Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2022

Η Μικέλα Χαρτουλάρη παρουσιάζει τη "Νοσταλγία της απώλειας"

Θεόδωρος Γρηγοριάδης «Η νοσταλγία της απώλειας», εκδόσεις Πατάκη, 2022

Μέσα από τη ζηλευτή στήλη «Κλασικοί live», το κοινό της Εποχής παρακολουθεί τη βαθιά βιβλιοφιλική πλευρά του βραβευμένου Βορειοελλαδίτη Θεόδωρου Γρηγοριάδη, και το ανήσυχο βλέμμα του. Αυτό χαρακτηρίζει και την πεζογραφία του που αναδεικνύει και αναστοχάζεται την πληθυντική ταυτότητα. Το 18ο βιβλίο του συνιστά μια πρόταση αυτομυθοπλασίας με βιωμένες ιστορίες που λειτουργούν σαν ηλεκτρικές εκκενώσεις.

 Ο Στάθης, ο Μπίλλυ και ο αρχειοθέτης. Στα είκοσι-εικοσιπέντε εκείνοι, λίγο μικρότερος από τον πατέρα τους αυτός, ο αφηγητής. Συναντιούνταν στο χωριό, κοντά στην πόλη με το παράρτημα των Γενικών Αρχείων του Κράτους. «Τα είχανε βρει και οι τρεις τους. Κανένα πρόβλημα, το διασκέδαζαν τα αδέλφια. Είχε και την πλάκα του γιατί ο μικρός υπερείχε σε ορισμένα σημεία.» Κρατούσαν με τον πατέρα τους ένα θερμοκήπιο και κατέβαιναν στην πόλη να πουλήσουν την παραγωγή τους στη λαϊκή. Πετιόταν εκείνος από το γραφείο να αγοράσει λαχανικά. Τώρα αντιλαμβανόταν ότι δεν θα ξανάβλεπε τον Μπίλλυ, ούτε μόνον ούτε με τον αδελφό του. «Στον επαρχιακό δρόμο Σερρών-Νιγρίτας, λόγω κακοκαιρίας…». Ένα μονόστηλο στον αθηναϊκό Τύπο του 2001. Ο αφηγητής βρήκε τον Στάθη βαρύ κι ασήκωτο στην πλατεία. Θα φύγει, τον πήραν μόνιμο δεσμοφύλακα, θα παντρευτεί, «ίσως έτσι ξεχάσω». Γυρνούσαν, λέει, νύχτα από ένα γάμο στις Σέρρες, την είχαν πέσει σε κάτι γκόμενες, ήπιαν αλλά δεν μέθυσαν, είχε αστραπές, ένα τρομαγμένο άλογο πετάχτηκε στο αυτοκίνητο, έκανε μανούβρα και ντεραπάρισαν στο οικόπεδο με το μαρμαράδικο. Πέρασε ο αρχειοθέτης από εκεί, να μάθει. Τρέξαν οι άνθρωποι να σώσουν τα παιδιά, δεν είχαν μάτια για κανένα άλογο.

Δυο αδέλφια δεμένα μεταξύ τους, ένα μυστικό, ένα χωριό με παλιά «τουρκόσπιτα», μια μαγκιά, ένας αδόκητος θάνατος, οι τύψεις, ο αποδιοπομπαίος τράγος, η διαχείριση του ψέματος. Με αυτή την πρώτη ύλη ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης κτίζει «Το άλογο», μια από τις τριανταμία συνεκτικές «Διηγήσεις» στη Νοσταλγία της απώλειας. Αυτό το καινούργιο βιβλίο του, από τα καλύτερά του, διαβάζεται σαν μυθιστόρημα και στρέφει την προσοχή μας σε όσα βρίσκονται πίσω και πέρα από τα προφανή, και μένουν ανομολόγητα, αθέατα, αποσιωπημένα, αδικαίωτα ή περιφρονημένα, παραποιημένα ή αδιάφορα, κι όμως όλα τους κρίσιμα για το ψυχικό τοπίο, για τα συναισθήματα, για τη στάση ζωής και εντέλει για τη μοίρα, των ηρώων. Το κλειδί τους, κρυμμένο μαστόρικα σε δυο-τρεις λιτές φράσεις σε κάθε διήγηση, βρίσκεται στη σχέση μας με το Άλλο και φιλτράρεται μέσα από τις εμπειρίες του συγγραφέα από τα τέλη του ’70 μέχρι σήμερα. Στο Άλογο, τρία χρόνια μετά το ατύχημα ο αφηγητής ζει στη Θεσσαλονίκη όταν συμβαίνει ένα βίαιο περιστατικό στις φυλακές Νιγρίτας. Μεταφέρεται εκεί ένας διαβόητος αλβανός βαρυποινίτης. Οι φρουροί –μεταξύ τους ο Στάθης, πατέρας πια ενός μωρού– θα τον ξυλοφορτώσουν μέχρι θανάτου και θα απολυθούν γι αυτό. Όπως ειπώθηκε, «και αφηνιασμένο άλογο να ήταν, δεν το χτυπούσες έτσι».

Η Νοσταλγία της απώλεια, χωρισμένη σε τρεις κύκλους «διηγήσεων» που αλληλοσυμπληρώνονται, είναι το πιο αυτοβιογραφικό και αυτομυθοπλαστικό έργο του Γρηγοριάδη (γ. 1956), ή μάλλον μετα-αυτομυθοπλαστικό χωρίς εσωστρέφεια, χωρίς ναρκισσισμό. Ένα έργο που απογειώνει την τέχνη του υπαινιγμού, άρα και την ενεργητική ανάγνωση, και αγκιστρώνει όποιον/αν το διαβάζει με τον τόνο της προσωπικής συζήτησης που ο συγγραφέας χειρίζεται αριστοτεχνικά, ενόσω εμφανίζεται σε κάθε διήγηση είτε ως σκηνοθέτης είτε ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής.

Από τη Θράκη στον Νέο Κόσμο

Είναι ένας «story teller» ο Γρηγοριάδης, ταξιδεμένος, που γράφει για όσα παρατηρεί και διαισθάνεται επειδή εμπλέκεται σ’ αυτά. Ενώ δεν σηκώνει παντιέρα, όλα του τα βιβλία έχουν μια υπόγεια πολιτική εγρήγορση και μια γενναιότητα απέναντι στην περιρρέουσα κοινωνική πραγματικότητα, καθώς θίγουν θέματα αιχμής, πάντα προχωρώντας πέρα από τα εσκαμμένα, πάντα εμβαθύνοντας στην πληθυντική ταυτότητα, πάντα μιλώντας μέσα από την πολυχρωμία του κόσμου, την τόσο υπονομευμένη και συκοφαντημένη. Γι’ αυτό, έχουν ειδικό βάρος οι τόποι αναφοράς των «διηγήσεών» του, οι οποίοι με έναν αιώνα διαφορά γέμισαν πρόσφυγες από την Ανατολή. Είναι η Θράκη με τα ζωντανά ίχνη του μουσουλμανικού στοιχείου, όπου και το Παλαιοχώρι Παγγαίου, χωριό δίγλωσσο ως το 1923, γενέτειρα του συγγραφέα, που εκεί πήρε Απολυτήριο, γνώρισε με τα καπνά την αγροτική ζωή, και δίδαξε Πομάκους. Από την άλλη, είναι ο Νέος Κόσμος με τους Αλβανούς μετανάστες και τους Ρωσοπόντιους παλιότερα, και από το 2015 με τους Σύρους και τους Κούρδους, που περιμένοντας να φύγουν στα δυτικά, βιώνουν συνθήκες εξαθλίωσης με προσωρινές άδειες παραμονής …ή και χωρίς. Πέντε από τις πιο δυνατές αλλά και φωτεινές διηγήσεις τούς παρακολουθούν ως πρωταγωνιστές, μας ξεβολεύουν και μας γοητεύουν. Ευτυχώς χωρίς «βρώμικο ρεαλισμό» ούτε περιττό λυρισμό. Είναι: «Το ελάχιστο κενό», «Τα γλυκά τα ανατολίτικα», «Café Zoei», «Η Τζούλια της οδού Ρενέ Πυώ» και «Παρθένα για τη Σουηδία».

Ο Γρηγοριάδης έκανε δυο «ιδιαίτερες χειρονομίες σεβασμού» με τούτο το βιβλίο: για πρώτη φορά υπονοεί ότι είχε σχέσεις φιλικές έως προσωπικές με δύο «ξένους». «Συγκατοικούσα μάλιστα επί τρία χρόνια με έναν Κούρδο παράνομο, που ζει σήμερα με την οικογένειά του στη Φινλανδία», λέει στην Εποχή. «Αυτές τις πληροφορίες δεν τις κάνω σημαία αλτρουϊσμού ή αγωνιστικότητας, ούτε στρέφω τον φακό στα προσωπικά μου. Με ενδιαφέρει πώς κτίζεται η σχέση αυτών των ανθρώπων μαζί μας και πόσο μπορούν να αφομοιωθούν στην κοινωνία μας. Εγώ πάντως δεν τους προσπέρασα».

