Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2023

"Βιβλίο χαρακτήρων": "Η νοσταλγία της απώλειας"

Γράφει ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής



Ιστορίες γνωστών ή κατ’ επίφαση γνωστών του συγγραφέα αποτελούν το βιβλίο. Μέσα τους βασιλεύει η νοσταλγία της ευχαρίστησης και ευφραντικές στιγμές που γεμίζουν τη ζωή των περιγραφόμενων ατόμων. Είναι έμμεσα μικρά μαθήματα ζωής και ευτυχίας, προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες διαφόρων χαρακτήρων. Αλλά αυτή η ευτυχία είναι ιδιαίτερη και ξεχωριστή για τον καθένα τους και άπτεται στην ιδιοσυγκρασία, στις επιλογές και στα βιώματά τους. 

(Νοστ)αλγία, δηλαδή άλγος, γλυκόπικρο, μας κομίζει η νέα συλλογή του Γρηγοριάδη. Κάπου χαμηλότονα δεσπόζει η επιθυμία για έρωτα και ζωή, η ανάγκη αυτοκαθορισμού και απόλαυσης, που ουσιαστικά είναι αυτή που πριμοδοτείται και περιγράφεται, υπόκωφα απολαυστικά, χωρίς υπερβολές και βερμπαλισμούς. Σε αυτή τη φιλοσοφία εντάσσονται και οι μικρές ή μεγάλες ανατροπές που υπάρχουν στις ιστορίες. «Η νύφη φύγει» (σ.91) για να διαλέξει τη δική της ζωή, έστω και μέσα στην «παρεκτροπή» της πορνείας. Ο αρχαιολόγος, αφού βρίσκει αυτό που τον εκφράζει, να αναστηλώσει ένα παλιό αρχοντικό του χωριού του, σκοτώνεται ξαφνικά σε ατύχημα («Ο αρχαιολόγος πέφτει», σ.37). 

Ο συγγραφέας, από το οπισθόφυλλο του βιβλίου, μας υποβάλλει τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, πραγματικά ή διαθλασμένα, που υποβόσκουν. Έτσι καταμαρτυρείται το επικαιρικό στοιχείο του χρόνου ζωής του και η μερική ή ολική ταύτιση αφηγητή και συγγραφέα. Οπότε παράλληλα  γίνεται μια αποτύπωση των αντίστοιχων εποχών, σε ανθρωπολογικό επίπεδο, μέσα από τους διαγραφόμενους βίους των ηρώων του. Οι εποχές αυτές είναι οι δεκαετίες του εβδομήντα και του ογδόντα και λιγότερο του ενενήντα. Είναι η ένταξη χαρακτήρων μέσα σε εποχές. Παράλληλα παρακολουθούμε τις συγγραφικές ενασχολήσεις του και το πλάσιμο των ηρώων τού βιβλίου του.

Οι αφηγήσεις αυτές παρουσιάζονται ως αρχειακή μνήμη του, ως παλιές ξεσκονισμένες αναμνήσεις, που καταλήγουν σε γλυκιά ενατένηση των βιωμάτων του. Είναι οι άνθρωποι μέσα από τους τόπους, της Θράκης και της Μακεδονίας, όπου βρίσκεται και ο γενέθλιος τόπος του. Κάποιες μάλιστα φορές το υλικό μοιάζει ηθελημένα αμοντάριστο («Υλικό ιστορίας», σ.46), έτσι ώστε να αποδοθεί πρωτογενώς η συγγραφική πρόθεση και το σκεπτικό δημιουργίας. Οι δυο κεντρικές λέξεις που εστιάζονται στον τίτλο του βιβλίου είναι η «νοσταλγία» και η «απώλεια». Ο συνδυασμός είναι η θύμηση ως απώλεια με τη διαμεσολάβηση του παρόντος καταγραφής, που τροποποιεί και φιλτράρει τα γεγονότα, πολλές φορές εξωραΐζοντάς τα. Η πιστότητα είναι αδύνατη και ίσως απευκταία, όπως μας λέει και ο Καμύ στο απόσπασμα της προμετωπίδας που χρησιμοποιείται στο βιβλίο: «[…] Κανείς δεν τόλμησε ποτέ ν’ απεικονίσει πιστά τον εαυτό του». Άρα ο αναγνώστης αναλαμβάνει εκ προοιμίου τον ρόλο του «τυμβωρύχου» της ζωής του συγγραφέα και των ίσως αληθινών ή ως ένα βαθμό αληθινών ηρώων του. Αυτή είναι κυρίως η κινητήρια δύναμη του αναγνωστικού ενδιαφέροντος και λιγότερο η λιγοστή δράση και οι ανατροπές.  

Η τεχνική γραφής του Γρηγοριάδη είναι μικρά αποσπάσματα συμβάντων και χρονικά άλματα, χωρισμένα σε μικρές ενότητες μέσα στα διηγήματα, καλύπτοντας μεγάλα χρονικά διαστήματα της ζωής των ηρώων του, που τελικά συνιστούν μια ολοκληρωμένη ιστορία που διασχίζει τον χρόνο. Μπορούμε να πούμε ότι περιγράφονται οι άνθρωποι μέσα στον χρόνο και υπό την επήρεια γεγονότων χρονικά παραταγμένων, συνήθως με γραμμικό τρόπο. Απομονώνονται μόνο τα ουσιώδη και τα πιο απαραίτητα στοιχεία και οι χαρακτήρες περιγράφονται σφαιρικά αλλά όχι με λεπτομέρεια. Κάλλιστα θα μπορούσε, με μεγάλη ανάπτυξη των υποθέσεων των διηγημάτων του, να προκύψουν μυθιστορήματα, αλλά δεν είναι αυτός ο συγγραφικός στόχος. Παρά ταύτα, κάποιες στιγμές περιγράφονται και λεπτομέρειες, προσεκτικά όμως επιλεγμένες.  

Η διαφορετικότητα και η δυσκολία κατανόησης και αποδοχής της, είτε φυλετική («Μήπως είμαι Άραβας;», σ.229), είτε σεξουαλική («Αδιευκρίνιστες παθήσεις αντρών», σ.198) είναι μερικά από τα θέματά του, όπως και οι πολλαπλές φοβίες που δημιουργούν οι προκαταλήψεις. Οι περισσότεροι ήρωές του ξεφεύγουν από το συνηθισμένο. Επιλέγονται χαρακτήρες που έχουν κάτι το ιδιαίτερο και σε λιγότερο ή περισσότερο βαθμό ιδιότυπα συμβάντα. 

