Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Συνέντευξη στον Παρατηρητή Θράκης.

 


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ: 

«ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΟΥ, ΓΡΑΦΩ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΩ ΜΕ ΚΑΘΕ ΚΟΣΤΟΣ» 

Ανάσταση του Λόγου 

Από τους πρόποδες του Παγγαίου και το Παλαιοχώρι Καβάλας, μέχρι τις μεθοριακές διαδρομές του Έβρου και της Ξάνθης, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης παραμένει, ήδη από το ξεκίνημά του, ένας από τους πιο διεισδυτικούς παρατηρητές της ελληνικής πραγματικότητας. Με τη ματιά του σταθερά στραμμένη στον «άλλο» και το ενδιαφέρον του εστιασμένο στις υπαρξιακές αναζητήσεις του σύγχρονου ανθρώπου, ο βραβευμένος Καβαλιώτης συγγραφέας έχει οικοδομήσει μια ισχυρή λογοτεχνική ταυτότητα, όπου το εντόπιο βίωμα συναντά με επιτυχία το παγκόσμιο. 


Εφοδιασμένος και με τη σκευή της αγγλόφωνης λογοτεχνικής παράδοσης, λόγω των σπουδών του, επιλέγει συχνά η πένα του να «πάλλεται» στη Θράκη, μετατρέποντας τη μεθόριο σε έναν ζωντανό λογοτεχνικό «οργανισμό». Σήμερα, με αφορμή την επικείμενη επανέκδοση του εμβληματικού του μυθιστορήματος «Ο Χορευτής στον ελαιώνα», που πρωτοκυκλοφόρησε το 1996 από τις εκδόσεις Κέδρος, συνομιλούμε μαζί του σε ένα νοσταλγικό αλλά και επίκαιρο «οδοιπορικό». Σε μια συζήτηση που εκτείνεται από τα πρώτα του συγγραφικά βήματα και τη σχέση του με τους αναγνώστες, μέχρι την τύχη του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό και το βαθύτερο νόημα του Πάσχα, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης δηλώνει παρών στις προκλήσεις των καιρών. Σε μια εποχή που, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος, «αγρίεψε», ο λόγος του αναδεικνύεται σε πολύτιμο «καταφύγιο». 

ΠτΘ: Με καταγωγή από την Καβάλα, οι ρίζες και τα βιώματά σας φαίνεται να αποκρυσταλλώνονται με έναν ιδιαίτερο τρόπο στη γραφή σας. Δεν είναι λίγες οι φορές που η θρακική γη και οι άνθρωποί της πρωταγωνιστούν σε έργα σας. Πώς λειτουργεί τελικά η «μεθόρια ζωή» στη λογοτεχνία; Ο τόπος είναι για εσάς ένας ζωντανός οργανισμός που συνδιαμορφώνει την πλοκή; 

Θ.Γ.: Πράγματι, ο τόπος καταγωγής μου καθόρισε και τα θέματα της μυθοπλασίας μου, και ειδικά ο διορισμός μου ως καθηγητής αγγλικών για επτά χρόνια στη Θράκη. Το Παγγαίο, το Παλαιοχώρι συγκεκριμένα όπου γεννήθηκα, είναι ένας μυθικός τόπος που συνορεύει γεωγραφικά με τη Θράκη και συγγενεύει σε πολλά ήθη και έθιμα, και ειδικά γλωσσικά στοιχεία. Έτσι στα βιβλία μου ήταν αναπόφευκτο να αναφερθώ στα μέρη αυτά. Υπάρχει επίσης μια γοητεία στη μεθοριακή γραμμή της μυθοπλασίας μου: για άλλους η μετάθεση στον Έβρο ήταν δυσμένεια για μένα ευλογία. Ανακάλυψα τόπους, ανθρώπους, άκουσα και έφτιαξα ιστορίες. Βόλευε βέβαια και η εποχή για τέτοιες αποδράσεις μαγικού ρεαλισμού. Νοσταλγώ την πρώτη μου χρονιά, το 1982, στα Δίκαια του Έβρου ως καθηγητής. Ένα χαμηλό σπίτι με κήπο και ζώα, το ποτάμι παραδίπλα, οι λόφοι, οι ταβέρνες, το τρένο που κατέληγε στο χωριό, η ηρεμία χωρίς τηλέφωνο, τηλεόραση και ελληνική ραδιοφωνία. Το ιδανικό τοπίο που χάθηκε για πάντα στην κραυγαλέα εποχή μας. «Δεν είναι περιζήτητη η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό, γιατί χάθηκε στο μεταξύ και το στίγμα της» 

ΠτΘ: Οι σπουδές σας στην Αγγλική Φιλολογία αποτέλεσαν, αναμφίβολα, ένα σημαντικό εφόδιο στην πορεία σας. Πόσο επηρέασαν αυτά τα ακαδημαϊκά ερεθίσματα και η επαφή με την αγγλόφωνη λογοτεχνική παράδοση τον δικό σας συγγραφικό τρόπο; 

Θ.Γ.: Η επαφή μου με την αγγλική λογοτεχνία ήταν ευεργετική, γιατί μου έδωσε την ευκαιρία να διαβάζω και να σκέφτομαι από δύο σκοπιές. Στην αγγλική λογοτεχνία γράφτηκαν μερικά από τα πιο σημαντικά μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Από την αγγλοσαξονική γραφή έμαθα να γράφω κατανοητά για τον αναγνώστη ακόμη και στα πιο «δύσκολα» κείμενά μου, αλλά, όταν έφτανε η ώρα της γλωσσικής έκφρασης, ανέτρεχα στους Έλληνες συγγραφείς, παλιούς και νεότερους, για να αφουγκραστώ τον ρυθμό και το βάθος της ελληνικής γλώσσας. Η γλώσσα μας είναι απέραντη, πλούσια. 

