Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Ο φύλακας στο βουνό


Θεόδωρος Γρηγοριάδης

«Ο φύλακας στο βουνό»


αφήγημα



Μερικές φορές αναλογίζομαι τα άσχημα όνειρα που με ξυπνάνε νυχτιάτικα. Δεν είναι πολλά. Ένα όμως επανέρχεται συχνά τα τελευταία χρόνια κι ας είναι ριζωμένο στο χωριό, κάπου πριν την εφηβεία μου. Θαρρώ, μέσα στον ύπνο μου, ότι ακούω τις καμπάνες του Αι Γιώργη και του Απόστολου Θωμά να χτυπάνε. Συναγερμός! Καίγεται το βουνό!
Όταν βρίσκομαι μακριά από το χωριό μου η γενική εικόνα που έχω γι αυτό δεν είναι τα σπίτια , οι γειτονιές, η πλατεία. Αυτά μπορείς να τα συναντήσεις σε οποιοδήποτε χωριό της χώρας. Είναι η αίσθηση ότι το χωριού ανήκει στο βουνό. Είναι ταυτισμένο με το βουνό. Χωρίς το βουνό ίσως και να μην υπήρχε.
Στο προσφυγικό μας σπίτι, από τα μεγάλα παράθυρα σε κάθε δωμάτιο, αντικρίζω μια διαφορετική όψη του Παγγαίου. Άλλοτε στιβαρό και σοβαρό, άλλοτε μουτρωμένο και σκεπασμένο από ομίχλη και άλλοτε βυθισμένο σε μια χρωματική πανδαισία όλων των αποχρώσεων του καφέ και του πράσινου.
Καθώς το χωριό ανηφορίζει, ξεκινώντας από τον κάμπο και αφού καβαλήσει όλο το οροπέδιο, που σχηματίζουν οι πρόποδες του βουνού, καταλήγει στα ριζώματα των λόφων που το περικλείουν. Σε κάθε λόφο βρίσκεται χτισμένο και ένα εκκλησάκι προσκύνημα και αγίασμα μαζί.
Δεν υπάρχει σημείο που να σταθείς και να μην βλέπεις το Παγγαίο. Η χαρισματική τοποθεσία του χωριού σε κάνει να πιστεύεις ότι βρίσκεσαι στην καρδιά του βουνού και ας κατέχει το χωριό μία πλευρά του μόνο.
Από τον βουνίσιο όγκο ξεφεύγει ο λόφος με το κάστρο. Απλώνεται σαν μια μικρή χερσόνησος προς τη μεριά του κάμπου, έχοντας στην απέναντι μεριά πεδιάδας την ακρόπολη των Φιλίππων. Ο λόφος διατρέχει την ανατολική πλευρά του βουνού, κάπως ανυπάκουα θα έλεγα, αλλά χωρίς να αποσπάται από τα σπλάχνα του Παγγαίου.
Ο λόφος παραμένει ένας οικείος τόπος ίσως ακριβώς γιατί κατεβαίνει κυριολεκτικά μέσα στο χωριό. Στην κορυφή του υψώνεται το κάστρο του Μεγαλέξανδρου και ανάμεσα στα τείχη ξεφυτρώνει το εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων. Η θέα από την κορυφή των επάλξεων είναι συγκλονιστική. Ατενίζεις ολόκληρη την πεδιάδα των Φιλίππων με την κεφαλή του Βρούτου στα δεξιά, στο βάθος διαγράφεται το Φαλακρόν Όρος, μόνιμα φαλακρό και χιονισμένο, ενώ πίσω και περιμετρικά απλώνεται το Παγγαίον Όρος ιδωμένο από διαφορετική γωνιά και υψόμετρο.
Για να φτάσεις στο κάστρο πρέπει να διαβείς ένα στενό μονοπάτι φραγμένο από αγριοπούρναρα. Πληγώνεται το δέρμα, σχίζονται τα ρούχα σου όμως αξίζει τον κόπο η ανάβαση και το λαχάνιασμα. Όμως λίγο πριν, πάνω στην ράχη του λόφου, ξαποσταίνεις σε ένα πλάτωμα.
Εκεί, πριν από χρόνια, είχανε φτιάξει μια καλύβα, ένα σκέπασμα ανοιχτό στους αέρηδες. Τέσσερις ξυλεμένοι κορμοί δένδρων στήριζαν την καλαμένια σκεπή.
Αυτή η λιτή-ομηρική θα έλεγα - καλύβα έγινε παρατηρητήριο για τον φόβο των πυρκαγιών. Μόλις πλησίαζε το καλοκαίρι άρχιζαν οι βάρδιες και οι επιτηρήσεις. Κάθε οικογένεια από τον Ιούλιο μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου είχε την υποχρέωση να στέλνει ένα μέλος της (μία και δύο φορές την ίδια εποχή) για να φυλάει το βουνό. Την σειρά την κανόνιζε η Κοινότητα. Απλώς η οικογένεια αποφάσιζε ποιος θα στεκόταν, όλη μέρα, μέχρι να πέσει ο ήλιος κάτω από την καλύβα. Συνήθως μόνον άνδρες, ο πατέρας ή ο μεγάλος αδελφός της οικογένειας, ανέβαιναν για αυτό τον σκοπό. Δεν θυμάμαι να έχω ακούσει για καμιά κοπέλα..
Όμως τον Ιούλιο και τον Αύγουστο έπαιρνε φωτιά και ο κάμπος -από τη δουλειά βέβαια... Τα καπνά τα μάζευαν πολύ πριν το ξημέρωμα και το «μπούρλιασμα» δεν τελείωνε παρά αργά το απόγευμα. Μπορεί όλες οι οικογένειες να συμφωνούσαν να στείλουν κάποιον για την φύλαξη του βουνού όμως προτιμούσαν να είναι κάποιος που η απουσία του δεν θα κόστιζε σε εργατικά χέρια
Εκείνο το καλοκαίρι με ξύπνησε χαράματα ο μπαμπάς (πόσο να’ μουν; Δώδεκα; Δεκατρία χρονών; Αμούστακος πάντως.) Στην τετραμελή μας οικογένεια ήμουν ο μεγάλος αδελφός. Ο πατέρας μου μου είπε πως ήταν η σειρά μας για την καλύβα. Έπρεπε να ανέβω. Είχε έρθει η ώρα μου.
Πήρα μαζί μου ψωμί, τυρί, λίγα σταφύλια και ένα παγούρι νερό. Κανείς δεν με ξεπροβόδισε. Οι δικοί μου έφυγαν βιαστικοί στα χωράφια. Έστριψα πίσω από τον προσφυγικό μαχαλά και βγήκα στο Δασαρχείο. Το Δασαρχείο ήταν ένα χαμηλό κτίσμα με τρία δωμάτια Το σπιτάκι βρισκόταν στην άκρη του χωριού, ανάμεσα στα πεύκα, τα λιγοστά πεύκα του χλοερού δάσους.
Ο δασοφύλακας, ο κυρ’ Γιάννης, με καλημέρισε σοβαρός. Είχε περασμένα στο λαιμό του τα κιάλια με τα οποία επόπτευε τα βουνίσια λημέρια. Όμως δεν έφτανε ένας άνθρωπος για ένα σύμπαν βουνά! Τόσες χαράδρες, τόσοι λόφοι, τόσες απόκρημνες πλαγιές!
«Τα μάτια σου ανοιχτά!», μου είπε σοβαρός. «Μόλις δεις φωτιά να γίνεις καπνός».
Από την καλύβα μέχρι το δασαρχείο είναι ένα τέταρτο τρέξιμο. Όμως και τις φωνές να έβαζες, και τα χέρια σου να κουνούσες, όλο και κάποιος θα σε έβλεπε εκεί ψηλά. Η καλύβα βρισκόταν σε πανοπτική θέση. Δεν υπήρχε περίπτωση να κρυφτείς, ή να μην πέσει το βλέμμα σου προς τη μεριά του κάστρου.
Ανηφορίζοντας το μονοπάτι πέρασα από το Κρυονέρι και γέμισα το παγούρι με παγωμένο, κρυστάλλινο νερό. Ρυάκια και μικρά ρέματα παντού, σκεπασμένα με θεόρατα πλατάνια. Παραδίπλα υπήρχε ένα εξοχικό κεντράκι με πίστα όπου διασκέδαζαν οι συγχωριανοί μου ενώ στους γύρω θάμνους αγαπήθηκαν ουκ ολίγοι άνθρωποι...
Λίγο πιο πάνω κουτρουβάλησα σε ένα βουναλάκι σιδηρόπετρες. Αναρωτήθηκα για άλλη μια φορά αν πράγματι αυτές οι αστραφτερές πέτρες προέρχονταν από τα μεταλλεία χρυσού του Φιλίππου αφού λένε ότι η «σκαπτή ύλη» βρίσκονταν στις δικές μας πλαγιές.
Τελικά έφτασα στην καλύβα και άραξα κάτω από την σκιά. Πώς θα περνούσε άραγε η μέρα μου; Δεν με λυπόντουσαν οι γονείς μου που με έστελναν στην άκρη του χωριού, στην άκρη του κόσμου; Πήγε να με πάρει το παράπονο.
Ώσπου έστρεψα το κεφάλι μου και για πρώτη φορά αντίκρισα το Παγγαίο στην πιο φυσική του στιγμή. Αγέρωχο, όμορφο, να αλλάζει χρώματα ανάλογα με την στιγμή, μες το χρώμα του ουρανού αλλά και μες την δική σου διάθεση. Γεμάτο δένδρα πανύψηλα, οξιές, καστανιές, φλαμουριές. Παντοτινό βουνό, επιβλητικό, οι λόφοι του σαν μπράτσα αγκαλιάζουν από παντού το χωριό αφήνοντάς το ακάλυπτο μόνον απ’ την πλευρά του κάμπου.
Ήταν μια αποκαλυπτική στιγμή που την βίωνα ενστικτωδώς. Με την σκέψη παιδιού είπα: «Εκεί, ανάμεσα στις στέγες, βρίσκεται το σπίτι μου. Οι δικοί μου. Εκεί είναι το χωριό μου. Εδώ είναι οι άλλοι δικοί μου. Η φύση, το βουνό μου. Πρέπει να το προστατεύσω».
Εκείνη την στιγμή ωρίμασα κάτω από την καλύβα, μεγάλωνα στην ψυχή και ήρθα και φούσκωσα από περηφάνια ότι και εγώ μπορούσα να αναλάβω την φύλαξη αυτού του τόπου, αυτού του τοπίου.
Άρχιζε ένας μυστικός διάλογος με τη γύρω φύση. Με τις κρυφές σπηλιές, τα υπόγεια ρεύματα, τα «περιβόλια» του βουνού, με τους λύκους, τα αγριογούρουνα που έφταναν ως τις αυλές. Θυμήθηκα το πληγωμένο ζαρκάδι που ξεψύχησε στην πλατεία αναζητώντας ανθρώπινη βοήθεια. Είδα τον πατέρα μου να κατεβάζει ξύλα, ξαναπερπάτησα με την σχολική εκδρομή για το μοναστήρι, αφουγκράστηκα σκόρπιους θρύλους για αρχαίες τοποθεσίες και Ιερά, άκουγα τις γκάιντες στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία.
Κρατούσα τα μάτια μου ορθάνοιχτα, τόσο ανοιχτά, που η ανελέητη αντηλιά του Αυγούστου τα πλήγωσε. Κάποια στιγμή, μετά το μεσημέρι, και αφού έφαγα το κολατσό μου, νύσταξα. Πρέπει να αποκοιμήθηκα για λίγα λεπτά. Και ξαφνικά άρχισαν να χτυπάνε καμπάνες και να βλέπω φωτιές!
Πετάχτηκα τρομαγμένος. Απόλυτη ηρεμία. Ακίνητο μεσημέρι. Η υγρασία του δάσους άφηνε ένα σύννεφο στα ανήλια περάσματα. Θαμπό και το χωριό, σαν ζωγραφιά. Κεντημένο ταπί στον τοίχο, δίπλα στο κρεβάτι μου.
Όχι, δεν είχα κοιμηθεί πολύ. Ξύπνιος ονειρευόμουν. Έριξα νερό στο πρόσωπό μου και μου φάνηκε καυτό. Επέτεινα την προσοχή μου τις επόμενες ώρες.

