«Ας αφήσουμε την αμφίσημη πορεία των γεγονότων να αποκαλύψει την ίδια την αμφισημία τους» (σελ. 310)
Νέος, καλλιεργημένος και όμορφος ο Πιέρ Γκλεντίνιγκ μεγαλώνει σε ένα ειδυλλιακό τοπίο, στο Σαντλ Μέντοουζ, σε μια όμορφη εξοχική έπαυλη πίσω από την οποία είχαν δοθεί μάχες με τους Ινδιάνους από τον προπάππου του. Η χήρα μητέρα του, επιβλητική λόγω χαρακτήρα και εμφάνισης, αποκαλε
ί τον γιο της «αδελφό» κι εκείνος «αδελφή», ενώ η λατρεία ανάμεσά τους αγγίζει εκείνη των εραστών όπως σχολιάζει ο συγγραφέας Μέλβιλ, καθώς μας προετοιμάζει ήδη από τις πρώτες σελίδες ότι κάτι δεν ευσταθεί στη σχέση αυτή που ενδεχομένως θα διαρραγεί.
Η Λούσι εμφανίζεται ως ιδανική αρραβωνιαστικιά του Πιέρ, κάνουν βόλτες στη φύση ή ιππεύουν τα εκπληκτικά άλογα εκείνου που τα αποκαλεί «ξαδέλφια» του. Από δίπλα τους ταξιδεύει συγγραφικά ο Χέρμαν Μέλβιλ, παρεμβαίνοντας στην τριτοπρόσωπη αφήγηση – «ίσως αυτός σας φανεί περίεργος τρόπος να γράφει κανείς». Φανερώνεται, δηλαδή, ο συγγραφέας, πασχίζοντας να περιγράψει μια σχέση και μια σύγκρουση ταυτόχρονα με τη δική του, δημιουργική και υπαρξιακή αγωνία δίνοντας συγγραφική υπόσταση και στον ίδιο τον Πιέρ – ειδικά στο δεύτερο μέρος, όπου αποφασίζει πέρα από την ποίηση και τα δημοσιευμένα σε φυλλάδια κείμενα, να γίνει ένας επαγγελματίας συγγραφέας έχοντας ήδη μελετήσει με πάθος την Κόλαση του Δάντη και τον Άμλετ του Σαίξπηρ, καθόλου τυχαία διαβάσματα.
Γραφή ποιητική και σκοτεινή
Μια μυστικιστική διάθεση περιβάλλει τον χώρο και τα πρόσωπα, σαν κάτι άλλο να προοιωνίζεται, η γραφή γίνεται αλλού ποιητική αλλού σκοτεινή, για να βυθιστεί στα τάρταρα στις τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος. Οι διάλογοι λες και ξεπηδάνε από ξεχασμένα σονέτα μια προηγούμενης εποχής – υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέσαι σε ποια χρονική περίοδο διαδραματίζεται η ιστορία. Οι ερωτευμένοι ανταλλάσσουν φράσεις σαν να είναι «μαγεμένοι», «δεμένοι» με τη μοίρα, εύχονται να είναι «καταραμένοι» αν σκεφτούν κάτι που θα τους αποσπούσε από τον ουράνιο έρωτά τους. Όμως ένα άλλο αινιγματικό πρόσωπο αρχίζει να διαγράφεται πίσω από το φόντο του ζευγαριού, μια άλλη κοπέλα που η αρχική ασαφής της εικόνα θα δώσει μορφή σε μια αμφίσημη ύπαρξη. Η Ίζαμπελ, μεγαλωμένη σε ένα ταπεινό περιβάλλον, εξόριστη, περιπλανώμενη, απομακρυσμένη από τις ανώτερες τάξεις, αποκαλύπτει στον Πιέρ τον αποξεχασμένο ρόλο της: είναι αδελφή του από μια κρυφή σχέση του αξιοπρεπέστατου πατέρα του. Αυτός θα την προστατέψει, υποδυόμενος όμως τον ρόλο του αρραβωνιαστικού της και εγκαταλείποντας τη Λούσι. Έτσι, μέσα από τρομακτικές συγκρούσεις, οδηγεί σε πρόωρο θάνατο τη μητέρα του που τον αποκηρύσσει κληρονομικά.
Τι θα πράξει ο Πιέρ, μαγεμένος από την ομορφιά και το ήθος της κοπέλας αυτής, μιας άλλης αδελφής που παραμερίζει τη «μάνα/αδελφή» του; Πώς θα μπορούσε να αποκαταστήσει την ατιμία του πατέρα του χωρίς, ωστόσο, να διαβρώσει την εικόνα του και μάλιστα απέναντι στην αυτάρεσκη μητέρα του που προσκυνά το είδωλό του; Και όσο ο Πιέρ λαμβάνει μέτρα ρήξης, προστασίας και αποχώρησης τόσο πολλαπλασιάζονται και οι αμφιβολίες του. Εκείνοι οι άφατοι υπαινιγμοί και οι αμφισημίες. Ως αναγνώστης υπογράμμισα πολλές φορές τη λέξη «αμφισημίες» και μάλιστα στον πληθυντικό καθώς προϋποθέτει μια πολλαπλότητα, μια διάχυση ψυχής και νοήματος.
