Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

Γεράσιμος Γκόφας, Το περισκόπιο του συγγραφέα- κριτική για το βιβλίο "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου"

 
Σε πρόσφατα βιβλία του Θεόδωρος Γρηγοριάδης (όσα από τα οποία τουλάχιστον έχω διαβάσει) δεν διστάζει να κάνει πολιτικά σχόλια για την εποχή μας –είτε στο βραβευμένο με κρατικό βραβείο μυθιστορήματος Ζωή μεθόρια (Πατάκης, 2015) στο οποίο δίνει το στίγμα μιας γενιάς, είτε στο Μυστικό της Έλλης (Πατάκης, 2012) στο οποίο εντάσσει την ιστορία του στο περιβάλλον των πρώτων ετών της κρίσης, είτε ακόμα και στο Παρτάλι (2017) που εξελίσσεται στην υποκριτική κοινωνία της μετεμφυλιακής Θεσσαλονίκης– κάτι που τον καθιστά αυτομάτως επίκαιρο συγγραφέα.
Έτσι λοιπόν και στο Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου,  ο συγγραφέας υψώνει το περισκόπιό του και παρατηρεί από τον πανταχόθεν περίκλειστο χώρο του την επικαιρότητα, έτοιμος να τη διαπεράσει και να τη μεταβάλλει με τις συγγραφικές του αρετές σε μυθοπλασία.
Χρησιμοποιεί τις παλιές πρώτες ύλες του κι όμως μπαίνει στην καρδιά της πιο σύγχρονης συζήτησης για το μέλλον της κοινωνίας, επικεντρώνοντας ταυτόχρονα στην αυτονομία των ηρώων του, κρατώντας τους μακριά από κάθε μορφή διδακτισμού και θεωρητικολογίας. Την ίδια στιγμή όμως σθεναρή είναι η αφοσίωσή του στην επαρκή έκθεσή τους στην κριτική ματιά του αναγνώστη, η αφοσίωσή του στον ανθρωποκεντρισμό του ρεαλισμού του.

Οι σκηνές των διηγημάτων του είναι “γυρισμένες” στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης, στην αμφιθεατρική Καβάλα με τους ξύλινους εξώστες, στις αειθαλείς αθηναϊκές συνοικίες, στην επαρχία, ακόμα και σε άλλες χώρες, σε άλλες πόλεις (από την Τυνησία ως τη Στοκχόλµη), που κάνουν τον αναγνώστη να αποκτήσει για πρώτη φορά τόση συγγένεια με τόπους που δεν περπάτησε ή κατά τον τρόπο που μας την παραδίδει η εσωτερική μορφολογική υφή του έργου. Συνειρμοί παραστάσεων, αφή μαζί με οσμή, τον φέρνουν τόσο κοντά, τόσο κατάσαρκα με τα πράγματα, τόσο μέσα σε αυτά.
Από τέτοια βιβλία, σαν το Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου, βγαίνουν οι “στυλίστες” και οικοδομούν την πορεία τους. Για την ώρα, δεν έχω παρά να σημειώσω (μη έχοντας, το τονίζω, διαβάσει όλα τα έργα του συγγραφέα, παρά τα πιο πρόσφατα) την προοδευτική του μετατόπιση πάνω στο τεντωμένο σχοινί της άρτιας λογοτεχνίας, χωρίς να τον κανοναρχούν –τουλάχιστον όχι εμφανώς– οι λογοτεχνικές του επιρροές.
Ο Γεράσιμος Γκόφας σπούδασε κοινωνιολογία στο Πάντειο. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος πάνω στη δημογραφική και πληθυσμιακή στατιστική του Πανεπιστημιακού Κολεγίου του Δουβλίνου. Εργάζεται ως συνεργάτης-εκπαιδευτής σε ιρλανδικό κέντρο ανάλυσης δεδομένων και ζει μεταξύ Αθήνας και Δουβλίνου, ενώ παράλληλα ασχολείται με την κριτική λογοτεχνίας.

Το παιγνίδι με τη φωτιά


Η ταινία του Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Λι Τσανγκ-ντονγκ "Το παιγνίδι με τη φωτιά" στηρίζεται πάνω στο διήγημα του Γιαπωνέζου συγγραφέα Χαρούκι Μουρακάμι 'Φλεγόμενος αχυρώνας΄(από την συλλογή 'Ο ελέφαντας εξαφανίζεται΄) με φανερές αναφορές στο διήγημα του Γουίλλιαμ Φώκνερ 'Ο αχυρώνας καίγεται". Μόνον αν διαβαστούν τα διηγήματα και δεις την ταινία καταλαβαίνεις τις φανερές και αδιόρατες πλέξεις.Αυτό κι αν δεν είναι διαπολιτισμική διακειμενικότητα.
Η ταινία μου άρεσε κι ας ήταν κάπως μεγάλη-φυσικά την συστήνω στους σινεφίλ. Η προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη "Poetry" είναι από τις λίγες που κρατάω αγορασμένες ως προσωπικό κινηματογραφικό αρχείο.
Όμως το διήγημα του Φώκνερ δεν ξεπερνιέται! Ένα από τα καλύτερα διηγήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Postmodernism is dead. What comes next?

 –

TLS : Alison Gibbons

 