Συνοψίζοντας, θα χαρακτήριζα το έργο ως «βιβλίο χαρακτήρων», μια και εκεί κυρίως επικεντρώνεται ο στόχος του.


Δημοσιεύτηκε στο Vakhikon.gr  Ιανουάριος 2023


Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2022

Γκράχαμ Γκρην «Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα»

Μετάφραση: Μαριάννα Βαρκαρόλη, εκδόσεις Πόλις, 



Μια από τις πιο καλογραμμένες και διασκεδαστικές περιπέτειες του βρετανού συγγραφέα Γκράχαμ Γκρην διαδραματίζεται στην Αβάνα λίγο πριν την επανάσταση στην Κούβα. Ο συγγραφέας χαρακτήριζε αυτό το μυθιστόρημα, όπως και ορισμένα άλλα μυθιστορήματα της πρώτης περιόδου του, «an entertainment» αντί για «μυθιστόρημα», ένας χαρακτηρισμός που σπανίζει στα περισσότερα κατασκοπευτικά και αστυνομικά μυθιστορήματα όπου αφθονούν οι φόνοι και η βιαιότητα.

Κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ένα «εμποράκος», ο Τζέιμς Ουέρμολντ, που εγκαταστάθηκε στην Κούβα μαζί με την πανέμορφη δεκαεπτάχρονη κόρη του. Εκεί πουλάει ηλεκτρικές σκούπες και προσπαθεί να ξεφύγει από τη βρετανική μονοτονία και την από δεκαετίας εγκατάλειψη της γυναίκας του. Λατρεύει την Μίλι, με την οποία είναι ξετρελαμένος ο επικεφαλής της αστυνομίας, ο αρχιφύλακας Σεγκούρα, του οποίου η ταμπακέρα είναι φτιαγμένη από ανθρώπινο δέρμα.

Ο Ουέρμολντ προσπαθεί ματαίως να πουλήσει το καινούργιο μοντέλο μιας σκούπας, την Atomic. Απαθής και αδρανής σε πρώτη εντύπωση, αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες του ως έμπορος και πολύ εύκολα ενδίδει στην πρόταση ενός βρετανού επισκέπτη των μυστικών υπηρεσιών να γίνει πληροφοριοδότης τους ενόσω βρίσκεται στο νησί. Ο ξένος επικαλείται μάλιστα τον πατριωτισμό του εμπόρου αλλά και την ευελιξία που του δίνει το ίδιο το επάγγελμα να κινείται σε έναν ευρύτερο κοινωνικό χώρο υπεράνω κάθε υποψίας.

Ο Ουέρμολντ αρπάζει την ευκαιρία καθώς χρειάζεται χρήματα για να βελτιωθούν τα οικονομικά του, και ειδικά της Μίλι που έχει γίνει υπερβολικά καταναλωτική αφού αγοράζει μέχρι και ένα άλογο ιππασίας. Έτσι, εκτός από τον βασικό μισθό, θα εξασφαλίζει έξτρα εισόδημα από αδήλωτες πηγές. Όμως ποιους ακριβώς θα παρακολουθεί ο Ουέρλμοντ; Δεν θα αργήσει να δημιουργήσει μια λίστα με φανταστικούς χαρακτήρες, τους εντοπίζει στον κατάλογο του Κλαμπ Ιππασίας της κόρης του, και τους προσδίδει χαρακτηριστικά άξια κατασκοπίας. Από τα κεντρικά του Λονδίνου τον παίρνουν στα σοβαρά και απαιτούν περισσότερη δράση και αποκαλύψεις. Μια από τις πιο αστείες σκηνές του βιβλίου είναι η στιγμή που ο Ουέρμολντ, διαλύει την ηλεκτρική σκούπα και σχεδιάζει βάσει των επί μέρους εξαρτημάτων τις διαστάσεις φανταστικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Και πάνω που κινδυνεύει να αποκαλυφθεί η απατεωνιά του, οι επινοημένοι του χαρακτήρες αρχίζουν να κινδυνεύουν αληθινά από άλλα κέντρα που κινούνται στον περίγυρό του και παρακολουθούν τις κινήσεις του.

Προφητεύει τις χαλκευμένες ειδήσεις

Η ίντριγκα και η πλοκή κορυφώνονται όσο προχωράει η ιστορία από την οποία δεν λείπουν κάποιες δολοφονίες και οργανωμένα «ατυχήματα». Βρισκόμαστε σε μια περίοδο που οι μυστικές πληροφορίες χρησιμοποιούν κρυφούς κώδικες και στην περίπτωση του Ουέρμολντ χρησιμοποιούνται αποσπάσματα από τα έργα του Σέξπιρ. Γιατί όχι, κάποια μπερδέματα ταυτότητας και συμπτώσεων παραπέμπουν στις κωμωδίες του μεγάλου δημιουργού αλλά, μιλώντας ουσιαστικά για το ύφος και τις επιρροές του Γκρην, θα βλέπαμε πίσω τους τον Τζόζεφ Κόνραντ. Ο χαρακτηρισμός «μυστικός πράκτορας» μέσα στο κείμενο φέρνει στον νου, τον «Secret agent» του Κόνραντ που είχε κι εκείνος ένα κατάστημα στο Λονδίνο, τέλη του 19ου αιώνα και κατασκόπευε για λογαριασμό μιας ξένης δύναμης.

Όμως εδώ ο Γκράχαμ Γκρην θέλει να μιλήσει για την κατάσταση στην Κούβα και να διακωμωδήσει τις Βρετανικές Μυστικές Υπηρεσίες και την αυταπάτη που καλλιεργούνταν στην πατρίδα του για τον χειρισμό πολλών υποθέσεων στον κόσμο, με συγκαλύψεις και παρεμβάσεις που οδήγησαν στην παράνοια του Ψυχρού Πολέμου. Και αν αυτό που περιέγραψε στην Κούβα ήταν μια πρακτορική φάρσα, με γραφικές για σήμερα μεθόδους παρακολούθησης, λίγες δεκαετίες μετά θα αποκαλύπτονταν ότι ο φάκελος με τα σχετικά στοιχεία των υπηρεσιών Πληροφοριών της Βρετανίας για την εισβολή στο Ιράκ διαμορφώθηκε με χαλκευμένα και εσφαλμένα στοιχεία, ένας «dodgy dossier». Από την άποψη αυτή, το βιβλίο προφητεύει τις χαλκευμένες ειδήσεις και την παραπλάνηση της κοινής γνώμης σε κρίσιμα διεθνή ή εσωτερικά ζητήματα. Ο συγγραφέας άντλησε το υλικό του από την προσωπική του εμπλοκή με την MI6, καθώς εργάστηκε στην Σιέρα Λεόνε και στο Λονδίνο. Παράλληλα, υποστήριξε την επανάσταση στην Κούβα αρθρογραφώντας τη δεκαετία του εξήντα και εγκωμίασε την προσωπικότητα του Φιντέλ Κάστρο.

