλα αρχίζει και ανάβει σπίρτα και βλέπει συνεχώς όμορφα πράγματα, βρίσκεται σε χριστουγεννιάτικα δέντρα και τραπέζια, περνάει λαμπερές γιορτές ώσπου τελειώνουν τα σπίρτα της...

«Τι κάνεις εκεί;» τον ρωτάει η μάνα του βλέποντάς τον να ανάβει το ένα σπίρτο μετά το άλλο. Θα τα τελειώσεις και δεν θα έχουμε αύριο το πρωί να ανάψουμε την φωτιά».

Αυτός ανάβει συνεχώς σπίρτα αλλά το κοριτσάκι δεν εμφανίζεται πουθενά. Μακάρι να ερχόταν η μικρή και να την φιλοξενούσαν στο σπίτι τους. Θα έτρωγε μαζί τους, θα χαιρόταν, θα άκουγε τον μπαμπά του να παίζει κιθάρα και τη μάνα του να τραγουδάει.

Όμως το κοριτσάκι δεν έρχεται. Σωριάζεται πεθαμένο στα κρύα πεζοδρόμια της πόλης που έχτισε κάποιος κύριος Άντερσεν. Όταν μεγαλώσει θα τον κανονίσει αυτόν, τον άκαρδο κύριο, που άφησε τη μικρή αβοήθητη...

Πέφτει στο κρεβάτι και καθώς τον σκεπάζει η μάνα του, «κλαις;» τον ρωτάει;

«Το κοριτσάκι...» λεει εκείνος.

«Καλά, μην κλαις από τώρα για τα κοριτσάκια. Έχεις χρόνια. Η ζωή είναι μεγάλη».

Και τον σκεπάζει με την ζεστή κουβέρτα.



(Η πρώτη φωτογραφία με το ποίημα είναι από το ημερολόγιό μου, το 1969. Προσπαθώ να... γράψω ένα χριστουγεννιάτιο ποίημα. Η δεύτερη φωτογραφία -που σχετίζεται και με το παραπάνω αφήγημα- είναι από τα Χριστούγεννα του 1973, όταν βγήκαμε στο Παλαιοχώρι Παγγαίου να πούμε τα κάλαντα για την ενίσχυση του ταμείου της γυμνασιακής μας τάξης. Εγώ είμαι πέμπτος από τα αριστερά με τον κουμπαρά στο χέρι).

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

"O κόσμος των αντρών στο έργο του Γιώργου Ιωάννου" ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

                        Θεόδωρος Γρηγοριάδης

        "Ο κόσμος των αντρών στο έργο του Γιώργου Ιωάννου"


 ΣΥΝΕΧΕΙΑ από το προηγούμενο post 


Η συλλογή, «Η σαρκοφάγος», εκδόθηκε το 1971 και γράφτηκε στη Θεσσαλονίκη. Ο αφηγητής κι εδώ, ολοφάνερα ο ίδιος, από το πρώτο διήγημα, «Οι τσιρίδες» μιλάει για ένα κρυφό διαμερισματάκι και τις ατασθαλίες του, για τις συναντήσεις του με γνωστούς «σε κάτι σκοτάδια»1.

Κυκλοφορεί στην πόλη του, αναπολεί τις παιδικές  στιγμές, τα γεγονότα της εποχής αλλάζουν μαζί με το σώμα. Αποτυπωμένα ίχνη πάνω του, το παχύρρευστο υγρό που κολλούσε για πρώτη φορά στα σκέλη του, τα παρατσούκλια που του φώναζαν ακόμη και όταν έβγαινε βόλτα με τους γονείς του. Σκληρή η παιδική ηλικία, «ερωτισμοί, αυτοερωτισμοί, …..κρίσεις θρησκευτικές…» , με τρυφερές όμως ανάπαυλες, σαν την ξάπλα στο κρεβάτι, στο ομώνυμο διήγημα, όπου μοιράζεται το ίδιο κρεβάτι με ένα εβραιόπουλο και όπου «πρωτοείδα το νεανικό τριχωρό στεφάνι της ήβης». Διαισθάνεται –άραγε- μιαν άλλη μειονοτική ομάδα που πολύ σύντομα θα υποφέρει; Σπάνια, μη εβραίος συγγραφέας, έχει αποτυπώσει τόση συγκίνηση γι αυτήν  την τραυματισμένη κοινότητα. 

Αντιστέκεται συνεχώς στις προξενιές, οργανώνει τη ζωή του κιμπάρικα, ντυμένος λαϊκά, οι πρώτες σκιές τον τρομάζουν, οι σκιές των νέων που θα «αρχίσουν τους ξορκισμούς και τις δεήσεις για να σωθούν απ’ την ανοικονόμητη φιλία ή αγάπη σου, που τόσο αφειδώς εννοείς τώρα να τους προσφέρεις».

Τώρα πια δείχνει αποφασισμένος να συγκρουστεί, μέσα του, με την φωνή των προγόνων, να παρακάμψει τις σειρήνες του καθωσπρεπεισμού, «είμαι περήφανος που τόλμησα να κυνηγήσω τα οράματά μου, τσαλαπατώντας κάθε καθιερωμένη αξιοπρέπεια…»2

Τα οράματά του, πάντως, παραμένουν τα ίδια, («Ποιο πρότυπο αναζητώ ανάμεσά τους;») , άντρες που σιγοπαλεύουν στα λιμενικά λουτρά, άντρες σε αδυναμία-το βρίσκει το «συμπαθητικότερο πράγμα»-, σκηνές που θυμίζουν αρχαία αγγεία και παραπέμπουν στην διαπαιδαγώγηση των αρχαίων, έστω και μέσα από την εξανειδίκευση μιας πιο διαφωτισμένης παιδείας. 

Ο ίδιος καταφεύγει σε τελετές του έρωτα και λατρείας του σώματος: «όταν γδύνω ερωτικά σώμα εξαίρετο, γονατίζω, κλαίω, και προσεύχομαι, ασπαζόμενος τα πάντα με ευλάβεια». Ανάβει αγιοκέρι και αγιορείτικο θυμίαμα. Ο κοσμοκαλόγερος εξέρχεται των οραμάτων του, αφήνει τα κελιά, τα αντίσκηνα, τις σκήτες και νοικιάζει δωμάτια στην Ομόνοια, δωμάτια με πολλά κρεβάτια, όπου εκεί συναντάει και μελετάει τις φυλές της Ελλάδας. Άλλοτε από την προφορά, άλλοτε από μια ασήμαντη ανατομική λεπτομέρεια ο αφηγητής μας μαντεύει την καταγωγή και τις προθέσεις του, στεναχωριέται για το μέλλον όλων αυτών των αρσενικών. Προσπαθεί να διαφυλάξει μέσα του όσα στοιχεία θα χρειαστούν για να τονίσει στις επόμενες γενιές πώς ήταν κάποτε οι αληθινοί άντρες.

Στο τέλος της συλλογής ένα φιλόδοξο λογοτεχνικά διήγημα, το «ουκ ηπίστατο φεύγειν», διαδραματίζεται πάνω σε ένα τρένο φυγής. Ο ήρωάς μας ταξιδεύει προς την Αθήνα, χωρίς να είναι σίγουρος για την απόφαση της μετακίνησής του στη μεγάλη πόλη. Αρχίζει βέβαια μια μεγαλύτερη ερωτική περιπλάνηση: «Μέσα σε κάθε καινούργιο έρωτα ο κόσμος ξαναγίνεται καινούργιος-παράδοξα πραγματικός και φρικτά μη-πραγματικός και η έκπληξη μας ευαισθητοποιεί σ’ ό,τι κάλυπτε η μονοτονία».3

Ήδη όμως έχει διανύσει μια σημαντική λογοτεχνική απόσταση. Από τις χαμηλόφωνες, σπαρακτικές κραυγές της πρώτης συλλογής, εδώ, στη δεύτερη, διευρύνεται ο χρόνος που αγγίζει μνήμες της παιδικής ηλικίας και της ιστορίας.

Η εξομολόγηση δίνει θέση στην αποδοχή, στην μετατόπιση, στην  θαυμάσια αυτή τακτική του να μιλάς για το θέμα, χωρίς να το θεματίζεις. Άλλωστε είναι και μια εποχή όπου δεν μπορείς να  κατονομάσεις την επιθυμία σου. Για τον Ιωάννου δεν υπάρχουν κινήματα και ορολογίες για την ερωτική διάσταση του αντρικού κόσμου του και όταν αργότερα θα προσπαθήσεις να έρθει σε επαφή με οργανωμένες ομάδες  ομοφιλόφιλης δράσης, όπως οι άνθρωποι του ΑΜΦΙ, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους εργοδότες του.  

Όπως οι μοναχικοί εξερευνητές και οι  οδοιπόροι σμίγουν στους κινδύνους, έτσι και οι αρσενικοί του Γιώργου Ιωάννου συνυπάρχουν σε δύσκολες στιγμές, σε στρατόπεδα, σε ανήλιαγα δωματιάκια. Τόποι μαρτυρίων για νεομάρτυρες που θα χαθούν σε σεμνούς και συμβιβασμένους γάμους. 