From the late 1980s onwards, novelists, artists, critics and art historians have foreseen the death of postmodernism. Linda Hutcheon, in the second edition of The Politics of Postmodernism (2002), declared: “it’s over”. The contemporary period – starting with the fall of the Berlin Wall in 1989 and gathering momentum throughout the 1990s and beyond – is often said to have a distinct intensity, and thus feels like a moment in which, in the words of the narrator in Ben Lerner’s novel 10.04, we find “the world rearranging itself”.
Postmodernism has taken various guises and, accordingly, there is no absolute consensus on what constituted it in the first place. Fredric Jameson characterized it in Postmodernism, or, The Cultural Logic of Late Capitalism as the loss of historicity, a lack of depth and meaningfulness and a waning of emotional affect, while Brian McHale in Postmodernist Fiction (1987) argued that postmodernism is defined by its fascination with the ontological. Taken together, postmodernism seems essentially to involve a questioning of the real, both in terms of the actual world, and in the representational efficacy and fidelity of fiction.
The forces that once drove postmodernism seem now to be depleted, however. Postmodernism rejected grand narratives, including those of religion, the concept of progress and of history itself. Angela Carter’s fiction, and particularly The Bloody Chamber, provides a clear example of the typical postmodernist impulse: in rewriting traditional fairy-tales she subverts grand narratives of gender, sexuality and female subjectivity. In contrast, in today’s cultural climate there appears to be a renewed engagement with history and a revival of mythic meaning-making that the arch-postmodernists would have abhorred. Ruth Ozeki’s A Tale for the Time Being (2013), for example, relates interconnecting histories – among them the story of a Japanese Kamikaze pilot in the Second World War and the 2011 Tōhoku Earthquake and Tsunami in Japan, contextualizing both in a history of ideas, by reflecting throughout on the principles of Zen Buddhism.
Postmodernism refracted reality into endless language-games, with authors such as Paul Auster making appearances in the fictional universes of their novels or, as is the case in Julio Cortázar’s short story “The Continuity of Parks”, with characters reading stories only to find the embedded story bleeding back into their level of representation. At first glance, today’s writers demonstrate a similar impulse to blur the lines between fiction and reality, as David Shields advocates in his book Reality Hunger (2010). Yet when authors, or other real elements, appear in fiction now – as Ben Lerner does in 10:04 – their presence is intended to signal realism, rather than to foreground the artifice of the text. Indeed, in place of postmodernism’s cool detachment, its anti-anthropomorphism, realism is once again a popular mode. Emotions, furthermore, are again playing a central role in literary fiction, as authors insist on our essential relationality – our connectedness as humans to one another in the globalizing world and with fictional characters as representations of our selves.
It seems then, that a new dominant cultural logic is emerging; the world – or in any case, the literary cosmos – is rearranging itself. This process is still in flux and must be approached strictly in the present tense. To understand the situation, we have to pose a number of questions. The first, and most dramatic, is “Is postmodernism dead?”; quickly followed by “If so, when did it die?”. Critics – such as Christian Moraru, Josh Toth, Neil Brooks, Robin van den Akker and Timotheus Vermeulen – repeatedly point to the fall of the Berlin Wall in 1989, the new millennium, the 9/11 attacks, the so-called “War on Terror” and the wars in the Middle East, the financial crisis and the ensuing global revolutions. Taken together, these events signify the failure and unevenness of global capitalism as an enterprise, leading to an ensuing disillusionment with the project of neo-liberal postmodernity and the recent political splintering into extreme Left and extreme Right. The cumulative effect of these events – and the accompanying hyper-anxiety brought about by twenty-four hour news – has made the Western world feel like a more precarious and volatile place, in which we can no longer be nonchalant about our safety or our future.
It seems fitting to me that Oxford Dictionaries chose the politically-charged “post-truth” as their word of the year for 2016. The prevalence of the word – associated particularly with the current political climate (Trump, Brexit, personality politics in general) – is symbolic of contemporary attitudes towards the concept of truth. It can help us to think about the radical cultural shifts that are underway. While modernism was ultimately founded on a utopianism that upheld certain universal truths, postmodernism rejected and deconstructed the notion of truth altogether. The prefix “post-” paradoxically ends up drawing into closer focus the very concept it seeks to reject. The two elements of the word therefore form a kind of metonym for the current stance; “post” reflects a lingering postmodernist distrust, while “truth” remains an important touchstone.
There are many terms for this new supplanting cultural logic, this shift in the ruling belief system: to name a few – altermodernism, cosmodernism, digimodernism, metamodernism, performatism, post-digital, post-humanism, and the clunky post-postmodernism. There are convergences and divergences between these conceptualizations; they complement each other as much as they compete. Even so, consistent across these formations is a legacy of modernist and postmodernist stylistic practice, and a rehabilitated ethical consciousness. Lerner’s 10.04 provides an illustrative case. In one episode, the narrator Ben has just finished his monthly shift at Park Slope Food Co-op. Ben, like many members of the Co-op, simultaneously exhibits pride in its eco-friendly, anti-capitalist ethos and disdain at its inflexibility in accommodating his own extensive travel plans in the working rota. While bagging dried mangoes, Noor, a fellow member, reveals that she is not biologically related to the man she thought was her father. This has significant repercussions for her sense of self, particularly since her Arab-American identity has been founded on her father’s Lebanese heritage.
Despite the intensely personal and affecting nature of Noor’s story, it is punctuated with interruptions. The narrator repeatedly interjects with reporting clauses and narratorial intrusions, such as “Noor said, although not in these words”. The device is postmodern, recursively framing and foregrounding the story in a story, yet it serves not as a self-reflexive affectation; but rather as a way of showing the hermeneutic function of stories in our memories, in our narratives of self and in our relationships with others. There is a narrative interruption too, when Ben is called away from the mangoes. Not yet knowing how Noor’s story ends, Ben wrongly jumps to the conclusion that the story is about Islamophobia. This judgement made by Lerner’s narrating character, self-righteous but flawed, is seen as emblematic of widespread Western social hypocrisy and made more poignant precisely because readers are supposed to interpret the character as a textual proxy for the author. Again, what seems like postmodern metatextuality – the character of the author in the fiction – is not used to postmodern effect. The typically postmodern appearance of the author reduced him or her to a linguistic sign by the ontological impossibility of their presence in the fiction. Contrastingly, Lerner’s author is precisely at home in the fiction.
Later reflecting on Noor’s story, Ben wishes there had been a way to comfort her “without it sounding like presumptuous co-op nonsense”. Ben contemplates his own feelings: “my personality dissolving into a personhood so abstract that every atom belonging to me as good as belonged to Noor, the fiction of the world rearranging itself around her”. In 10.04, this rearrangement of the world turns on an axis of human subjectivity, conceived as intimately and ethically relational.
10.04 is just one example of contemporary fiction that articulates a sentiment beyond the postmodern. It can be categorized as autofiction, a genre that integrates the autobiographical into fiction, and that has blossomed alongside the so-called memoir boom. The genre, at first glance, may seem strictly postmodern, dealing as it does with the fragmentation of the subject and the blurring of the fact–fiction ontological boundary. Yet contemporary autofictions narrativize the self not as a game, but in order to enhance the realism of a text and tackle the sociological and phenomenological dimensions of personal life. Édouard Louis’s The End of Eddy (2017) is a case in point, detailing within a work of fiction the author’s own experiences as an effeminate young man in a small working-class village in Northern France.
Other recent literary trends, such as the popularity of historical fiction, the revival of realism and fiction’s increased engagement with visual and digital culture are also emblematic of this shift. While David Foster Wallace is often cited as the literary figure who issued a call-to-arms against ironic postmodern pop-culture, many other contemporary writers appear to be mounting the offence: among them Ben Lerner, but also Jennifer Egan, Dave Eggers, Joshua Ferris, Jonathan Franzen, Sheila Heti, Kazuo Ishiguro, Ruth Ozeki, Ali Smith, Zadie Smith and Adam Thirlwell. Thirlwell’s Kapow! (2012), for instance, engages with the revolutions of the Arab Spring, interrogating their historicity and significance, through comparison with the French Revolution. In the process, the self-conscious narrator mixes high and low cultural references, emphasizes the relay of the media’s reportage of world events, and considers the appropriateness of writing his own Arabic novel.
At the same time, our culture retains many of the themes and concerns that exercised writers of earlier generations; there is little sign of a radical literary avant garde sweeping away the old to make way for the new. Postmodernism might not be as emphatically over as some critics like to claim, but it does seem to be in retreat. Its devices have become so commonplace that they have been absorbed into mainstream, commercial and popular culture. Postmodernism has lost its value in part because it has oversaturated the market. And with the end of postmodernism’s playfulness and affectation, we are better placed to construct a literature that engages earnestly with real-world problems. This new literature can, in good faith, examine complex and ever-shifting crises – of racial inequality, capitalism and climate change – to which it is easy to close one’s eyes.

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Καλές γιορτές!


Όλοι εμείς, οι πιστοί των blogs όσοι απομείναμε ακόμη ...

Καλές γιορτές με αγάπη, υγεία και ηρεμία.
Και διαβάσματα με ένα μελομακάρονο από δίπλα.


Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Athens Prize for Literature 2018

 














 photo: Aleksandar Gatalitsa and his translator Isnimi Rantoulovits while receiving the prize


Athens Prize for Literature

       Fiction-finalist Theodoros Grigoriadis alerts me to this year's Athens Prize for Literature, a leading Greek literary prize that selects both a best Greek novel and the best fiction in translation.
       They've now announced this year's winners, and Kostas Logaras' Τα πουλιά με το μαύρο κολάρο won for best novel; see also the Εκδόσεις Καστανιώτη publicity page
       Beating out, among others, books by Margaret Atwood and Elena Ferrante, a translation of Aleksandar Gatalica's The Great War won best foreign work -- a novel that already won the leading Serbian literary prize, the NIN Award, and which Istros published in English translation a few years ago; see their publicity page, or get your copy at Amazon.com or Amazon.co.uk.
       See also the report at Grigoriadis' weblog.


(Posted by: M.A.Orthofer)    - permanent link -

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

The ATHENS PRIZE FOR LITERATURE 2018


Στην Αίθουσα Τελετών του Δημαρχιακού Μεγάρου στην Πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως (πρώην Πλατεία Κοτζιά), απονεμήθηκαν και εφέτος, για δωδέκατη συνεχή χρονιά, τα βραβεία μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature του περιοδικού (δε)κατα. Η ανακοίνωση των νικητών και ταυτόχρονα η απονομή έγιναν την Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018, στις 8:00 το βράδυ.
Η απονομή των φετινών βραβείων πραγματοποιείται στο πλαίσιο και με τη στήριξη της διοργάνωσης Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου του Δήμου Αθηναίων
Oι συντονιστές-συγγραφείς Θεόδωρος Γρηγοριάδης και Κατερίνα Ζαρόκωστα αναφέρθηκαν, εν συντομία, στις δύο βραχείες λίστες. Την εκδήλωση θα παρουσίσαε η Λουκία Παπαδάκη
ΟΙ ΒΡΑΧΕΙΕΣ ΛΙΣΤΕΣ 2017
 ΤΟ ΞΕΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 
Margaret Atwood, Το παιδί της τρικυμίας, μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, Μεταίχμιο
Αλεξάνταρ Γκάταλιτσα, Ο μεγάλος πόλεμος, μτφρ. Ισμήνη Ραντούλοβιτς, Καστανιώτης
Ηannah Kent, Οι καλοί, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, Ίκαρος
Katie Kitamura, Ένας χωρισμός, μτφρ. Γιώργος Μαραγκός, Κέδρος
Χουάν Μαρσέ, Η καλλιγραφία των ονείρων, μτφρ. Γεωργία Ζακοπούλου, Πατάκης
Ίαν ΜακΓκουάϊρ, Σκοτεινός αρκτικός, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, Ψυχογιός
Κλάουντιο Μάγκρις, Υπόθεση αρχείου, μτφρ. Άννα Παπασταύρου, Καστανιώτης
Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Καρφίτσες στην άμμο, μτφρ. Κώστας Αθανασίου, Καστανιώτης
Έλενα Φερράντε, Η ιστορία της χαμένης κόρης, μτφρ. Δήμητρα Δότση, Πατάκης
Alfonso Vicente, Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου, μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, Ίκαρος
ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΤΑΡ ΓΚΑΤΑΛΙΤΣΑ  για το μυθιστόρημα ο 'Ο Μεγάλος Πόλεμος" 

O Θεόδωρος Γρηγοριάδης ως συντονιστής της επιτροπής για το ξένο μυθιστόρημα μίλησε για το μυθιστόρημα και αναφέρθηκε στο σκεπτικό της βράβευσης:
"Ο λόγος του συγγραφέα, τριτοπρόσωπος, με μακροσκοπική αλλά και με μικροσκοπική εμβέλεια, με διανθίσεις υλικού της εποχής, μονολόγων, εξομολογήσεων, τραγουδιών, είναι άλλοτε ρεαλιστικός και άλλοτε έχει μια δόση υπερρεαλισμού, μεταφυσικής ή βαλκανικού μαγικού ρεαλισμού χωρίς να ελαφρύνεται η ιστορική διάσταση της μυθοπλασίας.
Έτσι, ένας μεγάλος πόλεμος, ίσως ο πιο αιμοβόρος του εικοστού αιώνα, επανέρχεται αφηγηματικά, μακριά από τις καταγραφές των ιστοριογράφων για να προβληματίσει σήμερα σε μια Ευρώπη που δεν περνάει τις καλύτερες στιγμές της, σε μια νοτιοανατολική Ευρώπη που δεν μπορεί να αποδιώξει το βαλκανικό της φάντασμα, σε μια εποχή που οι κοινωνίες ολισθαίνουν προς τον φασισμό και τον εθνικισμό ξεχνώντας τα εκατομμύρια των θυμάτων.
Ο “Μεγάλος Πόλεμος” του Αλεξάνταρ Γκάταλιτσα, παρά την ένταση και την τραγικότητα, θέλει να στοχαστεί στην άδικη μοίρα των αδικοχαμένων να διαφυλάξει τη μνήμη τους και να μας ενεργοποιήσει".


Ο Αλεξάνταρ Γκατάλιτσα και η μεταφράστρια Ισμήνη Ραντούλοβιτς. ο Γκατάλιτσα αναφέρθηκε στην κλασική του παιδεία, πόσο του άρεσε που μεταφrάστηκε το βιβλίο του στα ελληνικά. Και ότι το ογκώδες μυθιστόρημά του γνώρισε μεγάλη επιτυχία με 50.000 αντίτυπα παρά τις αρχικές του επιφυλάξεις.


ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 
Τατιάνα Αβέρωφ, Έγκλημα στον Παράδεισο, Μεταίχμιο
Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Καινούργια πόλη, Πατάκης
Μαριάνα Ευαγγέλου, Οστινάτο, Πατάκης
Ισίδωρος Ζουργός, Λίγες και μια νύχτες, Πατάκης
Στάθης Ιντζές, Οι ανειδίκευτοι δεν βγάζουν κιχ, Μελάνι
Δημήτρης Καμπουράκης, Δυο ζωγράφοι, Πατάκης
Χλόη Κουτσουμπέλη, Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν, Μελάνι
Κώστας Λογαράς, Τα πουλιά με το μαύρο κολάρο, Καστανιώτης
Νίκος Μάντης, Οι τυφλοί, Καστανιώτης
Κώστας Χατζηαντωνίου, Ο κύκλος του χώματος, Καστανιώτης
ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΛΟΓΑΡΑ για το μυθιστόρημα "Τα πουλιά με το μαύρο κολάρο"
(Ο Κώστας Λογαράς ευχαριστεί για τη βράβευσή του)

Αφιερώματα και συνεντεύξεις

Η LIFO πιστή στο λογοτεχνικό πνεύμα .... των ημερών προτείνει βιβλία:

Στην ιστοσελίδα του ΝΑΚΑΣ βιβλία δημοσιεύεται μια συνέντευξη με την Σοφία Πολίτη:

ΕΡΩΤΗΣΗ: Χαμένες ευκαιρίες, έρωτες που δεν χτύπησαν την πόρτα, αναμνήσεις νιότης, ιστορίες με χρέη από το παρελθόν, απώλειες, ξενιτιά, φιλίες, τρυφερά αποσπάσματα, κακοπροαίρετες πράξεις, αγαθές σκέψεις, κρυφές στιγμές. Από όλα έχουν οι 26 ιστορίες του βιβλίου σας Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου, από τις εκδόσεις Πατάκη. Η παλαιότερη γραπτή αφήγηση της συλλογής αυτής είναι του 1993, η νεότερη του 2018. Μέσα σε αυτά τα 15 χρόνια, θα αλλάζατε κάτι στις παλαιότερες ιστορίες σας, καθώς τα χρόνια περνούν και οι κοινωνίες αλλάζουν;
Ως γνωστόν οι Λατίνοι έλεγαν “Verba volant, scripta manent” (Τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν). Κι εγώ θα συμπλήρωνα “να μένουν όπως γράφτηκαν”, καθώς κάθε κείμενο φέρει το στίγμα και το ύφος της εποχής του. Άλλωστε εκεί ανήκει χρονικά και στην συνέχεια-αν αντέξει-θα διαβαστεί και στις επόμενες εποχές. Μπορεί να αλλάζουν τεχνολογικά οι εποχές αλλά οι άνθρωποι έχουν τις ίδιες ανάγκες, ακολουθούν την ίδια φυσική ροή της ζωής. Γεννιούνται, ερωτεύονται, γλεντάνε, πολεμάνε, υποφέρουν, πεθαίνουν. Αυτά είναι τα βασικά μοτίβα και της μυθοπλασίας. Κάπου εκεί ανάμεσα θα ήθελα να βρίσκονται και τα δικά μου κείμενα κι όσο αντέξουν.
ΕΡΩΤΗΣΗ:
Διακρίνουμε δοκιμές γραφής, όμως, ο λόγος σας ρέει κυρίως σαν μια καλά τοποθετημένη προφορική αφήγηση. Αυτού του είδους η γραφή είναι ο τρόπος που εμπιστεύεστε ίσως περισσότερο να επικοινωνείτε με τους αναγνώστες σας;
Στα διηγήματα, ειδικά στα πρωτοπρόσωπα, κυριαρχεί ο δικός μου αφηγηματικός εαυτός ή τουλάχιστον αυτός που έχει διαμορφωθεί μέσα από το γράψιμο. Κατά βάθος είμαι ένας παραμυθάς, ένας αφηγητής της εποχής μου. Όταν ξεκινάω να γράψω θέλω να πω κάτι βγαλμένο μέσα από ανθρώπους και από ιστορίες που άκουσα ή βίωσα. Δεν ξεκινάω με λέξεις ή ιδέες, αυτά τα βρίσκω στην συνέχεια ή ενσωματώνονται ανάλογα με την ιστορία που θέλω να αφηγηθώ. Είναι μια φωνή που απευθύνεται στον αναγνώστη για να μιλήσει μαζί του και όχι για να τον προσπεράσει λογοτεχνίζονταςεπιδεικτικά.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Ο τίτλος της συλλογής διηγημάτων σας «Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου» μας βάζει στον πειρασμό να σας ρωτήσουμε: Ποια είναι η πατρίδα σας; Εσείς προδώσατε την πατρίδα σας; Κι αν ναι, με ποιον τρόπο;
Ο τίτλος προέρχεται από τον αλκοολικό αφηγητή του ομώνυμου διηγήματος που πιστεύει ότι πρόδωσε την πατρίδα του για χάρη μιας γυναίκας. Εγώ κάνω το παν να αναδείξω την πατρίδα μου μέσα από τις ιστορίες χωρίς εθνικισμούς και πολιτικολογίες. Πατρίδα είναι ο πολιτισμός, η γλώσσα μας, η λογοτεχνία, οι ιστορίες που μιλάνε για την εποχή μας. Με ενδιαφέρουν οι ρίζες μου, η καταγωγή μου όπως γράφω και στο διήγημα “Η πέτρα”, ένα ταξίδι στη γη του Πόντιου παππού μου.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Από τις ιστορίες του βιβλίου σας, υπάρχει κάποια που ίσως θα θέλατε να σταθεί περισσότερο ο αναγνώστης; Υπάρχει κάποια που να θέλατε να αποτυπώσει πιο έντονα μέσα του το μήνυμά της; Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είστε συναισθηματικά δεμένος με όλα τα υπόλοιπα διηγήματα.
Η ιστορία European Refugee Tourism 'Διαδρομή δυσκολίας Α” , θεματικά και υφολογικά, δείχνει έναν προβληματισμό πάνω στο θέμα της προσφυγιάς και του ξένου και μια δική μου στροφή προς μια διαφορετική θεματολογία και γραφή. Την είχα γράψει ως μια φανταστική αφήγηση το 2015 και τώρα, στο διαδίκτυο, βλέπω να κυκλοφορούν βίντεο που προσφέρουν τη δυνατότητα στον καλοβολεμένο Ευρωπαίο να δοκιμάσει τον “τουρισμό του πρόσφυγα” αντίστροφα.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Αυτήν την περίοδο ποιο βιβλίο ή ποια βιβλία διαβάζετε; Από τη φετινή εκδοτική δραστηριότητα, υπάρχει κάποιος τίτλος βιβλίου που θα προτείνατε στους αναγνώστες μας ανεπιφύλακτα;
Διαβάζω διαχρονικά παλιά και καινούργια, άλλοτε χωρίς σειρά και άλλοτε ως κύκλους ανάγνωσης. Διαβάζω για ευχαρίστηση αλλά και ψυχαναγκαστικά γιατί έτσι έμαθα από παιδί. Θα σταθώ στις αναγνώσεις των τριών τελευταίων μηνών: Φίλιπ Ροθ “Το θέατρο του Σάμπαθ”, Εντουάρ Λουί “Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ”, Αλεξάνταρ Γκάταλιτσα “Ο Μεγάλος Πόλεμος”, Κώστας Ακρίβος “Γάλα Μαγνησίας”, Τα “Μείζονα Ποιητικά” του Μιχάλη Κατσαρού”, Αραμπούρου Φερνάντο “Η πατρίδα” και αυτή την στιγμή το νέο μυθιστόρημα μιας καλής νέας συγγραφέως, της Βασιλικής Πέτσα, “Το δέντρο της υπακοής”.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Ετοιμάζετε κάτι νέο να γράψετε; Αν ναι, θα θέλατε να μας αποκαλύψετε ποιο είναι το κεντρικό του θέμα;
Γράφω ένα μυθιστόρημα αλλά, όσο και να ακούγεται παράξενο, δεν γράφω για να εκδίδω μόνον. Αυτή είναι η άλλη πλευρά του συγγραφικού μου εαυτού. Υπάρχουν πολλά ανέκδοτα κείμενα, που ανήκουν στο δημιουργικό μου εργαστήριο, αλλά δεν προορίζονται άμεσα για έκδοση, μπορεί και να μην εκδοθούν ποτέ. Ωστόσο έχω ολοκληρώσει μια νουβέλα για ένα μουσικό τρίο της εποχής του πατέρα μου, τη δεκαετία του εξήντα στο Παγγαίο, και ίσως αυτό να πάρει σειρά.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Πού μπορούν να σας συναντήσουν οι αναγνώστες σας διαδικτυακά αλλά και από κοντά;
Μπορούν να με βρουν στα βιβλία μου κυρίως, εκεί είναι η ψυχή και το μυαλό μου. Και μετά στο f/b και στο twitter ονομαστικά όπως και στο blog http://teogrigoriadis.blogspot.com/, ένα από τα παλιότερα λογοτεχνικά blog. Γενικά υπάχρουν πολλές σελίδες και βίντεο από εκδηλώσεις, παρουσιάσεις, εκπομπές στο διαδίκτυο. Υπερέκθεση θα έλεγα. Από κοντά μπορούμε να τα λέμε στις εκδηλώσεις ή στις αναγνώσεις που ετοιμάζομαι να κάνω σε μικρά στέκια.
Σας ευχαριστώ πολύ για την συνέντευξη.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