Αφουγκράστηκε την επανάσταση

Το μυθιστόρημα όμως δεν είναι μόνον ένα κωμικό θρίλερ ή burlesque, όπως τo έχει αποκαλέσει η λογοτεχνική κριτική[1]. Έχει και ένα πιο σκοτεινό και φιλοσοφικό υπόβαθρο, ενώ εμπεριέχει πολλά θέματα που θα απασχολήσουν τον συγγραφέα στα υπόλοιπα μυθιστορήματα, στα λιγότερο «διασκεδαστικά». Αναφέρεται τακτικά στον Καθολικισμό, ένα ζήτημα που επανέρχεται πολύ στις αφηγήσεις του Γκράχαμ Γκρην, του οποίου οι απόψεις ενοχλούσαν το ίδιο τους Καθολικούς και τους μη-Καθολικούς. Μάλιστα στον Άνθρωπό μας στην Αβάνα, κρίνεται η πίστη και η ανατροφή της Μίλι (ο ίδιος δεν είναι Καθολικός) χωρίς να βαραίνουν την ιστορία του· αντιθέτως προσεγγίζει την οικογένεια, τον γάμο και τον έρωτα με μια απενοχοποιημένη ελαφρότητα.

Ο Γκράχαμ Γκρην είχε επισκεφτεί την Κούβα και αφουγκράστηκε την επανάσταση που ξεκινούσε από τα βουνά, όμως κατά νου είχε να γράψει μια ιστορία κατασκοπίας. Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 1958 και πέντε μέρες μετά ο συγγραφέας έφτασε στην Κούβα με τον σκηνοθέτη Κάρολ Ρηντ για τα γυρίσματα της ταινίας πάνω στο σενάριο της οποίας είχαν δουλέψει και οι δύο. Στο μεταξύ ο κουβανός δικτάτορας Μπατίστα εγκατέλειψε το νησί και ανέλαβε ο Φιντέλ Κάστρο. Η ταινία ολοκληρώθηκε μέσα στο καινούργιο επαναστατικό καθεστώς και μάλιστα με μια διακριτική παρέμβαση στο σενάριο ώστε να φανεί ακόμη σκληρότερη η δικτατορία και να περιοριστούν οι τολμηρές σκηνές των χορευτικών στα κλαμπ. Στην αρχή της ταινίας, σε ένα γενικό πλάνο της Αβάνας, εμφανίζεται η φράση: «Διαδραματίζεται πριν την επανάσταση». Ο Γκράχαμ Γκρην είχε πολύ καλή σχέση με τον κινηματογράφο και έγραφε κριτικές ταινιών σε εφημερίδες. Δεν του άρεσε ο Χίτσκοκ και γι’ αυτό αρνήθηκε την πρότασή του σκηνοθέτη να αγοράσει εκείνος τα κινηματογραφικά δικαιώματα του μυθιστορήματος.

«Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα» μπορεί να μην θεωρήθηκε στην εποχή του ένα αξεπέραστο λογοτεχνικό επίτευγμα, αλλά παραμένει το πιο απολαυστικό βιβλίο του Γκράχαμ Γκρην, με έναν αξέχαστο χαρακτήρα. Ο Τζέιμς Ουέλμοντ δεν είναι φυσικά ένας πράκτορας τύπου Τζέιμς Μποντ, όμως είναι πολύ περισσότερο ανθρώπινος και πιστευτός από τον υπερήρωα του Φλέμιγκ. Στη θαυμαστή χώρα του πολυδιαβασμένου Γκράχαμ Γκρην (1904-1991), στην επονομαζόμενη «Greenland», το μυθιστόρημα αυτό κατέχει μια περίοπτη θέση.



Σημείωση:


1. «The novelist at the crossroad», David Lodge, 1971


ΕΠΟΧΗ, Εποχή των βιβλίων, 4 Δεκεμβρίου 2022 

Θεόδωρος Γρηγοριάδης 


Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2022

Θοδωρής Καλλιφατίδης "Η πολιορκία της Τροίας".




Ένα σύντομο-δωρικό- μυθιστόρημα είναι το πρόσφατο βιβλίο του Θοδωρή Καλλιφατίδη που δίνει φωνή σε πρώτο πρόσωπο σε έναν έφηβο της Κατοχής. Μέσα από τις μνήμες, κατασταλαγμένες επιλεκτικά καθώς έχουν μεσολαβήσει πολλά χρόνια, ο συγγραφέας πετυχαίνει να αναπλάσει την περίοδο 1941-44, όταν το χωριό του στην Πελοπόννησο βρισκόταν κάτω από την Γερμανική Κατοχή · επικεντρώνεται μάλιστα στις τελευταίες εβδομάδες που συμπίπτουν με την εμφάνιση μιας δασκάλας στη θέση των δύο δασκάλων που έχουν ήδη συλληφθεί από τους Γερμανούς. Μάλιστα ο ένας είναι και ο πατέρας του δεκαπεντάχρονου ήρωά μας.

Έχει ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει την ιστορία ο συγγραφέας μέσα από τις δικές του αναμνήσεις και τις διηγήσεις της δασκάλας. Γιατί από τη μια έχουμε τα συμβάντα στο διαρκώς υπό βομβαρδισμό χωριό και από την άλλη την εξιστόρηση  των τελευταίων ημερών του πολέμου και της πολιορκίας της Τροίας.

Η δασκάλα με τα μαύρα έρχεται από την Αθήνα, νέα, όμορφη, λεπτή σαν φλόγα και ανάβει φωτιές όχι μόνον στους ενήλικες του χωριού μα και στον έφηβο αφηγητή που δεν αρκείται στην σχέση του με την συνομήλικη Δήμητρα αλλά ονειρεύεται και την όμορφη ξένη.