Ατμόσφαιρα μη συμμόρφωσης

Υπάρχει μια ατμόσφαιρα μη συμμόρφωσης σε όλες τις διηγήσεις είτε ο συγγραφέας κτίζει ένα παραλίγο θρίλερ γύρω από τη δεύτερη ζωή των λογοτεχνικών έργων στο μυαλό των αναγνωστών/στριών («Φίβλιος»), είτε παραδέχεται την αμηχανία του Συλλόγου Καθηγητών Μέσης Εκπαίδευσης όπου συμμετείχε, μπροστά στον ανομολόγητο έρωτα ενός μαθητή για μια συμμαθήτρια-αστέρι στα μαθήματα που παντρεύεται στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Έναν έρωτα με τραγική κατάληξη, που φανέρωσε την αδυναμία του εκπαιδευτικού συστήματος να ακούσει τις αγωνίες των παιδιών («Διαγωγή κοσμία»). Και φυσικά, δεν συμμορφώνεται στη διαδεδομένη λογική της κλειδαρότρυπας ούτε όταν αναπτύσσει τη διαδικασία μετασχηματισμού της αληθινής ζωής σε λογοτεχνία, σκαλίζοντας (στην εξαιρετική «Δωρεά») τις ιδιωτικές ιστορίες της νεανικής παρέας του που εγκιβωτίζονται η μία στην άλλη. Δεν είναι τυχαίο ότι η Νοσταλγία της απώλειας γράφηκε μέσα στη καραντίνα του 2020-2021, ως «μια χειρονομία αντίστασης απέναντι σε μια κατάσταση καταπίεσης –που δεν την κατονομάζω– με απίστευτες απαγορεύσεις και φρικτές κυρώσεις, τις οποίες φρόντισαν να εκμεταλλευτούν οι κυβερνήτες μας».

Οι μισές από τις διηγήσεις στο βιβλίο του θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «γκέι», όμως ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί τον όρο, παρότι ο ομοερωτισμός είναι παρών στα περισσότερα έργα του. «Αυτή τη στιγμή κυριαρχεί διεθνώς μια τάση, οι γκέι συγγραφείς να προβάλλουν τη δύσκολη πλευρά της ζωής τους, την κακοποιητική, που αντιμετωπίζει την ομοφυλοφιλία ως ενοχή. Ίσως θεωρούν πως έτσι θα αιχμαλωτίσουν το κοινό. Εγώ ούτε ηρωοποίησα ούτε ξεπούλησα ποτέ την όποια διαφορετικότητα. Για μένα η "διαφορετικότητα" δεν υπάρχει ως τέτοια, ούτε αισθάνομαι "διαφορετικός". Πάντα οι άνθρωποι έχουμε ιδιαιτερότητες, αρκεί να μην βλάπτουμε τους άλλους».

Δεν τα φοβήθηκε ποτέ τα «δύσκολα» ο Γρηγοριάδης. Καθηγητής αγγλικών στη Μέση Εκπαίδευση, αποσπασμένος στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Σερρών, είχε φέρει έναν παρενδυτικό στο κέντρο της λογοτεχνικής σκηνής, ήδη το 2001. Ήταν το «Παρτάλι», μυθιστόρημα που σήμερα είναι αντικείμενο μεταπτυχιακού στο ΑΠΘ, μαζί με την «Καινούργια πόλη» (2017) και τη «Ζωή μεθόρια» (2015) που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος.


 

Η ΕΠΟΧΗ, η εποχή των βιβλίων, 2 Οκτωβρίου 2022


Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022

Κριτική για την "Νοσταλγία της απώλειας" στο ΒΗΜΑ.

Στο "Βήμα" της Κυριακής o κριτικός λογοτεχνίας Βαγγέλης Χατζηβασιλείου γράφει για την πρόσφατη συλλογή διηγήσεων "Η νοσταλγία της απώλειας" που κυκλοφόρησε τον Μάιο από τις εκδόσεις Πατάκη.


"Εξ όνυχος τον λέοντα"

"Τα διηγήματα της συλλογής του Θεόδωρου Γρηγοριάδη αρθρώνονται με εσκεμμένα ελλειπτικό τρόπο επιδιώκοντας να δείξουν τι ακριβώς συμβαίνει με μια ιστορία όταν μετατρέπεται σε λογοτεχνία".

Με κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία, τα οποία παραμένουν πάντα υποταγμένα στη μυθοπλασία του, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης επιχειρεί στο καινούργιο του βιβλίο να ταξιδέψει στη νεανική και στην πρώτη ώριμη ηλικία του, φτάνοντας μέχρι και το παρόν, με φόντο το Παγγαίο (όπως τον ξέρουμε από προηγούμενες συνθέσεις του), αλλά και το Πήλιο και την Αθήνα. Ο Γρηγοριάδης έχει επικεντρωθεί κατά τη διάρκεια της πολυετούς πεζογραφικής του παραγωγής στην ανάπτυξη πληθώρας μοτίβων: από τον ρευστό χαρακτήρα της σεξουαλικής ταυτότητας και τα πορώδη σύνορα ανάμεσα τους διακριτούς ρόλους τους οποίους επιβάλλουν η κοινωνικά και ηθικά οριοθετημένες διαφορές του φύλου μέχρι την λειτουργία ενός μαγικού, συμβολικού και τελετουργικού κυκλώματος , όπου οι υόποι και η φύση διεκδικούν μια έκδηλα μυθική και ιερή υπόσταση. Το αρχετυπικό δίδυμο του έρωτα και του θανάτου, στην παγίδα του οποίου πέφτουν συχνά οι ήρωες του Γρηγοριάδης, δεν θα σφραγιστεί στον ανά χείρας τόμο από μυστηριακές τελετές και ανθρωποθυσίες, που δεν είναι παρά η άλλη όψη του ιερού, αλλά από την πατίνα του μνημονικού χρόνου και από ένα ισχυρός αίσθημα της απώλειας για όσους χάθηκαν.

Τα κείμενα του βιβλίου, τα οποία ο συγγραφέας ονομάζει "διηγήσεις", μοιάζουν εσκεμμένα λειψά και αποσπασματικά. Ιστορίες του αρθρώνονται με ελλειπτικό τρόπο:σαν να μη θέλουν να καταλήξουν σε ολοκληρωμένο αποτέλεσμα, σαν να προτιμούν να πιάσουν εξ όνυχος τον λέοντα, σαν αντί του να αποκτήσουν ένα εύλογο βάθος πρέπει να δείξουν τι ακριβώς κάνει μια ιστορία όταν μετατρέπεται σε λογοτεχνία-ποια είναι η αφορμή της, ποιο είναι το βάρος που επενδύει στο περιεχόμενό της ο γραφιάς της, ποια ήταν η πραγματικότητά της στη ζωή και πώς μια τέτοια πραγματικότητα μεταπίπτει πλέον σε καλλιτεχνική έκφραση ή τι συμβαίνει περαιτέρω όταν η καλλιτεχνική έκφραση απειλεί να μεταμορφωθεί σε πραγματικό περιστατικό. 

Ο έρωτας και ο θάνατος θα πάρουν στα κείμενα του Γρηγοριάδη πολλαπλές όψεις: αγόρια που ερεθίζονται σεξουαλικά με φωτογραφίες των νοικάρηδών τους, κορίτσια που παρατούν τα αγόρια τους ενώ αργότερα εκείνα σκοτώνονται σε τροχαίο, γοητευτικοί και για τα δύο φύλα νεαροί που δεν προλαβαίνουν να μοιραστούν με τους άλλους τη νιότη τους, αλλοτινοί βιαστές των οποίων η φήμη ασκεί κάποια γοητεία στις γυναίκες μιας ύστερης εποχής, άνδρες που λατρεύουν τους παρηκμασμένους πορνοκινηματογράφους, κορίτσια που παθιάζονται για τον εραστή τους προτού μπουν σε λίστα δωρεάς οργάνων, αλλά και νεαρές υπάρξεις που δεν αναγνωρίζουν φύλο για τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους. 