Ο Μάνος Κοντολέων γράφει για την συλλογή ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΔΩΣΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ



Το διήγημα ίσως θα πρέπει να θεωρηθεί, αν όχι το βασικό είδος της νεοελληνικής πεζογραφίας, σίγουρα όμως ως εκείνο που έδωσε τα πρώτα δείγματα μιας ποιοτικής πεζογραφικής οντότητας στη γλώσσα μας μετά την ανακήρυξη του ελληνικού κράτους.
Σταχυολογώ πρόχειρα: Εμμανουήλ Ροΐδης (γεν. 1836), Γεώργιος Βιζυηνός (γεν. 1849), Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (γεν. 1850), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (γεν. 1851), Ανδρέας Καρκαβίτσας (γεν. 1865), Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου (γεν. 1867), Δημοσθένης Βουτυράς (γεν. 1872) – ανάμεσα και σε άλλους πεζογράφους που από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ού γράφουν το είδος αυτό του πεζού λόγου και βάζουν τις βάσεις της σύγχρονης λογοτεχνικής έκφρασης που αναζητά την ταυτότητα του Νεοέλληνα, άλλοτε χρησιμοποιώντας την ηθογραφία, άλλοτε ανατρέχοντας στην ιστορία, σε άλλες περιπτώσεις με μια πρώιμη ενδοσκόπηση.
Με τη γενιά του μεσοπολέμου, το μυθιστόρημα έρχεται να κατακτήσει την πρώτη θέση στην προτίμηση του Νεοέλληνα αναγνώστη, που κι αυτός με τη σειρά του αποκτά μια αστική συνείδηση και άρα λογικό είναι να στρέφεται προς το κατεξοχήν λογοτεχνικό είδος της ευρωπαϊκής αστικής τάξης.
Ο 20ός αιώνας έκλεισε με την παντοδυναμία μεν του μυθιστορήματος, αλλά παράλληλα μας άφησε την κληρονομιά και πλέον σύντομων κειμένων, με τις υπογραφές του Γιώργου Ιωάννου, του Μάριου Χάκκα, του Επαμεινώνδα Γονατά κ.ά.
Στα πρώτα πλέον χρόνια του 21ου αιώνα, μπορεί να εξακολουθεί το μυθιστόρημα να αποτελεί το αγαπημένο είδος του αναγνωστικού κοινού, αλλά οι νεότεροι και αρκετοί παλαιότεροι συγγραφείς αναζητούν να περάσουν τη δική τους συγγραφική παρουσία μέσα από σύντομες αφηγήσεις – ενίοτε τόσο σύντομες, που μερικές φορές δεν μπορεί μήτε ως διηγήματα να θεωρηθούν και έτσι χαρακτηρίζονται ως κείμενα μικρής φόρμας. Και πάλι με μια πρόχειρη επιλογή αναφέρω τους: Περικλή Σφυρίδη, Ηλία Παπαδημητρακόπουλο, Γιώργο Σκαμπαρδώνη, Αργύρη Χιόνη, Σωτήρη Δημητρίου, Αχιλλέα Κυριακίδη, Ηλία Παπαμόσχο, Δημοσθένη Παπαμάρκο, Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, Ούρσουλα Φωσκόλου κ.ά.
Παράλληλα, οι νέες οικονομικές συνθήκες έχουν οδηγήσει τους εκδότες να εκδίδουν ολιγοσέλιδα βιβλία (όταν μάλιστα αυτά είναι γραμμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να απευθύνονται σε μικρές ομάδες απαιτητικών αναγνωστών). Και κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι νεότεροι τουλάχιστον εκδοτικοί οίκοι επιλέγουν τις συλλογές μικρών, μικρότατων κειμένων.
Θα πρέπει όμως και να θυμηθούμε πως από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και έως την κρίση του ’10, πολλά έντυπα συνήθιζαν (κυρίως κατά τη διάρκεια των εορτών ή των καλοκαιρινών διακοπών) να προσφέρουν στους αγοραστές τους διηγήματα που Έλληνες συγγραφείς είχαν κληθεί να γράψουν βασισμένοι σε κάποιο θέμα της επικαιρότητας ή εποχικό. Με αυτόν τον τρόπο γραφτήκανε πολλά διηγήματα που συχνά οι συγγραφείς τους φροντίζουν να τα εντάξουν όλα μαζί σε ένα νέο βιβλίο.


Μια συλλογή διηγημάτων πιστεύω πως θα πρέπει να έχει έναν ενιαίο κεντρικό άξονα. Τα μικρής έκτασης κείμενα που θα περιλαμβάνει καλό θα είναι να περιτριγυρίζουν το κεντρικό θέμα και έτσι να έχουμε μια ιδιότυπα πολυπρισματική προσέγγισή του. Μα αρκετά συχνά διαβάζουμε και συλλογές διηγημάτων που γραφτήκανε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και που το καθένα τους στηρίζεται και σε έναν άλλο προβληματισμό. Θα έλεγα πως σε αυτή την κατηγορία τοποθετείται και το τελευταίο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.
Όπως και ο ίδιος μάς ενημερώνει στο Επίμετρο αλλά και στον κατάλογο των πρώτων δημοσιεύσεων, τα διηγήματα της συλλογής έχουν γραφτεί με την ευκαιρία αναθέσεων από διάφορα έντυπα. Βέβαια –φροντίζει να πληροφορήσει τον αναγνώστη– τα περισσότερα από αυτά υπήρχαν ως σημειώσεις λίγο ή περισσότερο ολοκληρωμένες σε προσωπικά του τετράδια. Και μετά την αποδοχή της ανάθεσης, τους έδωσε την οριστική τους μορφή.
Η συγγραφή του πρώτου έγινε το 1993 και του τελευταίου το 2018. Και νομίζω πως πολύ σωστά έχουν εντός της συλλογής τοποθετηθεί σύμφωνα με τη χρονολογία πρώτης δημοσίευσής τους, γιατί έτσι ο αναγνώστης πλέον μπορεί να τα διαβάσει όχι ως κείμενα που τυχαίως συνυπάρχουν, αλλά ως ένα οδοιπορικό του τρόπου που ο συγγραφέας αντιδρούσε συγγραφικά στα διάφορα γεγονότα όλων αυτών των ετών.

Είκοσι πέντε διηγήματα δημοσιευμένα και ένα αδημοσίευτο σε έναν τόμο 314 σελίδων. Σε ένα από αυτά, ο Γρηγοριάδης γράφει: «Λίγο πριν πλησιάσω για να συλλέξω ακόμα μια ιστορία βουτηγμένη άλλοτε στην επαρχιακή ομίχλη μιας παραλιακής πόλης κι άλλοτε στο λαμπερό καλοκαιρινό φως, φρόντισα να ρίξω μια ματιά έξω από την τζαμόπορτα…»
Ναι, ακριβώς αυτό είναι όλο το βιβλίο – ματιές έξω από την τζαμόπορτα. Ματιές που άλλοτε κατρακυλάνε στις ανηφοριές της Καβάλας, άλλοτε σταματούν στα στέκια της Θεσσαλονίκης, άλλοτε περνάνε και από αθηναϊκές γειτονιές, κάποτε ταξιδεύουν σε ποικίλους επαρχιακούς μας τόπους, μα τριγυρίζουν και σε άλλες χώρες. Ματιές που παρατηρούνε την επικαιρότητα για να τη μετατρέψουν με την τέχνη της αφήγησης σε μόνιμη αναγνωστική εμπειρία.