Η δασκάλα και ενόσω το χωριό βομβαρδίζεται, μαζεύει τους μαθητές σε μια σπηλιά όπου αντί των συνηθισμένων μαθημάτων, τους μαθαίνει την Ιλιάδα και κάποια επεισόδια του ομηρικού έπους όπως εκείνη θέλει να τα ξαναπεί. Έτσι σε κάθε κεφάλαιο συνυπάρχουν ένα περιστατικό από την βάρβαρη και αιματηρή καθημερινότητα και παράλληλα η αφήγηση της δασκάλας που λες και αντηχεί από τα βάθη της ιστορίας σαν διαχρονική ραψωδός. Στην σπηλιά, στην σκοτεινή μήτρα, εγκιβωτίζονται οι ιστορίες του Ομήρου ενώ εκείνη κρατάει σε ατέρμονη αγωνία τα επτά παιδιά που κρέμονται κυριολεκτικά από τα χείλη της. Θυμίζει άλλοτε “άγγελο στα εικονοστάσια” και άλλοτε μια μάγισσα, έναν κακό οιωνό. Ως γυναίκα φροντίζει να είναι πάντα περιποιημένη, μυρίζει λεμόνι, αλλάζει μαντίλι ανάλογα με την περίσταση και ταυτίζεται με τις γυναίκες της  ομηρικής εποχής, τις υποστηρίζει και τις συμπονά. Λυπάται την Ελένη, χλομιάζει στον θάνατο του Έκτορα σαν την Ανδρομάχη. Σαν την ωραία Ελένη, είναι κι αυτή μια ωραία γυναίκα που μάλιστα την διεκδικούν δύο Γερμανοί αξιωματικοί.

Και ενώ είναι μια ταλαιπωρημένη γυναίκα της κατοχής σταδιακά, μέσα από τις περιγραφές του τότε μικρού και νυν ώριμου συγγραφέα, καθίσταται μια μυθική φιγούρα. Μια γυναίκα από τον χορό της αρχαίας τραγωδίας που στέκεται όρθια στην μισοφωτισμένη είσοδο της σπηλιάς, μια γυναίκα που κοιτάζει έξω από το παράθυρο του σχολείου ή σκύβει στο παράθυρο του σπιτιού της με αγωνία για να δει όσα συμβαίνουν στους δρόμους, πάντα έτοιμη να αναδιηγηθεί όσα προηγήθηκαν δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Γιατί δεν υπάρχει καλός και τίμιος πόλεμος. Ίδιες οι σφαγές, οι ληστείες, οι βιασμοί, οι ανταγωνισμοί, η απανθρωπιά. Μέσα από την Ιλιάδα και, κρατώντας ίσες αποστάσεις, μιλάει και για τα δύο στρατόπεδα.

Όμως και στις μέρες της κατοχής δεν υπάρχουν ένδοξοι πόλεμοι, ούτε μικροί ούτε μεγάλοι · υπάρχουν θύματα και αίμα. Κάθε ανθρώπινη απώλεια είτε από χέρι Γερμανού είτε από χέρι Αχαιού παραμένει μια φονική πράξη. Άλλωστε οι εχθροί και οι σωτήρες μπερδεύονται. Τελικά είναι οι Εγγλέζοι που βομβαρδίζουν το χωριό και οι Γερμανοί που τους αναχαιτίζουν ενώ σε κάθε πράξη αντίστασης εξοντώνονται για αντίποινα αθώοι άντρες πάνω από τα δεκάξι.

Ο μικρός θα νιώσει  τον θάνατο, τον φόβο να σταθεί κι αυτός απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα. Ωριμάζει ραγδαία, σκέφτεται το μυστήριο της ζωής και του χαμού: “ήμασταν κι εμείς ένα μυστήριο”. Μέσα από τον κρυφό του πόθο για την ωραία Κυρία, την ζήλια για όσους την αγγίζουν, μέσα από το ερωτικό παιγνίδι με την συνομήλικη, τον θάνατο που κυκλώνει και θερίζει, αυτός ωριμάζει, ονειρεύεται να γίνει ποδοσφαιριστής, μέχρι και συγγραφέας! Να γιατί η μητέρα του, μαζί και οι άλλοι του χωριού, τον φωνάζουν “ανεμοδαρμένο”.

****

 

Ξαναγυρίζουμε στην Σεχραζάτ της κατοχής. Η δική της Τροία βρίσκεται σ΄αυτόν τον μικρό τόπο. Η φίλη της Ιφιγένεια, από ένα κοντινό χωριό, θυσιάζεται άδικα και όταν το μαθαίνει καταρρέει. Την νεκρή, σκοτωμένη από τους Γερμανούς, την πλύνουν και την ντύνουν, τη θρηνούν με ένα δημοτικό τραγούδι. Όμως δεκάδες άλλοι νεκροί δεν θα θαφτούν κανονικά. Τουλάχιστον στην Τροία έκαναν ανακωχή για να τους θάψουν με τιμές ενώ τώρα τα θύματα παραμένουν πεταμένα σε χαράδρες χωρίς θυσίες και τελετές.

“Πέρασαν πάνω από εξήντα χρόνια από τότε…” Εδώ η αναδιήγηση είναι του συγγραφέα. Ένα παιγνίδι μνήμης και ιστορίας, παραμυθιού και ομηρικού έπους. Ο σημερινός συγγραφέας ξαναθυμάται τις διηγήσεις της δασκάλας και προσθέτει ορισμένα ομηρικά αποσπάσματα όπως του θυμωμένου Αχιλλέα: “έτσι είπε στα κύματα και στον αέρα, στον κίτρινο ουρανό και στον εαυτό του. Μετά αποκοιμήθηκε με βαριά καρδιά”. Το ύφος θυμίζει μεταφράσεις αρχαίου κείμενου. Η δασκάλα διασκευάζει και ο συγγραφέας διασώζει  τα λόγια της. Μέσα στην σκοτεινή σπηλιά  συνεχίζεται η προφορική παράδοση. Η ραψωδία γίνεται αργότερα πεζός λόγος με μια εσωτερική ποιητικότητα.

Από την άλλη, η περιγραφή της παιδικής ηλικίας του αφηγητή, έχει τις δικές της χάρες. Στο χωριό, βουτηγμένο στη φύση, ξεχωρίζουν τα δέντρα: η μουριά, κάτω από την οποία συναντιέται το εφηβικό ζευγάρι, το κυπαρίσσι που σκαρφαλώνει ο δεκαπεντάχρονος για να παρακολουθεί την δασκάλα στο σπίτι της, η  μυρωδιά από τις ανθισμένες αμυγδαλιές κόντρα στην φοβερή απειλή που αιωρείται στο χωριό και ακόμη πιο τραγικό οι κρεμασμένοι από την καστανιά συγχωριανοί του.