(συνεχίζεται)


ΒΗΜΑ , ΒΙΒΛΙΑ, Κριτική. Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022





Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2022

Patricia Highsmith «Ιστορίες φυσικών και αφύσικων καταστροφών»


Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης, εκδόσεις Άγρα, 2015

Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης



Η Πατρίτσια Χάισμιθ (1921-1995) είναι από εκείνες τις μοναχικές συγγραφείς, τις λογοτεχνικά ανυπότακτες, που προβλημάτισαν αναγνώστες εκδότες και κριτικούς. Τα μυθιστορήματά της διέφεραν πολύ από την επικρατούσα αστυνομική λογοτεχνία και η ένταξή της σε μια λογοτεχνική σχολή αποτελεί ένα εγχείρημα σχεδόν ακατόρθωτο. Στην Αμερική θεωρήθηκε ως συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων ή απλώς mystery writer. Στην Ευρώπη, πάντως, και ειδικά στην Γαλλία εκτιμήθηκε περισσότερο παρά στην πατρίδα της. Οι Γάλλοι την κατατάσσουν αποκλειστικά στον χώρο της σύγχρονης λογοτεχνίας και της ριζοσπαστικής σκέψης. Η ίδια όχι μόνον έζησε στην Ευρώπη για πολλά χρόνια αλλά και το 1993, δύο χρόνια πριν από τον θάνατό της, παραχώρησε τα διεθνή δικαιώματα του έργου της στον εκδοτικό οίκο της Ζυρίχης «Diogenes».

Έχει ενδιαφέρον να ξαναδιαβάσουμε την συγγραφέα ως διηγηματογράφο αυτή τη φορά. Τα πάντα στον κόσμο της Πατρίτσια Χάισμιθ είναι ρευστά, ασυγκράτητα, ανεξέλεγκτα. «Είναι μια συγγραφέας που δημιούργησε τον δικό της κόσμο – έναν κόσμο κλειστοφοβικό και παράλογο», έγραφε ο Γκράχαμ Γκριν στην εισαγωγή του στην πρώτη της συλλογή διηγημάτων «Eleven» (1970). Ένας κόσμος χωρίς ηθικές δεσμεύσεις, σκοτεινός και με εκλάμψεις βίαιης συμπεριφοράς. «Τίποτε δεν είναι σίγουρο, όταν περάσουμε αυτό το σύνορο». Και πράγματι έτσι είναι.

Το «γοτθικό» ύφος της –αυτή η αχόρταγη όρεξη για το γκροτέσκο, το βάναυσο και το μακάβριο, ιδιαίτερα εμφανής στα διηγήματά της– οφείλει πολλά στον Έντγκαρ Άλαν Πόε, με τον οποίο γεννήθηκε την ίδια μέρα, 19 Ιανουαρίου, ενώ ο τόνος της γραφής της είχε επηρεαστεί από τις «νουάρ» νουβέλες της δεκαετίας του ’30 και ’40.

Γενικότερα στα διηγήματά της συναντάμε μια ευρύτερη θεματολογία, ξεχωριστούς χαρακτήρες και ατμόσφαιρα που αγγίζει άλλα λογοτεχνικά είδη, απ’ ό,τι στα μυθιστορήματα. Είναι γεμάτα με αλλόκοτες καταστάσεις, με εκπλήξεις και ανατροπές. Εντούτοις οι ιστορίες της δεν έχουν πολλά κοινά με την κλασική αμερικάνικη διηγηματογραφία· απηχούν το άγχος, την αγωνία, τη ρευστότητα της ταυτότητας, τη βία, τις κατακλυσμικές και οικολογικές αλλαγές.

Η Χάισμιθ εξέδωσε επτά συλλογές διηγημάτων. «Οι ιστορίες φυσικών και αφύσικων καταστροφών» («Tales of natural and unnatural catastrophes», 1987) είναι μια συλλογή δέκα ιστοριών και, παρά το γεγονός ότι δεν είναι καθαρόαιμες αστυνομικές ιστορίες, εμπεριέχουν τον προβληματισμό της για το περιβάλλον και τις καταστροφές που υπόκειται από τις αλόγιστες ανθρώπινες επεμβάσεις. 

«Eχει πλάκα να γράφει κανείς ιστορίες καταστροφής. Μου θυμίζουν τις παρωδίες που έγραφα στο σχολείο για κάποιο μάθημα όταν ήμουν δέκα ή έντεκα χρονών, ή τις φάρσες που σκάρωνα στα δεκατέσσερά μου για να διασκεδάσω τους συμμαθητές μου. Αλλά βέβαια, εδώ το περιεχόμενο είναι πιο σοβαρό. Στα τέλη του εικοστού αιώνα ο άνθρωπος έχει σχεδόν μάθει να συμβιώνει με έναν απίστευτα μεγάλο αριθμό καταστροφών» σημειώνει η συγγραφέας.

Και στις δέκα συνολικά ιστορίες η εξουσία με οποιαδήποτε μορφή εμφανίζεται ως ανάλγητη, βίαιη και συντριπτική για οποιονδήποτε ανθρώπινο παράγοντα. Όσοι βρίσκονται απέναντί της είτε εκμηδενίζονται είτε δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να την αντιμετωπίσουν με τον ίδιο τρόπο.

Οι δέκα ανατριχιαστικές ιστορίες της μιλούν για τους απόβλητους της εποχής μας και για τα απόβλητα κάθε τοξικής πολιτικής που ακολουθούν οι κυρίαρχες κυβερνητικές, οικονομικές, επιστημονικές και θρησκευτικές ελίτ, στον μεταπολεμικό κόσμο. Ενδεικτικά κάποιοι τίτλοι: «Ναμπουτί: θερμή υποδοχή σε μια επιτροπή του ΟΗΕ», «Γλυκιά ελευθερία! Και ένα πικ νικ στο γρασίδι του Λευκού Οίκου», «Πρόβλημα στους Σμαραγδένιους Πύργους».

Η πρώτη ιστορία «Το μυστηριώδες νεκροταφείο» είναι μια σύγχρονη γκόθικ ιστορία. Σε ένα μικρό μυστηριώδες νεκροταφείο κάπου στην Αυστρία φυτρώνουν βολβοειδή εξαμβλώματα που αναπτύσσονται σε δέντρα μέχρι και δύο μέτρων. Το νοσοκομείο βρίσκεται πίσω από το Κρατικό Νοσοκομείο όπου διενεργούνται πειράματα πάνω στον καρκίνο. Τα τοξικά απόβλητα θάβονται δίχως καμιά προφύλαξη στο γειτονικό σχεδόν εγκαταλελειμμένο νεκροταφείο. Όμως τα εκβλαστήματα συνεχίζουν να φύονται. Γλύπτες εμπνέονται από το σχήμα τους, καρτ ποστάλ του νεκροταφείου πωλούνται, κόσμος έρχεται για να τα φωτογραφίσει.

«Μερικοί φιλόσοφοι και ποιητές συνέκριναν τα αλλόκοτα σχήματα με το ναυάγιο της ψυχής του ανθρώπου που ο ίδιος το προκάλεσε, με μια παλαβή επέμβαση στη φύση, όπως αυτή που κατέληξε στην τρισκατάρατη ατομική βόμβα. Άλλοι φιλόσοφοι αντεπιτέθηκαν: “Ο καρκίνος δεν είναι μέσα στη φύση των ανθρώπων;”»

Το θέμα της παρένθετης μητρότητας αποτελεί το αντικείμενο της διαμάχης δύο κόσμων στο διήγημα «"Νοίκιασε μια Μήτρα" Εναντίον Κραταιάς Δεξιάς».

Το πιο ποιητικό και μελαγχολικό διήγημα της συλλογής είναι το «Μόμπι Ντικ ΙΙ ή η φάλαινα βλήμα». Σε αυτό, η αφήγηση γίνεται στο τρίτο πρόσωπο μέσα από τη ματιά του μεγάλου θηλαστικού που βρίσκεται στο στόχαστρο των φαλαινοθηρικών αλλά εκείνη επιθυμεί τόσο πολύ να ζήσει. Εδώ η Χάισμιθ παίρνει τη σκυτάλη από τον Μέλβιλ (που επίσης ξεβόλευε το κοινό και ειδικά το αριστούργημά του «Μόμπι Ντικ») και μιλά από την πλευρά μιας γιγάντιας φάλαινας, η οποία, ενώ στην αρχή προσπαθεί να αποφύγει τους φαλαινοθήρες, αναγκάζεται στη συνέχεια να τους επιτεθεί αμυνόμενη ώσπου τελικά, μπροστά στη φονική επιμονή τους, εγκαταλείπει τον αγώνα. Πρόκειται για έναν ύμνο στο μοναχικό κήτος και για μια καταγγελία της κατασκευής του εχθρού, που είναι η προσφιλής στρατηγική των ισχυρών.



 Υπήρχε έντονο το στοιχείο πολιτικοποίησης και κοινωνικής αφύπνισης μέσα της. Άλλωστε η ίδια είχε αφιερώσει το μυθιστόρημά της «People who knock on the door» στον Παλαιστινιακό λαό και ας μην είχε σχέση το θέμα, ενώ αργότερα το «Ripley under water», στην Ιντιφάντα και στους Κούρδους. Σχετιζόταν με έντονα πολιτικοποιημένους συγγραφείς και διανοούμενους όπως ο Γκορ Βιντάλ, ο Αλεξάντερ Κόκμπερν, ο Nόαμ Τσόμσκι και ο Έντουαρντ Σεντ και, ως μέλος της Διεθνούς Αμνηστείας, διαμαρτυρόταν για τον εκτοπισμό των Παλαιστινίων.