  Ο πρόωρος χαμός του συγγραφέα του στέρησε τη δυνατότητα να θρηνήσει τη μετάλλαξή τους. Να δει τους σημερινούς  Έλληνες, με  τα ναρκισσευόμενα σώματα και τον εκθηλυσμένο αντρισμό τους.  Αυτός πρόλαβε, όμως, και τράβηξε  το πέτρινο κάλλυμα της σαρκοφάγου όπου μέσα της εναποθέτησε το τελευταίο αντρικό σώμα προτού λιώσει απ’ τους φωτεινούς προβολείς του συνεχούς τηλεοπτικού γίγνεσθαι της «καινούργιας Ελλάδας».  

Ώριμος πια συγγραφικά, με αφηγηματικές ευχέρειες και ενεργοποιημένο κοινό, θα βρεθεί άπατρις στην Αθήνα. Η τρίτη του, όμως συλλογή, «Η μόνη κληρονομιά», που εκδόθηκε το 1974, ξαναγυρίζει στα παλιά γνώριμα θέματα, περισσότερο επεξεργασμένα και με την ασφάλεια της χρονικής και χιλιομετρικής απόστασης. Ο συγγραφέας Ιωάννου προφανώς αντιλαμβάνεται ότι ένα από τα στοιχεία με τα οποία έχει αγαπηθεί ήδη από το αναγνωστικό κοινό είναι και η πρόδηλη υπεράσπιση της πόλης του. Μέσα από την κατοχή, τις γειτονιές, τις αντροπαρέες, τους γάμους και τους ξενιτεμούς επανέρχονται οι ανησυχίες όχι μόνον για το μέλλον της συμπρωτεύουσας αλλά των ανθρώπων της. 

«Πότε άραγε θα τιμωρήσουμε κι αυτούς που μας διάλυσαν με τη μετανάστευση;». Και πίσω από το ξεριζωμό της φυλής ανησυχεί για το φρέσκο αίμα των αρσενικών που «τους κατάπιαν οι ακόρεστες ξένες». 

Οι ξένοι και οι ξένες, η ξενιτιά, οι ξένες χώρες αποτελούσαν μια συνεχή απειλή για την ομοιογένεια και την συνέχιση της φυλής που αγάπησε μοναδικά. Επιβεβαιώνεται, για άλλη μια φορά, ότι δεν θα κληροδοτήσει σε κανέναν άλλον το όνομά του, αναρωτιέται μήπως θα έχει την τύχη του πατέρα του, που πέθανε ξαφνικά, πριν τα εξήντα του χρόνια. Σε κάθε μεταφυσική του αγωνία επανέρχεται η μαύρη προφητεία της ζωής του. Φοβάται τα αυτοκίνητα μην τον χτυπήσουν στο δρόμο και τον στείλουν στους γύψους του ΚΑΤ. Ο μοναχικός διαβάτης αφουγκράζεται τις  μύχιες κασσάνδρες της ψυχής του.

Εδώ επίσης διαβάζουμε ένα ακόμη διήγημα για τη Βόρεια Αφρική, για έναν εργαζόμενο που, εκεί στην ερημιά, καταφεύγει στα κείμενα του Σκιαθίτη ερημίτη. «Στα σκυλιά του Σέιχ Σου» «στο κεντρικό μουράγιο πολλά παλικάρια έκαναν μπάνιο και ηλιοθεραπεία ολόγυμνα», ενώ ο θείος Βαγγέλης4 «είχε μοσκοβολήσει το σπίτι μας απ’ τη λεβεντιά του». 

Συν τω χρόνω φαίνεται να περιορίζει  την τάση για εξομολόγηση. «Ακούω τώρα τις φωνές μονάχα μέσα μου. Έξω δεν υπάρχει τίποτε πια…Όλα είναι μουλωχτά και σκοτεινιασμένα…»5     Σαν να προετοιμάζεται για πιο δυνατές συγκινήσεις, γραπτές και σωματικές,  σαν τον ΄Ασενμπαχ στη Βενετία, που διαβλέπει την επερχόμενη φθορά.

 Λογοτεχνικά  δεξιοτεχνικό το βιβλίο. Τα περισσότερα αφηγήματα είναι εκτενή, υπάρχουν απόπειρες τριτοπροσωπικών διηγημάτων. Μέσα σε μικρές παραγράφους αναπηδούν ιστορίες καθημερινότητας, που σε άλλα συγγραφικά χέρια θα γινόντουσαν κανονικά μυθιστορήματα, ενώ ο Ιωάννου, τους αφήνει, όπως στη ζωή, να δραπετεύουν στο δικό τους  ιδιωτικό χώρο, τον χώρο που κι εκείνος θα επιθυμούσε να διατηρήσει και όχι να κοινοποιήσει-πράγμα που έχει αρχίσει να κάνει σταδιακά και με πλήρη γνώση του κόστους.  

Στο διήγημα «Το βουγγάρι» αναφέρεται σε κάποιον που «ήτανε γνωστός σαν τοιούτος» και λίγο μετά «οι τοιούτοι της γειτονιάς έδωσαν το πάρτυ τους…έβγαζαν τα γένια τους με τσιμπιδάκια…κουνώντας τα χεράκια…» 

Παρ’ όλη την ήπια αντιμετώπιση των «τοιούτων» η περιγραφή ξεκινάει από την ετεροφιλόφυλη όχθη εκεί όπου ελλοχεύει ο διαρκής κίνδυνος της κατακραυγής. Το τοπίο είναι ξεκαθαρισμένο:  η θηλυπρέπεια και τα νάζια είναι μια μορφή συμπεριφοράς που δεν έχει καμία σχέση με τους κώδικες των αρσενικών. Ο συγγραφέας σαφώς έχει επιλέξει το καφενείο και όχι το κομμωτήριο. 

Στη συλλογή αυτή έχει περιοριστεί  και η τάση για φυγή. Προφανώς η  αθηναϊκή στέγη παρέχει στον συγγραφέα  διεξόδους διαφυγής κάτι που σε δημιουργικό επίπεδο οδηγεί στην διασφάλιση ενός σοβαρού λογοτεχνικού προφίλ. Μοιάζει να  ενδιαφέρεται πρωτίστως για τον λογοτεχνικό κανόνα και ύστερα για τα πάθη του. Όπως συμβαίνει συνήθως στα άρτια κείμενα, στη συλλογή αυτή, το «συναρπαστικό» υποχωρεί και ο καταξιωμένος πεζογράφος αυτόϋπονομεύει  την αυθεντικότητά του.

Ανάμεσα στις τρεις πρώτες συλλογές και στην τέταρτη μεσολαβεί, το 1978, η έκδοση του βιβλίου «Το δικό μας αίμα». Τα χρονικά αυτά είχαν δημοσιευτεί στην εφημερίδα ‘Καθημερινή’ και είναι εκτενέστατα, γραμμένα σαφώς για την εφημερίδα. Ο αφηγητής  αντικαθίσταται από τον αστό χρονικογράφο. Παρά  τις κάποιες  ετεροφυλόφιλες προσομοιώσεις, με τις επίμονες νύξεις περί αντρικής περιωπής και τα αντροπειράγματα για τον Σίμο που έγινε Σιμονέτα, κλείνει το μάτι και στο υποψιασμένο κοινό, προσκαλώντας το, να πλαγιοδρομήσει στα άλλα του πεζογραφήματα.. 

Στις απεικονίσεις των βυζαντινών αγιογράφων,  χαρακτηρίζει  τα μοντέλα ανατολίτικα, σε ένα εικονολατρικό φετιχιστικό ξέσπασμα: «προκαλούσε τη λατρεία, την κατάνυξη και τη διάθεση για ασπασμούς σε όλη την περιοχή του κορμιού…κυρίως στα γεροφτιαγμένα πόδια και τα άλλα ευερέθιστα μέλη…»6

Στο «Εξομολογήσεις μιας μάσκας» η ζωγραφική διαταράσσει τόσο το ψυχικό όσο και το ερωτικό πεδίο του Γιούκιο Μισίμα. Εκεί τα μαρτύρια του Αγίου Σεβαστιανού, εδώ ο μάρτυρες της ορθόδοξης πίστης. Εκεί ο γιαπωνέζος συγγραφέας, που στρατολογεί έναν ολόκληρο αντρικό τάγμα και αυτοκτονεί θεαματικά, εδώ ο Θεσσαλονικιός πεζογράφος που επιστρατεύει τάγματα αγιασμένων σωμάτων. 

Η θρησκευτικότητα ,ως ερωτική έξαψη και ταύτιση του ιερού με το σωματικό μαρτύριο, θα δώσει τον τόνο στην τελευταία συλλογή πεζογραφημάτων που φέρει τον τίτλο  «Ο Επιτάφιος θρήνος». Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1980 και αποτελεί το αποκορύφωμα του πεζογραφικού έργου του Γιώργου Ιωάννου. Η θεματολογία του περιορίζεται  σε όσα πράγματα ο συγγραφέας υπαινισσόταν και στα προηγούμενα βιβλία του. Η καθέλκυσή τους στον λογοτεχνικό ωκεανό γίνεται πανηγυρικά. Ερωτισμός, αυτοερωτισμός, ερωτικές αφηγήσεις, πλάνεμα, διαστροφή, περιθωριακές αδελφές. 

Το πρώτο αφήγημα, το ομώνυμο της συλλογής, είναι ένα εξαίρετο σημαδιακό γραπτό. Θεωρείται -και επικροτούμε- ως το καλύτερο διήγημα του Ιωάννου που αντιπαλεύει ακόμη και τους «Νεκρούς»7 του Τζόυς.  