Ο τόπος καταγωγής μου καθόρισε και τα θέματα της μυθοπλασίας μου, και ειδικά ο διορισμός μου ως καθηγητής αγγλικών για επτά χρόνια στη Θράκη. Το Παγγαίο, το Παλαιοχώρι συγκεκριμένα όπου γεννήθηκα, είναι ένας μυθικός τόπος που συνορεύει γεωγραφικά με τη Θράκη και συγγενεύει σε πολλά ήθη και έθιμα, και ειδικά γλωσσικά στοιχεία. Έτσι στα βιβλία μου ήταν αναπόφευκτο να αναφερθώ στα μέρη αυτά. Υπάρχει επίσης μια γοητεία στη μεθοριακή γραμμή της μυθοπλασίας μου: για άλλους η μετάθεση στον Έβρο ήταν δυσμένεια για μένα ευλογία. Ανακάλυψα τόπους, ανθρώπους, άκουσα και έφτιαξα ιστορίες. Βόλευε βέβαια και η εποχή για τέτοιες αποδράσεις μαγικού ρεαλισμού 

ΠτΘ: Πεζογραφήματά σας, μεταφρασμένα στα αραβικά, τα δανέζικα και τα γαλλικά, έχουν ήδη «ανοίξει» τα φτερά τους στο εξωτερικό. Σε μια περίοδο που φορείς όπως το Υπουργείο Πολιτισμού και το Ελληνικό Ίδρυμα Βιβλίου και Πολιτισμού επιχειρούν να ενισχύσουν την παρουσία του ελληνικού βιβλίου διεθνώς, ποια θεωρείτε πως μπορεί να είναι η θέση της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας στο εξωτερικό; Μπορεί να βρει ανταπόκριση; 

Θ.Γ.: Δεν είναι περιζήτητη πάντως η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό, γιατί χάθηκε στο μεταξύ και το στίγμα της. Στη δεκαετία του ενενήντα μάς ευνόησε η «βαλκανική» μας υπόσταση. Αργότερα, και ειδικά μετά τους Ολυμπιακούς, η ελληνική λογοτεχνία ακολουθούσε την ξένη, χωρίς να προτείνει κάτι ξεχωριστό. Ούτε βέβαια μπορούμε να παράγουμε «Ζορμπάδες», αυτό γίνεται μια και μοναδική φορά. Αυτά όλα, σε συνδυασμό με την έλλειψη ατζέντηδων και μεταφραστών, φέρνει την Ελλάδα σε μία θέση μειονεκτική και είναι άδικο, γιατί όσα μεταφρασμένα βιβλία διαβάζουμε από ξένες γλώσσες δεν είναι καλύτερα από τα δικά μας. Απλώς έχουν τους μηχανισμούς σε ετοιμότητα και μια μεταφραστική κουλτούρα διαχρονικής υποστήριξης. «Ο “Χορευτής στον ελαιώνα” και “Ο ναύτης” ήταν τα βιβλία που με καθιέρωσαν ως έναν “βορειοελλαδίτη” συγγραφέα» 

ΠτΘ: Σύμφωνα με πρόσφατη ανάρτησή σας στον λογαριασμό σας στο Facebook, σύντομα, τον Μάιο, επανεκδίδεται ο «Χορευτής στον ελαιώνα», ένα από τα αγαπημένα βιβλία των αναγνωστών. Στην ίδια ανάρτηση μάς ενημερώνετε για την πορεία του πρόσφατου μυθιστορήματός σας, του «Ελσίνκι», καθώς και το πόσο ρηξικέλευθο υπήρξε στην εποχή του το «Παρτάλι» σας. Έτσι συμβαίνει με όλα τα έργα σας, τα «αφουγκράζεστε» και μετά την έκδοσή τους; Και για το «Παρτάλι», όταν το γράφατε, διαισθανόσασταν ότι ανοίγει δρόμους στη λογοτεχνία που ακουμπά στην κοινωνία της εποχής της; 

Θ.Γ.: Ο «Χορευτής στον ελαιώνα» (1996) κυκλοφορεί ξανά τον Μάιο μετά από τριάντα χρόνια. Ήταν το πιο ευπώλητο μυθιστόρημά μου και ίσως από το πρώτο βιβλίο που διαδραματιζόταν εξ ολοκλήρου στις Σέρρες. Μαζί με τον Παγγαιορείτη «Ναύτη» (1993) ήταν τα βιβλία που με καθιέρωσαν ως έναν «βορειοελλαδίτη» συγγραφέα. Το «Ελσίνκι», το τελευταίο μου μυθιστόρημα, εκδόθηκε πριν δύο χρόνια, συζητιέται για τα θέματα που αφορούν την εποχή μας. Την κρίση αξιών, την οικονομική κρίση, τη συνεχόμενη προσφυγιά και την αδυναμία της χώρας μας να χειριστεί τα θέματα αυτά. Είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται πολύ στις Λέσχες Ανάγνωσης, όπου το επίπεδο της συζήτησης είναι πάντα ανεβασμένο. Το αγαπώ πολύ αυτό το βιβλίο, είναι η βαθιά φωνή μου που αφέθηκε ελεύθερα να μιλήσει. Όσο για το «Παρτάλι» (2001), το βιβλίο της μεταπολιτευτικής γενιάς, το πιο Σαλονικιώτικο βιβλίο, τι να πω; Ήδη διαβάζεται στο μεταπτυχιακό τμήμα της Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Θεσσαλονίκη με έμφαση στα θέματα ταυτότητας, γένους και της queer διάστασης. Είναι ένα μυθιστόρημα που ακόμη και σήμερα απορώ πώς το εμπνεύστηκα και το υλοποίησα. Επίσης, αυτό το μυθιστόρημα τροφοδότησε με τους χαρακτήρες του στη συνέχεια άλλα δύο βιβλία μου: Τη «Ζωή μεθόρια» (2015) και την «Καινούργια πόλη» (2017).

 Μάλιστα, η «Ζωή μεθόρια», όπως γνωρίζετε, είναι ένα θρακιώτικο βιβλίο και μια από τις πιο καθοριστικές του σκηνές διαδραματίζεται στη γέφυρα του Ιάσμου, αγαπημένη μου τοποθεσία από τον καιρό που δούλευα καθηγητής στα σχολεία της Ξάνθης. Επίσης, ο βασικός χαρακτήρας αυτής της άτυπης τριλογίας του «Παρταλιού» είναι ο Μανώλης από τον Έβρο. 


ΠτΘ: Ζούμε σε μια εποχή όπου ο κόσμος γύρω μας φαντάζει δυστοπικός, με τα εθνικά σύνορα και τα όρια να γίνονται ολοένα και πιο ρευστά. Στα πεζογραφήματά σας συναντάμε συχνά ήρωες που δραπετεύουν από τα τοπικά και διεθνή σύνορα, διεκδικώντας μια νέα ταυτότητα και ένα πιο φωτεινό αύριο. Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας σε αυτές τις οριακές καταστάσεις; Μπορεί η αφήγηση να λειτουργήσει ως ένας «ενδιάμεσος χώρος» ελευθερίας – καταφύγιο; 