Στα ελληνικά κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Άγρα η συλλογή «Το εγχειρίδιο του κτηνώδους φόνου για ζωόφιλους» (1975), δεκατρείς ιστορίες εκδίκησης από σκυλιά, γατιά, γουρούνια και άλλα ζώα, γραμμένες με βαθιά συμπάθεια για τον ζωικό κόσμο και μια εκπεφρασμένη απέχθεια για τους κυρίους τους.

Με τον καιρό η αξία της Χάισμιθ ανεβαίνει στον λογοτεχνικό κανόνα. Στέκεται ισάξια ανάμεσα στο Φίλιπ Ροθ και στον Νόρμαν Μέιλερ, ενώ τα βιβλία της εξοστρακίζουν πολλά αβαθή και πανομοιότυπα ευπώλητα. Γιατί έγραφε από μέσα της, αντλώντας από το ασυνείδητο, όλα ξεχείλιζαν από την πάλη του προσωπικού με τους εφιάλτες της. Ήταν μια μανιώδης συγγραφέας, μανιακή με τη ζωή και τη γραφή που δεν τα ξεχώριζε ποτέ.


Εφημερίδα ΕΠΟΧΗ, Εποχή των βιβλίων, 4 Σεπτεμβρίου 2022


 


Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2022

Παρουσίαση της "Νοσταλγίας της απώλειας" στο deBop



Γράφει ο Γιάγκος Πλατής

Στην πρώτη μου ανάγνωση του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, θυμήθηκα ακόμα μια φορά ότι ο απλός και λιτός λόγος είναι συχνά τόσο συμπυκνωμένος, ουσιώδης και αληθής, που δε χρειάζονται πολλές αναλύσεις, γιατί είναι σαν να μεταφράζεις ένα βιβλίο από άλλη γλώσσα.

Ακολουθώντας τα βήματα του Γρηγοριάδη σε ένα μυθιστόρημα που βιώνεται ανάμεσα στην αυτοβιογραφία και τη μυθοπλασία, ταίριαξε απόλυτα στο θερινό περιβάλλον που ξεκίνησα να το διαβάζω. Αυτό ίσως συμβαίνει κυρίως λόγω του τίτλου, γιατί η νοσταλγία της απώλειας μου φέρνει στο μυαλό όλα τα χαμένα παιδικά καλοκαίρια που δεν ξαναγυρίζουν, όπως και οι ήρωες των διηγημάτων του συγγραφέα.

Το βιβλίο χωρίζεται χρονολογικά σε τρεις κύκλους. Ο πρώτος αφορά την εργασία του συγγραφέα ως νεοδιορισμένος καθηγητής αγγλικών. Συγκεκριμένα, υπηρετεί σε διάφορα σχολεία, σε χωριά και κωμοπόλεις και παρατηρεί πολλούς διαφορετικούς μαθητές. Παράλληλα, έχει εισχωρήσει μέσα του το μικρόβιο του συγγραφέα, κάτι που κάνει την παρατηρητικότητά του να διεγείρεται ακόμα περισσότεορ. Ο δεύτερος κύκλος σχετίζεται με τη συνεργασία του συγγραφέα με μια βιβλιοθήκη. Έχει πλέον αναγνωριστεί ως συγγραφέας, «παλεύει» για να μυήσει τους επισκέπτες στον κόσμο της λογοτεχνίας και συγκινείται από τα βιώματα ξεχωριστών ανθρώπων που ο καθένας έχει ζήσει τις δικές του δυσκολίες και περιπέτειες. Ο τρίτος και τελευταίος κύκλος αναφέρεται στους μετανάστες και στην πορεία που επέλεξαν ώστε να βρουν ένα νέο μέρος για να ζήσουν. Ο συγγραφέας ζει πια στην Αθήνα και προσπαθεί να βρει την αλήθεια ανάμεσα σε πονεμένες ζωές.

Αυτό που διατρέχει όλα τα διηγήματα και είναι κοινό σε όλους τους κύκλους, είναι ο θάνατος, το πέρασμα, η απώλεια. Ο θάνατος δεν είναι μόνο μια πόρτα για τη ζωή, απαραίτητο στάδιο για τη διατήρηση και την ανακύκλωση της ζωής στον πλανήτη, αλλά θάνατος μπορεί να ονομαστεί και κάθε ιστορία που τελειώνει. Πολλές φορές, για να περάσει ο άνθρωπος σε ένα νέο στάδιο, πρέπει να βιώσει έστω και έναν μικρό θάνατο, να αφήσει δηλαδή κάτι πίσω του. Εν προκειμένω, ο θάνατος μπορεί να είναι η απώλεια της παιδικότητας, ο θάνατος ενός προσώπου ή η απόφαση να αφήσει κάποιος την πατρίδα του σε αναζήτηση ενός κόσμου καλύτερου.

ΠαΕίναι ένα βιβλίο που σίγουρα θα ξαναδιαβάσω!

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2022

Συνέντευξη στον Τάσο Ρέτζιο με αφορμή την "Νοσταλγία της απώλειας"



Το καινούργιο βιβλίο του Θόδωρου Γρηγοριάδη «Η νοσταλγία της απώλειας» (εκδόσεις Πατάκη) είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο… Διηγήσεις τις ονομάζει ο ίδιος, 31 διηγήματα κατ’ ουσίαν, χωρισμένα σε τρεις κύκλους, όπως και να ΄χει ιστορίες που αγγίζουν πολύ την πραγματικότητα, αυτήν του συγγραφέα, αλλά και τη δική μας, ίσως γι αυτό μας αγγίζουν έντονα…

Γράφει ο ίδιος για το βιβλίο του: «Οι τριάντα µία διηγήσεις είναι αφηγήσεις προσωπικές, ιστορίες φίλων και περαστικών, εξιστορήσεις που φανερώθηκαν µέσα από καταχωνιασµένα σηµειωµατάρια και το καταστάλαγµα της ζωής. Καταστάσεις πραγµατικές και φανταστικές, ανοµολόγητες και παρανοηµένες, για ανθρώπους που δοκιµάστηκαν στα όρια της ζωής τους. Κοινά στοιχεία των διηγήσεων η µνήµη, ο πόνος και η απώλεια, οι εµµονές του έρωτα, τα ανθρώπινα παθήµατα. Οι διηγήσεις, σύνοψη και απόσταγµα ζωής, αποτελούν µια αποσπασµατική  μυθοπλασία. Ως αφηγητής δεν θέλησα µόνο να περιγράψω και να στοχαστώ, αλλά να εκτεθώ, να µιλήσω µε ειλικρίνεια, να διηγηθώ ανυπόκριτα µε συγκίνηση και αυτοσαρκασµό, αναζητώντας τη µοναδικότητα του εαυτού µας και την επαφή µε τον αναγνώστη στη χαοτική εποχή µας. Άραγε πόσο αποκαλυπτόµαστε µέσα από τα λόγια και τις ιστορίες µας; Και πότε η ανάκληση µιας ιστορίας γίνεται εκµυστήρευση µε όλο της το κόστος και όχι απλώς  η νοσταλγία της απώλειας;».

Το βιβλίο σας είναι γεμάτο από αναμνήσεις και υπάρχει ένα λεπτό νήμα ανάμεσα στις προσωπικές σας ιστορίες και τη μυθοπλασία, καθιστώντας το κάτι σαν υβρίδιο…

Χαίρομαι που το λέτε, γιατί είναι ιστορίες που επανέρχονται, αλλά μεταπλάθονται. Λέω πράγματα που ναι μεν είναι αληθινά, αλλά ταυτόχρονα είναι και μυθοπλαστικά. Κι αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να πω ιστορίες, γιατί είμαι αφηγητής, θέλω να λέω ιστορίες, που τις είχα καταχωνιάσει, τις είχα προσπεράσει, τις φοβόμουν ίσως λίγο και προφανώς αυτές οι δυσκολίες που περάσαμε τα τελευταία τρία χρόνια ως έγκλειστοι στις αποικίες μας, μου έδωσαν την αφορμή να γράψω αυτές τις ιστορίες. Είναι γραμμένες εξαρχής. Γράφτηκε το βιβλίο στην καραντίνα, αλλά δεν αφορά σ’ αυτήν, ήταν το πλαίσιο, που μ’ ανάγκασε να σκεφτώ διαφορετικά.