Από την πλευρά της Τροίας, ενώ παραβλέπεται ο ηρωισμός μέσα από τις επιλογές της δασκάλας και υποβαθμίζεται η θεϊκή παρέμβαση, προβάλλεται το συναίσθημα, η σωματικότητα, η ανθρώπινη διάσταση, τα λουσίματα με λάδι, τα παλέματα. Οι όμορφες γυναίκες, τα κορμιά των αντρών, οι φιλίες, οι αγάπες, η ελευθερία της συνείδησης, η περηφάνεια. Τονίζεται η εξαπάτηση και το ξεγέλασμα του εχθρού μέσα από μεταμφιέσεις με δέρματα θηρίων, με τον αρπαγμένο οπλισμό του αντιπάλου, τις μάνες που ντύνουν κοριτσάκια τα αγόρια τους για να μην πολεμήσουν.

Στο τέλος η κυρία αλλάζει ρούχα, πετάει τα μαύρα, αποκτάει ταυτότητα. Είναι η κυρία Μαρίνα. Στο σχολείο ανοίγουν όλα τα παράθυρα και προβάλει απέξω η εύφορη πλάση. Η ζωή συνεχίζεται με ιστορίες που νοηματοδοτούνται από τις ανθρώπινες ζωές. Η κυρία με το πέρασμά της άγγιξε  έναν έφηβο, του έδωσε ψυχικά και πνευματικά εφόδια για να συνεχίσει την πορεία του. Η πολιορκία της από τη μεριά του μπορεί να μην ήταν μοιραία αλλά ήταν τουλάχιστον ευεργετική.

 

(*) O Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι  συγγραφέας, το κείμενο βασίζεται στην παρουσίαση που έγινε πρόσφατα στον Ιανό.

 

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Η πολιορκία της Τροίας, Πατάκης 2022

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο αναγνώστης

 

 

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2022

Στην Κρήτη με τα βιβλία στα σχολεία

«Ζωντανοί» στα Χανιά

Τέλος Οκτωβρίου στα όμορφα Χανιά έβλεπες ακόμη τουρίστες στους δρόμους, όμως η πόλη ακολουθούσε τους καθημερινούς φθινοπωρινούς της ρυθμούς

«Ζωντανοί» στα Χανιά

Τέλος Οκτωβρίου στα όμορφα Χανιά έβλεπες ακόμη τουρίστες στους δρόμους, όμως η πόλη ακολουθούσε τους καθημερινούς φθινοπωρινούς της ρυθμούς. Βρέθηκα εκεί καλεσμένος ενός φροντιστηρίου Μέσης Εκπαίδευσης, στο πλαίσιο του μαθήματος που προβλέπει τη συνεξέταση γλώσσας – λογοτεχνίας και εξετάζεται πανελλαδικά. Η προετοιμασία στο φροντιστήριο κράτησε μήνες και οι μαθητές Β΄ και Γ΄ Λυκείου είχαν διαβάσει τα δύο πρόσφατα βιβλία μου, «Το τραγούδι του πατέρα» και τη «Νοσταλγία της απώλειας». Η διευθύντρια του φροντιστηρίου, φιλόλογος Ρούλα Βουράκη, με την οποία έγιναν οι επαφές διαδικτυακά, μου είχε γράψει στο μήνυμα ότι «η επιλογή των βιβλίων έγινε με κριτήρια τεχνικά, αισθητικά και ιδεολογικά, που συνομιλούν με τις οδηγίες της διδακτικής του μαθήματος και με τη διακριτική ευχέρεια που απολαμβάνει η νόμιμη φροντιστηριακή εκπαίδευση να αξιοποιεί δημιουργικά ένα ενιαίο αφηγηματικό έργο…».

Με χαρά αποδέχθηκα την πρόταση· άλλωστε είχα να πάω στα Χανιά από τη δεκαετία του ’80, όταν υπηρετούσα στο Ναυτικό και δέναμε για επισκευές στη Σούδα με το αντιτορπιλικό.

Η πρώτη συνάντηση έγινε στο γραφικό χωριό Βάμος, 25 χιλιόμετρα από τα Χανιά. Εκεί αράξαμε στο γραφικό κτήμα Αροσμαρί σε ένα ανοιχτό θεατράκι ανάμεσα στις ελιές. Ιδανικό περιβάλλον, μακριά από τις κλειστές αίθουσες! Οι μαθητές και μαθήτριες κρατούσαν τα βιβλία στο χέρι, είχαν διαβάσει συγκεκριμένα διηγήματα και είχαν υπογραμμίσει πολλά σημεία για να κάνουν ερωτήσεις. Σχολίασαν με ενθουσιασμό αλλά και κριτική διάθεση, ρώτησαν για πράγματα που απείχαν δεκαετίες πριν από τη δική τους βιωματική εμπειρία. Κάποιες μάλιστα επισημάνσεις ξεπερνούσαν και τις αρχικές προθέσεις του συγγραφέα, ενώ η επιμονή σε ορισμένα διηγήματα της συλλογής απέδειξε ότι τελικά ο αναγνώστης αποφασίζει τι του αρέσει περισσότερο και όχι ο συγγραφέας.

Ηταν μια θαυμάσια συνάντηση, που ολοκληρώθηκε με την ανάγνωση του κειμένου «Το γιατρικό της αμόλυντης λογοτεχνίας», που είχε δημοσιευθεί στην «Καθημερινή» το 2020 και συμπεριλήφθηκε στην εξέταση του μαθήματος της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας την ίδια χρονιά. Λίγο πριν φύγουν οι μαθητές μού ζήτησαν να υπογράψω τα αντίτυπα των βιβλίων που είχαν διαβάσει, ενώ μια μαθήτρια μου πρότεινε ένα δικό της ζωγραφισμένο εξώφυλλο για το τελευταίο μου βιβλίο, που το εμπνεύστηκε κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης.

Είχα εργαστεί για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση, ένιωθα πάντα τον παλμό που κρύβεται πίσω από τα νέα παιδιά. Επιθυμούν να ζωντανέψει η μάθηση με κάθε δυνατό τρόπο. Η δημιουργική σύζευξη γλώσσας και λογοτεχνίας μπορεί να ωφεληθεί με τις επισκέψεις συγγραφέων σε σχολεία, τις επισκέψεις μαθητών σε βιβλιοθήκες, τις αναγνωστικές δράσεις εντός και εκτός της σχολικής τάξης, τη δημιουργία ιστότοπων από τους ίδιους τους μαθητές με συναφή θέματα, με το άνοιγμα της λογοτεχνικής εμπειρίας πέρα από τη σχολική αίθουσα. Μα πάνω απ’ όλα με την εισαγωγή ενός ολόκληρου λογοτεχνικού βιβλίου στην ύλη των Νεοελληνικών. Ενα τέτοιο βιβλίο δεν θα το πετούσαν και ενδεχομένως θα αποτελούσε τη μαγιά για τη μελλοντική τους βιβλιοθήκη.