Θ.Γ.: Πολύ όμορφη ερώτηση που σχεδόν απαντά και αυτό που τίθεται ως ερώτημα. Προσωπικά πιστεύω στη μετάβαση, στην κινητικότητα, στην υπέρβαση ορίων. Τόποι, ταυτότητες, άνθρωποι, χώρες καθορίστηκαν πάνω σε αυτές τις μετατοπίσεις. Η ανθρωπότητα ποτέ δεν υπήρξε σταθερή γεωγραφικά ή κοινωνικά, δείτε τι γίνεται στη Μέση Ανατολή. Η λογοτεχνία από την άλλη μπορεί να καταγράψει τις μαρτυρίες που δεν θα συμπεριληφθούν ποτέ στα επίσημα κείμενα. Κι εγώ προσπαθώ να είμαι συντονισμένος με την εποχή μου, γράφω και παρατηρώ με κάθε κόστος. Δεν επαναπαύομαι στη λογοτεχνία της ευκολίας, του ραφιού στο σούπερ μάρκετ, του βιβλίου που ονειρεύεται να γίνει εκατό τηλεοπτικά επεισόδια. Γράφω εκεί έξω για όσα ίσως κάποιοι δεν θα τολμούσαν να μιλήσουν αλλά και να ζήσουν. Και έχοντας πάντα στο μυαλό ότι αυτό που ενώνει είναι η γλώσσα και τα πάθη μας αυτά πρέπει να προστατέψουμε πάνω απ’ όλα.  Προσωπικά πιστεύω στη μετάβαση, στην κινητικότητα, στην υπέρβαση ορίων. Τόποι, ταυτότητες, άνθρωποι, χώρες καθορίστηκαν πάνω σε αυτές τις μετατοπίσεις. Η ανθρωπότητα ποτέ δεν υπήρξε σταθερή γεωγραφικά ή κοινωνικά, δείτε τι γίνεται στη Μέση Ανατολή. Η λογοτεχνία από την άλλη μπορεί να καταγράψει τις μαρτυρίες που δεν θα συμπεριληφθούν ποτέ στα επίσημα κείμενα. 

Κι εγώ προσπαθώ να είμαι συντονισμένος με την εποχή μου, γράφω και παρατηρώ με κάθε κόστος. Δεν επαναπαύομαι στη λογοτεχνία της ευκολίας, του ραφιού στο σούπερ μάρκετ, του βιβλίου που ονειρεύεται να γίνει εκατό τηλεοπτικά επεισόδια. Γράφω εκεί έξω για όσα ίσως κάποιοι δεν θα τολμούσαν να μιλήσουν αλλά και να ζήσουν .

 ΠτΘ: Με τις ημέρες του Πάσχα να πλησιάζουν, στα δικά σας μάτια είναι περισσότερο μια γιορτή «επιστροφής» στις ρίζες ή μια ευκαιρία για προσωπική, εσωτερική «ανάσταση» και επαναπροσδιορισμό; Υπάρχει κάποια πασχαλινή ανάμνηση που ανακαλείτε αυθόρμητα; 


Θ.Γ.: Το Πάσχα στο χωριό, στις ανθισμένες και ασβεστωμένες αυλές, με όλο το σόι είναι μια γλυκιά ανάμνηση και το τηρούσα όσο ζούσαν οι γονείς μου. Ένα Πάσχα στη Συρία, το 1998, ήταν το πιο χριστιανικό με τους επιταφίους επτά εκκλησιών – κρίμα που διαλύθηκε αυτή η πολυθρησκευτική  χώρα. Τώρα πια το Πάσχα με θλίβει, πώς να ακολουθήσω έναν Επιτάφιο όταν η ανθρωπότητα σταυρώνεται καθημερινά; Απλώς ανάβω ένα κεράκι για τις ψυχές όσων έφυγαν, αλλά δεν προσδοκώ καμία ανάσταση παρά μόνον μέσα μας, τη δική μας. Και ας γίνει το Πάσχα μήνυμα ειρήνης και αγάπης, γιατί η εποχή μας αγρίεψε. Ας δοθεί ο αγώνας στη επικοινωνία, στην κατανόηση και τη συμπόρευση με τους άλλους.


Πηγή : www.paratiritis-news.gr  

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Benjamín Labatut on Roberto Bolaño

 


Από το PW


We’re attempting to unravel the tangled web of literary influence by talking with the great writers of today about the writers of yesterday who inspired them. This month, we spoke with novelist Benjamín Labatut (When We Cease to Understand the World, The MANIAC) about the erotic darkness and compassion of Roberto Bolaño.


Why did you want to talk about Bolaño? What does he mean to you?


He’s probably the writer that I cherish above everybody else. If there’s one single writer I would credit with me becoming a writer—not just wanting to be a writer, but actually becoming one—it’s Roberto. For several very important reasons. I’ve always felt a strange kinship, to the point where I’ve become friends with his friends, with characters from The Savage Detectives—the actual real characters. I’ve gone to Barcelona, I’ve met the painters who inspired Ramírez Hoffman, and several of the main characters, including Thomas Felipe Müller, a Chilean poet who lives in Barcelona.

I really modeled a big part of my writing and myself on Bolaño, which is very embarrassing to admit, but it’s true. If Bolaño had not come along, I’m almost sure I wouldn’t have written anything, because I started writing around when I was 25, and I started reading him when I was about 23, and it was just like, okay. And that’s one of the main things about Bolaño that I think makes him very unique: he makes you want to write.


He turns writing into something urgent, and that is something very rare. Literature rarely does that. You can be bookish and have a dream of writing a book, but Bolaño just makes you want to get up and write the way other writers make you want to get up and have sex or shoot drugs. It’s infectious. There is something about it. He turns it into something transformative.


Everyone reads The Savage Detectives and 2666, but he wrote many others. Which of his other titles would you recommend beyond his most popular works?


I always point people to his first really great book, to me, which is one of his early homages to Borges: Nazi Literature in the Americas. That is a work you can go back to. As a writer, it makes you feel bad, self‑conscious. You’re like, how the fuck can a guy... how does his mind work like this? How can he be so creative, so in control, and at the same time so wild? It’s an incredibly elegant book, but it’s filled with jokes. The whole book is a joke.


His first novel, La pista de hielo—The Skating Rink. I actually read the photocopied manuscript, the first one, because it’s in his friend’s house. It’s yellowed, and you open it on the first page—it’s beautiful, printed very beautifully—and Bolaño’s already there, in his first novel. His style, his tricks, his voice, his rhythms. On the first page. It’s unbelievable.


But he came to that through failure, which is a very important part of his story. He was a failed poet and a failed writer. And I know he’s got good poems, but if you compare him to anybody he admired, he’s quite mediocre. But then he starts writing prose to scrape a living together. And the muscle he developed as a poet—it’s like he has an enormous forearm from arm‑wrestling, and suddenly he’s doing things in prose that I don’t think have been done the way he does them.