Υπήρξαν ιστορίες που διεκδίκησαν να γίνουν κάτι μεγαλύτερο;

Το υλικό μου συσσωρεύεται χρόνια, σε μικρά τετράδια σημειώσεων –το λέω και μέσα: αυτήν την ιστορία την πήρα από εκεί. Πράγματι δύο απ’ αυτά διεκδίκησαν αυτό που λέτε: το ένα είναι η «Δωρεά», με τη Θεσσαλονικιά ηρωίδα που εμπλέκεται σε μια ιστορία και γίνεται και δωρήτρια οργάνων και η δεύτερη, η σερραϊκή με έναν επικίνδυνο στόκερ, είχαν τα φόντα να γίνουν τουλάχιστον νουβέλες. Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο όταν δουλεύει κανένας, το πότε μπορεί να αναπτυχθεί κάτι… Αλλά για να γίνουν δύο νουβέλες θέλει χρόνο…

Μοιάζει το βιβλίο σας με μια χρονική κιβωτό δικών σας στιγμών και συναισθημάτων…

Γι αυτό ακριβώς το πρώτο διήγημα «Polaroid» ξεκινάει με το χωριό μου το Παγγαίο, μετά πάμε στη δεκαετία του 80, μετά οι Σέρρες με περιπέτειες σε μια δημόσια βιβλιοθήκη, κατεβαίνω στο Πήλιο, καταλήγω στην Αθήνα και τελειώνω με επιστημονική φαντασία. Είναι ένα χρονικό τόξο που δεν αφορά μόνο εμένα, αλλά και τους άλλους. Όλα αυτά είναι μέσα από μένα και προσπαθώ να διασώσω ιστορίες ανθρώπων και να τις πω στους άλλους…

Μοιάζει σαν να κάθεστε και να βλέπετε τον εαυτό σας από μακριά…

Αυτό συνέβη όταν γραφόντουσαν, με την απομόνωση της καραντίνας όπου ο καθένας έρχεται αντιμέτωπος με τη μοναξιά του. Μπαίνεις και βγαίνεις σε διάφορες ιστορίες και προσωπεία. Υπολογίζω ότι τα διηγήματά μου είναι 110-120. Το πολυγραφότατος ελπίζω να λέγεται με καλή πρόθεση…

Ζείτε, άλλωστε, μέσα στη γραφή και στην ανάγνωση κι εδώ μας ξεναγείτε και στην κουζίνα του συγγραφέα…

Μια άλλη από τις ιδιαιτερότητες της γραφής είναι αυτό που λέμε ελάτε να σας πω μια ιστορία, αλλά θα σας πω και το πώς σκέφτηκα… Στη «Δωρεά» εξηγώ γιατί δεν πρέπει να την πω, αλλά στο τέλος τη λέω, μερικές φορές παίρνω το ρίσκο να πω μερικά πράγματα, γιατί κάποιος μπορεί να αναγνωρίσει τον χαρακτήρα… Έβαλα στην αρχή τρία μότο του Πεσόα, του Πεντζίκη και του Καμύ, όπου εκεί περιγράφεται τι σημαίνει μαρτυρία, αυτοβιογραφία κι επίσης νοσταλγία για έναν άνθρωπο που γράφει. Εκεί στηρίχτηκα, ξέρετε… «Είμαι ολόκληρος μια αόρατη νοσταλγία», όπως λέει κι ο Καμύ.


26 Iουλίου 2022, Speak News

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2022

Salman Rushdie "Η ΓΗΤΕΥΤΡΑ ΤΗΣ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΣ"




ΣΑΛΜΑΝ ΡΟΥΣΝΤΙ
Η ΓΗΤΕΥΤΡΑ ΤΗΣ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΣ


Μετάφραση-Πρόλογος: Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης
ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2009


Ο γητευτής της αφήγησης επιστρέφει με ένα ιστορικό και φανταστικό μυθιστόρημα αποδεικνύοντας ότι είναι ένας δεινός λογοτεχνικός διαμεσολαβητής ανάμεσα στη Δύση και στην Ανατολή.
Η Δύση μέχρι τώρα τον αντάμειψε με εικοσιεπτά διεθνή βραβεία, ενώ η Ανατολή τον φόρτωσε με μια θανατική καταδίκη που -παρά την σοβαρότητά της- περισσότερο βοήθησε την συγγραφική του καριέρα του και ευεργέτησε την δημιουργική γραφή. Στο δέκατο μυθιστόρημά του ο Ρούσντι κινείται με ευχέρεια ανάμεσα στους δύο κόσμους και προσχωρεί σε εδάφη του φανταστικού, του μαγικού ρεαλισμού και των παγκόσμιων μύθων. Όμως τα πρόσωπα και οι χώρες ανήκουν στην επικράτεια της αληθινής ιστορίας: είναι η αναγεννησιακή Φλωρεντία των Μεδίκων και η Ινδία υπό την ηγεμονία των Μογγόλων τον δέκατο πέμπτο αιώνα.
«Ε, ξένε…για λέγε, λοιπόν. Ποιο είναι αυτό το παραμύθι που διέσχισες το μισό κόσμο για να το πεις;» ρωτάει ο Μογγόλος αυτοκράτορας Άκμπαρ τον αινιγματικό ξανθό ταξιδιώτη που κατέφθασε στην αυλή του. Πράγματι κουβαλάει ένα μυστικό ο δυτικός «Σεχραζάτ» που εμποδίζεται συνεχώς να το αποκαλύψει από τους αυλικούς του Αυτοκράτορα και από τον πρίγκιπα γιο του Σαλίμ. Όμως σταδιακά θα το φανερώσει, μαζί με τα διαφορετικά του ονόματα. Κι έτσι θα μάθουμε ότι πρόκειται για τον Νικολό Βεσπούτσι που έφτασε από την Φλωρεντία στην Ινδία ως Μογγόρος ντελ Αμόρε, Μογγόλος της Αγάπης. Ο προοδευτικός Άκμπαρ θα τον εμπιστευτεί γιατί «δίχως προσωπική ιστορία δεν υφίσταται άνθρωπος, δεν υπάρχει». Άλλωστε κι αυτός έχει ως σύζυγο την Τζόντα, την φανταστική γυναίκα των ονείρων του, που την είχε δημιουργήσει ο έρωτας.
Ο Άκμπαρ θα ακούσει από τον ξένο για την γητεύτρα της Φλωρεντίας, μια ιστορία που ταξιδεύει στο παρελθόν όταν η Μογγόλα πλανεύτρα, με το όνομα Καρά Κεζ, απήχθηκε από τους Πέρσες και βρέθηκε, μέσω ενός Ιταλού γενίτσαρου, στην Φλωρεντία για να καταστεί γητεύτρα, Αγία και Προστάτιδα της πόλης, αυτή και ο μαγικός της καθρέπτης. Στο μεταξύ, μέχρι να ξεδιπλωθεί η ιστορία της, που θα έχει ως αποκάλυψη την συγγένεια του Άκμπαρ με τον ξένο, θα παρελάσουν αρλεκίνοι, τσαρλατάνοι, έμποροι θησαυρών, ευνοούμενοι και ευνούχοι, ιεραπόστολοι και πειρατές, θαυματοποιοί και ήρωες που αφήνουν τα ονόματα πίσω τους σαν πουκάμισα φιδιών και κλέβουν τις ιστορίες των άλλων.
Πρέπει να τα πιστέψουμε όλα αυτά; Και γιατί όχι, αφού διαδραματίστηκαν «προτού το πραγματικό και το εξωπραγματικό διαχωριστούν για πάντα και καταδικαστούν…» σχολιάζει ο παντογνώστης συγγραφέας και δυνάστης των ηρώων του. Βουτώντας σε δεκάδες ιστορικές πηγές αλλά και σε μύθους επαναφέρει την περίοδο εκείνη με τα μαγικά και μυθικά υλικά της, με τη γλώσσα του σήμερα και με σύγχρονο διαλογισμό. Μια μεταμοντέρνα αφήγηση που στερείται της αθωότητας των παλιών αφηγητών, αφού έχει επίγνωση του υλικού της και του τρόπου που πρέπει να λεχθεί. Ενίοτε, όταν η κάπως αργή αφήγηση σε κουράζει, ξεσπάει ένα νέο συμβάν που σε επαναφέρει στις σφαίρες της μαγείας και του παραμυθιού.
Ο Σάλμαν Ρούσντι θα μιλήσει για την Εξουσία, την Τέχνη, το Θεό, το Κάλλος και τον Έρωτα. Θα παίξει, θα περιπαίξει, θα αποκαλύψει, θυμίζοντας άλλοτε τον Καλβίνο και άλλοτε τον Μπόρχες, μα και τον Πάβιτς -ειδικά στα ονειρικά επεισόδια. Θα καταφέρει για άλλη μια φορά να εκνευρίσει τους λογοτεχνικούς και μη εχθρούς του αλλά και να απογειώσει τους φανατικούς αναγνώστες του. Ο παραμυθάς Ρούσντι μοιάζει με τον ήρωά του, τον ξένο, που έρχεται από αντίθετη κατεύθυνση, απ’ την ανατολή στη δύση, να την γητεύσει με τις δικές του ιστορίες.



Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο Σάββατο 28 Απριλίου 2009

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2022

O Ηλίας Μαγκλίνης για την "Νοσταλγία της απώλειας"

 

Ο συγγραφέας Ηλίας Μαγκλίνης διάβασε το βιβλίο και έγραψε μια αληθινά συγκινητική παρουσίαση στην Καθημερινή της 22 Ιουλίου 2022: 



"Δεν υπάρχει τίποτα πιο μακρινό στον κόσμο από ένα βίωμα. Νομίζω αυτή η αποστροφή αποδίδεται στον Κάφκα και συγκεκριμένα στα ημερολόγιά του. Παράξενη απόφανση; Οχι και τόσο. «Το έζησα όντως;» λέμε κάποτε. Η απάντηση είναι: έχει τόση σημασία;

Το τελευταίο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, «Η νοσταλγία της απώλειας» (εκδ. Πατάκη), περιλαμβάνει σειρά ιστοριών, «διηγήσεις» τις χαρακτηρίζει ο ίδιος, οι οποίες, εκ πρώτης όψεως, προδικάζουν την εύκολη εντύπωση: εδώ πρόκειται για αναμνήσεις. Η αίσθηση αυτή όμως είναι απατηλή. Είναι απατηλή διότι πρόκειται για μυθοπλασίες, είτε συνέβησαν στ’ αλήθεια είτε όχι αυτές οι ιστορίες. Με άλλα λόγια, είναι λογοτεχνία.

Οι ιστορίες αυτές, από το Παγγαίο, από τη Θάσο, από τον Εβρο, από παιδικά, εφηβικά και νεανικά χρόνια κυρίως, ιστορίες ερωτικές, δίχως ίχνος σπασμού, γεμάτες απουσίες και σκιές που στιγματίζουν διά βίου, γεμάτες ταξίδια ακόμα και μέσα σε μια γειτονιά, διαστέλλουν τον χρόνο, δεν τον μασάνε.

Ο Γρηγοριάδης είναι ένας γλυκός συγγραφέας. Προσοχή: όχι στρογγυλεμένος, ανώδυνος ή γλυκερός. Γλυκόπιοτος όπως το κρασί που σε ζαλίζει και σε φορτίζει, σε καθιστά ευσυγκίνητο αίφνης, φέρνει έναν κόμπο στο στομάχι και έναν πνιχτό λυγμό στον λαιμό. Δίχως φανταχτερές εξάρσεις, με μια ροή υδάτινη, που όμως ποτέ δεν νανουρίζει, αφήνει τον υπαινιγμό του να λειτουργήσει σαν σεισμογράφος: οι δονήσεις είναι υπόγειες και εσύ διαρκώς βρίσκεσαι στο επίκεντρο του σεισμού. Φοβερή κατάκτηση για συγγραφέα: να είσαι βαθύς μένοντας συνεχώς στην επιφάνεια!

Μοιάζει όλο αυτό µε λιβάνισµα ενός συγγραφέα και του βιβλίου του; Ας είναι. ∆εν µε ενδιαφέρει. Οι διηγήσεις αυτές είναι και συναρπαστικές και γαλήνιες και συγκινητικές και χιουµοριστικές. ∆εν είχα ποτέ τη φιλοδοξία να είµαι κριτικός, αυτό που µε ενδιέφερε ήταν απλώς και µόνο να λειτουργώ σαν γέφυρα ανάµεσα σε ένα έργο και στον αναγνώστη της εφηµερίδας. Η «Νοσταλγία της απώλειας» είναι ένας πάρα πολύ καλός λόγος να διανύσετε αυτή τη γέφυρα.







Τρίτη 5 Ιουλίου 2022

Ρόμπερτ Μούζιλ γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης

 Ρόμπερτ Μούζιλ «Οι αναστατώσεις του οικότροφου Τέρλες», 

μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδόσεις Πατάκη, 2001


Το σύντομο μυθιστόρημα του αυστριακού συγγραφέα Ρόμπερτ Μούζιλ εκδόθηκε το 1906 με μεγάλη επιτυχία όταν εκείνος ήταν είκοσι πέντε ετών. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της γερμανόφωνης λογοτεχνίας που σημάδεψε τον 20ό αιώνα με την έμφαση στις σχέσεις εξουσίας και αδύνατου και με τη διορατικότητα να προφητεύσει τον επερχόμενο φασισμό.

Ο έφηβος Τέρλες, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, στέλνεται σε ένα μακρινό σχολείο, αυστηρό και κλειστοφοβικό. Από την πρώτη στιγμή δίνεται το στίγμα και το χρώμα της ατμόσφαιρας. Όλα γκρίζα, μολυβένια, μαύρα νερά, λασπεροί και έρημοι κήποι, σκοτάδια και φωτοσκιάσεις, ομίχλες, υγρά πεζοδρόμια και βρώμικος αέρας. Και αν αυτό είναι το εξωτερικό περιβάλλον του οικοτροφείου, μέσα η σκοτεινιά είναι ακόμη πιο αδιαπέραστη. Κτίριο λαβύρινθος, δαιδαλώδεις στοές και μία απόκρυφη σοφίτα όπου καταφεύγουν οι νεαροί οικότροφοι για να πραγματοποιήσουν τα άνομα σχέδιά τους. Μια σοφίτα που στην πραγματικότητα είναι ένα δωμάτιο βασανισμού και απελπισίας, ένα γκέτο για κάθε άνομη επιθυμία, ένας «λησμονημένος μεσαίωνας». Σκηνικοί χώροι μιας ασπρόμαυρης ταινίας που θα μπορούσε να είχε σκηνοθετήσει ο Φριτς Λανγκ αλλά τελικά γύρισε –σε ασπρόμαυρη και πάλι εκδοχή– ο Φόλκερ Σλέντορφ το 1966 στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία που βραβεύτηκε στις Κάνες.

Μόνος και ακοινώνητος ο νεαρός Τέρλες πολύ σύντομα παγιδεύεται από την καταπιεστική και διαβρωτική προσωπικότητα δύο συμμαθητών του, του Ράιτινγκ και του Μπάινεμπεργκ. Νέοι, αλλά φορτισμένοι με το πάθος για εξουσία και χειραγώγηση, εγκλωβίζουν τον αδύνατο σπουδαστή Μπαζίνι χειραγωγώντας τον με εκβιασμούς, βιασμούς και βασανιστήρια. Μάλιστα ομολογούν στον Τέρλες ότι πειραματίζονται με τον άνθρωπο-θύμα και τον χρησιμοποιούν για να μελετήσουν τις αντιδράσεις του. Η εξόντωση του αδύνατου βρίσκεται μέσα στα πιστεύω τους, η διαφορετικότητα του Μπαζίνι, η ευαισθησία του και ο διαρκής εκφοβισμός, η αντιμετώπισή του σαν σκουλήκι δοκιμάζουν τελικά την ψυχή και το πνεύμα του νεαρού Τέρλες. Ο Τέρλες αναγκάζεται να είναι παρών στην απόλυτη ταπείνωση του Μπαζίνι, γονατιστός σαν τετράποδο, σκηνές που φέρνουν στο νου το Σαλό του Παζολίνι, ταινία πάνω στην θηριωδία του ναζισμού, τον οποίο εξέθρεψαν οι νεότεροι πρόδρομοι του: οι βασανιστές του Μπαζίνι.

Άλλωστε και ο ίδιος ο Μούζιλ, χρόνια μετά το 1930, τους αποκάλεσε «δικτάτορες του σήμερα». Ο συγγραφέας έβλεπε τη μετεξέλιξη της Γερμανίας σε φασιστικό κράτος αλλά δεν πρόλαβε να δει τις ολοκληρωμένες θηριωδίες τους στην κορύφωση του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αφού πέθανε στην Γενεύη, όπου είχε καταφύγει το 1942, καθώς κινδύνευε η ζωή της Εβραίας γυναίκας του. Εκεί έζησε με ένα μικρό επίδομα, οι Γερμανοί είχαν απαγορεύσει ήδη τον τρίτο τόμο του μεγάλου του έργου «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ποτέ. Λησμονημένος πια, φτωχός, απελπισμένος παρακολουθούσε σε κατάσταση παραφροσύνης τη «μεγάλη σκιά» να απλώνεται σαν μαύρος ορίζοντας πάνω από την Ευρώπη.


Ωστόσο, άλλη μια πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή του μυθιστορήματος είναι εκείνη που σχετίζεται με τον ερωτισμό και τη δυσφορία του φύλου. Είναι μια πτυχή που κάπως παραμερίστηκε στις παλιότερες αναλύσεις του βιβλίου, λόγω της βίαιης και καθηλωτικής συμπεριφοράς των νεαρών βασανιστών, όμως υπάρχει μια φανερή αλλά και υποσυνείδητη διάδραση ανάμεσα στις πράξεις, στις επιθυμίες και στον αυτοκαθορισμό τους.

