Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Τσαρλς Ντίκενς «Ο κοινός μας φίλος», μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδόσεις: Gutenberg, 2025


 

Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης


Ποτέ δεν είναι αργά να υποδεχτείς έναν φίλο, έστω και μετά από 160 χρόνια! Βλέπετε, μόνον η κλασική λογοτεχνία έχει τη δυνατότητα να αντέχει στον χρόνο και όταν σου χτυπάει την πόρτα να την υποδέχεσαι με ένα πλατύ χαμόγελο. Δώρο σπουδαίο η έκδοση του τελευταίου ολοκληρωμένου μυθιστορήματος του Τσαρλς Ντίκενς και απορεί κανείς για τα αποθέματα φαντασίας και δημιουργικότητας που είχε μέχρι το τέλος της ζωής του, αφού πέθανε το 1870 σε ηλικία 58 ετών.


Το μυθιστόρημα Ο κοινός μας φίλος δημοσιεύτηκε σε δεκαεννέα μηνιαίες συνέχειες από το 1864 μέχρι το 1865. Σε μάς έρχεται σε μια δίτομη έκδοση επτακοσίων σελίδων ο κάθε τόμος. Επομένως οι σημερινοί αναγνώστες δεν χρειάζεται να περιμένουν τόσους μήνες, όπως οι τότε παθιασμένοι αναγνώστες του Ντίκενς, για να ολοκληρωθεί, ρυθμίζοντας μόνοι τους την πορεία της ανάγνωσης.


Παρ’ όλη την έκταση της ιστορίας και τους δεκάδες χαρακτήρες υπάρχει ένα σταθερό μοτίβο γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλα: Ένα πτώμα που ανασύρεται ένα βράδυ από τον βρόμικο και σκοτεινό Τάμεση και που αργότερα αναγνωρίζεται ως εκείνο του Τζον Χάρμον, γιου ενός πλούσιου συλλέκτη απορριμμάτων. Ο πατέρας είχε πεθάνει στο μεταξύ και έτσι η περιουσία πέρασε στη διαχείριση ενός φτωχικού ζευγαριού, τους Μπόφιν, ενώ υπήρχε ο όρος πως, επιστρέφοντας ο γιος, έπρεπε να παντρευτεί μια κοπέλα που δεν γνώριζε, την Μπέλλα Γουίλφερ. Η φτωχή κοπέλα έχει εκφράσει την απόφασή της να παντρευτεί κάποιον πλούσιο και να ξεφύγει από τη μιζέρια, μια κατάσταση που ο Ντίκενς την αποδίδει πολύ πειστικά και πνιγηρά. Πάντως η Μπέλλα προσκαλείται να ζήσει κοντά στους Μπόφιν, οι οποίοι κάνουν το παν να αποτινάξουν την ταπεινή τους καταγωγή, αναβαθμιζόμενοι στο επίπεδο των νεόπλουτων, ενώ ο κύριος Μπόφιν αποκαλείται ο Χρυσός Σκουπιδιάρης. Όσο η Μπέλλα ζει μαζί τους την πλησιάζουν επίδοξοι μνηστήρες και μάλιστα η απόρριψη μιας πρότασης γάμου εκ μέρους ενός αναξιόπιστου γαμπρού αποτελεί ένα από τα πιο απολαυστικά κεφάλαια του βιβλίου.


Άλλωστε, κάθε κεφάλαιο συγκροτεί από μόνο του ένα αυτοτελές επεισόδιο και, μέχρι τη μέση του ογκώδους βιβλίου, προστίθενται συνεχώς νέοι χαρακτήρες, σπαρταριστοί, αληθινοί και γραφικοί, ωστόσο, σαν τον ιστό της αράχνης όλοι και όλες συνδέονται αδιόρατα ή φανερά μεταξύ τους. Πιο «αόρατα», όμως, εμφανίζεται κάποιος άντρας, ο Ρόουκσμιθ, με την ιδιότητα του γραμματέα των Μπόφιν, ο οποίος φαίνεται να κινεί τα νήματα της ιστορίας, μιας και ποτέ δεν αποκαλύπτεται η αληθινή του ταυτότητα, ενώ υποδύεται έναν διπλό ακόμη ρόλο πρόσθετα με τον αρχικό. Ποιος είναι όμως αυτός ο άνθρωπος, ο «κοινός» τους φίλος; Και τι θα αποδειχτεί στο τέλος;