And all of these metaphors that, on a personal level, I don’t think work that well in his poetry—they come alive in prose in a way that’s unbelievable. That’s another factor. On the page, Bolaño has a dominion of metaphor that is unbelievable. It’s so effortless. The games he plays, the unique shape of his mind. Bolaño does this thing: I don’t know how it’s translated in English, but in Spanish one of his tricks is to say como si, “as if,” or “like.” And what comes after that. He will show you something that is “as if this.” “This is like this,” right? And after a while, when he was really in control of himself, he would just pile them on—this, and this, and this, and that—and they sound like orphic sayings. The sheer amount of lucidity and playful intelligence you can see in his metaphors and similes and in the way he ends a line. You can see that especially in Nazi Literature in the Americas. You get to the end of a paragraph and you are blown away—how did he...?


I always use sports metaphors to describe him. He's a bit like Lionel Messi. As a writer, you know what he’s doing, you know what he’s going to do, and somehow he does it in a way you don’t expect. You can even see it coming, and he just finishes it in a way that you’re like, holy shit, I wish I could do anything close to that. It makes me feel so envious. The good thing is that he’s long dead now, so we can start ripping him off and not feel bad.


What do you think writers can learn from him?


You could spend your whole life studying Bolaño and learn different things. I mean, he created a universe—which is normally reserved for fantasy authors, right? But all really great writers—like Dickens—build an entire universe. Roberto has his alter ego, it’s populated by his friends, there’s a recurring cast of characters, there’s always the detective figure, and this great love for everything that’s been cast aside by society. So: prostitutes, junkies, and so on.


But I think the thing people should take to heart and that a writer should learn from Bolaño is that literature is sacred. It’s something worth giving your life to. It’s a life‑and‑death sort of thing. He’s like: listen, this is like joining the army. That’s what he’s saying. Are you willing to give your life and soul to this? Literature as an investigation, as a road toward illumination.


His image is that of the samurai. A writer is a samurai who knows he will be killed as soon as he draws his sword. And people find that ridiculous, because every writer—every woman, man, and child who’s ever sat down to write—knows that it’s you alone. I mean, I have a couple of katanas in my house, but nobody’s going to come and cut me down. But he’s saying: this is an adventure of the mind, and you will put yourself at risk. And if you don’t, it’ll show. You can tell. You can tell when someone didn’t bet his life on a book.


And with Roberto—he bet his life on a book so much that I think he probably shaved at least a decade off his life. He really wrote himself to death. And the presence of death in his biography and his books is fundamental. There is a change when he gets the death sentence, when they tell him, listen, you have 10 years, your liver is going to fail. And he just gets propelled by this. There is great lucidity, energy, purpose. And to me, that’s what you learn—that this is the sort of thing you bet your life on.


Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Το «Ένα Δικό της Δωμάτιο» στον 21ο Αιώνα: Μεταξύ Ελευθερίας και Απομόνωσης

 


Σχεδόν έναν αιώνα μετά την έκδοση του εμβληματικού δοκιμίου της Virginia Woolf, «Ένα δικό σου δωμάτιο», το πρόσφατο άρθρο του The New Republic με τίτλο “The Loneliness of a Room of One’s Own” μας καλεί να επανεκτιμήσουμε τη σπουδαιότερη ίσως φεμινιστική παρακαταθήκη. Η κεντρική ιδέα της Woolf παραμένει ακλόνητη: για να δημιουργήσει μια γυναίκα, χρειάζεται οικονομική ανεξαρτησία και έναν χώρο δικό της. Ωστόσο, η σύγχρονη ανάγνωση αναδεικνύει πτυχές που συχνά παραβλέπουμε. Το άρθρο υπογραμμίζει ότι το «δωμάτιο» δεν είναι απλώς ένας φυσικός χώρος, αλλά το σύμβολο της απελευθέρωσης από τη «συναισθηματική εργασία» και την ανάγκη να λειτουργεί η γυναίκα ως «μαγικός καθρέφτης» που αντανακλά το εγώ των ανδρών στο διπλάσιο μέγεθος. Όταν μια γυναίκα εξασφαλίζει τις «500 λίρες τον χρόνο» και κλειδώνει την πόρτα της, σταματά να ετεροπροσδιορίζεται. Εκεί, στη σιωπή, μπορεί επιτέλους να αντικρίσει τον πραγματικό της εαυτό και να καλλιεργήσει το πνεύμα της χωρίς εξωτερικούς περιορισμούς.


Ωστόσο, ο συντάκτης του άρθρου θέτει έναν καίριο προβληματισμό: τη μοναξιά αυτού του δωματίου. Η Woolf παρουσιάζει τη δημιουργικότητα ως μια πράξη βαθιάς απομόνωσης, συχνά αποκομμένη από το κοινωνικό σύνολο. Παράλληλα, το άρθρο δεν διστάζει να θίξει το ζήτημα του προνομίου. Για να αποκτήσει η Woolf το δικό της δωμάτιο, βασιζόταν στην αθέατη εργασία άλλων γυναικών, υποδεικνύοντας ένα «τυφλό σημείο» τάξης και φυλής που ο σύγχρονος φεμινισμός οφείλει να αναγνωρίσει.


Συμπερασματικά, το άρθρο μας υπενθυμίζει ότι η αναζήτηση προσωπικού χώρου παραμένει επιτακτική, ειδικά σε έναν κόσμο ψηφιακής υπερσύνδεσης. Το «δωμάτιο» είναι απαραίτητο, όχι όμως ως ένας ερμητικά κλειστός πύργος, αλλά ως ένα καταφύγιο αυτογνωσίας. Η πρόκληση για τη σύγχρονη γυναίκα είναι να διεκδικήσει αυτόν τον χώρο, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τις συλλογικές προσπάθειες που απαιτούνται για να έχουν όλες οι γυναίκες, ανεξαιρέτως, το δικαίωμα στη δική τους «δημιουργική μοναξιά».

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Το νέο «Nobel» των Ισπανόφωνων γραμμάτων είναι εδώ!

 

Ένα εκατομμύριο ευρώ για ένα βιβλίο; 

Ο κόσμος της λογοτεχνίας παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις γύρω από το νέο Premio Aena de Narrativa Hispanoamericana. Με ένα αδιανόητο έπαθλο 1.000.000€ για τον νικητή, το βραβείο αυτό δεν ξεπερνά μόνο το Booker και το Pulitzer, αλλά πλέον κοιτάζει στα μάτια (και οικονομικά προσπερνά) ακόμα και το ίδιο το βραβείο Nobel!