Αυτός που κυρίως εξελίσσεται είναι ο νεαρός Τέρλες καθώς συνειδητοποιώντας ότι ανήκει στην πλευρά των βασανιστών (εκβιάζεται και ο ίδιος για να μην αντιδράσει) δεν αντιδρά παρά στο τέλος, όταν αντιλαμβάνεται την αγάπη του Μπασίνι απέναντί του αλλά και τη δική του σταδιακή έλξη προς το καταρρακωμένο αγόρι. Μέσα από τον Μπαζίνι αναρωτιέται για τη δική του ταυτότητα («μήπως είμαι κορίτσι;»), ταυτίζεται αλλά και διεγείρεται ερωτικά. Ο πόθος του δημιουργεί ένταση και ενοχές. Δεν είναι πια η πόρνη της περιοχής στην οποία καταφεύγει, όπως τόσα άλλα αγόρια, που του ξυπνά τον ερωτισμό, αλλά ο πληγωμένος συμμαθητής του. Ωστόσο αυτή η σαδομαζοχιστική σχέση μόνον πρότυπο συντροφικότητας δεν μπορεί να είναι. Είναι ολοφάνερο ότι ο Μούζιλ, που δεν ήταν ομοφυλόφιλος, καθόλου δεν μπόρεσε να εξωραΐσει τη σχέση τους γιατί κατά βάθος τον ενδιέφερε η καταπιεστική και φασιστική μεταχείριση του αδύνατου.


Από αυτή την άποψη διαφοροποιείται από τους άλλους συγγραφείς εκείνης της περιόδου, ομοφυλόφιλους ή και αμφί, τον Αντρέ Ζιντ, τον Τόμας Μαν, τον Ζαν Κοκτό, που περιέβαλαν τους ήρωές τους με ένα πλέγμα παρακμιακής ποιητικότητας αλλά και αρρωστημένης κοινωνικότητας. Οι βασανιστές του Μπαζίνι είναι οι επόμενοι βασανιστές των μειονοτήτων και των Εβραίων, ενώ ο νεαρός Τέρλες απομακρύνθηκε στο τέλος από τη σχολή· «ρέπει προς την υστερία» αποφάνθηκαν οι καθηγητές του. Το βιβλίο ξεκινάει με τους γονείς του να τον φέρνουν στη σχολή και τελειώνει με την αναχώρησή του πίσω στην οικογένεια – άραγε κι αυτό δεν δίνει ένα στίγμα για τους γονείς και τη στάση τους όσον αφορά τις ευθύνες απέναντι στα παιδιά τους; Σίγουρα όμως δεν μπορούμε να του δώσουμε κι αυτουνού συγχωροχάρτι γιατί συνέδραμε στον διασυρμό του Μπαζίνι (τον αποκάλεσε «κλεπτομανή») και βασανισμό του μπρος στα μάτια του. Θα περάσουν αρκετά χρόνια που η λογοτεχνία δεν θα εκπροσωπεί την πλευρά των δυνατών αλλά θα δώσει φωνή στους σιωπηλούς και κακοποιημένους.

Ο τρόπος που γράφει και περιγράφει ο Μούζιλ είναι αστόλιστος, αντιποιητικός και βαθιά διεισδυτικός δίνοντας και μερικές ανάσες στοχαστικής ανάτασης στον ήρώα του. Ο Μούζιλ εντόπισε νωρίς, στις αρχές του 20ού αιώνα, το κακό, τον αδύναμο και με αυτή την ιστορία αφυπνίζει και προειδοποιεί. Άφησε πίσω του και άλλα εξαιρετικά κείμενα και φυσικά το ημιτελές τεράστιο έργο του «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες», που αποτελεί πρόκληση η αποπεράτωση της ανάγνωσης του.

Η μετάφραση του Τέρλες είναι του Αλέξανδρου Ίσαρη που ξαναδούλεψε μια δική του, ενώ η επιμελημένη έκδοση (της σειράς Σύγχρονοι Κλασικοί των εκδόσεων Πατάκη) περιέχει εισαγωγή του ιδίου, χρονολόγιο και φωτογραφίες.


Εποχή, Η εποχή των βιβλίων, Σαββατοκύριακο 2/3 Ιουλίου 2022 




Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΦΛΟΥΡΙΑ, διήγημα

Για τα 10 χρόνια του "Αναγνώστης"




                    "Τα χρυσά φλουριά"


    Ο ξάδελφος στο μαγαζί τους μου δείχνει τα χρυσά φλουριά. “Δεν είναι μαστίχες”, λέει. “Δεν τις μασάς. Τις φοράνε οι μπαμπάδες εδώ (μου δείχνει πάλι) όταν δεν θέλουν να κάνουν παιδιά”.

    Είμαστε στο μπακάλικο του θείου Αχιλλέα. ‘Ενα μαγαζί με χιλιάδες πράγματα. Τσουβάλια με φασόλια και φακές, πατάτες και ρύζια, κρεμμύδια, χαρούπια, τενεκέδες με βούτυρο, τυριά, σαλάμια… Ξύλινα ράφια γεμάτα κονσέρβες, η ζυγαριά που κουνιέται σαν τραμπάλα, το καντάρι για το βαρύ ζύγισμα, οι καφέ χαρτοσακούλες.

    Και ψηλά, ψηλότερα, πάνω από τα ράφια, κρεμασμένα τα κάδρα. Τοπία με θάλασσες και βουνά, με σκηνές από την Καινή Διαθήκη. Με παλιές γυναίκες που ακουμπάνε σε μπαλκόνια, λουλούδια και πουλιά κρέμονται από τα χέρια τους, αγγελούδια τραγουδάνε γύρω τους. Χαζεύω με τις ώρες τα κάδρα που τα αγοράζουν στους γάμους για δώρα. Μακάρι να’ταν δικό μας το μαγαζί.

    “Να το αγοράσουμε, αλλιώς θα μας φάει και μας η Γερμανία” είπε ο μπαμπάς το βράδυ που ξεσηκώθηκε να φύγει το μισό χωριό με το τρένο από την Δράμα και την Θεσσαλονίκη.

    Τελικά θα αγοράσουμε το μπακάλικο του θείου Αχιλλέα και θα έχουμε δύο δουλειές. ΄Αρα πιο πλούσιοι. Ο μπαμπάς μου λέει ότι περιμένει μεγάλη βοήθεια από μένα στο μέλλον. “Το μαγαζί θα το κρατάς εσύ” μου λέει σοβαρά. “΄’Είσαι πια δέκα χρονών, να το φροντίζεις. Να σέβεσαι τα χρήματα που βγάζουμε”.

    Βγάζει δύο τραπεζικά βιβλιάρια και αρχίζει τους υπολογισμούς.  

    Σπουδαία τα χρήματα. Ανοίγω το συρτάρι και τα μετράω. Τα χάρτινα έχουν μεγάλη αξία. Με ένα κατοστάρικο γεμίζεις μία τσάντα τρόφιμα για ένα μήνα. ΄Ομως οι περισσότεροι δεν έχουν χρήματα. Ψωνίζουν βερεσέ. “Γράψ’ τα” λένε με κατεβασμένο κεφάλι. Φέρνουν το τεφτεράκι, εμείς έχουμε το χοντρό βιβλίο και περνάμε εκεί τα βερεσέδια. Είναι πολλοί χρεωμένοι και θα μας πληρώσουν όταν πουλήσουν τα  καπνά. Καμιά φορά λυπάμαι που είναι  πιο φτωχοί από εμάς.

    Επίσης μου αρέσουν τα νομίσματα.΄Οχι όμως οι δεκάρες. Είναι ελαφριές και τρύπιες, δεν αγοράζεις τίποτε με δεκάρες. Τα άλλα νομίσματα έχουν πάνω τους το κεφάλι του Βασιλιά και από την άλλη μεριά ένα πουλί που τσουρουφλίζεται στις φλόγες.

    Και ξαφνικά θυμάμαι τα χρυσά φλουριά. Οι στρογγυλές τσίχλες βρίσκονται στη βιτρίνα με τα σοκολατάκια, τα πτι μπερ Παπαδοπούλου και τα λουκούμια. Τις ανοίγεις στα δύο και μασάς. Κάνεις  φουσκάλες. Πατ! Σκάνε και κολλάνε στα χείλη. Όμως οι άλλες, τα πονηρά χρυσά φλουριά, σκάω να μάθω τι έχουν μέσα. Τις μασάνε ή τις φοράνε; Τις λένε καπότες, λέξη κακή.