Μα ο Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας ανθρωποκεντρικός – τα γεγονότα τα βλέπει να σημαδεύουν ανθρώπους και αυτά τα σημάδια μετατρέπει σε ιστορίες. Χωρίς να αποσιωπά το κοινωνικό ή πολιτικό δεδομένο, εστιάζει την προσοχή του στο άτομο. Και με αυτό συνομιλεί. Πάντα με μια τάση διακριτικότητας, συχνά και ηθελημένης αποσιώπησης, καθώς σέβεται τις ενοχές και συμμετέχει σε αποφάσεις που δεν θέλουν να αφήσουν τους ίσκιους μέσα στους οποίους πάρθηκαν.
Διηγήματα ιδιαίτερα καλογραμμένα, που μπορεί ακόμα να θεωρηθούν στην πλειοψηφία τους και ως κοινωνικά-πολιτικά σχόλια πάνω σε μια εικοσιπενταετία. Η συλλογή τους σε έναν τόμο (τρίτος τόμος διηγημάτων του ίδιου συγγραφέα έναντι δώδεκα μυθιστορημάτων του κι ενός μονολόγου) επιβεβαιώνει τελικά πως ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι από εκείνους τους συγγραφείς που δεν δέχονται να βλέπουν μόνο το μέρος – το σύνολο, ακόμα κι όταν υπονοείται, παραμένει κεντρικό ζήτημα των προβληματισμών του.


Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2018

Παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων στις Πλειάδες.


Στις Πλειάδες θα συζητήσουμε με την εκδότρια Άννα Πατάκη για την συλλογή αυτή, πώς προέκυψε, τι σημαίνει να γράφεις και να εκδίδεις σήμερα διηγήματα και μικρές φόρμες πεζογραφίας.

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

Η "Καινούργια πόλη" στις βραχείες λίστες του Athens Prize for Literature

altΣτην Αίθουσα Τελετών του Δημαρχιακού Μεγάρου στην Πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως (πρώην Πλατεία Κοτζιά), θα απονεμηθούν εφέτος, για δωδέκατη συνεχή χρονιά, τα βραβεία μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature του περιοδικού (δε)κατα. Η ανακοίνωση των νικητών και ταυτόχρονα η απονομή θα γίνουν την Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018, στις 8:00 το βράδυ.
Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης
Η απονομή των φετινών βραβείων πραγματοποιείται στο πλαίσιο και με τη στήριξη της διοργάνωσης Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου του Δήμου Αθηναίων. Oι συντονιστές-συγγραφείς Θεόδωρος Γρηγοριάδης και Κατερίνα Ζαρόκωστα θα αναφερθούν, εν συντομία, στις δύο βραχείες λίστες. Την εκδήλωση θα παρουσιάσει η Λουκία Παπαδάκη και θα συνοδεύεται με μουσική από το Κουαρτέτο Εγχόρδων του Οργανισμού Πολιτισμού Αθλητισμού Νεολαίας Δήμου Αθηνών. Τα βραβεία The Athens Prize for Literature χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης λόγω των επιλογών τους στον χώρο των κριτικών λογοτεχνίας, των δημοσιογράφων, των εκδοτών, των συγγραφέων και των μεταφραστών. 
ΟΙ ΒΡΑΧΕΙΕΣ ΛΙΣΤΕΣ 2017
 ΤΟ ΞΕΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 
Margaret Atwood, Το παιδί της τρικυμίας, μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, Μεταίχμιο
Αλεξάνταρ Γκάταλιτσα, Ο μεγάλος πόλεμος, μτφρ. Ισμήνη Ραντούλοβιτς, Καστανιώτης
Ηannah Kent, Οι καλοί, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, Ίκαρος
Katie Kitamura, Ένας χωρισμός, μτφρ. Γιώργος Μαραγκός, Κέδρος
Χουάν Μαρσέ, Η καλλιγραφία των ονείρων, μτφρ. Γεωργία Ζακοπούλου, Πατάκης
Ίαν ΜακΓκουάϊρ, Σκοτεινός αρκτικός, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, Ψυχογιός
Κλάουντιο Μάγκρις, Υπόθεση αρχείου, μτφρ. Άννα Παπασταύρου, Καστανιώτης
Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Καρφίτσες στην άμμο, μτφρ. Κώστας Αθανασίου, Καστανιώτης
Έλενα Φερράντε, Η ιστορία της χαμένης κόρης, μτφρ. Δήμητρα Δότση, Πατάκης
Alfonso Vicente, Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου, μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, Ίκαρος
 Για το έτος 2017 οι συγγραφείς–κριτές των ξένων μυθιστορημάτων ήταν οι: Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Νίκος Δαββέτας, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Σοφία Νικολαΐδου και Κοσμάς Χαρπαντίδης.
 ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 
Τατιάνα Αβέρωφ, Έγκλημα στον Παράδεισο, Μεταίχμιο
Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Καινούργια πόλη, Πατάκης
Μαριάνα Ευαγγέλου, Οστινάτο, Πατάκης
Ισίδωρος Ζουργός, Λίγες και μια νύχτες, Πατάκης
Στάθης Ιντζές, Οι ανειδίκευτοι δεν βγάζουν κιχ, Μελάνι
Δημήτρης Καμπουράκης, Δυο ζωγράφοι, Πατάκης
Χλόη Κουτσουμπέλη, Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν, Μελάνι
Κώστας Λογαράς, Τα πουλιά με το μαύρο κολάρο, Καστανιώτης
Νίκος Μάντης, Οι τυφλοί, Καστανιώτης
Κώστας Χατζηαντωνίου, Ο κύκλος του χώματος, Καστανιώτης


→ Για το έτος 2017 οι συγγραφείς–κριτές των ελληνικών μυθιστορημάτων ήταν οι: Φίλιππος Δρακονταειδής, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Ζέτα Κουντούρη, Κλαίτη Σωτηριάδου και Δημήτρης Σωτάκης.

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2018

Μόλις κυκλοφόρησε!

Μια χορταστική συλλογή διηγημάτων. Είκοσι έξι ανθρώπινες ιστορίες δοσμένες με χιούμορ και συγκίνηση.





Από το Παγγαίο, την Καβάλα, τον Έβρο μέχρι την Αθήνα αλλά και την Σαμψούντα, την Τυνησία, την Συρία, το Βερολίνο και την Στοκχόλμη οι άνθρωποι διασχίζουν σύνορα, πολιτισμούς και προσωπικά όρια, βιώνουν ιστορικές αλλαγές, διεκδικούν διαφορετικές ταυτότητες, αναζητούν μια καινούργια αρχή ή και το άδοξο τέλος τους, ακροβατούν ανάμεσα στο πάθος για τη ζωή και το βάρος μιας απώλειας.

Οικογενειακές ιστορίες, αδιέξοδες σχέσεις και παθιασμένοι έρωτες, μοναχικοί και αινιγματικοί άνθρωποι, αποτραβηγμένοι και περιθωριακοί χαρακτήρες, μετανάστες και πρόσφυγες, πόρνες και τραβεστί, μικροαστοί και αγρότες, άνθρωποι της γειτονιάς αλλά και φερμένοι από τα όνειρα. 


Τα διηγήματα, γραμμένα την τελευταία εικοσιπενταετία, καταγράφουν τις συμπεριφορές και τις αλλαγές σε σχέση με την κοινωνία και την Ιστορία, συνθέτοντας μία πολύχρωμη τοιχογραφία μέσα στην οποία κάθε αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει και τη δική του φωνή.