Στις 18 Μαρτίου 2026 ανακοινώθηκαν οι πέντε φιναλίστ που διεκδικούν το ιστορικό αυτό ποσό. Πρόκειται για έργα που εκδόθηκαν το 2025 και ξεχώρισαν για τη λογοτεχνική τους ποιότητα και την πρωτοτυπία τους.

🏆 Οι 5 Φιναλίστ:

ΣυγγραφέαςΧώραΈργο (Βιβλίο)Εκδοτικός Οίκος
Enrique Vila-MatasSpainCanon de cámara oscuraSeix Barral
Samanta SchweblinArgentinaEl buen malSeix Barral
Héctor Abad FaciolinceColombiaAhora y en la horaAlfaguara
Nona FernándezChileMarcianoLiteratura Random House
Marcos Giralt TorrenteSpainLos ilusionistasAnagrama

🔍 Γιατί όλοι μιλούν για αυτό το βραβείο;

  • Το Χρυσό Έπαθλο: Ο νικητής λαμβάνει 1.000.000€, ενώ καθένας από τους υπόλοιπους τέσσερις φιναλίστ έχει ήδη εξασφαλίσει 30.000€.

  • Πολιτιστική Ώθηση: Η διοργανώτρια Aena πρόκειται να αγοράσει 5.000 αντίτυπα από κάθε φιναλίστ για να τα διανείμει σε βιβλιοθήκες και πολιτιστικούς χώρους, στηρίζοντας έμπρακτα την κυκλοφορία των έργων.

  • Η Επιτροπή: Με πρόεδρο τη Rosa Montero, η κριτική επιτροπή αποτελείται από κορυφαίες προσωπικότητες όπως η Leila Guerriero και ο Élmer Mendoza.

Στις 8 Απριλίου 2026 στη Barcelona σε μια λαμπρή τελετή θα ανακοινωθεί το όνομα του μεγάλου νικητή. Είναι μια αναμέτρηση γιγάντων, ανάμεσα στη μετα-μυθοπλασία του Vila-Matas, τη σκοτεινή γοητεία της Schweblin και την ιστορική μνήμη της Nona Fernández.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Αλλάζει ο κόσμος του βιβλίου και ο τρόπος που παρουσιάζεται

 


Το τέλος μιας εποχής; Η μοναχική περιπέτεια του να ανακαλύπτεις βιβλία.

Δημοσιεύτηκε στο BookWork Derek Krissoff


Υπάρχει μια γλυκόπικρη μελαγχολία στο άρθρο του Derek Krissoff για το πώς αλλάζει ο κόσμος του βιβλίου. Κάποτε, η αναμονή μιας κριτικής σε ένα έγκριτο περιοδικό έμοιαζε με ιεροτελεστία. Σήμερα, αυτός ο κόσμος μοιάζει να σβήνει αθόρυβα. Ο Krissoff περιγράφει μια «κρίση προσοχής», όπου ο παραδοσιακός κριτικός παραμερίζεται για να δώσει τη θέση του στον αλγόριθμο.


Οι «φάροι» που επιμένουν να φωτίζουν το τοπίο λιγοστεύουν. Ελάχιστα οχυρά έχουν απομείνει να προσφέρουν τον χώρο και τον χρόνο που απαιτεί μια βαθιά λογοτεχνική ανάλυση: οι New York Times, το The New Yorker, το The Atlantic και το New York Review of Books παραμένουν οι τελευταίοι μεγάλοι παίκτες, μαζί με το London Review of Books στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Όμως, όπως επισημαίνει ο Krissoff, η πρόσβαση σε αυτά τα «κάστρα» είναι πλέον προνόμιο των λίγων, αφήνοντας χιλιάδες αξιόλογες φωνές να παλεύουν για μια στιγμή ορατότητας στον θόρυβο των social media.


Πλέον, το βάρος πέφτει στους ώμους του συγγραφέα —που πρέπει να γίνει περφόρμερ— και σε εμάς, τους αναγνώστες. Η προώθηση μετατρέπεται από πνευματικό διάλογο σε ένα κυνήγι για "viral" στιγμές. Είναι θλιβερό να σκέφτεσαι πως η αξία ενός έργου ίσως κρίνεται πια από το scrolling και όχι από το βάθος της σκέψης του.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Τσαρλς Ντίκενς «Ο κοινός μας φίλος», μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδόσεις: Gutenberg, 2025


 

Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης


Ποτέ δεν είναι αργά να υποδεχτείς έναν φίλο, έστω και μετά από 160 χρόνια! Βλέπετε, μόνον η κλασική λογοτεχνία έχει τη δυνατότητα να αντέχει στον χρόνο και όταν σου χτυπάει την πόρτα να την υποδέχεσαι με ένα πλατύ χαμόγελο. Δώρο σπουδαίο η έκδοση του τελευταίου ολοκληρωμένου μυθιστορήματος του Τσαρλς Ντίκενς και απορεί κανείς για τα αποθέματα φαντασίας και δημιουργικότητας που είχε μέχρι το τέλος της ζωής του, αφού πέθανε το 1870 σε ηλικία 58 ετών.


Το μυθιστόρημα Ο κοινός μας φίλος δημοσιεύτηκε σε δεκαεννέα μηνιαίες συνέχειες από το 1864 μέχρι το 1865. Σε μάς έρχεται σε μια δίτομη έκδοση επτακοσίων σελίδων ο κάθε τόμος. Επομένως οι σημερινοί αναγνώστες δεν χρειάζεται να περιμένουν τόσους μήνες, όπως οι τότε παθιασμένοι αναγνώστες του Ντίκενς, για να ολοκληρωθεί, ρυθμίζοντας μόνοι τους την πορεία της ανάγνωσης.


Παρ’ όλη την έκταση της ιστορίας και τους δεκάδες χαρακτήρες υπάρχει ένα σταθερό μοτίβο γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλα: Ένα πτώμα που ανασύρεται ένα βράδυ από τον βρόμικο και σκοτεινό Τάμεση και που αργότερα αναγνωρίζεται ως εκείνο του Τζον Χάρμον, γιου ενός πλούσιου συλλέκτη απορριμμάτων. Ο πατέρας είχε πεθάνει στο μεταξύ και έτσι η περιουσία πέρασε στη διαχείριση ενός φτωχικού ζευγαριού, τους Μπόφιν, ενώ υπήρχε ο όρος πως, επιστρέφοντας ο γιος, έπρεπε να παντρευτεί μια κοπέλα που δεν γνώριζε, την Μπέλλα Γουίλφερ. Η φτωχή κοπέλα έχει εκφράσει την απόφασή της να παντρευτεί κάποιον πλούσιο και να ξεφύγει από τη μιζέρια, μια κατάσταση που ο Ντίκενς την αποδίδει πολύ πειστικά και πνιγηρά. Πάντως η Μπέλλα προσκαλείται να ζήσει κοντά στους Μπόφιν, οι οποίοι κάνουν το παν να αποτινάξουν την ταπεινή τους καταγωγή, αναβαθμιζόμενοι στο επίπεδο των νεόπλουτων, ενώ ο κύριος Μπόφιν αποκαλείται ο Χρυσός Σκουπιδιάρης. Όσο η Μπέλλα ζει μαζί τους την πλησιάζουν επίδοξοι μνηστήρες και μάλιστα η απόρριψη μιας πρότασης γάμου εκ μέρους ενός αναξιόπιστου γαμπρού αποτελεί ένα από τα πιο απολαυστικά κεφάλαια του βιβλίου.