Ξαναπήγα στην καλύβα τα επόμενα καλοκαίρια. Το φυλάττειν διαπότισε την συνείδησή μου και νομίζω πως από τότε άρχισα να σέβομαι πράγματα που οφείλουμε αληθινά να προστατεύουμε χωρίς αυτό να μας επιβάλλεται από θεσμούς και νόμους. Το βουνό είναι ένας θεσμός, αρχέγονο σύμβολο και πρόταση ζωής.



Μεγαλώνοντας άρχισα να επιστρέφω όλο και πιο συχνά στο παλιό μου χωριό, το Παλιοχώρι. Δεν βλέπω την καλύβα στη θέση της. Ούτε όμως άκουσα για πυρκαγιές. Η περιοχή μας ποτέ δεν καταπατήθηκε, δεν προκάλεσε-ευτυχώς- τον αδηφάγο τουρισμό.
Όσο για τις φωτιές στον ύπνο μου μάλλον κάτι σημαίνουν. Ίσως έχουν σχέση με την εγκατάλειψη εκείνου του πόστου, του φύλακα, ψηλά στην καλύβα. Ίσως είναι η συνείδηση του βουνού που ακόμη με βαραίνει. Μήπως πρέπει να ξαναπάρω τα βουνά. Άλλωστε πόσα πράγματα ορίσαμε να φυλάγουμε παντοτινά στη ζωή μας;




Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ, Αφιέρωμα: ΤΟ ΧΡΥΣΟΦΟΡΟ ΠΑΓΓΑΙΟ, 7 Μαίου 2000

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

Βιβλιοβούλιο



Απόψε Κυριακή στο Κανάλι της Βουλής στις 8μμ είμαι καλεσμένος στην εκπομπή "Βιβλιοβούλιο".
Θα μιλήσουμε με τον δημοσιογράφο Μανώλη Πιμπλή με αφορμή το τελευταίο μου βιβλίο "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου" .
Σας έχω αρκετά εξομολογητικά σε σχέση με τη γραφή και τη ζωή, την αληθινή εμπειρία και τη μετουσιωμένη σε αφήγημα.
hellenicparliament.gr
Το «Βιβλιοβούλιο» είναι μια παρεμβατική εκπομπή που δίνει έμφαση στην επικαιρότητα του βιβλίου προσεγγίζοντάς το με πολλούς διαφορετικούς τρόπους . Mέσα από τους ....


https://www.hellenicparliament.gr/Enimerosi/Vouli-Tileorasi/programma/?date=2019-02-24&tv=8e852cd3-7cb6-4042-a0da-a9fb011ca626&p=c1696df0-a0ab-49b5-9309-a9a6010f02d7

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Κριτική για την συλλογή διηγημάτων Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου

της Λίνας Πανταλέων

Εκ Βαθέων


Τ​​α διηγήματα του βιβλίου εικονίζουν σε μικροσκοπία τη συγγραφική αυτοπροσωπογραφία του Θεόδωρου Γρηγοριάδη. Τα είκοσι πέντε πεζά, ερανισμένα, πλην ενός αδημοσίευτου, από δημοσιεύσεις σε περιοδικά και εφημερίδες σε διάστημα είκοσι πέντε χρόνων, λειτουργούν για τον συγγραφέα σαν «μυθοπλαστικές γέφυρες από το ένα μυθιστόρημα στο άλλο». Είναι δοκιμές γραφής για την αναθέρμανση της μυθιστορηματικής συγγραφής. Αποτυπώνουν σε επιμέρους, μεμονωμένες, μεγεθύνσεις τα μοτίβα που επεξεργάζεται ο Γρηγοριάδης σε εκτενέστερες συνθέσεις. Οι καημοί της σάρκας, ο πόθος που γδέρνει το δέρμα, οι πλάνες και οι παραμυθίες της μνήμης, η σαγήνη του ξένου ως ενσάρκωση της ετερότητας, η ενθυμητική εικονοποιία, η βαρυτική έλξη της γενέτειρας, όλα νευραλγικά στοιχεία της πεζογραφίας του, διαμοιράζονται στα επιλεγμένα διηγήματα, τα οποία υποδεικνύουν με την αλληλοδιαδοχή τους την πολυσυλλεκτική καταγωγή των βιβλίων του.
Πολλά πεζά κεντρίζουν το ενδιαφέρον με το απερίφραστα εξομολογητικό τους ύφος. Το πρώτο πρόσωπο παραμένει αμεταμφίεστο έτσι ώστε να δηλώνεται η ταύτιση με τον συγγραφέα. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως διαβάζουμε μια μυθοποιημένη εκδοχή της ζωής του. Αλλωστε, ο βιωμένος χρόνος είναι εν μέρει φαντασιακός, ένα σύμφυρμα παρανοήσεων και προσδοκιών. Η μνήμη δεν είναι παρά μια επινοημένη αυτοβιογραφία. Οταν ο αφηγητής θυμάται, αναδημιουργεί μια φασματική χωροθέτηση.