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

ΣΥΝΈΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ vakhikon  για την ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΠΟΛΗ


Θεόδωρος Γρηγοριάδης: "Η ζωή δεν είναι εύκολο χρήμα και λάμψη"




Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Συνομιλήσαμε με τον συγγραφέα Θεόδωρο Γρηγοριάδη, με αφορμή την έκδοση του μυθιστορήματός του "Καινούργια πόλη", από τις εκδόσεις Πατάκη.

Η Μαργαρίτα και ο Μανόλης έρχονται να μείνουν στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Γιατί οι Αθηναίοι τους αντιμετωπίζουν ως ξένους;
Δεν είναι θέμα των Αθηναίων μόνον, είναι και δικό τους. Έρχονται για πρώτη φορά στην πρωτεύουσα εκείνη από τον Έβρο κι εκείνος μέσω Σουηδίας. Οι κώδικες και τα ήθη μιας πόλης σαν την Αθήνα είναι εντελώς διαφορετικοί από τους δικούς τους καθώς το χάσμα της πρωτεύουσας τότε με τη δική τους επαρχία αλλά και την υπόλοιπη Ευρώπη ήταν μεγάλο.

Η Αθήνα της δεκαετίας του 1990 με τα στέκια της Ομόνοιας, τη συνάντηση στον Μπακάκο, τις ζεστές γωνιές του κέντρου και την απόλαυση των ανέσεων της πόλης της αφθονίας; Πώς αντιμετώπιζαν ο Μανόλης και η Μαργαρίτα αυτή την κατάσταση;
Αναγκαίο κακό γιατί είναι άνθρωποι που ζήσανε κάτω από άλλες συνθήκες. Εκείνη στην μεθόρια επαρχία κι αυτός σε μια οργανωμένη και απελευθερωμένη σκανδιναβική χώρα. Γι αυτό και η ματιά του Μανόλη απέναντι στην “πλούσια και δυναμική” πόλη είναι εντελώς κριτική ΄ αναζητά στην Αθήνα το αρχαιολογικό παρελθόν των σπουδών του, το φιλοσοφικό κακάθι. Για την Μαργαρίτα η Αθήνα είναι το μεγάλο σεργιάνι που στερήθηκε στην επαρχία αλλά και ο τόπος όπου θα λυτρωθεί.

Η Μαργαρίτα και ο Μανόλης. Μάνα και γιος. Δυο διαφορετικοί χαρακτήρες σε μια αναγκαστική συνύπαρξη. Τι τους ενώνει και τις τους χωρίζει;
Τους ενώνει η στερεοτυπική σχέση εξάρτησης αλλά και τους χωρίζει μια στάση απογαλακτισμού από την πλευρά του Μανόλη. Οι σπουδές του και τα χρόνια του στην Σουηδία τον έχουν μετατοπίσει αρκετά από την ελληνικότητα της σχέσης μάνας γιου. Όσο για εκείνη απέδειξε ότι δεν υπήρξε και η πιο στοργική μάνα απέναντί του ειδικά τα χρόνια που χώρισε και άρχισε να ζει με τον κουνιάδο της. Άλλωστε αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που κατέφυγε στην Σουηδία.

Kαι στους δυο το παρελθόν είναι τόσο δυνατό που μοιάζει να τους εξουσιάζει. Ποιες είναι οι λεπτές γραμμές που τους κάνουν να μην μπορούν να αντέξουν παλιές καταστάσεις;
Υπάρχει ένα βίαιο περιστατικό που καταγράφεται στην αρχή του μυθιστορήματος. Ο πνιγμός του κουνιάδου και εραστή της Μαργαρίτας. Πρέπει να ξεπεράσουν αυτή την απώλεια γιατί τους αφορά και τους δύο. Ο άνθρωπος αυτός υπήρξε για χρόνια η σκιά του Μανόλη αλλά και σύντροφος της μητέρας του. Η στιγμή που θα δοθεί μια απάντηση στα ερωτήματα θα έρθει και η κάθαρση.

Η Μαργαρίτα έχει τα λαϊκά πρότυπα και θέλει μόνο να περάσει όμορφα. Τι την εμποδίζει να το πετύχει αυτό το σχέδιο στην ζωή της;
Η Μαργαρίτα είναι γειωμένη αλλά και ονειροπαρμένη, είναι ανυπότακτη και ζωντανή. Δούλεψε σε ταβέρνες, στη Γερμανία, σε χωριά, σε πόλεις. Ντύνεται όμορφα, μπορεί και προκλητικά, ακούει τραγούδια του Άκη Πάνου. Όμως δεν ήθελε να συμβιβαστεί με μια μέτρια ζωή που της πρόσφερε ο άντρας της μέχρι που τον χωρίζει. Ο εραστής της ήταν ερωτικός σύντροφος αλλά κι εκείνος βυθισμένος σε μια επαρχιακή μιζέρια και στο αλκοόλ. Μόνον ο γιος της, με τον ερχομό του από την Σουηδία, και την αναγκαστική τους κάθοδο στην Αθήνα, θα της δώσει την ευκαιρία να αποδράσει και να ζήσει για λίγο μια διαφορετική ζωή, μια καινούργια ζωή, τουλάχιστον όπως εκείνη πίστευε. Λίγα θα είναι αυτά τα χρόνια αλλά ένα αντίδωρο για όσα στερήθηκε.

Ο Μανόλης είναι ο άνδρας που έχει σπουδάσει και αντιμετωπίζει τη ζωή με φιλοσοφική σκέψη. Φτάνει μόνο αυτό για να ζήσεις την έντονη καθημερινότητα;
Σαφώς και δεν ζεις μόνον με την σκέψη αλλά έχεις την μικρή ή την μεγάλη σοφία να αντιμετωπίσεις την ζωή, την καθημερινότητα και τις σχέσεις σου. Η γνώση, η εμπειρία, η διαλογικότητα είναι εφόδια γερά. Ο Μανόλης προχώρησε και σε πρακτικές εφαρμογές της φιλοσοφικής του κατάρτισης σε σχέση με τη ζωή του και τις επιθυμίες του. Γι αυτό και δεν ενέδωσε στον πλούτο και το κέρδος της εποχής, γι αυτό και στο τέλος έχασε τους ευκαιριακούς ανθρώπους κερδίζοντας όμως τον Άλλο του εαυτό. Η σκηνή του τέλους είναι ενδεικτική για την πορεία του.

Από τις ωραίες αφηγήσεις είναι οι σελίδες που περιγράφετε τις δραστηριότητες του Μανόλη. Μιλάτε για τα σίριαλ και την ελληνική τηλεόραση. Όλα αυτά έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα;
Είναι τα πρώτα χρόνια της άνθισης των μήντια στην Ελλάδα. Μεγάλες διαφημιστικές εταιρείες, τηλεοπτικά στούντιο, ιδιωτική τηλεόραση που τότε -τι ειρωνία- θα έφερναν την ανανέωση αλλά έφεραν τα σίριαλ, τα καλλιστεία, τα ριάλιτι και την τηλεόραση των επιχειρηματικών συμφερόντων. Αυτή ήταν η δεκαετία του ενενήντα: τη θέση της ντίσκο έπαιρνε η μεγάλη πίστα. Το εξευγενισμένο σκυλάδικο. Η Αθήνα άλλαζε λαμπάκια και λάμψη αλλά όχι τα “φώτα” της.