Άλλωστε, κάθε κεφάλαιο συγκροτεί από μόνο του ένα αυτοτελές επεισόδιο και, μέχρι τη μέση του ογκώδους βιβλίου, προστίθενται συνεχώς νέοι χαρακτήρες, σπαρταριστοί, αληθινοί και γραφικοί, ωστόσο, σαν τον ιστό της αράχνης όλοι και όλες συνδέονται αδιόρατα ή φανερά μεταξύ τους. Πιο «αόρατα», όμως, εμφανίζεται κάποιος άντρας, ο Ρόουκσμιθ, με την ιδιότητα του γραμματέα των Μπόφιν, ο οποίος φαίνεται να κινεί τα νήματα της ιστορίας, μιας και ποτέ δεν αποκαλύπτεται η αληθινή του ταυτότητα, ενώ υποδύεται έναν διπλό ακόμη ρόλο πρόσθετα με τον αρχικό. Ποιος είναι όμως αυτός ο άνθρωπος, ο «κοινός» τους φίλος; Και τι θα αποδειχτεί στο τέλος;


Καλό θα είναι να μην αποκαλύψουμε περισσότερα για την ιστορία και την πλοκή του βιβλίου αφού μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, μια εξαιρετική και κοπιαστική δουλειά από την Κλαίρη Παπαμιχαήλ. Μπορούμε όμως να αναδείξουμε κάποιες σκηνές όπου απογειώνεται η σκηνική δεινότητα του συγγραφέα. Παράδειγμα η στιγμή που η Μπέλλα και μια άλλη φτωχή και θαρραλέα κοπέλα, η Λίζη Χέξαμ, γίνονται φίλες. Και οι δυο πρωταγωνίστριες προσελκύουν αρκετούς υποψήφιους μνηστήρες. Ένας από αυτούς είναι και ο γραμματέας των Μπόφιν, ο βασικός πρωταγωνιστής, ο οποίος νοικιάζει δωμάτιο στο ταπεινό σπιτικό των Γουίλφερ, της Μπέλλας δηλαδή και, παρά την ειλικρινή του αγάπη, η Μπέλλα αρχικά τον απορρίπτει γιατί είναι ενάντια στις πεποιθήσεις της. Η άρνησή της είναι βαθιά ηθική: δεν θέλει να παντρευτεί φτωχό άνδρα, επειδή πιστεύει ότι έτσι θα προδώσει τον ίδιο της τον εαυτό — την επιθυμία της για πλουτισμό και κοινωνική άνοδο. Και, όταν ο Ρόουκσμιθ κατηγορείται από το αφεντικό του τον Μπόφιν, πρώτη εκείνη σπεύδει να τον υπερασπιστεί χάνοντας τα πλούσια προνόμια που της παρείχε ο Μπόφιν μέσω της αινιγματικής διαθήκης. Αυτός ο εσωτερικός διχασμός είναι ένα από τα κεντρικά ψυχολογικά θέματα του βιβλίου που επεκτείνεται και σε άλλες προσωπικότητες.


Η ροή της ιστορίας τρέχει σαν τον Τάμεση ή αναχαιτίζεται από τους υδροφράχτες που ελέγχουν οι περιθωριακοί φύλακες. Αυτοί, μαζί με τους μαουνιέρηδες, μαζεύουν κάθε είδους απορρίμματα, ανάμεσα στα οποία και πτώματα πνιγμένων, δολοφονημένων, μεθυσμένων ή αυτόχειρων, φροντίζοντας να τους αλαφρώσουν από κάθε προσωπικό αντικείμενο που ξέμεινε στο άπνοο κορμί τους. Είναι εξαιρετική η απεικόνιση του ποταμού: ένας παραγωγικός ποταμός και Αχέροντας μαζί. Το ίδιο όμως και το Λονδίνο. Πάντα γκρίζο, βρόμικο, πνιγηρό, ομιχλώδες, υποφωτισμένο. Ακόμη και τα αρχοντικά περιγράφονται σαν στοιχειωμένα ενώ τα φτωχικά σπίτια στο τελευταίο στάδιο της αποσύνθεσης. Αναρωτιέσαι, αν αυτό ήταν το σκηνικό της εποχής της επερχόμενης βιομηχανοποίησης, πόσοι άνθρωποι θυσιάστηκαν για την ανάπτυξή της;


Και παντού κυνισμός, δοσοληψίες, απληστία, αδιαφορία για τις κατώτερες τάξεις που δοκιμάζονταν στα όριά τους. Ο Τζόρτζ Όργουελ είχε κατακρίνει τον Ντίκενς[1] ότι απλώς περιέγραφε την εξαθλίωση χωρίς να αποδίδει ευθύνη σε όσους την προκαλούσαν – απλώς σατίριζε την αντοχή της πλουτοκρατίας. Όμως αυτό είναι μια θέση που κρίνεται από την εποχή του Όργουελ. Σήμερα θα διαβάζαμε ειδικά τον Κοινό μας φίλο από διαφορετική σκοπιά. Γιατί, τι άλλο είναι το θέμα των σκουπιδιών; Δεν είναι η επερχόμενη μόλυνση του αστικού και υπαίθριου τοπίου; Ο πλούσιος Χάμον έκανε περιουσία υψώνοντας σταχτόλοφους. Τα σκουπίδια στο μυθιστόρημα δεν είναι απλώς σκηνικό αλλά ο βαθύτερος συμβολικός μηχανισμός του μυθιστορήματος, αφού ο πλούτος γεννιέται από τα σκουπίδια, τη συλλογή και την επεξεργασία των απορριμμάτων. Συσσωρεύεται πάνω στα απόβλητα της πόλης και η ανώτερη κοινωνία στηρίζεται κυριολεκτικά στα υπολείμματα της ζωής των άλλων ενώ ο ίδιος μηχανισμός «απόρριψης» ισχύει τόσο για πράγματα όσο και για ανθρώπους. 