  «Ο Επιτάφιος θρήνος» θα επιβιώσει στη μετριότητα και τον συντηρητισμό της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και θα απλωθεί από την καρδιά της Αθήνας σε μια ανυπάκουη  ελληνότροπη κοινωνία. Μετουσιώνει την τέχνη του προσωπικού σε καθολική ενατένιση, εναρμονίζει τη γλώσσα της ψυχής και του σώματος, δίνει τονικότητα  σε ένα κείμενο που θέλεις να το ψάλεις αντί να το διαβάσεις. 

Συμβάλλει και η θρησκευτικότητα του συγγραφέα που, απαλλαγμένη από τις ενοχές  του εκκλησιαστικού κατεστημένου, ξαναβαφτίζεται στο ανατολικό χριστιανικό πνεύμα των πρώτων περιόδων της πίστης, όταν ο Διόνυσος και ο Χριστός ταυτίζονταν στις πλαγιές του Λιβάνου και στις ερήμου της Παλαιστίνης. Ο περιφερόμενος, στα στενά της Ομόνοιας, Επιτάφιος της Μεγάλης Παρασκευής, η περιφορά του  ωραιότερου νεκρού σώματος, είναι η  πορεία του ιδανικού αντρικού σώματος, του ελληνικού κορμιού, όπως το γνώρισε και το σμίλεψε ο συγγραφέας. 

Σ’ αυτή την πορεία τον συνοδεύουν «οι στρατιώτες που είχαν παζαρέψει το κορμί τους», γιατί, «τω καιρώ εκείνω ήτανε όλοι δυνατοί, γιατί δουλεύανε με το κορμί τους». Ο Πάνας βαδίζει πλάι πλάι με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο. Όσοι απόμειναν, μέσα στο δωμάτιο του φτηνού ξενοδοχείου της Ομόνοιας, δεν έχουν παρά να εγκαταλείψουν τις ηδονοβλεπτικές χαραματιές του ξενοδοχείου και να πάνε κι αυτοί να φιλήσουν εκεί «…όπου είναι οι χαρακιές της δύναμης, μεριές μεριές στο στήθος μέχρι κάτω στην κοιλιά».

Στα υπόλοιπα διηγήματα ο  συγγραφέας είναι απαλλαγμένος από το άγχος του χρονικογράφου. Βέβαια η βορειοελλαδίτικη πόλη θα επανέρχεται στις τελευταίες συλλογές που θα έχουν τη μορφή  χρονικών. Το ισχυρό μοτίβο της Θεσσαλονίκης χλωμιάζει δίνοντας χώρο σε ένα διαφοροποιημένο αισθαντικά χώρο. Ήδη ο συγγραφέας Ιωάννου έχει βρει τη δική του Αλεξάνδρεια μέσα στην χαοτική Αθήνα και, χορτασμένος από τις παλιές ιστορίες, ξαναρίχνεται στο παιγνίδι της καθημερινότητας. Φωτογραφίζεται στην Ομόνοια και, μετά το Βαρδάρη, υιοθετεί άλλη μια πλατεία, ενώνοντας τους δύο ομφαλούς της χώρας.  

Η δεκαετία του ογδόντα μεταμορφώνει την Ελλάδα ιδεολογικά και κοινωνικά. Οι γενιές της κατοχής γερνάνε και οι καινούργιοι Έλληνες ακούνε παραξενεμένοι τις ιστορίες αυτού του περιπλανώμενου τραβαδούρου των παθών και των πόθων που έζησαν οι θείοι και οι πατεράδες τους. 

Η φραστική  τολμηρότητα ορισμένων φράσεων προσπερνάει τις νύξεις. Ο συγγραφέας επανακτά τον αντρισμό της γραφής εις βάρος της εκθήλυνσης της κοινωνίας. Βγαίνει στους δρόμους, παρατηρεί το πλήθος, προσπαθεί να συλλάβει τον νέο-ρεαλισμό της καινούργιας έκρυθμης  Αθήνας. 

Οι κίνδυνοι της μετανάστευσης θα αντικατασταθούν από την επερχόμενη διάβρωση του τουρισμού και της ευρωπαϊκής ένταξης. Ο αφηγητής απολαμβάνει την μοναξιά της πόλης, όπως η δασκάλα στο ομώνυμο διήγημα, που σκύβει τρυφερά πάνω στον ηδονοβλεψία φαντάρο και κλαίνε μαζί για όσα δεν ολοκληρώθηκαν. Άλλη μια ματαίωση, σαν εκείνη με το καθηλωμένο  ανάπηρο αγόρι, που ζήταγε χείρα βοηθείας για να ολοκληρώσει τις ονειρώξεις του8.  

«Η δασκάλα», ως διήγημα, αποτελεί ακόμη ένα κείμενο για αποθησαύρισμα και καταδεικνύει τις δυνατότητες του συγγραφέα για δημιουργία μυθιστορηματικών χαρακτήρων. Η ενδεχόμενη ταύτιση της ηρωίδας με ένα ακόμη από τα προσωπεία του συγγραφέα θα μας οδηγούσε στην κουραστικά διατυπωμένη χρήση του Φλωμπέρ για το ποιος είναι η κυρία Μποβαρύ.   

Δεν είναι, πάντως, «Η κυρία Μινωταύρου», η πιο καρναβαλική φυσιογνωμία  του συγγραφέα  στο ομώνυμο διήγημα, όπου αποθεώνεται η μάσκα και η μεταμφίεση. Οι υποκοσμιακές φιγούρες των μεταμφιεσμένων γυναικών μοιάζουν σαν περισσεύματα από τον Ταχτσικό περίγυρο.  Είναι συγκινητική η επίδειξη συμπάθειας, παρά τον σαρκασμό της γραφής, γι’ αυτό το υποκοσμιακό περιβάλλον, που αναδεικνύεται ως ένα εναλλακτικό πεδίο της πόλης θυμίζοντάς μας την τριλογία της Νέας Υόρκης  του ΄Αντυ Γουόρχολ . 

«Η κυρία Μινωταύρου» κλείνει την συλλογή. Τα υπόλοιπα βιβλία του, ακόμη και η «Καταπακτή»,  μοιάζουν με συμπληρωματικές σημειώσεις που αποσαφηνίζουν όσα θαυμαστά υπαινισσόταν ο συγγραφέας στα πρώτα του γραπτά. 

«Ο Επιτάφιος Θρήνος» είναι επίσης ο επιτάφιος της λογοτεχνικής πορείας του Γιώργου Ιωάννου, μόνον που δεν είναι θλιβερός, είναι στολισμένος με τα ωραιότερα άνθη, συνοδεύεται από τα δυνατότερα κορμιά και μοσχοβολάει αληθινό λόγο και μια αγάπη που τώρα πια ομολογείται. 

Κι ας μην ξεχνάμε ότι τον Επιτάφιο διαδέχεται η μακαρία ανάσταση.

 


  

 

(c) Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Μια συντομότερη μορφή αυτού του κειμένου παρουσιάστηκε στο ‘Αφιέρωμα στον Γιώργο Ιωάννου’, που διοργανώθηκε τον Αύγουστο του 2005, στον Πύργο Μπαζαίου, στη Νάξο, με αφορμή τα είκοσι χρόνια από το θάνατο του συγγραφέα. Στο ίδιο τραπέζι ο Θωμάς Κοροβίνης και η Έλενα Χουζούρη. Συντόνισε ο  ψυχίατρος και δραματοθεραπευτής Στέλιος Κρασανάκης.  Διάβασε ο Βασίλης Παπαβασιλείου. 

Ολόκληρο το κείμενο δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό (δε)κατα, φθινόπωρο 2006, τεύχος #7  


Ο κόσμος των αντρών του Γιώργου Ιωάννου ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Θεόδωρος Γρηγοριάδης


Ο  κόσμος των αντρών του Γιώργου Ιωάννου



Συχνά στις παρουσιάσεις του έργου του Γιώργου Ιωάννου γίνονται   αναφορές για την «αιρετικότητα»  και τον ερωτικό λόγο του συγγραφέα ωσάν αυτά τα στοιχεία να αποτελούν μία ακόμη πτυχή του πολύπλευρου έργου του και όχι την κινητήρια δύναμη  της πεζογραφίας του.

Μερικές φορές μάλιστα κυριαρχεί η αίσθηση ότι, μιλώντας για την ομοφυλόφιλη διάθεση των γραπτών του Γιώργου Ιωάννου, παραβιάζουμε ένα άβατο για το οποίο ούτε και ο ίδιος θα επιθυμούσε. Όμως υπάρχουν όλα εκείνα τα δεδομένα που θα στήριζαν την  ανάγνωση μιας τέτοιας  επιθυμίας, της αντρικής ομορφιάς, της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας, μιας ερωτικότητας όπου πρόσωπα, εκφράσεις, καταστάσεις ανήκουν σ’ έναν «ελληνικό κόσμο, αραβικό, μεσογειακό, σταματημένο σε ρυθμούς και αιτιολογίες χιλιετιών».1

Ο ερωτισμός του Γιώργου Ιωάννου, αφορά έναν αντρικό  κόσμο, που καταγράφεται μέσα από το έργο του,  υπαινικτικά, δηλωτικά και ενίοτε περιπαιχτικά, ενώ μια προκλητική και μελοδραματική υφή χαρακτηρίζει τα τελευταία πιο βιογραφικά του κείμενα  Ας μην επιχειρήσουμε την αφαίμαξη  του ομοερωτικού στοιχείου από το έργο του Ιωάννου, πράγμα που το ζήσαμε επανειλλημένως με τον Καβάφη, με τις  θεωρητικές  εφαρμογές μιας απο-ομοφυλοποίησης, που βόλεψε την ένταξή του στον εκπαιδευτικό Κανόνα της ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά και τον προσεταιρισμό του από συγκεκριμένες πολιτικές πλατφόρμες. 