Οταν το βλέμμα του αποζητεί απλόχωρες εκτάσεις, ο Γρηγοριάδης επιστρέφει στις πλαγιές του Παγγαίου, στο πετρόχτιστο σπίτι της παιδικής του ηλικίας με τον θαλερό κήπο, αλλά και στον Θερμαϊκό, όπου φοιτητής έβλεπε να κυματίζει, απέραντο και γλαυκό, το μέλλον του. Οι μνημονικές περιηγήσεις ακολουθούν τα σημεία ενός νοερού χάρτη. Οι τόποι αναθάλλουν μέσα από μια εσωτερικευμένη γεωγραφία. Σε αυτή την εκ βαθέων τοπιογραφία ζώντες και μεταστάντες ανταμώνουν σε έναν θαυματοποιό χωροχρόνο.

Από το βιβλίο ξεχωρίζω δύο «επιτάφια» διηγήματα, «Η άλλη όχθη» και «Το καντήλι». Στο πρώτο πενθούσες γυναίκες αντικρίζουν ταχυθάνατα αγόρια και σμίγουν ολόχαρες μαζί τους. Σε κάθε ετήσιο μνημόσυνο οι νεαροί φανερώνονται αθάνατοι, ασάλευτοι σε μια μαρμαρυγή της νιότης, ενώ οι γυναίκες κάθε χρόνο ολοένα ρημάζουν. «Γι’ αυτό γερνάνε οι θνητοί. Από τα βλέμματα των πρόωρα χαμένων», σκέφτεται η ηρωίδα. Στο «Καντήλι» τα κατακόκκινα νύχια μιας γυναίκας περιδιαβάζουν τις μαρμάρινες πλάκες ενός νεκροταφείου. Το πένθος της δεν την αποκλείει από τον έρωτα. Το κόκκινο των ποδιών της κατισχύει του λευκού των ξαπλωμένων, αλλά το ειδύλλιο που φαντασιώνεται καταμεσής των τάφων παραμένει ένας ακοίμητος πόθος, αναμμένο καντήλι στα σπλάγχνα της.

Συγκινητικά για τη συναισθηματική τους φόρτιση είναι τα διηγήματα «Τα παράθυρα» και «Οταν με ζώνουν τα φίδια». Πιο εσωστρεφής εδώ η εστίαση, καθώς ο αφηγητής αφενός συλλογίζεται τα ξέφωτα που άνοιξε στη ζωή του η ποίηση και αφετέρου αντιμετριέται με αθέατες έχιδνες που τον κρατούν άγρυπνο τις νύχτες. Με αφορμή τα προαναφερθέντα πεζά, παρατηρούμε πως την αληθοφάνεια των ανακλήσεων υπονομεύει η μεταφορική διάσταση των αφηγούμενων. Ο Γρηγοριάδης δεν προσηλώνεται τόσο στην αληθινή ζωή ώστε να λησμονεί τις φρεναπάτες που επιζούν της πραγματικότητας.

Σε ένα ιλαρό αφήγημα που συναιρεί ερωτικές δολοπλοκίες με αναγνωστικές έξεις, μια γυναίκα βεβαιώνει τον καχύποπτο αφηγητή πως η φιλαναγνωσία «είναι το πιο αυθεντικό στοιχείο στην ιστορία». Αλλά και στις δικές του ιστορίες το πιο αδιάσειστο στοιχείο είναι η μυθοπλασία. Τα θραύσματα που περισυλλέγει από την αυτοβιογραφία του συγκινούν, διότι σμιλεύονται μέσα από τις έντεχνες παραχαράξεις της γραφής. Αν «η αλήθεια αποτέλεσε ό,τι πιο ακαθόριστο και ανομολόγητο στη ζωή του», η απόπειρα εξομολόγησής της αποδείχθηκε καθοριστική για την πεζογραφία του.

Έντυπη Κυριακή Καθημερινή 3/02/19
  •  
  •  


Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ελληνικής πεζογραφίας του 2018 στην ΑΥΓΗ

Γράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος

 

Διηγήματα

Στο διήγημα συναντάμε ένα μωσαϊκό φωνών, τάσεων, τεχνοτροπιών και αναζητήσεων. Ιστορία, βιογραφία και μυθοπλασία συνυφαίνονται στις αφηγήσεις του Σκαμπαρδώνη, ο οποίος οικοδομεί μυθοπλαστικά τη δική του Θεσσαλονίκη στο «Λεωφορείο: 19 στάσεις» (Πατάκης), ενώ η Μαρία Στασινοπούλου στη «Χαμηλή βλάστηση» (Κίχλη) συνθέτει κείμενα συμφιλίωσης με τον χρόνο που αναμειγνύουν επιδέξια το προσωπικό βίωμα με τη μυθοπλασία. Προϊόν αφύπνισης της μνήμης για τον γενέθλιο τόπο αλλά και ένα στοίχημα με τη μνήμη και με την Ιστορία, καθώς οι τόποι γεννούν συνειρμικά αφηγηματικά επεισόδια, αποτελούν «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες» (Κίχλη) του Δημήτρη Κανελλόπουλου αλλά και το «Δραμάιλο» (Αντίποδες) του Κυριάκου Συφιλτζόγλου. Στο έβδομο πεζογραφικό του βιβλίο «Βήματα σε λιθόστρωτο» (Διάπλαση), ο Γεράσιμος Δενδρινός ξαναζωντανεύει τον Μάκη, τον ήρωα-αφηγητή της προηγούμενης τριλογίας του, γράφοντας δέκα διηγήματα που μπορούν κάλλιστα να διαβαστούν και ως ένα μυθιστόρημα. Ιδιαίτερη περίπτωση διηγημάτων συνιστά το «Αλφαβητάρι εντόμων» (Πατάκης) της Δήμητρας Κολλιάκου. Κείμενα με βάθος και ποικίλους συμβολισμούς, που υφαίνουν μια εντομολογική ανθρωπολογία, όπου άνθρωποι, έντομα, πόλεις, μύθοι, εικόνες και έργα τέχνης διασταυρώνονται ποικιλοτρόπως. Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης με το βιβλίο του «Η ιδιωτική μου αντωνυμία» (Κίχλη) υπογράφει μια ιδιαίτερη συλλογή μικροδιηγημάτων -μικρά πεζά τα ονομάζει ο ίδιος. Σαρκάζοντας την περιχαράκωση της λογοτεχνίας στη σφαίρα του ιδιωτικού, γίνεται τόσο αυτοαναφορικός όσο χρειάζεται, ώστε, μιλώντας για τον πολλαπλό «εγώ» που καθημερινά αναμετριέται με τις λέξεις, να μιλά συχνά με σπαραγμό για τον πληθυντικό εαυτό μας. Εξομολογητικός, προσωπικός, εσωτερικός ο τόνος του, αλλά διόλου ιδιωτικός, κατορθώνει να καταγράψει με έξοχο τρόπο τη συλλογική αγωνία, με γλώσσα λιτή και απαλλαγμένη από ναρκισσιστικά λεκτικά φτιασίδια. Ο Γιάννης Παππάς με τις «Θαμπές ζωές» (Καστανιώτης), και κυρίως με τα δύο τελευταία πεζογραφήματα του βιβλίου, γράφει με τρόπο απλό για μνήμες πολύτιμες στη φύλαξή τους. Αξιοπρόσεκτη και η περίπτωση της πρωτοεμφανιζόμενης Σοφίας Μπραϊμάκου με το «Ματάμπρε. Ιστορίες που σκοτώνουν την πείνα» (Νεφέλη), που μας καλεί σε ένα γεύμα συναρπαστικών γεύσεων. Στην «Κινητή γιορτή» (Νησίδες) της Αρχοντούλας Διαβάτη έχουμε μια συλλογή βιωματικών κειμένων μικρής φόρμας που χαρτογραφούν την καθημερινότητα. Τέλος, μια δεκαετία μετά τους «Χάρτες», επανέρχεται ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης με 26 ιστορίες γραμμένες με χιούμορ και συγκίνηση, που τιτλοφορούνται «Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου» (Πατάκης), η οποία σίγουρα θα συζητηθεί την επόμενη χρονιά.



Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2019

Από το διήγημα "Η πέτρα"

 Στην φωτογραφία η πέτρα που έφερα από την Σαμψούντα.


"...Μπήκα προσεκτικά στο μουσουλμανικό νεκροταφείο, γεμάτο μουσκεμένα πεύκα και κυπαρίσσια, διάσπαρτες οι επιτύμβιες μουσουλμανικές πλάκες, γερμένες ή ανορθωμένες, αλλά πάντως ταπεινά βαλμένες μές στη γη, και κάπου στην μέση είδα το ημικυκλικό τοιχάκι περίπου ένα μέτρο πάνω από το έδαφος, σκαμμένο βαθιά στο μπροστινό μέρος. Στο σημείο αυτό βρισκόταν η εκκλησία, την είχαν γκρεμίσει αλλά κάτι απέμενε. Ή μήπως όχι; Απ' όσο γνωρίζω οι μουσουλμάνοι δεν έχουν ιερά κτίσματα μέσα στα νεκροταφεία τους -γιατί να άφηναν ένα χριστιανικό κατάλοιπο;
Στάθηκα με προσοχή, με τον σεβασμό του μαθητή που στέκεται μπρος στο Ηρώο των Πεσόντων, εδώ ήταν το μόνο αναγνωρίσιμο σημείο ενός αλλοτινού χωριού όπου ρίζωνα κι εγώ, τίποτε άλλο τριγύρω δεν αποδείκνυε την ύπαρξή του. Ο τόπος με βοηθούσε να ταξιδέψω στο παρελθόν, μου έλειπε όμως ο βιωμένος χρόνος. Το παρελθόν που μου ανήκε εδώ, ήταν ήδη μεταπλασμένο στα λόγια του παππού, κι εκείνα τα λόγια χάνονταν στις δικές μου εκδοχές.
Έσκυψα και τράβηξα βαθιά απ΄τα χώματα μια μικρή παραχωμένη πέτρα..."

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

Γεράσιμος Γκόφας, Το περισκόπιο του συγγραφέα- κριτική για το βιβλίο "Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου"

 
Σε πρόσφατα βιβλία του Θεόδωρος Γρηγοριάδης (όσα από τα οποία τουλάχιστον έχω διαβάσει) δεν διστάζει να κάνει πολιτικά σχόλια για την εποχή μας –είτε στο βραβευμένο με κρατικό βραβείο μυθιστορήματος Ζωή μεθόρια (Πατάκης, 2015) στο οποίο δίνει το στίγμα μιας γενιάς, είτε στο Μυστικό της Έλλης (Πατάκης, 2012) στο οποίο εντάσσει την ιστορία του στο περιβάλλον των πρώτων ετών της κρίσης, είτε ακόμα και στο Παρτάλι (2017) που εξελίσσεται στην υποκριτική κοινωνία της μετεμφυλιακής Θεσσαλονίκης– κάτι που τον καθιστά αυτομάτως επίκαιρο συγγραφέα.
Έτσι λοιπόν και στο Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου,  ο συγγραφέας υψώνει το περισκόπιό του και παρατηρεί από τον πανταχόθεν περίκλειστο χώρο του την επικαιρότητα, έτοιμος να τη διαπεράσει και να τη μεταβάλλει με τις συγγραφικές του αρετές σε μυθοπλασία.
Χρησιμοποιεί τις παλιές πρώτες ύλες του κι όμως μπαίνει στην καρδιά της πιο σύγχρονης συζήτησης για το μέλλον της κοινωνίας, επικεντρώνοντας ταυτόχρονα στην αυτονομία των ηρώων του, κρατώντας τους μακριά από κάθε μορφή διδακτισμού και θεωρητικολογίας. Την ίδια στιγμή όμως σθεναρή είναι η αφοσίωσή του στην επαρκή έκθεσή τους στην κριτική ματιά του αναγνώστη, η αφοσίωσή του στον ανθρωποκεντρισμό του ρεαλισμού του.

Οι σκηνές των διηγημάτων του είναι “γυρισμένες” στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης, στην αμφιθεατρική Καβάλα με τους ξύλινους εξώστες, στις αειθαλείς αθηναϊκές συνοικίες, στην επαρχία, ακόμα και σε άλλες χώρες, σε άλλες πόλεις (από την Τυνησία ως τη Στοκχόλµη), που κάνουν τον αναγνώστη να αποκτήσει για πρώτη φορά τόση συγγένεια με τόπους που δεν περπάτησε ή κατά τον τρόπο που μας την παραδίδει η εσωτερική μορφολογική υφή του έργου. Συνειρμοί παραστάσεων, αφή μαζί με οσμή, τον φέρνουν τόσο κοντά, τόσο κατάσαρκα με τα πράγματα, τόσο μέσα σε αυτά.
Από τέτοια βιβλία, σαν το Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου, βγαίνουν οι “στυλίστες” και οικοδομούν την πορεία τους. Για την ώρα, δεν έχω παρά να σημειώσω (μη έχοντας, το τονίζω, διαβάσει όλα τα έργα του συγγραφέα, παρά τα πιο πρόσφατα) την προοδευτική του μετατόπιση πάνω στο τεντωμένο σχοινί της άρτιας λογοτεχνίας, χωρίς να τον κανοναρχούν –τουλάχιστον όχι εμφανώς– οι λογοτεχνικές του επιρροές.
Ο Γεράσιμος Γκόφας σπούδασε κοινωνιολογία στο Πάντειο. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος πάνω στη δημογραφική και πληθυσμιακή στατιστική του Πανεπιστημιακού Κολεγίου του Δουβλίνου. Εργάζεται ως συνεργάτης-εκπαιδευτής σε ιρλανδικό κέντρο ανάλυσης δεδομένων και ζει μεταξύ Αθήνας και Δουβλίνου, ενώ παράλληλα ασχολείται με την κριτική λογοτεχνίας.

Το παιγνίδι με τη φωτιά


Η ταινία του Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Λι Τσανγκ-ντονγκ "Το παιγνίδι με τη φωτιά" στηρίζεται πάνω στο διήγημα του Γιαπωνέζου συγγραφέα Χαρούκι Μουρακάμι 'Φλεγόμενος αχυρώνας΄(από την συλλογή 'Ο ελέφαντας εξαφανίζεται΄) με φανερές αναφορές στο διήγημα του Γουίλλιαμ Φώκνερ 'Ο αχυρώνας καίγεται". Μόνον αν διαβαστούν τα διηγήματα και δεις την ταινία καταλαβαίνεις τις φανερές και αδιόρατες πλέξεις.Αυτό κι αν δεν είναι διαπολιτισμική διακειμενικότητα.
Η ταινία μου άρεσε κι ας ήταν κάπως μεγάλη-φυσικά την συστήνω στους σινεφίλ. Η προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη "Poetry" είναι από τις λίγες που κρατάω αγορασμένες ως προσωπικό κινηματογραφικό αρχείο.
Όμως το διήγημα του Φώκνερ δεν ξεπερνιέται! Ένα από τα καλύτερα διηγήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Postmodernism is dead. What comes next?