 

Συναρπαστικό μυθιστόρημα που, καθώς διαβάζεται με την κλιμακωτά σχεδιασμένη ροή του Ντίκενς, δεν σε αφήνει στιγμή ήσυχο. Η ακατάσχετη δράση, οι δυνατοί διάλογοι, η αλλαγή οπτικής γωνίας, η υιοθέτηση ουδέτερου παρατηρητή, η μη-ορατότητα του βασικού χαρακτήρα, η ρευστότητα των ταυτοτήτων, οι μετατοπίσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και σε αλλοπρόσαλλους χώρους, η δημιουργία μιας μυστηριακής, απειλητικής, ατμόσφαιρας, ακόμη και κάποιοι καρτουνίστικοι χαρακτήρες ωθούν το κείμενο περισσότερο μετά τον μοντερνισμό και πιο κοντά στην εποχή μας. Ο Υπόγειος κόσμος του Ντον Ντελίλο έχει ήδη προδιαγραφεί.


Διαβάζουμε στο κεφάλαιο 13 του Β΄ βιβλίου: «Εξακολουθώ να μιλάω σωστά; Εξακολουθώ να μιλάω σωστά, μόνο που μου είναι αδύνατον να εκφραστώ χωρίς να χρησιμοποιήσω τη λέξη “εγώ”. Ωστόσο δεν ήμουν εγώ. Απ’ όσο ήξερα, δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα όπως το “εγώ”». Αυτός ο εσωτερικός μονόλογος, ενός ζωντανού-«νεκρού», με διπλή ταυτότητα, δεν είναι απλά μια απόκρυψη αλλά η αγωνία για τον επαναπροσδιορισμό της, τη διαρκή αμφισβήτηση του εαυτού και το υπαρξιακό μετέωρο. Ο κεντρικός πυρήνας αυτού του αντι-επικού μυθιστορήματος εντοπίζεται σε τούτο το παραλήρημα. Τελικά ο αναγνώστης θα ανταμειφθεί με ένα μυθιστόρημα, με έναν λόγο, που ζωντανεύει στο δικό του σήμερα κι ας έχει διατυπωθεί πολλές δεκαετίες πριν.


Σημείωση:


1. George Orwell, Κάρολος Ντίκενς. Ύψιλον/βιβλία 2009


Δημοσιεύτηκε στην ΕΠΟΧΗ των βιβλίων Μάρτιος 2026


Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Άλαν Χόλινγκχερστ «Υπόθεση Σπάρσολτ», μετάφραση: Ορφέας Απέργης, εκδόσεις: Καστανιώτη, 2025



Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης


Το προτελευταίο μυθιστόρημα του βρετανού συγγραφέα, Υπόθεση Σπάρσολτ (2017), άργησε να μεταφραστεί στα ελληνικά αλλά το υποδεχόμαστε με χαρά. Άλλωστε τα βιβλία του βραβευμένου και με Μπούκερ συγγραφέα (Η γραμμή της ομορφιάς, μτφ. Ιλάειρα Διονυσοπούλου, 2004) είναι γραμμένα με εξαιρετική λογοτεχνική μαεστρία, διατρέχουν τον εικοστό αιώνα και εισέρχονται στον επόμενο ανατέμνοντας τις κοινωνικές και ερωτικές ταυτότητες της πατρίδας του τολμηρά και ανυπόκριτα.


Η υπόθεση Σπάρσολτ είναι ένα χαμηλότονο μυθιστόρημα, υπόγεια διαβρωτικό, που αναπτύσσεται –τμηματικά– μέσα στον χρόνο και στη μνήμη. Ο Άλαν Χόλινγκχερστ, αναγνωρισμένος ως ένας από τους σημαντικότερους βρετανούς πεζογράφους της γενιάς του, επανέρχεται στα σταθερά του θέματα που τον απασχολούν από την αρχή της διαδρομής του: την επιθυμία, την κοινωνική καταγωγή και τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν καθορίζει και στιγματίζει το παρόν. Η Υπόθεση Σπάρσολτ είναι ένα βιβλίο για το πώς τα σκάνδαλα –πραγματικά ή κατασκευασμένα– επιδρούν διαχρονικά όχι μόνον στους άμεσα εμπλεκόμενους αλλά και στους κληρονόμους κάθε «υπόθεσης».


Η διαμόρφωση ενός μύθου


Το μυθιστόρημα εκτείνεται σε περισσότερες από τρεις δεκαετίες και σε δύο γενιές. Είναι διαχωρισμένο σε πέντε μέρη, ξεκινώντας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και φτάνοντας μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα. Ο χώρος παραμένει η Αγγλία: από την Οξφόρδη στο Λονδίνο, οι εξοχές και οι ακτές της. Στο κέντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο Ντέιβιντ Σπάρσολτ, ένας νεαρός άνδρας που εμφανίζεται στην Οξφόρδη για ένα σύντομο διάστημα αφού αμέσως μετά κατατάσσεται στον στρατό. Εκεί, στα μισοσκότεινα φοιτητικά δωμάτια και τη γενική συσκότιση λόγω των αεροπορικών επιδρομών, μια παρέα νεαρών φοιτητών ανακαλύπτουν την εντυπωσιακή ομορφιά του και τον διεκδικούν με κάθε δυνατό τρόπο: άλλος να τον ζωγραφίσει σε καμβά, άλλος να καταγράψει σε ημερολόγια το πέρασμά του και άλλοι να τον ερωτευτούν. Διαμορφώνεται ένας μύθος, μια διφορούμενη κατάσταση, που διογκώνεται στα επόμενα χρόνια με την εμπλοκή του και σε άλλο πολιτικό και ερωτικό σκάνδαλο, αλλά ποτέ δεν αποσαφηνίζεται πλήρως ούτε κατονομάζεται ανοιχτά, αρκεί όμως για να στιγματίσει τον ίδιο, και στη συνέχεια τον γιο του, τον Τζόνι, που μεγαλώνει στη σκιά αυτού του άρρητου παρελθόντος, αναζητώντας τις αιτίες της οικογενειακής σιωπής.