Θα ακολουθήσουμε μια διπλή πορεία ανάγνωσης της αρσενικής επιθυμίας, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από κάθε συλλογή ξεχωριστά. Και αν δεχθούμε ότι πίσω από κάθε πρωτοπρόσωπο αφηγητή κρύβονται διαφορετικά προσωπεία του ίδιου του συγγραφέα τότε θα καταλήξουμε στην ενοποιημένη πορεία ενός περιπλανώμενου ερωτικού εαυτού. Καμία εξωκειμενική πληροφορία για τη ζωή του ιδιώτη Ιωάννου δεν θα ενισχύσει ούτε θα αποδυναμώσει τις αποφάνσεις μας, κάτι που βάραινε στην ερμηνεία του έργου του Κώστα Ταχτσή, χάρη στην απλόχερη πληροφόρηση από τη μεριά του συγγραφέα.

 

Η πρώτη συλλογή του Γιώργου Ιωάννου, «Για ένα φιλότιμο»,  εκδόθηκε το 1964 και γράφτηκε στο Καστρί της Κυνουρίας και στη Βεγγάζη της Λιβύης. Οι τόποι προσδιορίζονται, όχι όμως και το επάγγελμα του αφηγητή. Με τον ίδιο τρόπο, που η σοβαρή δουλειά του καθηγητή έθετε φραγμούς στην απενοχοποιημένη έκφραση, έτσι και ο Ιωάννου δεν «τιμά» το λειτούργημά του κατονομάζοντάς το. Σε πολλά αφηγήματά του δίνει την εντύπωση ενός απλού διορισμένου υπαλλήλου σε μια μακρινή επαρχιακή  πόλη. «Σταμάτησα σε μια επαρχία»2 που θα έλεγε και ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, η σιωπηλή κραυγή του οποίου αντηχεί στους ίδιους ποιητικούς τόνους του Ιωάννου.

Απ΄το πρώτο κι όλας, σημαδιακό  διήγημα, ξεσπάει ο αφηγητής: «Δεν υπάρχει άλλο γιατρικό απ’ την εξομολόγηση». Σταθερή δήλωση που θα κρατήσει για χρόνια μαζί με την επιθυμία του, παρακάτω, να αποκτήσει ένα κελί μέσα στην πόλη, να κλείνεται, «όταν γυρνώ αλαλιασμένος…να είμαι έτοιμος να απολογηθώ».3

Μια ανάγκη που συνθλίβεται ανάμεσα στην παιδική καταναγκαστική εξομολόγηση του κατηχητικού και στην ψυχαναλυτική λυτρωτική ρητορία. Η νευρασθενική βιωματική σχέση ανάμεσα στην επιθυμία του σώματος και την ερωτική πρακτική θα τον οδηγήσει σε μια λογοτεχνική γραφή, που σήμερα πια σπανίζει, αφού και οι πλέον καλοπροαίρετες αφηγήσεις κρύβουν μέσα τους ματαιοδοξία και επδιειξιομανία. 

Χειροποίητος ο λόγος των πρώτων αυτών κειμένων, ανεπιτήδευτος σε σχέση με τις  μακροπερίοδες φράσεις ενός περίτεχνου λόγου που θα ακολουθήσει στις επόμενες συλλογές.  Λόγια ενός ανθρώπου που σπαρταράει για τη ζωή και τις χαρές της αλλά  καταπνίγεται μέσα στον πολιτισμό που τον εξέθρεψε. Ενοχές και αναστολές, που ριζώνουν βαθιά σε ένα ελληνοχριστιανικό περιβάλλον, μελαγχολικό και θλιβερό, αφού οι πίκρες των πολέμων και η κατοχή  του στερούν τη χαρά ενός παγανιστικού ερωτισμού.

 «Ο έρως είναι αξεχώριστος από τον λόγο»4. Ο λόγος και η λογοτεχνία θα καθοδηγήσουν τον συγγραφέα σε μια προσωπική ερωτική περιπλάνηση,  όπου θα αναμετρηθεί με σώματα νεκρών και ζωντανών, μία περιπλάνηση που η ένταση και η εμμονή της συναντάται στην διαπολιτισμική πολιτεία του Καβάφη.  

Βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή: Λείψανα εποχών και καταβολών αλληλοσυμπλέκονται. Ο αγροτικός περίγυρος της υπαίθρου βρίθει από συμβολισμούς, τα ζώα και τα πτηνά θα χρησιμοποιηθούν ουκ ολίγες φορές στα πρώτα αυτά διηγήματα. Η κτηνοβασία θα δικαιολογηθεί λιγότερο διαστροφικά και περισσότερο ως λαϊκή παραμυθολογία. Εκφράζεται με την  αθυροστομία του καφενόβιου Έλληνα που μπορεί να βρίζει, χρησιμοποιώντας όλες εκείνες τις λέξεις, που η ανώτερη τάξη διστάζει να συλλαβίσει. Η αντρική αρρενοπώτητα θα χρησιμοποιηθεί ως μίμηση ενός συλλογικού τελετουργικού. Ο Ιωάννου μόνον ως αρσενικός θα προσεγγίσει τους άντρες. Καθώς οι άντρες συναναστρέφονται μεταξύ τους, φορτίζονται, και στο τέλος αποδέχονται το αρχικό αρρενωπό πρόσωπο χωρίς να το μιμούνται πια.

Η κάθοδος, από την επαρχία  στην πόλη, θυμίζει σκηνές από την ταινία του Αλέξη Δαμιανού «Μέχρι το πλοίο», ιδανικού σκηνοθέτη  των ιστοριών του Ιωάννου. Οι πόλεις είναι στενάχωρες, με κλειστούς δρόμους, ασφυκτικά διαμερίσματα, περιφερόμενες μοναξιές. Σίγουρα σ’ αυτές τις πορείες ο αφηγητής του Ιωάννου θα συναντηθεί με τους διαβάτες του Ντίνου Χριστιανόπουλου, αν όχι και με τον ίδιο τον ποιητή. Τα προγενέστερα ποιήματά του δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία γι αυτό. 

 Τα λαϊκά σινεμά  θα τον απορροφήσουν  όπως και κάθε στερημένο άντρα της δεκαετίας του εξήντα. Το κοινό των λαϊκών σινεμά είναι το ιδανικό αντρικό πλήθος. Είναι η εργατική τάξη, η τάξη που βγάζει ακόμη δυνατούς και ωραίους αρσενικούς. Στη σκοτεινιά και στην καπνίλα των παρηκμασμένων κινηματογράφων, αρχίζει η περιπλάνηση του αφηγητή, μια εσωτερική μετακίνηση  που  ενεργοποιείται τρομακτικά ακόμη και πάνω στα διάστικτα καθίσματα  και μέσα από μια ψυχική διεργασία που μόνον καθηλωμένη δεν μπορείς να την χαρακτηρίσεις. 

Όμως οι ενοχές μετατρέπονται σε αρρωστοφοβία. Στα «Εβραίικα μνήματα» ο συγγραφεάς αναρωτιέται μήπως «…ασχημονείς στο σπίτι σου και τα αγαπημένα σου πρόσωπα αγγίζουν τα πράγματα, όταν ασχημονείς…»

Η καχυποψία των άλλων τον αναγκάζουν να σκηνοθετεί και να χρησιμοποιεί σύμβολα. Η αναφορά στον Τσαρούχη και στον πίνακά του με τους «Ναύτες»5  προσδίδει  ένα  στίγμα της διαμεσολάβησης της τέχνης στην κατανόηση του πόθου. Δύσκολα θα συναντήσουμε άλλες θεωρητικές  ή καλλιτεχνικές αναφορές στα πρωτοφανέρωτα κείμενά του.

Τα ψιθυρίσματα, τα λοξοκοιτάγματα, οι ανασφάλειες της παιδικής ηλικίας, όπως βγαίνει τραυματισμένη από την παιδική κατοχή, τον οδηγούν σε νευρικές κρίσεις, σε κατάρρευση και, στις μετέπειτα συλλογές («Καταπακτή», «Κοιτάσματα»), σε κραυγές και ξεσπάσματα. Ένας ψυχισμός, στερημένος  από τον έρωτα ψάχνει να ταυτιστεί με το αντεστραμμένο του είδωλο, μια ταύτιση ερωτική, σωματική όπου απουσιάζει ή αποσιωπείται η αγάπη, η βαθύτερη αποδοχή του Άλλου.

Στο διήγημα «Ο ξενιτεμένος» ο Ιωάννου δημιουργεί έναν δευτερογενή χαρακτήρα που διηγείται τα πάθη του: «είχε ελπίσει σ’ αυτή την φυγή» σημειώνει ο αφηγητής. Η Λιβύη, ως τόπος ξενιτεμού, δεν απέχει μακριά από την Καβαφική γεωγραφική επικράτεια, αλλά και από τις σκήτες των αναχωρητών της ερήμου όπου μονάζουν, αποδυόμενοι την σπαράζουσα σάρκα τους. Εκεί, στην έρημο, ομολογεί ο ξενιτεμένος ότι φοβάται τον εαυτό του…ότι «ούτε στην έρημο βρήκα αυτό που ήθελα…». 