Καλό θα είναι να μην αποκαλύψουμε περισσότερα για την ιστορία και την πλοκή του βιβλίου αφού μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, μια εξαιρετική και κοπιαστική δουλειά από την Κλαίρη Παπαμιχαήλ. Μπορούμε όμως να αναδείξουμε κάποιες σκηνές όπου απογειώνεται η σκηνική δεινότητα του συγγραφέα. Παράδειγμα η στιγμή που η Μπέλλα και μια άλλη φτωχή και θαρραλέα κοπέλα, η Λίζη Χέξαμ, γίνονται φίλες. Και οι δυο πρωταγωνίστριες προσελκύουν αρκετούς υποψήφιους μνηστήρες. Ένας από αυτούς είναι και ο γραμματέας των Μπόφιν, ο βασικός πρωταγωνιστής, ο οποίος νοικιάζει δωμάτιο στο ταπεινό σπιτικό των Γουίλφερ, της Μπέλλας δηλαδή και, παρά την ειλικρινή του αγάπη, η Μπέλλα αρχικά τον απορρίπτει γιατί είναι ενάντια στις πεποιθήσεις της. Η άρνησή της είναι βαθιά ηθική: δεν θέλει να παντρευτεί φτωχό άνδρα, επειδή πιστεύει ότι έτσι θα προδώσει τον ίδιο της τον εαυτό — την επιθυμία της για πλουτισμό και κοινωνική άνοδο. Και, όταν ο Ρόουκσμιθ κατηγορείται από το αφεντικό του τον Μπόφιν, πρώτη εκείνη σπεύδει να τον υπερασπιστεί χάνοντας τα πλούσια προνόμια που της παρείχε ο Μπόφιν μέσω της αινιγματικής διαθήκης. Αυτός ο εσωτερικός διχασμός είναι ένα από τα κεντρικά ψυχολογικά θέματα του βιβλίου που επεκτείνεται και σε άλλες προσωπικότητες.


Η ροή της ιστορίας τρέχει σαν τον Τάμεση ή αναχαιτίζεται από τους υδροφράχτες που ελέγχουν οι περιθωριακοί φύλακες. Αυτοί, μαζί με τους μαουνιέρηδες, μαζεύουν κάθε είδους απορρίμματα, ανάμεσα στα οποία και πτώματα πνιγμένων, δολοφονημένων, μεθυσμένων ή αυτόχειρων, φροντίζοντας να τους αλαφρώσουν από κάθε προσωπικό αντικείμενο που ξέμεινε στο άπνοο κορμί τους. Είναι εξαιρετική η απεικόνιση του ποταμού: ένας παραγωγικός ποταμός και Αχέροντας μαζί. Το ίδιο όμως και το Λονδίνο. Πάντα γκρίζο, βρόμικο, πνιγηρό, ομιχλώδες, υποφωτισμένο. Ακόμη και τα αρχοντικά περιγράφονται σαν στοιχειωμένα ενώ τα φτωχικά σπίτια στο τελευταίο στάδιο της αποσύνθεσης. Αναρωτιέσαι, αν αυτό ήταν το σκηνικό της εποχής της επερχόμενης βιομηχανοποίησης, πόσοι άνθρωποι θυσιάστηκαν για την ανάπτυξή της;


Και παντού κυνισμός, δοσοληψίες, απληστία, αδιαφορία για τις κατώτερες τάξεις που δοκιμάζονταν στα όριά τους. Ο Τζόρτζ Όργουελ είχε κατακρίνει τον Ντίκενς[1] ότι απλώς περιέγραφε την εξαθλίωση χωρίς να αποδίδει ευθύνη σε όσους την προκαλούσαν – απλώς σατίριζε την αντοχή της πλουτοκρατίας. Όμως αυτό είναι μια θέση που κρίνεται από την εποχή του Όργουελ. Σήμερα θα διαβάζαμε ειδικά τον Κοινό μας φίλο από διαφορετική σκοπιά. Γιατί, τι άλλο είναι το θέμα των σκουπιδιών; Δεν είναι η επερχόμενη μόλυνση του αστικού και υπαίθριου τοπίου; Ο πλούσιος Χάμον έκανε περιουσία υψώνοντας σταχτόλοφους. Τα σκουπίδια στο μυθιστόρημα δεν είναι απλώς σκηνικό αλλά ο βαθύτερος συμβολικός μηχανισμός του μυθιστορήματος, αφού ο πλούτος γεννιέται από τα σκουπίδια, τη συλλογή και την επεξεργασία των απορριμμάτων. Συσσωρεύεται πάνω στα απόβλητα της πόλης και η ανώτερη κοινωνία στηρίζεται κυριολεκτικά στα υπολείμματα της ζωής των άλλων ενώ ο ίδιος μηχανισμός «απόρριψης» ισχύει τόσο για πράγματα όσο και για ανθρώπους. 