Η δημιουργική σύζευξη γλώσσας και λογοτεχνίας μπορεί να ωφεληθεί με τις επισκέψεις συγγραφέων σε σχολεία, μαθητών σε βιβλιοθήκες κ.ά.

Αυτή τη ζωντάνια την ένιωσα και στην επόμενη συνάντηση όταν, με την πρωτοβουλία της φιλολόγου και προέδρου του Συνδέσμου Φιλολόγων Χανίων, Βαρβάρας Περράκη, βρέθηκα με δύο τμήματα του 2ου ΓΕΛ Χανίων. Εκεί τα παιδιά, με ανοιχτό το βιβλίο «Λογοτεχνία, Φάκελος υλικού, Δίκτυο κειμένων Γ΄ Λυκείου» διάβασαν ένα διήγημά μου από τους «Χάρτες», που (μεγάλη η τιμή) συμπεριλαμβανόταν στην ύλη τους και αναφώνησαν με χιούμορ «ένας ζωντανός συγγραφέας!».

Γελώντας τους ανέφερα ότι στα δικά μου γυμνασιακά χρόνια δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθεί μέσα στα κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας κάποιος εν ζωή συγγραφέας. Κάποια χέρια επέμεναν στις ερωτήσεις, διέβλεπα ότι μια μέρα κάποιοι/ες σίγουρα θα γράψουν, θα είναι οι επόμενοι «ζωντανοί». Γιατί αυτό ήταν το μήνυμα και η ψυχική και ηθική ικανοποίηση: η διδασκαλία της λογοτεχνίας πρέπει να συμβάλει τόσο στη γλώσσα όσο και στη βιωματική μάθηση των μαθητών/τριών προς όφελος της κριτικής σκέψης, της συνθετικής ικανότητας και της δημιουργικής φαντασίας. Και ότι ο λογοτεχνικός κανόνας καθιερώνεται μεν από τους κριτικούς και θεωρητικούς, αλλά κατοχυρώνεται στην εκπαιδευτική διαδικασία από διορατικούς και επίμονους καθηγητές.

Εκεί στην Κρήτη, κάτω από το διαχρονικό βάρος του Νίκου Καζαντζάκη, σκεφτήκαμε ότι πολλά πράγματα μπορούν να γίνουν ακόμη και να μεταλαμπαδευτούν στις επόμενες γενιές.

* O κ. Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας.

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2022

Laurence Sterne «H ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι, κυρίου από σόι»



Εισαγωγή, μετάφραση και σημειώσεις: Έφη Καλλιφατίδη, εκδόσεις Gutenberg, 2005

 


Στον Παγκόσμιο Κανόνα της Λογοτεχνίας στις πρώτες θέσεις παραμένει το μυθιστόρημα του Λόρενς Στερν που γράφτηκε τον 18ο αιώνα. «Είναι μυθιστόρημα ο Τρίστραμ Σάντι;» αναρωτιέται ο καναδός κριτικός λογοτεχνίας Νόρθροπ Φράι και συνεχίζει: «Σχεδόν οι πάντες θ’ απαντούσαν καταφατικά, παρά την ανέμελη περιφρόνηση του έργου για τις “αξίες της εξιστόρησης”»[1].


Ο Τρίστραμ Σάντι, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής του βιβλίου, εξιστορεί την προσωπική και οικογενειακή του ιστορία μέσα στο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο της εποχής του. Ωστόσο ο αφηγηματικός τρόπος που διαλέγει ο ιρλανδός συγγραφέας δεν είναι καθόλου συμβατικός. Υιοθετώντας μια σατιρική ρητορική, αυτοπαρωδείται, αρνούμενος επί εκατοντάδων σελίδων να αφήσει τον ήρωά του ακόμη και να γεννηθεί, δίνοντας στο κείμενο μια όψη αποσπασματική και ανολοκλήρωτη. Αυτό γίνεται με μια παρεκβατική δεξιοτεχνία που αποσπά την προσοχή μας από τη θέαση της εξωτερικής κατάστασης και την στρέφει στην ακρόαση της διαδικασίας με την οποία διαμορφώθηκε στο μυαλό του συγγραφέα. «Με δυο λόγια, το έργο μου είναι παρεκβατικό και εξελικτικό-και μάλιστα ταυτόχρονα» μονολογεί ο Τρίστραμ.


Ο αυτοβιογραφικός λόγος διακωμωδείται σαν ένα παιχνίδι ζωής, πραγματικότητας και της αδυναμίας να αναπαρασταθεί μυθοπλαστικά. Λευκές αποσιωπητικές σελίδες, μαύρες πένθιμες σελίδες, γκραβούρες, παρεμβολές εγκυκλίων, εκκλησιαστικών εγγράφων και κηρυγμάτων, παραπομπές σε θεωρητικά βιβλία της εποχής, εγκυκλοπαιδική παρωδία, «συμποσιακές συζητήσεις», προληπτικά σχόλια ενάντια τις αντιδράσεις των σχολαστικών κριτικών. Μια μουσική πρόζα που σταδιακά θα δώσει θέση στον συνειρμό και στη μετεξέλιξη της σκέψης.


Αυτή η ακατάσχετη ροή της σκέψης του Τρίστραμ γίνεται η οπτική γωνία μιας και μόνης συνείδησης, του ίδιου του συγγραφέα, καθιστώντας τον ένα και μοναδικό χαρακτήρα, αντίστοιχο του Ντέιβιντ Κόπερφιλντ και του Στίβεν Δαίδαλου, διατυπωμένη ως μανιφέστο για το πώς κατέληξε να γράφει χωρίς να βιάζεται, μιας και απευθύνεται σε αναγνώστες που δεν επείγονταν στην εποχή τους να αποτελειώσουν το βιβλίο καθώς περίμεναν να ολοκληρωθεί από τόμο σε τόμο. Ο ίδιος ο Στερν, στο τέλος ενός τόμου, τους ζητάει να περιμένουν ως του χρόνου για τον... επόμενο. Και δεν είναι ότι μόνον τους διασκεδάζει αλλά θέτει άπειρα ζητήματα θρησκείας, συνείδησης, γνώσης, ηθικής με έναν «σωκρατικό» διαλογισμό και μια ασυγκράτητη παράθεση ανατρεπτικών συλλογισμών και νεολογισμών. Σαν φάρσα, που έρχεται από τις μεσαιωνικές αφηγήσεις, δεν τους αφήνει να βαρεθούν ποτέ. Γιατί τίποτε δεν είναι «δύσκολο» ή «δήθεν» στο μυθιστόρημα. Είναι η γένεση και η αποδόμηση του μυθιστορηματικού είδους που θα κορυφωθεί έναν αιώνα αργότερα.