Από την άλλη, ο συγγραφέας, επιστρέφει τακτικά στους προσφυγικούς μαχαλάδες, παρατηρεί τις μάνες, τις συζύγους, παρατηρεί σχολαστικά τους άντρες. Άλλοι θα φύγουν μετανάστες και άλλοι θα παραμείνουν για να πολλαπλασιάσουν την Ελλάδα του. Λιτοδίαιτοι, αδύνατοι αλλά σφιχτοδεμένοι Έλληνες, χωρίς νωθρότητα και βουλιμία, περιτμημένοι από την κατοχική ανεπάρκεια αλλά δουλεμένοι και εργατικοί. Ευνουχισμένοι ομοερωτικά από το περήφανο  φύλο τους.    

Αυτοί είναι οι άντρες της λεγεώνας του Γιώργου Ιωάννου. Εργάτες, στρατιώτες, μποξέρ της Αφρικής, στερημένοι μετανάστες. Είναι κι αυτός ένας από αυτούς, θέλει να αισθάνεται όμοιος ανάμεσά τους, κι ας μην είναι εργάτης, πίνει καφέ στα ίδια καφενεία, τους συναναστρέφεται, έχει να τους πει ιστορίες κι αυτοί τον ακούνε, τους πείθει, γιατί γνωρίζει τους κώδικές τους. «Τους πληροφορεί το αίμα τους για μένα, όπως και το δικό μου με κάνει να τους κατέχω ολόκληρους»6 

Κατά βάθος δεν θα ήθελε να ξεφύγει ποτέ από κοντά τους, να μην συγχρωτίζεται τους «άνοστους λογοτέχνες». Χαίρεται κάποτε όταν τον ρωτάνε αν είναι ναυτικός, όμως η αλήθεια είναι τόσο διαφορετική: είναι ένας ξένος, κουκουλωμένος, στην απομόνωση. Αυτοσαρκάζεται για την αδυναμία του να υπάρξει σαν κι αυτούς, για το ότι δεν θα καμαρώσει ένα δικό του παλικάρι. Ψελλίζει δικαιολογίες που παραμένει εργένης, αισθάνεται διαγραμμένος. Και ξανά : «Διψώ για εξομολόγηση, που πάντοτε ανακουφίζει κάπως».7

Αληθινά σπαρακτικά τα κείμενα της πρώτης αυτής συλλογής. Το αντρικό φιλότιμο, αυτό είναι που τον κρατάει  σε εγρήγορση και αυτό που ταυτόχρονα αναστέλλει τις προθέσεις του. Οι άντρες ζούνε μέσα στα μυστικά τους. Μια αρχέγονη αγάπη που δεν εξωτερικεύεται,  σε μια κοινωνία όπου η ομολογία οδηγεί στη σταύρωση. 

Η αλαφιασμένη του επιθυμία δεν μπορεί να διοχετευτεί σε μη αποδεκτές πρακτικές. Ο καινούργιος κόσμος, που διαγράφεται,  ανησυχεί τον συγγραφέα, η απομάκρυνση από την παράδοση και τις εθνικές ρίζες τον κλονίζει. Ταυτόχρονα συνειδητοποιεί ότι εκκλησία και οικογένεια δεν του παρέχουν κανενός είδους στήριγμα. Θα διατηρήσει τη θρησκευτικότητά του, ανάγοντάς την σε μια δική του χριστιανοσύνη περί ταπεινότητας και αγάπης. Θα δημιουργήσει μονοπύρηνες «οικογένειες» αποκλείοντας τη διαιώνιση. Αντιλαμβάνεται την μοναδικότητά  του. Έχει να παλέψει με τον εαυτό του και τον κόσμο. 

Είναι πια συγγραφέας.  

Τρομακτικός ο κόσμος που ανακυκλώνεται στις σελίδες: Ζώα σφαγμένα, ψύλλοι που απομυζούν το αίμα, μουλάρια ερωτικά, λυσασμένες αγελάδες, σκορπιοί θανατεροί, ποντίκια αδηφάγα, αγάλματα ευνουχισμένα, ζευγάρια που κάνουν έρωτα σε ανοιχτές σαρκοφάγους, ξεθαμμένοι νεκροί, μεθυσμένοι λαϊκοί σφάχτες που πατάνε στα αίματα  και σκοτεινιάζει το μάτι τους, ένας εικονικός κόσμος που παραπέμπει στον κινηματογράφο του Παζολίνι και του Φασμπίντερ. 

Κι αυτός λιγάκι υποκριτής, λιγάκι ενδοτικός, καταλαβαίνει ότι ο δρόμος που του ανοίγεται είναι εκείνος του παραμυθά, του παρατηρητή, του υποκριτή. Πως η δική του δύναμη είναι οι λέξεις, οι ιστορίες, που εξάπτουν την φαντασία και κερδίζουν τους ολιγομίλητους και δυσλεκτικούς ακροατές των καφενείων, των στρατοπέδων, των τρένων, των σινεμά. 

Ο τόνος της φωνής του είναι ακόμη συμβιβαστικός και κουτσομπολίστικος, υιοθετώντας το ιδίωμα της γειτονιάς σε έναν ύστερο συμβιβασμό με όσα-αποφασισμένα-θα έρθουν. 


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ στο post ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ


Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021

Κριτικές ματιές



Τρία σημαντικά έργα αποτίμησης της σύγχρονης νεοελληνικής πεζογραφίας έχουν κυκλοφορήσει πρόσφατα: Των Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, της Ελισάβετ Κοτζιά και του Δημοσθένη Κούρτοβικ. Διαφορετικές προσεγγίσεις αλλά με κοινούς στόχους χαρτογραφούν το μεταπολιτευτικό τοπίο της ελληνικής πεζογραφίας με αναφορές σε σύγχρονους συγγραφείς και το έργο τους. Θα αναφερθώ ξεχωριστά και στα τρία σε σχέση με τις αναφορές τους στα δικά μου βιβλία.

Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (εκδόσεις ΠΟΛΙΣ) αφιερώνει τις σελίδες 482-284 στα γενικά χαρακτηριστικά της πεζογραφίας μου, στην σελίδα 662 επικεντρώνεται στα "Νερά της Χερσονήσου", στην σελ. 814 στο "Μυστικό της Έλλης" και στην σελ. 832 στην "Καινούργια πόλη" .

Σε υποσημειώσεις αναφέρονται κριτικές άλλων για τα μυθιστορήματα "Ο χορευτής στον ελαιώνα" και "Κρυμμένοι άνθρωποι".

Να σημειώσω ότι ο κριτικός Β.Χατζηβασιλείου έχει γράψει κριτικές σχεδόν για όλα τα βιβλία μου άλλοτε θετικές και άλλοτε σημειώνοντας κάποιες αντιρρήσεις. Θα έλεγα ότι ποτέ δεν μου έγραψε μια εντελώς απορριπτική κριτική.

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

"Η εποχή της πίκρας", μια δημοσίευση στο ΔΕΝΤΡΟ



Στο λογοτεχνικό περιοδικό "Το δέντρο" που μόλις κυκλοφόρησε δημοσιεύεται ένα απόσπασμα από το  πρώτο μέρος του αφηγήματος "Η εποχή της πίκρας" (2015-). Ξεκίνησα να το γράφω πολύ παλιότερα και αναφέρεται στην εποχή που καλλιεργούσαμε καπνά στον κάμπο των Φιλίππων, μια δουλειά δύσκολη και σημαδιακή στη ζωή μου. Περιγραφές απ΄τα καπνά υπάρχουν και στα βορειολλαδίτικα βιβλία μου ("Ο Ναύτης", "Το Παρτάλι", "Το τραγούδι του πατέρα") 

Το δεύτερο μέρος, είναι ακόμη ανολοκλήρωτο, αναφέρεται στα σημερινά ζητήματα του καπνού: Ο αδελφός μου διευθύνει μια διεθνή εταιρεία καπνού και περιμένω τις δικές του παρεμβάσεις για να ολοκληρωθεί-όποτε βέβαια έχει και το καρντάσι ελεύθερο χρόνο.

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

«Ιστορικές και Πολιτισμικές Διαδρομές στη Μεσόγειο»




ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

«Ιστορικές και Πολιτισμικές Διαδρομές στη Μεσόγειο» του εγκεκριμένου από το ΥΠΠΟΑ έργου «Χίλιες και μια... συναντήσεις»

https://us06web.zoom.us/webinar/register/WN__Q1tRfo-T7GDuluh14Gi-g

* Απαιτείται προεγγραφή στην εκδήλωση.
Μετά την εγγραφή σας θα λάβετε
email επιβεβαίωσης με τα στοιχεία σύνδεσης για την εκδήλωση

Την Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021 και ώρα 18:00 μ.μ. (ώρα Ελλάδας), θα πραγματοποιηθεί η τρίτη και τελευταία εκδήλωση του εγκεκριμένου και επικουρικά χρηματοδοτούμενου από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού της Ελλάδας έργου της CulturePolis / Κ.Ελ.Α.Λ.Π. «Χίλιες και μια...συναντήσεις», που στοχεύει στην προώθηση και προβολή της ελληνικής λογοτεχνίας και δημιουργίας ως μέσο διαπολιτισμικού διαλόγου στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και κυρίως στον Αραβικό κόσμο.