Ο Τζόνι αναζητά όμως και τη δική του καλλιτεχνική και ερωτική ταυτότητα, γίνεται ένας γνωστός προσωπογράφος, εντάσσεται στα καλλιτεχνικά κυκλώματα του Λονδίνου, ενώ η προσωπική του ζωή οργανώνεται μέσα από τις γκέι περαστικές γνωριμίες ή αναζητώντας μια μονιμότητα στην πιο ώριμη φάση της ζωής του. Πάντως το σπέρμα του θα δοθεί σε δύο φίλες του και έτσι θα προκύψει μία ακόμη απόγονος Σπάρσολτ, η Λούσι, οδηγώντας και το μυθιστόρημα στον δικό μας αιώνα και σε μια διαφορετική αντίληψη περί οικογένειας και συντροφικότητας. Προς το τέλος του βιβλίου εμφανίζεται για λίγο ο μεγάλος απών-πρωταγωνιστής-πατέρας που συναντάει, με τη διαμεσολάβηση του γιου, τους παλιούς γνώριμους από τη φοιτητική του ζωή, οι οποίοι επίσης διανύουν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους. Ο Τζόνι πάντως παραμένει ο μεσάζων, ο «go-between»της γενιάς τους.


Χιούμορ και αισθησιακή λεπτομέρεια


Ο Χόλινγκχερστ αποφεύγει συνειδητά τις δραματικές κορυφώσεις· αντίθετα, δείχνει πώς η επιθυμία, η φήμη και η κοινωνική κρίση μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, σαν την αναπόφευκτη κληρονομιά. Δίνει βάρος στα θραύσματα της μνήμης, στα σκίτσα και τα έργα τέχνης, τα έγγραφα, στα ασύνδετα περιστατικά που διαρρηγνύουν τις βεβαιότητες. Η γραφή του διακρίνεται για την ακρίβεια, το χιούμορ, την αισθησιακή λεπτομέρεια και την προσεκτική χαρτογράφηση των κοινωνικών τάξεων, είτε πρόκειται για την αγγλική ανώτερη τάξη, είτε για τα χαμηλότερα ή τα περιθωριακά στρώματα. Γι’ αυτό άλλωστε χαρακτηρίζεται ένας γνήσιος συνεχιστής του Χένρι Τζέιμς, του Ε.Μ Φόρστερ, του Κρίστοφερ Ίσεργουντ από τότε που εμφανίστηκε στη λίστα «Best of Young British Novelists» του επιδραστικού λογοτεχνικού περιοδικού Granta (τεύχος 43), το 1993, μια λίστα που εμφανίζεται ανά δεκαετία.


Στο πρώτο του βιβλίο, το καθοριστικό γκέι μυθιστόρημα της αγγλικής λογοτεχνίας, Η βιβλιοθήκη της πισίνας (μτφ. Γιάννης Στεφάνου, 1989), ο Άλαν Χόλινγκχερστ ήταν εξαιρετικά τολμηρός. Αν και χαρακτηρίζεται ως «gay novelist», η ομοφυλοφιλία στα βιβλία του δεν λειτουργεί ως σύνθημα ή διεκδίκηση, αλλά ως εμπειρία συνειδητά ενσωματωμένη σε συγκεκριμένα κοινωνικά και ιστορικά πλαίσια. Η Υπόθεση Σπάρσολτ αποτελεί ένα ενδιαφέρον παράδειγμα της μετάβασης της γκέι λογοτεχνίας από τη φάση της ορατότητας στο σημερινό queerness, αφού κινείται σε ένα «πεδίο έντασης» ανάμεσα στην ιστορικά προσδιορισμένη γκέι εμπειρία και σε μια πιο διάχυτη ρευστότητα που χαρακτηρίζει το κουήρ.


Σε αυτό το πεδίο έντασης βρίσκεται και η ουσία της γραφής του Άλαν Χόλινγκχερστ. Η ομοφυλοφιλία στην Υπόθεση Σπάρσολτ δεν παρουσιάζεται ως ταυτότητα για επιβεβαίωση, αλλά ως αδήλωτη επιθυμία μέσω της απουσίας, της αναβλητικότητας και της εκκωφαντικής –υποκριτικής– σιωπής. Ο συγγραφέας δείχνει πώς οι ζωές διαμορφώνονται όχι μόνο απ’ όσα συμβαίνουν, αλλά και απ’ όσα αποσιωπώνται.


Από την ορατότητα στην πολυσυνθετότητα


Στο ευρύτερο τοπίο της σημερινής αγγλόφωνης γκέι λογοτεχνίας παρατηρείται μια σαφής μετατόπιση. Η ανάγκη για ορατότητα, που χαρακτήρισε τις προηγούμενες δεκαετίες, έχει σε μεγάλο βαθμό υποχωρήσει, δίνοντας τη θέση της σε αφηγήσεις πιο σύνθετες, συχνά υβριδικές: αυτομυθοπλασία, οικογενειακά χρονικά, μυθιστορήματα που ενσωματώνουν τη σεξουαλικότητα κάθε γενιάς. Σε αυτό το πλαίσιο, το έργο του Χόλινγκχερστ λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές: διατηρεί τον χαρακτήρα μιας περιόδου όπου η επιθυμία είχε πραγματικό κοινωνικό κόστος, επιβάλλοντας στα βιβλία του μια αυτονόητη κανονικότητα.

«Ο Τζόνι περπάτησε κατά μήκος της διαμορφωμένης με φυτά όχθης του ποταμού. Ένιωθε ότι ήταν η στιγμή για να σκεφτεί μοναχός του, για τον χρόνο, την απώλεια και την αλλαγή, και το μονοπάτι δίπλα στο νερό έμοιαζε να τον προσκαλεί, με την ελάχιστη αλλά υπαρκτή δόση ποίησης που περιείχε…»

Για όσους διαβάζουν καλά αγγλικά ας το διαβάσουν στην υπέροχη πρωτότυπη γλώσσα, οι υπόλοιποι θα διαβάσουν την καλή μετάφραση του Ορφέα Απέργη. Και ας οπλιστούν με υπομονή και διάθεση βυθισμένοι στις σιωπές και τις ρωγμές του. Θα ανταμειφθούν με μια λογοτεχνία, απολαυστική, καθόλου σοβαροφανή, με επίκεντρο τον άνθρωπο, το σώμα και τη σεξουαλικότητα, μια λογοτεχνία αποκαλυπτική αλλά καθόλου μεμψίμοιρη ή κραυγαλέα. Κλείνουμε με τα λόγια του συγγραφέα από το περιοδικό Granta που επιβεβαιώνουν όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω:  «Οι συγγραφείς που σέβομαι είναι επιβλητικοί και χαμηλότονοι – Ναμπόκοφ, Προυστ, Τζέιμς. Θέλω τα πράγματα να ηχούν σαν αντίλαλος, να είναι υπαινικτικά».


Η εποχή των βιβλίων. Ιανουάριος 2026


Συνέντευξη στον Παρατηρητή Θράκης.

  ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ:   «ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΟΥ, ΓΡΑΦΩ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΩ ΜΕ ΚΑΘΕ ΚΟΣΤΟΣ»  Ανάσταση του Λόγου  Από του...