Πρόδρομος του σύγχρονου
Άραγε όταν το 1852 ο Χέρμαν Μέλβιλ εξέδιδε το Πιέρ, το έβδομο βιβλίο του και αμέσως επόμενο μετά το Μόμπι Ντικ, πίστευε ότι είχε γράψει ένα ευπώλητο που θα αποκαθιστούσε τις οικονομικές και εκδοτικές του αποτυχίες; Μετά το καθόλου εμπορικό Μόμπι Ντικ, τι ακριβώς περίμενε, απογοητευμένος και κλεισμένος στο γραφείο του; Παλεύοντας με τους δαίμονές του και γράφοντας αυτό το μυθιστόρημα που αιωρείται επικίνδυνα στη μεθόριο του γοτθικού μυστηρίου, του ελισαβετιανού θεάτρου και του ρομαντικού πυρετού της γενιάς του Μπάιρον και της παρέας του όπως εμπνέονταν στις βίλες της Ιταλίας; Όμως ο Μέλβιλ μετατρέπει αυτή την κληρονομιά σε ένα διαχρονικό μυθιστόρημα κρίσης, όπου οι ήρωες δεν στοιχειώνονται μόνο από φαντάσματα, αλλά από τις ίδιες τους τις ερμηνείες της πραγματικότητας.
Ο Πιερ είναι ένας πρόδρομος και πρόγονος των ηρώων του Μέλβιλ που καταδιώκονται από μια απόλυτη ιδέα: όπως ο Αχαάβ, ο Μπάρτλεμπι και ο Μπίλι Μπαντ, επιμένει απέναντι σε έναν κόσμο, του οποίου την εσωτερική λογική δεν μπορεί να κατανοήσει. Η εμμονή του με την αλήθεια και τη δικαιοσύνη γίνεται ταυτόχρονα η αρετή και η καταδίκη του. Οι μάσκες, τα κοινωνικά προσωπεία, οι αμφισημίες σε κάθε επίπεδο, γονιδιακής καταγωγής, ερωτικής απόκλισης (αναφορές στην αρρενωπότητα και την ομοερωτική διάθεση ανάμεσα σε ξαδέλφια, στρατιώτες, φίλους), οι κοινωνικές ανακατατάξεις, προετοιμάζουν τον επόμενο, σύγχρονο κόσμο που θα ξεπροβάλει έχοντας αποκλείσει τους προφήτες και συνδημιουργούς του.
Όταν κυκλοφόρησε το Πιέρ ή Οι αμφισημίες, η υποδοχή του ήταν σχεδόν καταστροφική. Οι κριτικοί της εποχής δεν είδαν την τολμηρή του μορφή ως λογοτεχνικό πείραμα αλλά ως ένδειξη υπερβολής και εκτροπής. Η New York Day Book έφτασε να το σχολιάσει με τον τίτλο «Ο Χέρμαν Μέλβιλ είναι τρελός», ενώ άλλες κριτικές χαρακτήρισαν νοσηρή τη φαντασία του συγγραφέα. Ο αμερικανός κριτικός και ιστορικός της λογοτεχνίας, F.O. Matthiessen (1902-1950), που καθιέρωσε τον όρο «Αμερικανική Αναγέννηση» και ανέδειξε τη σημασία συγγραφέων του 19ου αιώνα όπως ο Μέλβιλ, ο Έμερσον, ο Θορό, ο Χόθορν και ο Γουίτμαν, χαρακτήρισε το Πιέρ «ίσως το πιο απελπισμένο έργο της λογοτεχνίας μας».
Για πολλούς βιογράφους, η οργή και η σκοτεινότητα του βιβλίου συνδέθηκαν με την απογοήτευση του Μέλβιλ μετά την αμφιθυμική υποδοχή του Μόμπι Ντικ και τη συγγραφική του κρίση. Ωστόσο, η μεταγενέστερη κριτική, όπως επισημαίνει και ο βιογράφος του Andrew Delbanco[1], αναγνώρισε στο Πιέρ όχι μια αποτυχία αλλά ένα έργο ακραίας φιλοδοξίας. Εκεί όπου ο 19ος αιώνας έβλεπε υπερβολή, ο σημερινός αναγνώστης βλέπει ένα μοντέρνο, ριζοσπαστικό μυθιστόρημα για την αστάθεια της ταυτότητας, τη σύγκρουση ανάμεσα στην προσωπική αλήθεια και στις κοινωνικές συμβάσεις, την αδυναμία να διακρίνουμε το πραγματικό από τις ερμηνείες μας.
«…μια κάποια τρέλα και τίποτε λιγότερο είναι αναπόφευκτη και απαραίτητη για τη σύνθεση οποιουδήποτε σπουδαίου βιβλίου με βάθος…»(σελ. 567).
Το Πιέρ μοιάζει σήμερα παράξενα κοντά στην εποχή μας, ακριβώς επειδή κατοικεί στον ίδιο χώρο αμφισημίας, κρίσης και αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο κόσμο. Το βιβλίο μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά αλλά ποτέ δεν είναι αργά για ένα τόσο μεταιχμιακό έργο. Πυκνό, απαιτητικό, πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, ένας μεταφραστικός άθλος της Σοφίας Αυγερινού που το καθιστά ευανάγνωστο χωρίς να θυσιάζεται το πνεύμα και το ύφος του λόγου.
Σημείωση:
1. Andrew Delbanco. Melville, his world and work. Vintage Books. 2006





.png)