Η εκδήλωση έχει τίτλο «Ιστορικές και Πολιτισμικές Διαδρομές στη Μεσόγειο» και συμμετέχουν πέντε Έλληνες δημιουργοί, οι οποίοι θα μιλήσουν μέσω του έργου τους για τις αμφίδρομες πολιτιστικές σχέσεις ανάμεσα στην χώρα μας και σε άλλες χώρες της Μεσογείου.

Συμμετέχουν οι Έλληνες δημιουργοί:

Θεόδωρος Γρηγοριάδης, συγγραφέας

Δρ. Αλέξανδρος Καζαμίας, πολιτικός επιστήμων, ερευνητής 

Κώστας Κωνσταντάτος, μουσικός, εικαστικός

Δρ. Μαρία Παπαδήμα, μεταφράστρια, μεταφρασεολόγος 

Κώστας Φέρρης, σκηνοθέτης, σεναριογράφος

Μπορείτε να δείτε τα βιογραφικά των συγγραφέων ΕΔΩ

Την εκδήλωση συντονίζει η συγγραφέας, μεταφράστρια λογοτεχνίας και Διευθύντρια του Κ.Ελ.Α.Λ.Π., κα. Πέρσα Κουμούτση.




Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά με παράλληλη μετάφραση σε δύο γλώσσες από τους Δρ. Χάλεντ Ραούφ και Πέρσα Κουμούτση. Θα προβληθεί οπτικό υλικό.


Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Gustave Flaubert, "Μαντάμ Μποβαρύ"



Μετάφραση: Μπάμπης Λυκούδης, 

εκδόσεις Εξάντας, 1989

Το 1857 η «Μαντάμ Μποβαρύ» διώκεται για προσβολή της δημόσιας ηθικής. Τελικά το μυθιστόρημα αθωώνεται και γνωρίζει μεγάλη αναγνωστική επιτυχία. Αλίμονο για τους φύλακες των ηθών: η «Μαντάμ Μποβαρύ» παραμένει ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα της γαλλικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Λίγα χρόνια μετά το θάνατο του μεγάλου ρεαλιστή Μπαλζάκ, η «Μαντάμ Μποβαρύ» προσπάθησε να αποτινάξει τα δεσμά του ασφυκτικού ρεαλισμού, διατηρώντας όμως τα βασικά χαρακτηριστικά του. Ο Ντανίλο Κις γράφει: «Με τον Φλωμπέρ αρχίζει η εποχή της «παρακμής»... Η λογοτεχνία της «παρακμής» που γεννήθηκε μαζί του εξακολούθησε να υπάρχει, ιδού, από τον Φλωμπέρ μέσω του Τζόυς, έως τις μέρες μας» (Homo poeticus, Scripta, 2011). H “Μαντάμ Μποβαρύ” γίνεται προάγγελος των μοντερνιστών, του Τόμας Μαν, της Βιρτζίνια Γουλφ, του Μαρσέλ Προυστ αλλά και μιας ολόκληρης παράδοσης της σύγχρονης γαλλικής λογοτεχνίας, ενώ η επιρροή της συναντάται σε άπειρα έργα νεοτέρων όπως του Τζούλιαν Μπαρνς, του Μάριο Βάργκας Γιόσα, του Ναμπόκοφ.
Βασικό θέμα της ιστορίας του Φλωμπέρ είναι η μοιχεία. Ο γάμος και η μοιχεία κυριάρχησαν θεματικά στη διαμόρφωση του δυτικού μυθιστορήματος. Πάντως η ιστορία της Έμμας Μποβαρύ παραμένει η πιο διάσημη μοιχεία στη λογοτεχνία.
Ο Φλωμπέρ ξεχωρίζει με τον τρόπο που χτίζει τις μικρές αφηγήσεις του, με τον τρόπο που αλλάζει συνεχώς οπτική γωνία, με το μαύρο χιούμορ, τις υπόγειες σαρκαστικές ανατροπές και φυσικά με το μοναδικό τρόπο που αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο.
Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ γεννήθηκε το 1821 στη Ρουέν, ο πατέρας του ήταν χειρούργος όμως ο γιος αποφάσισε από νωρίς να ασχοληθεί με το γράψιμο. Έζησε στη Νορμανδία, ταξίδεψε στο Παρίσι, στην Αίγυπτο, στη Μέση Ανατολή και στη Μεσόγειο. Δεν παντρεύτηκε ποτέ και παρέμεινε κοντά στη μητέρα του. Διατηρούσε μια μακροχρόνια σχέση με την Λουίζ Κολέτ, έντεκα χρόνια μεγαλύτερή του και επίσης συγγραφέα, η οποία και διέσωσε τα εξαιρετικά του γράμματα.
Η «Μαντάμ Μποβαρύ» γράφτηκε μετά τον «Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου». Ο άγριος εξωτισμός του και ο βαρύγδουπος λυρισμός ανάγκασαν τους φίλους του συγγραφέα, στους οποίους επί τέσσερις μέρες διάβαζε το χειρόγραφό του, να του προτείνουν να στραφεί σε πιο καθημερινά θέματα. Έγραψε τη Μαντάμ Μποβαρύ ανάμεσα στο 1851 και το 1856. Ζορίστηκε, απομονώθηκε, σε έξι μήνες έβγαλε μόνον 25 σελίδες. Υπέφερε μαζί με τους ήρωές του. Όταν στο φινάλε η Έμμα δηλητηριάζεται, εκείνος υπέφερε από στομαχόπονους, ομολογώντας ότι σιχάθηκε τους αστούς χαρακτήρες του που τον κρατούσαν κλεισμένο στον κόσμο που εκείνος άλλωστε είχε επιλέξει.

Ο Φλωμπέρ γεννήθηκε στην αυγή της βιομηχανικής εποχής. Πίστευε ότι η λογοτεχνία μπορούσε να βοηθήσει στη γνώση του ανθρώπου όπως οι φυσικές, οι οικονομικές και άλλες επιστήμες. Είναι η εποχή του Δαρβίνου της Καταγωγής των Ειδών και άλλων ιδεών. Όταν ο Φλωμπέρ αναλαμβάνει να γράψει την Μαντάμ Μποβαρύ, το Κομμουνιστικό Μανιφέστο είχε ήδη δημοσιευτεί. «Πριν απ’ όλα βρισκόμαστε σε έναν ιστορικό αιώνα», γράφει.

Ένας δυστυχισμένος γάμος

Στη Μαντάμ Μποβαρύ περιγράφει τη μελαγχολική ιστορία ενός δυστυχισμένου γάμου ανάμεσα στον αγροτικό γιατρό Σαρλ Μποβαρύ και την σύζυγό του, την Έμμα. Ο γιατρός Σαρλ εργαζόταν σε ένα μικρό τόπο, στο Τοστ. Ένα βράδυ τον καλούν στο αγρόκτημα του κυρίου Ρουό, όπου ο Σαρλ ξεχώρισε την όμορφη κόρη του. Εκείνη βαριόταν στο αγρόκτημα με τις αυξημένες ευθύνες. Ο Σαρλ θα αρχίσει τις τακτικές επισκέψεις και, όταν θα χηρέψει, θα της κάνει πρόταση γάμου.
Ατάραχος και βραδύνους ο Σαρλ, ολοζώντανη και συναισθηματική η Έμμα. Τα διαβάσματά της, με ιστορικά και λογοτεχνικά μυθιστορήματα, τροφοδοτούν μέσα της ένα πάθος για ζωή γεμάτη επιθυμίες. Όμως ο κόσμος γύρω της στο Τοστ και αργότερα στη Γιονβίλ πολύ λίγα έχουν να της προσφέρουν. Είναι πια η κυρία ενός άλλου, χάνει την ατομική της ταυτότητα.
Η ‘Εμμα πλήττει, πλήττει αδιάκοπα. Όταν βρεθεί στον πύργο ενός αριστοκράτη μένει έκθαμβη και ονειροπολεί τη λαμπερή εκείνη βραδιά. Η Έμμα όχι μόνον βαριέται αλλά και υποφέρει σωματικά. Όταν, με συμβουλή του γιατρού καταφεύγει στη κοντινή Γιονβίλ, αισθάνεται αισιόδοξη. Εκεί ο φαρμακοποιός Ομέ και ο φοιτητής Λεόν θα παίξουν βασικό ρόλο στη ζωή της. Εδώ θα γεννήσει κι ένα κορίτσι. Στο σπίτι της συχνάζει ο Λεόν που φανερά την επιθυμεί και αυτό την συνταράζει.
Μετά το ανούσιο φλερτ με τον Λεόν, θα πέσει θύμα του γόητα Ροδόλφου Μπουλανζέ του οποίου ο πομπώδης λόγος και ο θεατρινισμός κατορθώνουν άμεσα να πετύχουν το στόχο του. Αναμφίβολα ο Ροδόλφος για την Έμμα δεν είναι παρά μια ενσάρκωση των ρομαντικών φαντασιώσεών της, ένας χαρακτήρας που έβγαινε από τις αφηγήσεις με τις οποίες ταυτιζόταν. Τον παροτρύνει να βρει μια λύση για τη σχέση τους. Όμως ο Ροδόλφος, αντιλαμβανόμενος την υστερία της, φεύγει ενώ εκείνη καταρρέει και ανεβάζει για μέρες πυρετό.
Αναρρώνοντας βρίσκει πιο άρρωστη την πραγματικότητα. Τα χρέη της είναι πολλά και ο Σαρλ καταφεύγει στην τοκογλυφία. Όταν θα ξαναβρεί τον Λεόν θα απαιτεί συνεχώς από τον πτυχιούχο δικηγόρο, όχι μόνον ερωτικά αλλά και οικονομικά, κάτι πέρα από τις δυνάμεις του. Τελικά αυτός παντρεύεται μιαν άλλη.