    Σηκώνομαι στις έξι το πρωί και έρχομαι στο μαγαζί γιατί από φέτος δεν με παίρνουν στα καπνά. Βγάζω έξω τα πράγματα, κουβάδες, σύρματα περίφραξης, σκούπες, κοντάρια, φιάλες υγραερίου, τσάπες, όλα βαριά κι ασήκωτα. Όταν δεν έχω δουλειά διαβάζω βιβλία και ακούω ραδιόφωνο. Αν έρθει πελάτης λίγο συγχύζομαι αλλά δεν πρέπει.

    Δεν μπορεί, κάπου τις έκρυψε ο μπαμπάς. Λέω τη λέξη δυνατά και με τρομάζει, γιατί ξέρω… Ξέρω τι τις κάνουν, όμως θέλω να τις δω και από μέσα. Μια μέρα ένας άντρας από τον πάνω μαχαλά με ρώτησε, “πότε έρχεται ο μπαμπάς σου, Θοδωράκη; Θέλω κάτι, εκείνος ξέρει”. Μου έκλεισε το μάτι με νόημα. Εγώ κατάλαβα. Λένε ότι γκαστρώνει κορίτσια.

    Τις βρήκα! Πίσω από τις χτένες και τα τσιμπιδάκια, κάτω από τις κρέμες NIVEA και τα ξυραφάκια ASTOR. Βαλμένες σε ένα χάρτινο κουτί που γράφει “πινέλα”. Ανοίγω προσεκτικά το κουτί και φυσικά δεν έχει πινέλα. Αστράφτουν στο φως. Τρέμω που τις πιάνω. Γεμάτο το κουτί, αν πάρω μία ποιος θα το καταλάβει; Τη χώνω στην τσέπη μου και περπατάω αργά λες και κρύβω πέτρα βαριά.

    Την ανοίγω στα δύο. Τη βάζω στο στόμα, φουσκώνει σαν μπαλόνι,  μεγαλώνει, μακραίνει, ξεφεύγει και πετάει μέσα στο δωμάτιο, προσγειώνεται πάνω στην ντουλάπα. Αυτό μας έλειπε. Να κυνηγάω τώρα και καπότες. Βάζω μια καρέκλα και την κατεβάζω, μαράθηκε. Θα τη τιμωρήσω, την πετάω στην τρύπα της χέστρας, βαθιά μέσα στον βόθρο.

    Κι αν πάρω άλλη μία τι θα γίνει; Θέλω να δω κάτι ακόμη. Την χώνω πάλι στην τσέπη μου, ελαφρόπετρα. Πρέπει να βρω μια ώρα που λείπουν όλοι από το σπίτι. Σκέφτομαι και κάτι άλλο. Να τη γεμίσω με νερό. Μέχρι επάνω. Έτσι μεγαλώνει περισσότερο και γίνεται σαν μπαλόνι. Πλαφ! Σκάει, χύνεται το νερό πάνω στον λουλουδάτο μουσαμά.

    Κι αν τις έχει μετρημένες ο μπαμπάς;

    Ο μπαμπάς με κοιτάζει παράξενα. “Καλά είναι που ψάχνεις και μαθαίνεις το μαγαζί. Αλλά άσε και καμία μέσα, δεν είναι παιχνιδάκι. Τις πουλάμε. Θα τις χρειαστείς κι εσύ μια μέρα”.

    Σιγά σιγά αδειάζει το κουτί και γεμίζει με πινέλα. Όμως και οι στρογγυλές καπότες άλλαξαν συσκευασία, έγιναν τετράγωνες. STOP τις λένε τώρα και τις πουλάει ο ανάπηρος πολέμου στο περίπτερο της πλατείας. Μάλιστα δεν τις κρύβει, τις έχει πάνω στο ραφάκι, δίπλα στα τσιγάρα και τις βλέπουμε πια όλοι, μικροί και μεγάλοι.

 

 

“Οι περιπέτειες ενός μικρού κειμένου” γράφτηκαν το 1980-3 και δημοσιεύονται σποραδικά σε λογοτεχνικά περιοδικά. Τα πρώτα αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στο “Υπόστεγο” της Καβάλας (1988 και 1997). 

Κυριακή 19 Ιουνίου 2022

Tα βιβλία του Ίαν Ράνκιν

Το αναδημοσιεύω καθώς αναφέρεται σε κάποιους συγγραφείς και βιβλία που εκτιμώ ιδιαίτερα, ειδικά στην Μuriel Spark και στον Georges Simenon.


Ian Rankin: ‘The Prime of Miss Jean Brodie is a perfect gem of a story’

The crime writer on being fascinated by A Clockwork Orange, inspired by Dr Jekyll and Mr Hyde and taking comfort in Muriel Spark’s novel

Ian Rankin
Ian Rankin. Photograph: Simone Padovani/Awakening/Getty Images

My earliest reading memory
I read children’s comics voraciously from a very young age, starting with Bimbo (aged four or five) and progressing via the Dandy and Beano to the Victor and the Hotspur. Then there were the comic strips in the Sunday Post newspaper – Oor Wullie and the Broons. I did try drawing my own comics, but wasn’t much of an artist. I do still read comics, by the way – and I credit them with being my gateway drug to literature.

My favourite book growing up
In my pre-teen years it was mostly Ladybird books and Enid Blyton. I don’t remember ever reading Winnie the Pooh or Thomas the Tank Engine, and didn’t encounter Dr Seuss until I was a parent myself. The only real books I kept and returned to were the comics’ Christmas annuals. I was also a sucker for TV tie-ins, so would have annuals based on the Gerry Anderson shows (Joe 90; Captain Scarlet) or Dr Who or The Persuaders!.

The book that changed me as a teenager
A Clockwork Orange by Anthony Burgess. I was 14 or 15 when I read it. A whole bunch of pulp paperbacks with titles such as Skinhead or Suedehead used to be passed around the school playground, but I felt that A Clockwork Orange was of a different order of merit. It felt very literary to me. There was a moral purpose to it; the language was fascinating. While my friends were hanging around street corners waiting for trouble, I would be sequestered in my bedroom, writing stories influenced by Burgess’s short sharp novel.

The writer who changed my mind
Joseph Heller, especially for Catch-22, which I studied at secondary school. I was the “clever one” in my family and destined to be the first to attend university. My parents thought that accountancy would be a good subject to study, as there would be a decent career at the end of it. But I was falling in love with the world of books, and Catch-22 made me want to study American literature. I persuaded them that I should study literature at Edinburgh University.

The author who made me want to be a writer
William McIlvanney was a huge influence on me in my early 20s. He came from a similar background and wrote exquisitely about the world around him. He had won the Whitbread prize in 1975 for his novel Docherty, but he also wrote crime fiction. I saw that crime was a way of dissecting society and its varied problems, discussing big themes while being entertaining and thrilling. In 1985 at the Edinburgh book festival I pressed my copy of Docherty into McIlvanney’s hand, explaining that I was in the process of writing about Edinburgh the way he wrote about Glasgow in his Inspector Laidlaw novels. He inscribed my book “Good luck with the Edinburgh Laidlaw”.

The author I came back to
Robert Louis Stevenson. I tried reading Kidnapped and Treasure Island in my teens, but only really warmed to their creator later, coming to realise what an extraordinary talent he was. Dr Jekyll and Mr Hyde has been a big influence on my crime fiction, tackling as it does the question of why we humans can so often become inhuman.

The book I reread
A Dance to the Music of Time by Anthony Powell. I was given the first three volumes one birthday while still a student. I found it hard going at first, because its world of privilege didn’t resonate with me, but I persevered, mostly because of the poised elegance of the prose, and fell under its spell. I read it again during the first Covid lockdown and enjoyed it all over again. Widmerpool is one of the great creations of the 20th century, and shows how a buffoon can rise to prominence and become a monster of sorts.

The book I could never read again
I was a fan of adventure stories when I was in my teens and Alistair MacLean was a favourite. A few of his best books still hold up but many now seem clunky and dated, though if the film of Where Eagles Dare ever pops up on TV, I find myself glued to it.

The book I discovered later in life
The Snow Was Dirty by Georges Simenon. I read this only a year or so ago and was blown away by it. If you only know Simenon for his Maigret novels, this may come as a revelation. It is the chilling account of a venal young man in second world war France who is eventually imprisoned by the Nazis. We start off despising him and end up rooting for him. It led me to other “romans durs” by Simenon. He was a great writer.

The book I am currently reading
The Voids by Ryan O’Connor. It’s a novel about a young man in Glasgow whose life is spiralling downwards, told in almost hallucinogenic prose. I catch glimpses of Alexander Trocchi and William Burroughs in it, but it retains its own unique quality.

My comfort read
Muriel Spark’s The Prime of Miss Jean Brodie. It’s such a perfect gem of a story, morally complex, harrowing, funny, and featuring the most charismatic anti-hero in Scottish literature. Plus you can read it in a day.