 

Παρεκβατικό πνεύμα


 Ο Λόρενς Στερν είναι ένας από τους μεγαλύτερους αφηγητές της λογοτεχνίας που παίζει με την ιστορία και την πλοκή, μια πλοκή σχεδόν ανύπαρκτη και δαιδαλώδη! Τα κεφάλαια δεν ολοκληρώνονται, ενώ κάπου αναφέρεται ο χρόνος της συγγραφής: «-η παρατήρηση αυτή είναι δική μου- και μου ήρθε σήμερα ακριβώς που βρέχει, 26 Μαρτίου 1759, ανάμεσα στις εννιά και στις δέκα το πρωί». Στο εικοστό κεφάλαιο του τρίτου τόμου ξεπηδάει η εισαγωγή του βιβλίου! Αλλού προτρέπει τον αναγνώστη να διασταυρώσει τα στοιχεία όσων λέγονται και να τον αμφισβητήσει. Το βιβλίο ξεκινάει με τη σκηνή της –μετ’ εμποδίων– σύλληψής του, ενώ μεσολαβούν παράταιρα περιστατικά μέχρι τη γέννησή του στο τέταρτο κεφάλαιο. Όσα ενδεχομένως αφορούν τη δράση της ιστορίας, διαδραματίζονται στο στενό οικογενειακό του περιβάλλον: ο πατέρας του Γουόλτερ, ο θείος Τόμπι, τραυματισμένος στη βουβωνική χώρα, που φτιάχνει μοντέλα πολεμικών οχυρώσεων από τις μάχες που έλαβε μέρος, ο δεκανέας και βοηθός του Τόμπι, ο Τριμ, η μητέρα του Τρίστραμ η Σουζάνα, ο πάστορας Γιοακίμ που ξεπαστρεύεται αφηγηματικά νωρίς αλλά επανέρχεται στο τέλος, η χήρα Γουάντμαν που ερωτοτροπεί ματαίως με τον θείο Τόμπι. Γενικά οι ανδρικοί χαρακτήρες του Στερν αποδεικνύονται ανεπαρκείς συναισθηματικά και ερωτικά.


Ο Λόρενς Στερν συνδιαλέγεται πολύ με τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες. Λατρεύει τον ιππότη της Μάντσα με το άλογό του, περιγράφει σκηνές με «θερβαντική χροιά». Ας μην ξεχνάμε ότι μπαίνουν τα θεμέλια του μυθιστορήματος και αυτοί οι δύο, με τα «αταξινόμητα» βιβλία τους στα σύνορα «μη μυθιστορίας» και «λογοτεχνίας» παραμένουν οι πιο ανατρεπτικοί θεμελιωτές του. Ας δώσουμε τον λόγο και στον Ίταλο Καλβίνο[2]: «Η μεγάλη επινόηση του Λόρενς Στερν ήταν το γεμάτο παρεκβάσεις μυθιστόρημά του. Το παράδειγμά του θα ακολουθήσει αμέσως μετά ο Ντιντερό. Η παρέκβαση (λοξοδρόμηση) είναι η στρατηγική αναβολής του τέλους, πολλαπλασιασμός του χρόνου μέσα στο έργο, αέναη φυγή. Φυγή από τι άραγε; Μα από τον θάνατο, βέβαια, λέει στην εισαγωγή του στον Τρίστραμ Σάντι ένας Ιταλός συγγραφέας ο Κάρλο Λέβι, που λίγοι θα φαντάζονταν ότι υπήρξε θαυμαστής του Στερν. Το μυστικό του, όμως, ήταν αυτό ακριβώς το παρεκβατικό πνεύμα του και η αίσθηση του χρόνου που είχε, ενός χρόνου απεριόριστου ακόμα κι όταν παρατηρούσε κοινωνικά προβλήματα. Γράφει ο Λέβι: “Ο Τρίστραμ Σάντι δεν θέλει να γεννηθεί, γιατί δεν θέλει να πεθάνει.”»


 

Ανατρεπτικό παιχνίδι αισθήσεων και πνεύματος


 Ο Λόρενς Στερν γεννήθηκε στην Ιρλανδία το 1713, σπούδασε στο Κέιμπριτζ, υπηρέτησε ως εφημέριος και στα 46 του χρόνια αποχώρησε για να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Οι δύο πρώτοι τόμοι του «Tristram Shandy, The Life and Opinions of Tristram Shandy» απορρίφθηκαν από τον εκδότη. Το έργο του ολοκληρώθηκε(;) σε εννέα τόμους μέσα σε επτά χρόνια (1759-1767). Έγινε διάσημος και ήταν περιζήτητος στα λογοτεχνικά σαλόνια του Λονδίνου και του Παρισιού. Τα ταξίδια του στην Ευρώπη του ενέπνευσαν το Αισθηματικό Ταξίδι στην Γαλλία και την Ιταλία (εκδ. Νησίδες). Ευάλωτος λόγω της φυματίωσης πέθανε σε ηλικία 54 ετών.


Παρά τις αντιφατικές κριτικές, το έργο του κέρδιζε συνεχώς εκτίμηση, ενώ τον 20ό αιώνα θεωρήθηκε πρόγονος του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού οδηγώντας στους αντίστοιχους αφηγητές του Προυστ, του Τόμας Μαν, του Τζόις και του Σβέβο. Στο έργο του ο Χάρολντ Μπλουμ εντοπίζει προ-φροϊδικές έννοιες και μιλάει για Shandean philosophy[3]. Ο Σάλμαν Ρούσντι, ο Πίτερ Κάρεϊ τον λάτρεψαν, ο Χαβιέρ Μαρίας τον μετέφρασε στα ισπανικά και παραδέχτηκε ότι επηρεάστηκε από τη γραφή του.