Η μονοτονία της απιστίας

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, ο Φλωμπέρ γίνεται πιο τολμηρός: η ερωτική σκηνή με τον Λεόν μέσα στην άμαξα, όπως αποτυπώνεται στην αγωνία του αμαξά και την εξοντωτική κούρσα, είναι έξοχη. Αυτή η σκηνή λογοκρίθηκε και χρησιμοποιήθηκε στη δίκη του βιβλίου. Δεν εξόργιζε η σεξουαλικότητα αλλά το γεγονός ότι η Έμμα πουθενά δεν εκφράζει μεταμέλεια ή ντροπή για την απιστία της. Αυτό που την οδηγεί στην αυτοκτονία είναι η οικονομική κατάρρευση, οι υπερχρεωμένες πιστωτικές κάρτες της. Να ένα ακόμη στοιχείο σύγχρονο. Και κάτι διαχρονικό: η απιστία είναι το ίδιο μονότονη όσο κι ο γάμος που απειλείται. «Η Έμμα ξανάβρισκε στη μοιχεία όλες τις ανίες του έρωτα».
Τα χρέη την αναγκάζουν να πουλήσει τα πάντα. Ρακένδυτη, κλεισμένη, σε πυρετική κατάσταση, αρνιόταν να μιλήσει. Έρχεται η κατάσχεση, οι εξευτελιστικές της προσπάθειες να βρει δανεικά χωρίς ανταπόκριση. Θα αυτοκτονήσει. Το βασανιστικό ξεψύχισμα, εμπεδώνει την άποψη ότι η ιστορία της Μαντάμ Μποβαρύ είναι το τελευταίο μυθιστόρημα που θα αποκαλούσαμε μια ρομαντική ερωτική ιστορία. Άφηνε τους άλλους στη μέτρια ζωή τους, απαλλασσόταν από το φρικτό κυνισμό που τον συνάντησε ακόμα και σε όσους είχε ερωτευτεί. Ήταν μόλις είκοσι έξι χρονών.
Η «Μαντάμ Μποβαρύ» είναι μια ιστορία που σου αφήνει μια πικρή γεύση, θα προτιμούσες να είχε σωθεί αυτή η άπληστη και ανικανοποίητη γυναίκα. Όμως η ιστορία του Φλωμπέρ μας εισάγει τον επόμενο αιώνα του μυθιστορήματος γιατί αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά της καθημερινότητας και των μικρών ηρώων θα κυριαρχήσουν στη μοντέρνα γραφή όπου το γέλιο, η ειρωνεία και ο φόβος θα συντρέχουν τις ζωές των ανθρώπων. Μια ηρωίδα που φοβήθηκε μην δεν αγαπηθεί, που δεν είχε τις αντοχές να αντισταθεί στις απαιτήσεις της εποχής της, που έπληττε η ίδια αλλά δεν άφησε ποτέ τον αναγνώστη να πλήξει.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης (c) 6/09/20


Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021

100 χρόνια PEN, αγώνες για την ελευθερία του λόγου

Ένα κείμενο της DW με αφορμή την ίδρυση PΕΝ στην Ελλάδα:

PEN celebrates 100 years of fighting for freedom of speech

The writers association has long championed human rights, whether in Belarus or Nazi Germany. A new publication commemorates the 100 years since its founding on October 5, 1921.

    
A typewriter on a table

For the last 100 years, PEN has been championing freedom of speech

Suppressing freedom of expression of the written word has been a hallmark of numerous regimes throughout history — whether in countries such as China, Turkey and Iran today or the Soviet Union or Nazi Germany in the past. Writers often face persecution, imprisonment and even death in such countries.

One organization has notably made it part of its mission to provide support for such freedom fighters. Celebrating its 100th anniversary on Tuesday, the writers association PEN International has been providing a safe haven for persecuted authors and championing literary freedom for a century.

"One hundred years of PEN is an occasion to celebrate, as well as to pause, to remember and to mourn," Regula Venske, the president of the German PEN Center, told DW.

The fact that writers are still persecuted worldwide means that support is needed now more than ever. "The word is the weapon that rulers in authoritarian regimes around the world fear most," Venske said. "The first to be arrested are always the writers and journalists." Many brave women and men have supported human rights and paid with their lives, she points out.

A portrait of Regula Venske at a microphone, smiling.

President of the German PEN association Regula Venske

In Germany, where the situation is more peaceful, Venske said, literature has slipped somewhat into the entertainment realm and is an after-work pastime. However, she points out that "the written word is elemental to supporting freedom, truth and human coexistence, in general. That's what it's all about."

A chart that shows the number of attacks on writers based on the country.

This chart shows attacks on writers in 2018, compiled by PEN

Humble beginnings

PEN stands for "Poets, Playwrights, Essayists, Editors, Novelists." It was founded in England in 1921, as a literary circle of friends.

One of the primary organizers was English writer Catherine Amy Dawson Scott, who gathered 40 like-minded people for a founding dinner in a London restaurant on October 5, 1921. During the meal, PEN's first president, John Galsworthy, made a toast in which he said that writers saw themselves as the "trustees of human nature," but that literary culture must stay out of politics. It was the only way, he argued, that PEN could secure its independence.

Within a year, new PEN centers sprang up in Paris, New York, Brussels, Oslo, Barcelona and Stockholm.

By the end of the decade, PEN had more than 40 clubs with over 3,000 members in Africa, Asia, Europe, Oceania, South and North America. The London club acted as a hub, while international conferences were held in different locations around the world. A monthly newsletter provided information about the latest happenings.

A black and white portrait of Ernst Toller.

Jewish-German writer Ernst Toller was among those who encouraged PEN to stand up to the Nazis

PEN against the Nazis

By the mid-1930s, PEN had grown far beyond the borders of Europe and included centers in Johannesburg and Cape Town, Tel Aviv, Buenos Aires, Beijing, La Paz, Baghdad and Tokyo, among other locations. A non-territorial Yiddish PEN emerged with centers in New York, Warsaw and Vilnius.

In its "Appeal to All Governments," PEN first called on rulers in 1931 to respect the "rights of authors imprisoned for religious or political reasons." Further appeals followed, and they were increasingly political in nature.

When the National Socialists took power in Germany, PEN took a stand, triggered by the increasingly harsh persecution of writers, and the censorship and burning of books. At the PEN congress in Dubrovnik, Croatia, in May 1933, Jewish author Ernst Toller, by then living in exile, took the floor and spoke about the consequences of Nazi rule.

A sign reading Free Oleg Sentzov is seen, with people demonstrating in the background.

PEN organized a 2017 protest in Berlin for filmmaker Oleg Sentzov who was imprisoned in Russia

He mentioned the names of 60 writers whose books had been burned in Berlin two weeks earlier. "Millions of people in Germany are not allowed to speak freely and write freely," Toller said. "The gentlemen invoke the great German spirits," he said, referring to famous German authors used by the Nazis for their propaganda purposes. "But how are the intellectual demands of Goethe, Schiller, Kleist, Herder, Wieland and Lessing compatible with the persecution of millions of people?" he continued.

"Let us not deceive ourselves," Toller said. "These politicians only tolerate us, then persecute us when we become inconvenient. The voice of truth has never been comfortable."

A black and white portrait of Erich Kästner smoking and holding a newspaper.

The PEN association has a long history in Germany, where writer Erich Kästner was a former PEN Germany president

A global reach

With the Canby Resolution of (1933), PEN condemned "persecution on the grounds of racial prejudice," while the so-called "Raymond Resolution" of 1934 demanded the right to freedom of expression for all exiled authors. In 1948, PEN created a charter with clear goals analogous to the Universal Declaration of Human Rights. "Literature knows no frontiers" it states, "and must remain common currency among people in spite of political or international upheavals."

The protection of freedom of art and of expression around the word are still the most important demands of the PEN Charter today.

In the meantime, PEN has become the world's largest literary network, with locations in more than 100 countries. It is still considered to be one of the most important human rights organizations working internationally.

Notable writers PEN has championed include Federico Garcia LorcaStefan ZweigWole SoyinkaSalman RushdieNgugi wa Thiong'oAnna PolitkovskayaHrant Dink and Svetlana Alexievich.

Svetlana Alexievic smiles as she walks through a door.

Belarusian author Svetlana Alexievich is among the authors PEN has assisted

Today, PEN maintains several committees for its work. The Writers in Prison committee, for example, campaigns for the release of persecuted authors, publishers, editors, illustrators and journalists. The Writers in Exile scholarship program supports writers who are persecuted in their home countries.

An informative publication about the eventful history of PEN was published in Germany, as well as in several other countries, just in time for the organisation's 100th anniversary.

Titled "Pen International: An Illustrated History,"the bookcontains previously unpublished material and includes photos, notes and manuscripts.