 –

TLS : Alison Gibbons

 


From the late 1980s onwards, novelists, artists, critics and art historians have foreseen the death of postmodernism. Linda Hutcheon, in the second edition of The Politics of Postmodernism (2002), declared: “it’s over”. The contemporary period – starting with the fall of the Berlin Wall in 1989 and gathering momentum throughout the 1990s and beyond – is often said to have a distinct intensity, and thus feels like a moment in which, in the words of the narrator in Ben Lerner’s novel 10.04, we find “the world rearranging itself”.
Postmodernism has taken various guises and, accordingly, there is no absolute consensus on what constituted it in the first place. Fredric Jameson characterized it in Postmodernism, or, The Cultural Logic of Late Capitalism as the loss of historicity, a lack of depth and meaningfulness and a waning of emotional affect, while Brian McHale in Postmodernist Fiction (1987) argued that postmodernism is defined by its fascination with the ontological. Taken together, postmodernism seems essentially to involve a questioning of the real, both in terms of the actual world, and in the representational efficacy and fidelity of fiction.
The forces that once drove postmodernism seem now to be depleted, however. Postmodernism rejected grand narratives, including those of religion, the concept of progress and of history itself. Angela Carter’s fiction, and particularly The Bloody Chamber, provides a clear example of the typical postmodernist impulse: in rewriting traditional fairy-tales she subverts grand narratives of gender, sexuality and female subjectivity. In contrast, in today’s cultural climate there appears to be a renewed engagement with history and a revival of mythic meaning-making that the arch-postmodernists would have abhorred. Ruth Ozeki’s A Tale for the Time Being (2013), for example, relates interconnecting histories – among them the story of a Japanese Kamikaze pilot in the Second World War and the 2011 Tōhoku Earthquake and Tsunami in Japan, contextualizing both in a history of ideas, by reflecting throughout on the principles of Zen Buddhism.
Postmodernism refracted reality into endless language-games, with authors such as Paul Auster making appearances in the fictional universes of their novels or, as is the case in Julio Cortázar’s short story “The Continuity of Parks”, with characters reading stories only to find the embedded story bleeding back into their level of representation. At first glance, today’s writers demonstrate a similar impulse to blur the lines between fiction and reality, as David Shields advocates in his book Reality Hunger (2010). Yet when authors, or other real elements, appear in fiction now – as Ben Lerner does in 10:04 – their presence is intended to signal realism, rather than to foreground the artifice of the text. Indeed, in place of postmodernism’s cool detachment, its anti-anthropomorphism, realism is once again a popular mode. Emotions, furthermore, are again playing a central role in literary fiction, as authors insist on our essential relationality – our connectedness as humans to one another in the globalizing world and with fictional characters as representations of our selves.
It seems then, that a new dominant cultural logic is emerging; the world – or in any case, the literary cosmos – is rearranging itself. This process is still in flux and must be approached strictly in the present tense. To understand the situation, we have to pose a number of questions. The first, and most dramatic, is “Is postmodernism dead?”; quickly followed by “If so, when did it die?”. Critics – such as Christian Moraru, Josh Toth, Neil Brooks, Robin van den Akker and Timotheus Vermeulen – repeatedly point to the fall of the Berlin Wall in 1989, the new millennium, the 9/11 attacks, the so-called “War on Terror” and the wars in the Middle East, the financial crisis and the ensuing global revolutions. Taken together, these events signify the failure and unevenness of global capitalism as an enterprise, leading to an ensuing disillusionment with the project of neo-liberal postmodernity and the recent political splintering into extreme Left and extreme Right. The cumulative effect of these events – and the accompanying hyper-anxiety brought about by twenty-four hour news – has made the Western world feel like a more precarious and volatile place, in which we can no longer be nonchalant about our safety or our future.
It seems fitting to me that Oxford Dictionaries chose the politically-charged “post-truth” as their word of the year for 2016. The prevalence of the word – associated particularly with the current political climate (Trump, Brexit, personality politics in general) – is symbolic of contemporary attitudes towards the concept of truth. It can help us to think about the radical cultural shifts that are underway. While modernism was ultimately founded on a utopianism that upheld certain universal truths, postmodernism rejected and deconstructed the notion of truth altogether. The prefix “post-” paradoxically ends up drawing into closer focus the very concept it seeks to reject. The two elements of the word therefore form a kind of metonym for the current stance; “post” reflects a lingering postmodernist distrust, while “truth” remains an important touchstone.
There are many terms for this new supplanting cultural logic, this shift in the ruling belief system: to name a few – altermodernism, cosmodernism, digimodernism, metamodernism, performatism, post-digital, post-humanism, and the clunky post-postmodernism. There are convergences and divergences between these conceptualizations; they complement each other as much as they compete. Even so, consistent across these formations is a legacy of modernist and postmodernist stylistic practice, and a rehabilitated ethical consciousness. Lerner’s 10.04 provides an illustrative case. In one episode, the narrator Ben has just finished his monthly shift at Park Slope Food Co-op. Ben, like many members of the Co-op, simultaneously exhibits pride in its eco-friendly, anti-capitalist ethos and disdain at its inflexibility in accommodating his own extensive travel plans in the working rota. While bagging dried mangoes, Noor, a fellow member, reveals that she is not biologically related to the man she thought was her father. This has significant repercussions for her sense of self, particularly since her Arab-American identity has been founded on her father’s Lebanese heritage.
Despite the intensely personal and affecting nature of Noor’s story, it is punctuated with interruptions. The narrator repeatedly interjects with reporting clauses and narratorial intrusions, such as “Noor said, although not in these words”. The device is postmodern, recursively framing and foregrounding the story in a story, yet it serves not as a self-reflexive affectation; but rather as a way of showing the hermeneutic function of stories in our memories, in our narratives of self and in our relationships with others. There is a narrative interruption too, when Ben is called away from the mangoes. Not yet knowing how Noor’s story ends, Ben wrongly jumps to the conclusion that the story is about Islamophobia. This judgement made by Lerner’s narrating character, self-righteous but flawed, is seen as emblematic of widespread Western social hypocrisy and made more poignant precisely because readers are supposed to interpret the character as a textual proxy for the author. Again, what seems like postmodern metatextuality – the character of the author in the fiction – is not used to postmodern effect. The typically postmodern appearance of the author reduced him or her to a linguistic sign by the ontological impossibility of their presence in the fiction. Contrastingly, Lerner’s author is precisely at home in the fiction.
Later reflecting on Noor’s story, Ben wishes there had been a way to comfort her “without it sounding like presumptuous co-op nonsense”. Ben contemplates his own feelings: “my personality dissolving into a personhood so abstract that every atom belonging to me as good as belonged to Noor, the fiction of the world rearranging itself around her”. In 10.04, this rearrangement of the world turns on an axis of human subjectivity, conceived as intimately and ethically relational.
10.04 is just one example of contemporary fiction that articulates a sentiment beyond the postmodern. It can be categorized as autofiction, a genre that integrates the autobiographical into fiction, and that has blossomed alongside the so-called memoir boom. The genre, at first glance, may seem strictly postmodern, dealing as it does with the fragmentation of the subject and the blurring of the fact–fiction ontological boundary. Yet contemporary autofictions narrativize the self not as a game, but in order to enhance the realism of a text and tackle the sociological and phenomenological dimensions of personal life. Édouard Louis’s The End of Eddy (2017) is a case in point, detailing within a work of fiction the author’s own experiences as an effeminate young man in a small working-class village in Northern France.
Other recent literary trends, such as the popularity of historical fiction, the revival of realism and fiction’s increased engagement with visual and digital culture are also emblematic of this shift. While David Foster Wallace is often cited as the literary figure who issued a call-to-arms against ironic postmodern pop-culture, many other contemporary writers appear to be mounting the offence: among them Ben Lerner, but also Jennifer Egan, Dave Eggers, Joshua Ferris, Jonathan Franzen, Sheila Heti, Kazuo Ishiguro, Ruth Ozeki, Ali Smith, Zadie Smith and Adam Thirlwell. Thirlwell’s Kapow! (2012), for instance, engages with the revolutions of the Arab Spring, interrogating their historicity and significance, through comparison with the French Revolution. In the process, the self-conscious narrator mixes high and low cultural references, emphasizes the relay of the media’s reportage of world events, and considers the appropriateness of writing his own Arabic novel.
At the same time, our culture retains many of the themes and concerns that exercised writers of earlier generations; there is little sign of a radical literary avant garde sweeping away the old to make way for the new. Postmodernism might not be as emphatically over as some critics like to claim, but it does seem to be in retreat. Its devices have become so commonplace that they have been absorbed into mainstream, commercial and popular culture. Postmodernism has lost its value in part because it has oversaturated the market. And with the end of postmodernism’s playfulness and affectation, we are better placed to construct a literature that engages earnestly with real-world problems. This new literature can, in good faith, examine complex and ever-shifting crises – of racial inequality, capitalism and climate change – to which it is easy to close one’s eyes.