Η μετάφραση της Έφης Καλλιφατίδη ζωντανεύει κυριολεκτικά τον λόγο του Στερν. Σήμερα, που το μυθιστόρημα κανονικοποιείται στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, ο Τρίστραμ Σάντι προκαλεί και ψυχαγωγεί με το ασύδοτο κέφι του και το ανατρεπτικό παιχνίδι αισθήσεων και πνεύματος.


 

Σημειώσεις


1. Northrop Frye, «H ανατομία της Κριτικής», εκδόσεις Gutenberg


2. «Τα Αμερικανικά μαθήματα», εκδόσεις Καστανιώτης


3. Harold Bloom, «Novelists and novels», Chelsea House Publishers


 

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

03/11/22 ΕΠΟΧΗ, η Εποχή των βιβλίων


Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

John Banville , μια ωραία συνέντευξη

 Και μακάρι να μη εννοεί το γεγονός ότι δεν τον ενδιαφέρει πια τόσο η μυθοπλασία. 

Λέει όμως πολλά άλλα ενδιαφέροντα:

John Banville: ‘There’s been a creeping retreat into infantilism’

‘You should be thanking me for the excuse to go to a dictionary’: John Banville in Howth, near Dublin, October 2022
‘You should be thanking me for the excuse to go to a dictionary’: John Banville in Howth, near Dublin, October 2022. Photograph: Patrick Bolger/The Observer

The Booker prize winner on why revisiting his books makes him sick, killing off his crime-writing pseudonym, and the new wave of Irish novelists

John Banville, 76, is the author of 26 books, including seven crime novels under the name Benjamin Black. His new novel, The Singularities, which takes place in a parallel reality overseen by a Greek god, is a sequel to The Infinities (2009) and involves a cast of characters from his previous books, not least Freddie Montgomery, the murderer who narrated 1989’s The Book of Evidence. When Banville, born and raised in Wexford, won the Booker prize for The Sea in 2005, a year considered one of the strongest in the history of the award, he said it was “nice to see a work of art win”. Speaking to me over Zoom from his home in Howth, just outside Dublin, he explained that he was “just enjoying myself and trying to annoy people – and I succeeded”.

What led you to revisit your previous novels in The Singularities?
As the book went on I was more and more aware it was a summing up. I’m pretty sure it’ll be the last book of its kind that I’ll write. Practically all my novels are referred to in there; many writers I’ve loved over the years are [referenced] in there as well. It ends with the words “full stop” and I can’t see myself embarking on another project like it. I mean, it took me five or six years and I’m old now. I’ll keep writing my crime capers – they take four or five months – but I won’t do another book with this denseness and allusiveness, or elusiveness, I suppose.

What makes your non-crime novels harder to write?
One has lots of props with crime fiction: the crime itself, the characters, the motivations, the dialogue, the plot. These are things that don’t interest me in my non-crime books, all of which could probably be put together into one enormous volume – I suspect they’re really just the one book, which I’ve been trying to get right all these years. I’m trying to give a sense of what the surface of the world looks like, what it feels like, tastes like, smells like. I’m not interested in writing about things; I’m trying to write the thing itself. Each novel has a few insights or moments of musicality where I think: yeah, the project was worthwhile for this. But generally all I see are faults. Revisiting my books makes me almost physically sick; I hate it.

Yet in The Singularities you do just that.
Yes, but I didn’t read any of them! I remember when I was doing a sequel to one of my crime books, I had to go back to the first one and couldn’t bear it, until I hit on the idea of listening to it as an audiobook. Because I’m an insomniac, I’d listen late at night in the dark, this voice speaking to me. That allowed me to take an objective stance and that was why I killed off Benjamin Black. I thought: This book’s not too bad at all. Why am I hiding behind a pseudonym?

What attracts you to words such as “matutinal” and “haecceity”?
The English language is beautiful. It’s immensely rich and untidy with so many influences from other cultures, and I glory in it. People say to me that they have to go to the dictionary. Is that a great trouble? The dictionary is one of the most precious things you have in your house. You should be thanking me for the excuse to go to it. I say to them: “I bet when you went to look up whatever word, you came across four or five new ones. So you gained! I did you a favour!”

How has literary culture changed since you started out in the 1970s?
Old codgers always say this, but it seems there’s been a creeping retreat into infantilism. When I was middle-aged, you had a comparatively large group of people for whom a new novel by Iris Murdoch or a new book of poems by Robert Lowell was an event eagerly looked forward to. We don’t want difficult books now. A friend said to me: “You see supposedly grownup people on the train unashamedly reading Harry Potter books; they should be reading grownup books, not children’s books!” When I started reading as a little boy, of course I wanted an escape from the small town where I was living. But what I discovered was that the escape you get from art isn’t away from the world but into an infinitely wider one – into life.


How do you view the younger generation of Irish novelists?
When I was young I remember arguing with George Steiner about an essay in which he said old men don’t read fiction. Well, I’m an old man and I don’t read much fiction; whatever fiction gives you, I don’t seem to need it any more. Fiction writers in Ireland now seem just to be writing about their immediate lives and the lives of their friends. That wasn’t the point at all for my generation; we were interested in what people are, not what they do. In my non-crime books I don’t care who does what; I’m investigating the poetic possibilities of language and trying to address the question of being.

You know, someone said to me recently: “John, I suppose you’ll be writing your Covid novel?” I said: “I certainly will not, and I hope nobody else does either.” The art of fiction isn’t for commenting on events of the time. It may do that, but that’s not its object, which is to imagine the world; it isn’t meant to be a factual record. A friend asked me the other day: “In The Singularities there’s this guy who gets out of jail, but in your previous books was he not already out of jail?” I said: “It’s fiction! I can do what I like!”

What have you been reading lately?
The Posthumous Papers of the Manuscripts Club by Christopher de Hamel; a beautiful book about manuscripts. He’s a very serious scholar but he writes wonderfully lightly, with great immediacy.

What book first inspired you to write?
My sister gave me James Joyce’s Dubliners when I was about 13. Suddenly I discovered that fiction could be about the essence of life: it wasn’t a wild west yarn, it wasn’t a detective story, it wasn’t about English schoolboys getting up to japes. I wrote hideous imitations of its stories all through my adolescence. I think it’s Joyce’s best book: for a young man to write with such poise, clarity, elegance and wisdom is extraordinary. There’s a great anecdote of an old Dublin pal visiting him in Paris towards the end of his life and saying, you know Jimmy, I tried Ulysses and that Finnegans Wake thing, but your best book is Dubliners, and Joyce says: “I agree.” Whether that happened or not, I like it.