"The freedom of the word is not something you fight for once to win forever," the book quotes German writer Juli Zeh. "It is an eternal struggle for the foundations of human togetherness. What task could be more honorable for us writers!"

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2021

Χορεύοντας στη μεθόριο

Του Γιάννη Μπαλαμπανίδη*


Είναι εκείνη η ευτυχής αναγνωστική σύμπτωση να διαβάζεις το ένα μετά το άλλο, όχι προσχεδιασμένα, δύο βιβλία διαφορετικά μεταξύ τους, γραμμένα σε άλλο ύφος, από διαφορετικούς συγγραφείς και δη άλλης εθνικότητας, κι όμως αυτή η (συν)ανάγνωση να δημιουργεί την πολυπρισματική εικόνα μιας ολόκληρης εποχής. Συνέβη και σε μένα πρόσφατα, διαβάζοντας τη Ζωή μεθόρια του Θεόδωρου Γρηγοριάδη (Πατάκης, 2015) και το Όλοι θέλουν να χορεύουν του Alberto Garlini (Πόλις, 2021, στη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, που δεν έχει ανάγκη τον δικό μου έπαινο).

Γραμμένο σε ύφος συγκρατημένου ρεαλισμού το πρώτο, ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και στη Θράκη· το δεύτερο ξεκινάει στην Εμίλια-Ρομάνια για να εξακτινωθεί, με ένα μείγμα ρεαλισμού και λυρικής έξαρσης, σε όλη την Ευρώπη και πέρα από τον Ατλαντικό. Ένα κοινό νήμα τα συνδέει. Δύο διαφορετικές, αλλά κάπως συμπληρωματικές, καταβυθίσεις στη δεκαετία του 1980, η οποία φανερά διαμόρφωσε τους συγγραφείς τους. Περισσότερο εσωστρεφής και ερμητική η ελληνική εκδοχή, του Θεόδωρου Γρηγοριάδη: τα σκοτεινά μπαρ της Θεσσαλονίκης, η παραμεθόριος της Θράκης, οι Joy Division, θορυβώδης σοσιαλισμός και εξατομικευμένη μελαγχολία. Η ιταλική, πάλι, του Alberto Garlini, κοσμοπολίτικη και φρενήρης, λυρική και ντεκαντάνς όπως η ντίσκο και τα κλαμπ της Ιμπίθα, με την υπερχειλίζουσα σεξουαλικότητα και τον κομφορμισμό που ήρθε μαζί με την απομάγευση των 70s και το φόβο του AIDS. Όλα στοιχεία για τη δεκαετία του ’80, λαμπερή και σκοτεινή μαζί, η οποία προετοίμασε τον κυνισμό και τις ευαισθησίες της δεκαετίας του ’90, της δεκαετίας δηλαδή που διαμόρφωσε τη δική μας γενιά και περιμένει τα δικά της αφηγήματα.

Θα έμπαινε κανείς στον πειρασμό να αναζητήσει παράλληλες πορείες. Στην πραγματικότητα, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Η Ιταλία έζησε στην ώρα της την έκρηξη του 1968, τον πολιτικό ριζοσπαστισμό και τον πολιτισμικό εκσυγχρονισμό (όπως το δημοψήφισμα του 1974 για το διαζύγιο, μια μεγάλη ήττα για τον συντηρητισμό και την παντοδύναμη Καθολική Εκκλησία). Μια δεκαετία έντασης, που όχι άδικα ονομάστηκε «μολυβένια χρόνια»: τρομοκρατία, παρακρατικές νεοφασιστικές οργανώσεις, αλλά και στιβαρό εργατικό κίνημα, μετα-υλιστικές αξίες και η ευγενής φιγούρα του Μπερλινγκουέρ. Μπαίνοντας στη δεκαετία του 1980, η απομάγευση προχωρά με ταχείς ρυθμούς. Το εναρκτήριο γεγονός του βιβλίου, η δολοφονία του ομοφυλόφιλου Παζολίνι, σημαίνει το τέλος μιας εποχής και την αβέβαιη έναρξη μιας άλλης: η Ιταλία γίνεται κυνική, το PCI μπαίνει σε τροχιά παρακμής, η «αρχαία σκουριά» της Χριστιανοδημοκρατίας συνεχίζει στον αυτόματο, η ηδονή εξατομικεύεται παρά τη συλλογική παράκρουση της ντίσκο· η βουή των πλησιαζόντων γεγονότων ακούγεται, η αντι-πολιτική των 90s, ο μπερλουσκονισμός, η φτήνεια της ιδιωτικής τηλεόρασης, είναι ήδη εδώ. Από την άλλη, η Ελλάδα καταλήγει σε κάτι όχι πολύ διαφορετικό, έχοντας προηγουμένως ζήσει τον σοσιαλιστικό μύθο της, τα χρόνια της απελευθέρωσης με διαφορά φάσης, λόγω χούντας και όπως συχνά συμβαίνει στην ιστορία της - παρόντα όλα αυτά, αν και κάπως πιο υπόκωφα, και στο βορειοανατολικό άκρο της χώρας. Στροβιλίζεται στον αστερισμό του λαϊκισμού αλλά και του εκδημοκρατισμού, στην πόλωση και την υπερπολιτικοποίηση, στην εποχή των συλλογικών ταυτοτήτων που μετά βίας κρύβουν την εξατομίκευση ή την ιδιωτικοποίηση των πνευμάτων που γρήγορα θα έρθει, για το καλό ή το κακό.

Όμοιες ή διαφορετικές, οι δύο χώρες, τα δύο βιβλία εν προκειμένω, έχουν στο βάθος τους κάτι κοινό: μια κρίση εποχής. Η δεκαετία του ’80 είναι η απαρχή μιας μετάβασης που συνεχίζεται ακόμη. Τα «ένδοξα», και καλά τακτοποιημένα, τριάντα μεταπολεμικά χρόνια της υλικής ασφάλειας και των αξιακών ριζοσπαστισμών τελειώνουν, και τα απενοχοποιημένα 90s δεν έχουν έρθει ακόμη. Στην αυγή του 1980, η Ρώμη, όπως θαυμάσια την περιγράφει ο Garlini, «είναι πανκ, χίπηδες, μαστουρωμένοι, ρομαντικοί εστέτ, πιστοί του κάρμα, ναρκομανείς, τσόλια. Η ιταλική νεολαία». Ένα παράδοξο και ετερόκλητο συλλογικό υποκείμενο που αναμειγνύει τους ρομαντισμούς και τις ριζοσπαστικότητες των προηγούμενων δεκαετιών με τις υποκουλτούρες που αναδύονται ζητώντας αναγνώριση. Η πρόκληση στον κατεστημένο συντηρητισμό των ηθών λειτουργεί ακόμη, αλλά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας αυτά τα νεανικά σώματα θα έχουν αναλωθεί, ο κομφορμισμός θα τα έχει υποτάξει. Μια δεκαετία που ξεκινά με δημοσιεύματα περιοδικών που περιγράφουν πώς «όλοι θέλουν να χορεύουν» στον φρενήρη ρυθμό της ντίσκο, 122-144 χτύποι το λεπτό, σαν ταχυκαρδία, και τελειώνει σε ένα μέρος ανοίκειο και απόκοσμο όπως η ντίσκο 2000GR, ένα ημιυπόγειο κάπου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, με όνομα σαν υπόσχεση του μέλλοντος, που όμως μυρίζει μούχλα.

Η Ζωή, που τα παρατάει όλα για να πάει να διδάξει στην άκρη του κόσμου, στη Θράκη, και οι νεαροί του Garlini, που ξοδεύονται στις γωνιές του πλανήτη, λένε την ίδια ιστορία. Το πέρασμα μιας νιότης που ήθελε να είναι ανυπότακτη στην πραγματική ενηλικίωση, διασχίζοντας μια δεκαετία no man’s land· μια εποχή όπου το άτομο, με το σώμα του, αναδύεται διεκδικώντας τα δικαιώματά του και ταυτόχρονα χάνεται σε μια ακόμη «επαναφορά εις την τάξη». Οι εξαιρέσεις διαρρηγνύουν τις μεγάλες ταυτότητες και αφηγήσεις, την ίδια στιγμή που χωνεύονται σε μια συνθήκη χωρίς τίποτα το εξαιρετικό. Όπως το λέει κάπου ένας από τους ήρωες του Garlini, «η δεκαετία του ογδόντα είναι μια εξαίρεση και δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο για να αισθανθείς εξαιρετικός από έναν τόπο τελείως κανονικό, ολόιδιο με τόσα άλλα ανώνυμα μέρη». Η κοσμοπολιτική περιδίνιση των πρωταγωνιστών του προοιωνίζεται την εκ των προτέρων υπονομευμένη υπόσχεση για ένα μέλλον ελευθερίας χωρίς όρια, με τον ίδιο τρόπο που η μεθόριος της Θράκης είναι κι αυτή μια μετωνυμία, το μέρος όπου «είναι όλα ανοιχτά και περιφραγμένα μαζί». Τα δύο βιβλία περιγράφουν, ίσως, τη διαβατήρια τελετή προς μια νέα εποχή, στην οποία ξοδεύτηκε η νιότη μιας επόμενης γενιάς.


* Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης είναι πολιτικός επιστήμονας

ΑΥΓΗ αναγνώσεις, 24/10/21