Η Αθήνα μέσα από το μυθιστόρημα μοιάζει σαν μια γυναίκα που όλο αλλάζει με τις συνεχείς παρεμβάσεις. Όλα αυτά γίνονται προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο;
Το ενενήντα, που είναι και ο χρόνος της “Καινούργιας πόλης”, υπάρχουν δείγματα μεγάλων αλλαγών. Ειδικά προς το τέλος της δεκαετίας, γίνονται μεγάλα έργα, η πόλη ετοιμάζεται να υποδεχθεί του Ολυμπιακούς Αγώνες, σκάβεται παντού, γίνεται ολόκληρη η πόλη ένα τεράστιο εργοτάξιο. Προς το καλύτερο ήταν μερικά δημόσια έργα όπως το μετρό και το αεροδρόμιο. Προς το χειρότερο οι Ολυμπιακές εγκαταστάσεις που συνέχισαν να σαπίζουν και να παραμένουν κουφάρια μέχρι και σήμερα. Και ακόμη χειρότερα: οι οικονομικές συνέπειες που τις πληρώνουμε ακόμη σήμερα γιατί τότε οι αναθέσεις έργων, οι μίζες και η ασυδοσία έφτασαν σε ολυμπιακά ρεκόρ. Τρισχειρότερα η νοοτροπία που μπολιάστηκε σε πολλούς ανθρώπους ότι η ζωή είναι εύκολο χρήμα και λάμψη και γκλαμ περιοδικά. Στήθηκαν αεριτζίδικες επιχειρήσεις, δόθηκαν δάνεια εκατομμυρίων που δεν αποπληρώθηκαν ποτέ, εγκαταλείφτηκε η επαρχία για να επανασυστηθεί στα βόρεια και νότια προάστια αλλά και σε κάθε γωνιά της πρωτεύουσας. Μια αυθαίρετη πόλη που χτίστηκε όπως και όπου ήθελε ο καθένας.

Αναφέρεστε στην αυτοκαταστροφικότητα της Μαργαρίτας. Ενώ έχει διαμέρισμα εξοχικό και σπίτι που νοικιάζει στην Κρήτη κάποια στιγμή τα χάνει όλα. Τι συμβαίνει και χάνει τον κόσμο κάτω από τα πόδια της;
Η Μαργαρίτα είναι μια ανυπάκουη γυναίκα, πεισματάρα. Είναι και ναρκισσευόμενη και ευκολόπιστη. Δεν είναι λίγα αυτά για να εγκλωβιστεί σε σχέσεις ακατάλληλες και να χάσει όσα είχε και δεν είχε αλλά και με μια αίσθηση ότι ποτέ δεν την ένοιαζαν τόσο τα υλικά πράγματα.

Οι φίλοι του Μανόλη ψυχογραφούνται με ένα δραματικό και κωμικό τρόπο. Γιατί ο Μανόλης τους βλέπει από απόσταση;
Γιατί δεν είναι πραγματικά φίλοι του και γιατί όταν δεν τον χρειάζονται πια απομακρύνονται από κοντά του. Ο Μανόλης είναι μια παλιά ράτσα παιδιού, επαρχιώτη αλλά και κοσμοπολίτη, ενοχικού αλλά και διαλογιζόμενου, παιδί της μεταπολίτευσης που σπούδασε στην Θεσσαλονίκη και θήτευσε στα υπόγεια του Βαρδαρίου. Όποιος έχει διαβάσει το “Παρτάλι” θα αντιληφθεί ότι εκεί χτίζεται ο χαρακτήρας του.

Στο τέλος η μάνα έχει ένα κρυμμένο μυστικό. Μπορεί μια μάνα να κρύβει μυστικά από τον γιο της;
Γιατί όχι; Η μάνα είναι μητέρα αλλά και γυναίκα, είναι ρόλος αλλά και θηλυκό. Έχει τα μυστικά της, έχει τις σκοτεινιές της ακόμη και από τον άντρα της. Στο κάτω κάτω όλοι οι άνθρωποι είμαστε έτσι. Έχουμε τα μυστικά μας, ίσως αυτό μας κάνει πιο γοητευτικούς παρά τα φανερά μας χαρίσματα.

Κάθε φορά που διαβάζω ένα καινούργιο μυθιστόρημά σας ανακαλύπτω και μια νέα θεματική. Αλήθεια πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα μυθιστόρημα;
Κάθε μυθιστόρημα ξεκινάει από παλιές ιδέες και σκέψεις, ύστερα έρχεται η στιγμή του. Η “Καινούργια πόλη” (2017) υπάρχει επειδή υπάρχει το “Παρτάλι” (2001). Εκείνο το μυθιστόρημα της δεκαετίας του εβδομήντα είχε πολλούς χαρακτήρες, τη δική μου γενιά. Ξεχώρισα μερικούς και τους ανέπτυξα σε διαφορετικές εποχές. Στη “Ζωή μεθόρια” (2015) συναντάμε την φοιτήτρια Ζωή, κολλητή του Μανόλη τη δεκαετία του ογδόντα ως καθηγήτρια στην ελληνική επαρχία. Στην “Καινούργια πόλη”, ο Μανόλης, επανέρχεται τη δεκαετία του ενενήντα. Τρεις δεκαετίες καθοριστικές.

Σε κάθε μυθιστόρημα περιλαμβάνω περίπου μια δεκαετία, ήρωες και ηρωίδες που καθορίζονται από την εποχή τους. Με ενδιαφέρει ο κοινωνικός μου περίγυρος, οι άνθρωποι της επαρχίας και της πόλης, οι κοινωνικές τάξεις που αναγνωρίζω αλλά και το περιθώριο.
Κάθε μυθιστόρημα ανάλογα με το θέμα του καθορίζει και την “ποιητική” του: τη γλώσσα, το ύφος, την αφηγηματική δομή. Με ενδιαφέρει πολύ αυτό. Σπανίως θα δείτε γραμμική αφήγηση στα γραπτά μου. Θα ήθελα να γράφω συνεχώς και αυτό κάνω, μόνον αυτό μπορώ. Δεκάδες ιστορίες πλέουν γύρω μου και μια γλυκιά μελαγχολία με διακατέχει στην σκέψη ότι δεν προλαβαίνω να τις αφηγηθώ.

Πώς νιώθετε όταν τα βιβλία σας γνωρίζουν επιτυχία και τα βλέπετε σε περίοπτες θέσεις των βιβλιοπωλείων;
Επιτυχία είναι να σε διαβάζουν με κάθε τρόπο οι αναγνώστες, να ενδιαφέρονται πότε θα βγει το καινούργιο σου βιβλίο αλλά και ένα παλιότερο. Επιτυχία είναι και ένας καλός εκδότης που επενδύει πάνω σου και σε περιμένει για κάθε καινούργιο βιβλίο ή επανεκδίδει ένα παλιότερο. Επιτυχία είναι και το Κρατικό Βραβείο που δόθηκε στη “Ζωή μεθόρια” (2016). Ύστερα από τριάντα χρόνια γραφής κι αυτό είναι ευπρόσδεκτο. Όσο για τα ράφια των βιβλιοπωλείων ελπίζω να υπάρχουν πάντα και να πληθαίνουν γιατί χωρίς βιβλιοπωλεία χάνεται η επαφή με το βιβλίο, τον αναγνώστη, τον άνθρωπο και την ανθρωπιά.