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Καλές γιορτές!


Όλοι εμείς, οι πιστοί των blogs όσοι απομείναμε ακόμη ...

Καλές γιορτές με αγάπη, υγεία και ηρεμία.
Και διαβάσματα με ένα μελομακάρονο από δίπλα.


Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Athens Prize for Literature 2018

 














 photo: Aleksandar Gatalitsa and his translator Isnimi Rantoulovits while receiving the prize


Athens Prize for Literature

       Fiction-finalist Theodoros Grigoriadis alerts me to this year's Athens Prize for Literature, a leading Greek literary prize that selects both a best Greek novel and the best fiction in translation.
       They've now announced this year's winners, and Kostas Logaras' Τα πουλιά με το μαύρο κολάρο won for best novel; see also the Εκδόσεις Καστανιώτη publicity page
       Beating out, among others, books by Margaret Atwood and Elena Ferrante, a translation of Aleksandar Gatalica's The Great War won best foreign work -- a novel that already won the leading Serbian literary prize, the NIN Award, and which Istros published in English translation a few years ago; see their publicity page, or get your copy at Amazon.com or Amazon.co.uk.
       See also the report at Grigoriadis' weblog.


(Posted by: M.A.Orthofer)    - permanent link -

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

The ATHENS PRIZE FOR LITERATURE 2018


Στην Αίθουσα Τελετών του Δημαρχιακού Μεγάρου στην Πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως (πρώην Πλατεία Κοτζιά), απονεμήθηκαν και εφέτος, για δωδέκατη συνεχή χρονιά, τα βραβεία μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature του περιοδικού (δε)κατα. Η ανακοίνωση των νικητών και ταυτόχρονα η απονομή έγιναν την Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018, στις 8:00 το βράδυ.
Η απονομή των φετινών βραβείων πραγματοποιείται στο πλαίσιο και με τη στήριξη της διοργάνωσης Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου του Δήμου Αθηναίων
Oι συντονιστές-συγγραφείς Θεόδωρος Γρηγοριάδης και Κατερίνα Ζαρόκωστα αναφέρθηκαν, εν συντομία, στις δύο βραχείες λίστες. Την εκδήλωση θα παρουσίσαε η Λουκία Παπαδάκη
ΟΙ ΒΡΑΧΕΙΕΣ ΛΙΣΤΕΣ 2017
 ΤΟ ΞΕΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 
Margaret Atwood, Το παιδί της τρικυμίας, μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, Μεταίχμιο
Αλεξάνταρ Γκάταλιτσα, Ο μεγάλος πόλεμος, μτφρ. Ισμήνη Ραντούλοβιτς, Καστανιώτης
Ηannah Kent, Οι καλοί, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, Ίκαρος
Katie Kitamura, Ένας χωρισμός, μτφρ. Γιώργος Μαραγκός, Κέδρος
Χουάν Μαρσέ, Η καλλιγραφία των ονείρων, μτφρ. Γεωργία Ζακοπούλου, Πατάκης
Ίαν ΜακΓκουάϊρ, Σκοτεινός αρκτικός, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, Ψυχογιός
Κλάουντιο Μάγκρις, Υπόθεση αρχείου, μτφρ. Άννα Παπασταύρου, Καστανιώτης
Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Καρφίτσες στην άμμο, μτφρ. Κώστας Αθανασίου, Καστανιώτης
Έλενα Φερράντε, Η ιστορία της χαμένης κόρης, μτφρ. Δήμητρα Δότση, Πατάκης
Alfonso Vicente, Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου, μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου, Ίκαρος
ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΤΑΡ ΓΚΑΤΑΛΙΤΣΑ  για το μυθιστόρημα ο 'Ο Μεγάλος Πόλεμος" 

O Θεόδωρος Γρηγοριάδης ως συντονιστής της επιτροπής για το ξένο μυθιστόρημα μίλησε για το μυθιστόρημα και αναφέρθηκε στο σκεπτικό της βράβευσης:
"Ο λόγος του συγγραφέα, τριτοπρόσωπος, με μακροσκοπική αλλά και με μικροσκοπική εμβέλεια, με διανθίσεις υλικού της εποχής, μονολόγων, εξομολογήσεων, τραγουδιών, είναι άλλοτε ρεαλιστικός και άλλοτε έχει μια δόση υπερρεαλισμού, μεταφυσικής ή βαλκανικού μαγικού ρεαλισμού χωρίς να ελαφρύνεται η ιστορική διάσταση της μυθοπλασίας.
Έτσι, ένας μεγάλος πόλεμος, ίσως ο πιο αιμοβόρος του εικοστού αιώνα, επανέρχεται αφηγηματικά, μακριά από τις καταγραφές των ιστοριογράφων για να προβληματίσει σήμερα σε μια Ευρώπη που δεν περνάει τις καλύτερες στιγμές της, σε μια νοτιοανατολική Ευρώπη που δεν μπορεί να αποδιώξει το βαλκανικό της φάντασμα, σε μια εποχή που οι κοινωνίες ολισθαίνουν προς τον φασισμό και τον εθνικισμό ξεχνώντας τα εκατομμύρια των θυμάτων.
Ο “Μεγάλος Πόλεμος” του Αλεξάνταρ Γκάταλιτσα, παρά την ένταση και την τραγικότητα, θέλει να στοχαστεί στην άδικη μοίρα των αδικοχαμένων να διαφυλάξει τη μνήμη τους και να μας ενεργοποιήσει".


Ο Αλεξάνταρ Γκατάλιτσα και η μεταφράστρια Ισμήνη Ραντούλοβιτς. ο Γκατάλιτσα αναφέρθηκε στην κλασική του παιδεία, πόσο του άρεσε που μεταφrάστηκε το βιβλίο του στα ελληνικά. Και ότι το ογκώδες μυθιστόρημά του γνώρισε μεγάλη επιτυχία με 50.000 αντίτυπα παρά τις αρχικές του επιφυλάξεις.


ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 
Τατιάνα Αβέρωφ, Έγκλημα στον Παράδεισο, Μεταίχμιο
Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Καινούργια πόλη, Πατάκης
Μαριάνα Ευαγγέλου, Οστινάτο, Πατάκης
Ισίδωρος Ζουργός, Λίγες και μια νύχτες, Πατάκης
Στάθης Ιντζές, Οι ανειδίκευτοι δεν βγάζουν κιχ, Μελάνι
Δημήτρης Καμπουράκης, Δυο ζωγράφοι, Πατάκης
Χλόη Κουτσουμπέλη, Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν, Μελάνι
Κώστας Λογαράς, Τα πουλιά με το μαύρο κολάρο, Καστανιώτης
Νίκος Μάντης, Οι τυφλοί, Καστανιώτης
Κώστας Χατζηαντωνίου, Ο κύκλος του χώματος, Καστανιώτης
ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΛΟΓΑΡΑ για το μυθιστόρημα "Τα πουλιά με το μαύρο κολάρο"
(Ο Κώστας Λογαράς ευχαριστεί για τη βράβευσή του)

Αφιερώματα και συνεντεύξεις

Η LIFO πιστή στο λογοτεχνικό πνεύμα .... των ημερών προτείνει βιβλία:

Στην ιστοσελίδα του ΝΑΚΑΣ βιβλία δημοσιεύεται μια συνέντευξη με την Σοφία Πολίτη:

ΕΡΩΤΗΣΗ: Χαμένες ευκαιρίες, έρωτες που δεν χτύπησαν την πόρτα, αναμνήσεις νιότης, ιστορίες με χρέη από το παρελθόν, απώλειες, ξενιτιά, φιλίες, τρυφερά αποσπάσματα, κακοπροαίρετες πράξεις, αγαθές σκέψεις, κρυφές στιγμές. Από όλα έχουν οι 26 ιστορίες του βιβλίου σας Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου, από τις εκδόσεις Πατάκη. Η παλαιότερη γραπτή αφήγηση της συλλογής αυτής είναι του 1993, η νεότερη του 2018. Μέσα σε αυτά τα 15 χρόνια, θα αλλάζατε κάτι στις παλαιότερες ιστορίες σας, καθώς τα χρόνια περνούν και οι κοινωνίες αλλάζουν;
Ως γνωστόν οι Λατίνοι έλεγαν “Verba volant, scripta manent” (Τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν). Κι εγώ θα συμπλήρωνα “να μένουν όπως γράφτηκαν”, καθώς κάθε κείμενο φέρει το στίγμα και το ύφος της εποχής του. Άλλωστε εκεί ανήκει χρονικά και στην συνέχεια-αν αντέξει-θα διαβαστεί και στις επόμενες εποχές. Μπορεί να αλλάζουν τεχνολογικά οι εποχές αλλά οι άνθρωποι έχουν τις ίδιες ανάγκες, ακολουθούν την ίδια φυσική ροή της ζωής. Γεννιούνται, ερωτεύονται, γλεντάνε, πολεμάνε, υποφέρουν, πεθαίνουν. Αυτά είναι τα βασικά μοτίβα και της μυθοπλασίας. Κάπου εκεί ανάμεσα θα ήθελα να βρίσκονται και τα δικά μου κείμενα κι όσο αντέξουν.
ΕΡΩΤΗΣΗ:
Διακρίνουμε δοκιμές γραφής, όμως, ο λόγος σας ρέει κυρίως σαν μια καλά τοποθετημένη προφορική αφήγηση. Αυτού του είδους η γραφή είναι ο τρόπος που εμπιστεύεστε ίσως περισσότερο να επικοινωνείτε με τους αναγνώστες σας;
Στα διηγήματα, ειδικά στα πρωτοπρόσωπα, κυριαρχεί ο δικός μου αφηγηματικός εαυτός ή τουλάχιστον αυτός που έχει διαμορφωθεί μέσα από το γράψιμο. Κατά βάθος είμαι ένας παραμυθάς, ένας αφηγητής της εποχής μου. Όταν ξεκινάω να γράψω θέλω να πω κάτι βγαλμένο μέσα από ανθρώπους και από ιστορίες που άκουσα ή βίωσα. Δεν ξεκινάω με λέξεις ή ιδέες, αυτά τα βρίσκω στην συνέχεια ή ενσωματώνονται ανάλογα με την ιστορία που θέλω να αφηγηθώ. Είναι μια φωνή που απευθύνεται στον αναγνώστη για να μιλήσει μαζί του και όχι για να τον προσπεράσει λογοτεχνίζονταςεπιδεικτικά.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Ο τίτλος της συλλογής διηγημάτων σας «Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου» μας βάζει στον πειρασμό να σας ρωτήσουμε: Ποια είναι η πατρίδα σας; Εσείς προδώσατε την πατρίδα σας; Κι αν ναι, με ποιον τρόπο;
Ο τίτλος προέρχεται από τον αλκοολικό αφηγητή του ομώνυμου διηγήματος που πιστεύει ότι πρόδωσε την πατρίδα του για χάρη μιας γυναίκας. Εγώ κάνω το παν να αναδείξω την πατρίδα μου μέσα από τις ιστορίες χωρίς εθνικισμούς και πολιτικολογίες. Πατρίδα είναι ο πολιτισμός, η γλώσσα μας, η λογοτεχνία, οι ιστορίες που μιλάνε για την εποχή μας. Με ενδιαφέρουν οι ρίζες μου, η καταγωγή μου όπως γράφω και στο διήγημα “Η πέτρα”, ένα ταξίδι στη γη του Πόντιου παππού μου.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Από τις ιστορίες του βιβλίου σας, υπάρχει κάποια που ίσως θα θέλατε να σταθεί περισσότερο ο αναγνώστης; Υπάρχει κάποια που να θέλατε να αποτυπώσει πιο έντονα μέσα του το μήνυμά της; Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είστε συναισθηματικά δεμένος με όλα τα υπόλοιπα διηγήματα.
Η ιστορία European Refugee Tourism 'Διαδρομή δυσκολίας Α” , θεματικά και υφολογικά, δείχνει έναν προβληματισμό πάνω στο θέμα της προσφυγιάς και του ξένου και μια δική μου στροφή προς μια διαφορετική θεματολογία και γραφή. Την είχα γράψει ως μια φανταστική αφήγηση το 2015 και τώρα, στο διαδίκτυο, βλέπω να κυκλοφορούν βίντεο που προσφέρουν τη δυνατότητα στον καλοβολεμένο Ευρωπαίο να δοκιμάσει τον “τουρισμό του πρόσφυγα” αντίστροφα.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Αυτήν την περίοδο ποιο βιβλίο ή ποια βιβλία διαβάζετε; Από τη φετινή εκδοτική δραστηριότητα, υπάρχει κάποιος τίτλος βιβλίου που θα προτείνατε στους αναγνώστες μας ανεπιφύλακτα;
Διαβάζω διαχρονικά παλιά και καινούργια, άλλοτε χωρίς σειρά και άλλοτε ως κύκλους ανάγνωσης. Διαβάζω για ευχαρίστηση αλλά και ψυχαναγκαστικά γιατί έτσι έμαθα από παιδί. Θα σταθώ στις αναγνώσεις των τριών τελευταίων μηνών: Φίλιπ Ροθ “Το θέατρο του Σάμπαθ”, Εντουάρ Λουί “Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ”, Αλεξάνταρ Γκάταλιτσα “Ο Μεγάλος Πόλεμος”, Κώστας Ακρίβος “Γάλα Μαγνησίας”, Τα “Μείζονα Ποιητικά” του Μιχάλη Κατσαρού”, Αραμπούρου Φερνάντο “Η πατρίδα” και αυτή την στιγμή το νέο μυθιστόρημα μιας καλής νέας συγγραφέως, της Βασιλικής Πέτσα, “Το δέντρο της υπακοής”.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Ετοιμάζετε κάτι νέο να γράψετε; Αν ναι, θα θέλατε να μας αποκαλύψετε ποιο είναι το κεντρικό του θέμα;
Γράφω ένα μυθιστόρημα αλλά, όσο και να ακούγεται παράξενο, δεν γράφω για να εκδίδω μόνον. Αυτή είναι η άλλη πλευρά του συγγραφικού μου εαυτού. Υπάρχουν πολλά ανέκδοτα κείμενα, που ανήκουν στο δημιουργικό μου εργαστήριο, αλλά δεν προορίζονται άμεσα για έκδοση, μπορεί και να μην εκδοθούν ποτέ. Ωστόσο έχω ολοκληρώσει μια νουβέλα για ένα μουσικό τρίο της εποχής του πατέρα μου, τη δεκαετία του εξήντα στο Παγγαίο, και ίσως αυτό να πάρει σειρά.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Πού μπορούν να σας συναντήσουν οι αναγνώστες σας διαδικτυακά αλλά και από κοντά;
Μπορούν να με βρουν στα βιβλία μου κυρίως, εκεί είναι η ψυχή και το μυαλό μου. Και μετά στο f/b και στο twitter ονομαστικά όπως και στο blog http://teogrigoriadis.blogspot.com/, ένα από τα παλιότερα λογοτεχνικά blog. Γενικά υπάχρουν πολλές σελίδες και βίντεο από εκδηλώσεις, παρουσιάσεις, εκπομπές στο διαδίκτυο. Υπερέκθεση θα έλεγα. Από κοντά μπορούμε να τα λέμε στις εκδηλώσεις ή στις αναγνώσεις που ετοιμάζομαι να κάνω σε μικρά στέκια.
Σας ευχαριστώ πολύ για την συνέντευξη.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

Ο Μάνος Κοντολέων γράφει για την συλλογή ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΔΩΣΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ



Το διήγημα ίσως θα πρέπει να θεωρηθεί, αν όχι το βασικό είδος της νεοελληνικής πεζογραφίας, σίγουρα όμως ως εκείνο που έδωσε τα πρώτα δείγματα μιας ποιοτικής πεζογραφικής οντότητας στη γλώσσα μας μετά την ανακήρυξη του ελληνικού κράτους.
Σταχυολογώ πρόχειρα: Εμμανουήλ Ροΐδης (γεν. 1836), Γεώργιος Βιζυηνός (γεν. 1849), Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (γεν. 1850), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (γεν. 1851), Ανδρέας Καρκαβίτσας (γεν. 1865), Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου (γεν. 1867), Δημοσθένης Βουτυράς (γεν. 1872) – ανάμεσα και σε άλλους πεζογράφους που από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ού γράφουν το είδος αυτό του πεζού λόγου και βάζουν τις βάσεις της σύγχρονης λογοτεχνικής έκφρασης που αναζητά την ταυτότητα του Νεοέλληνα, άλλοτε χρησιμοποιώντας την ηθογραφία, άλλοτε ανατρέχοντας στην ιστορία, σε άλλες περιπτώσεις με μια πρώιμη ενδοσκόπηση.
Με τη γενιά του μεσοπολέμου, το μυθιστόρημα έρχεται να κατακτήσει την πρώτη θέση στην προτίμηση του Νεοέλληνα αναγνώστη, που κι αυτός με τη σειρά του αποκτά μια αστική συνείδηση και άρα λογικό είναι να στρέφεται προς το κατεξοχήν λογοτεχνικό είδος της ευρωπαϊκής αστικής τάξης.
Ο 20ός αιώνας έκλεισε με την παντοδυναμία μεν του μυθιστορήματος, αλλά παράλληλα μας άφησε την κληρονομιά και πλέον σύντομων κειμένων, με τις υπογραφές του Γιώργου Ιωάννου, του Μάριου Χάκκα, του Επαμεινώνδα Γονατά κ.ά.
Στα πρώτα πλέον χρόνια του 21ου αιώνα, μπορεί να εξακολουθεί το μυθιστόρημα να αποτελεί το αγαπημένο είδος του αναγνωστικού κοινού, αλλά οι νεότεροι και αρκετοί παλαιότεροι συγγραφείς αναζητούν να περάσουν τη δική τους συγγραφική παρουσία μέσα από σύντομες αφηγήσεις – ενίοτε τόσο σύντομες, που μερικές φορές δεν μπορεί μήτε ως διηγήματα να θεωρηθούν και έτσι χαρακτηρίζονται ως κείμενα μικρής φόρμας. Και πάλι με μια πρόχειρη επιλογή αναφέρω τους: Περικλή Σφυρίδη, Ηλία Παπαδημητρακόπουλο, Γιώργο Σκαμπαρδώνη, Αργύρη Χιόνη, Σωτήρη Δημητρίου, Αχιλλέα Κυριακίδη, Ηλία Παπαμόσχο, Δημοσθένη Παπαμάρκο, Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, Ούρσουλα Φωσκόλου κ.ά.
Παράλληλα, οι νέες οικονομικές συνθήκες έχουν οδηγήσει τους εκδότες να εκδίδουν ολιγοσέλιδα βιβλία (όταν μάλιστα αυτά είναι γραμμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να απευθύνονται σε μικρές ομάδες απαιτητικών αναγνωστών). Και κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι νεότεροι τουλάχιστον εκδοτικοί οίκοι επιλέγουν τις συλλογές μικρών, μικρότατων κειμένων.
Θα πρέπει όμως και να θυμηθούμε πως από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και έως την κρίση του ’10, πολλά έντυπα συνήθιζαν (κυρίως κατά τη διάρκεια των εορτών ή των καλοκαιρινών διακοπών) να προσφέρουν στους αγοραστές τους διηγήματα που Έλληνες συγγραφείς είχαν κληθεί να γράψουν βασισμένοι σε κάποιο θέμα της επικαιρότητας ή εποχικό. Με αυτόν τον τρόπο γραφτήκανε πολλά διηγήματα που συχνά οι συγγραφείς τους φροντίζουν να τα εντάξουν όλα μαζί σε ένα νέο βιβλίο.


Μια συλλογή διηγημάτων πιστεύω πως θα πρέπει να έχει έναν ενιαίο κεντρικό άξονα. Τα μικρής έκτασης κείμενα που θα περιλαμβάνει καλό θα είναι να περιτριγυρίζουν το κεντρικό θέμα και έτσι να έχουμε μια ιδιότυπα πολυπρισματική προσέγγισή του. Μα αρκετά συχνά διαβάζουμε και συλλογές διηγημάτων που γραφτήκανε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και που το καθένα τους στηρίζεται και σε έναν άλλο προβληματισμό. Θα έλεγα πως σε αυτή την κατηγορία τοποθετείται και το τελευταίο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.
Όπως και ο ίδιος μάς ενημερώνει στο Επίμετρο αλλά και στον κατάλογο των πρώτων δημοσιεύσεων, τα διηγήματα της συλλογής έχουν γραφτεί με την ευκαιρία αναθέσεων από διάφορα έντυπα. Βέβαια –φροντίζει να πληροφορήσει τον αναγνώστη– τα περισσότερα από αυτά υπήρχαν ως σημειώσεις λίγο ή περισσότερο ολοκληρωμένες σε προσωπικά του τετράδια. Και μετά την αποδοχή της ανάθεσης, τους έδωσε την οριστική τους μορφή.
Η συγγραφή του πρώτου έγινε το 1993 και του τελευταίου το 2018. Και νομίζω πως πολύ σωστά έχουν εντός της συλλογής τοποθετηθεί σύμφωνα με τη χρονολογία πρώτης δημοσίευσής τους, γιατί έτσι ο αναγνώστης πλέον μπορεί να τα διαβάσει όχι ως κείμενα που τυχαίως συνυπάρχουν, αλλά ως ένα οδοιπορικό του τρόπου που ο συγγραφέας αντιδρούσε συγγραφικά στα διάφορα γεγονότα όλων αυτών των ετών.

Είκοσι πέντε διηγήματα δημοσιευμένα και ένα αδημοσίευτο σε έναν τόμο 314 σελίδων. Σε ένα από αυτά, ο Γρηγοριάδης γράφει: «Λίγο πριν πλησιάσω για να συλλέξω ακόμα μια ιστορία βουτηγμένη άλλοτε στην επαρχιακή ομίχλη μιας παραλιακής πόλης κι άλλοτε στο λαμπερό καλοκαιρινό φως, φρόντισα να ρίξω μια ματιά έξω από την τζαμόπορτα…»
Ναι, ακριβώς αυτό είναι όλο το βιβλίο – ματιές έξω από την τζαμόπορτα. Ματιές που άλλοτε κατρακυλάνε στις ανηφοριές της Καβάλας, άλλοτε σταματούν στα στέκια της Θεσσαλονίκης, άλλοτε περνάνε και από αθηναϊκές γειτονιές, κάποτε ταξιδεύουν σε ποικίλους επαρχιακούς μας τόπους, μα τριγυρίζουν και σε άλλες χώρες. Ματιές που παρατηρούνε την επικαιρότητα για να τη μετατρέψουν με την τέχνη της αφήγησης σε μόνιμη αναγνωστική εμπειρία.

Μα ο Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας ανθρωποκεντρικός – τα γεγονότα τα βλέπει να σημαδεύουν ανθρώπους και αυτά τα σημάδια μετατρέπει σε ιστορίες. Χωρίς να αποσιωπά το κοινωνικό ή πολιτικό δεδομένο, εστιάζει την προσοχή του στο άτομο. Και με αυτό συνομιλεί. Πάντα με μια τάση διακριτικότητας, συχνά και ηθελημένης αποσιώπησης, καθώς σέβεται τις ενοχές και συμμετέχει σε αποφάσεις που δεν θέλουν να αφήσουν τους ίσκιους μέσα στους οποίους πάρθηκαν.
Διηγήματα ιδιαίτερα καλογραμμένα, που μπορεί ακόμα να θεωρηθούν στην πλειοψηφία τους και ως κοινωνικά-πολιτικά σχόλια πάνω σε μια εικοσιπενταετία. Η συλλογή τους σε έναν τόμο (τρίτος τόμος διηγημάτων του ίδιου συγγραφέα έναντι δώδεκα μυθιστορημάτων του κι ενός μονολόγου) επιβεβαιώνει τελικά πως ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι από εκείνους τους συγγραφείς που δεν δέχονται να βλέπουν μόνο το μέρος – το σύνολο, ακόμα κι όταν υπονοείται, παραμένει κεντρικό ζήτημα των προβληματισμών του.