 

Συναρπαστικό μυθιστόρημα που, καθώς διαβάζεται με την κλιμακωτά σχεδιασμένη ροή του Ντίκενς, δεν σε αφήνει στιγμή ήσυχο. Η ακατάσχετη δράση, οι δυνατοί διάλογοι, η αλλαγή οπτικής γωνίας, η υιοθέτηση ουδέτερου παρατηρητή, η μη-ορατότητα του βασικού χαρακτήρα, η ρευστότητα των ταυτοτήτων, οι μετατοπίσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και σε αλλοπρόσαλλους χώρους, η δημιουργία μιας μυστηριακής, απειλητικής, ατμόσφαιρας, ακόμη και κάποιοι καρτουνίστικοι χαρακτήρες ωθούν το κείμενο περισσότερο μετά τον μοντερνισμό και πιο κοντά στην εποχή μας. Ο Υπόγειος κόσμος του Ντον Ντελίλο έχει ήδη προδιαγραφεί.


Διαβάζουμε στο κεφάλαιο 13 του Β΄ βιβλίου: «Εξακολουθώ να μιλάω σωστά; Εξακολουθώ να μιλάω σωστά, μόνο που μου είναι αδύνατον να εκφραστώ χωρίς να χρησιμοποιήσω τη λέξη “εγώ”. Ωστόσο δεν ήμουν εγώ. Απ’ όσο ήξερα, δεν υπήρχε τέτοιο πράγμα όπως το “εγώ”». Αυτός ο εσωτερικός μονόλογος, ενός ζωντανού-«νεκρού», με διπλή ταυτότητα, δεν είναι απλά μια απόκρυψη αλλά η αγωνία για τον επαναπροσδιορισμό της, τη διαρκή αμφισβήτηση του εαυτού και το υπαρξιακό μετέωρο. Ο κεντρικός πυρήνας αυτού του αντι-επικού μυθιστορήματος εντοπίζεται σε τούτο το παραλήρημα. Τελικά ο αναγνώστης θα ανταμειφθεί με ένα μυθιστόρημα, με έναν λόγο, που ζωντανεύει στο δικό του σήμερα κι ας έχει διατυπωθεί πολλές δεκαετίες πριν.


Σημείωση:


1. George Orwell, Κάρολος Ντίκενς. Ύψιλον/βιβλία 2009


Δημοσιεύτηκε στην ΕΠΟΧΗ των βιβλίων Μάρτιος 2026


Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Άλαν Χόλινγκχερστ «Υπόθεση Σπάρσολτ», μετάφραση: Ορφέας Απέργης, εκδόσεις: Καστανιώτη, 2025



Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης


Το προτελευταίο μυθιστόρημα του βρετανού συγγραφέα, Υπόθεση Σπάρσολτ (2017), άργησε να μεταφραστεί στα ελληνικά αλλά το υποδεχόμαστε με χαρά. Άλλωστε τα βιβλία του βραβευμένου και με Μπούκερ συγγραφέα (Η γραμμή της ομορφιάς, μτφ. Ιλάειρα Διονυσοπούλου, 2004) είναι γραμμένα με εξαιρετική λογοτεχνική μαεστρία, διατρέχουν τον εικοστό αιώνα και εισέρχονται στον επόμενο ανατέμνοντας τις κοινωνικές και ερωτικές ταυτότητες της πατρίδας του τολμηρά και ανυπόκριτα.


Η υπόθεση Σπάρσολτ είναι ένα χαμηλότονο μυθιστόρημα, υπόγεια διαβρωτικό, που αναπτύσσεται –τμηματικά– μέσα στον χρόνο και στη μνήμη. Ο Άλαν Χόλινγκχερστ, αναγνωρισμένος ως ένας από τους σημαντικότερους βρετανούς πεζογράφους της γενιάς του, επανέρχεται στα σταθερά του θέματα που τον απασχολούν από την αρχή της διαδρομής του: την επιθυμία, την κοινωνική καταγωγή και τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν καθορίζει και στιγματίζει το παρόν. Η Υπόθεση Σπάρσολτ είναι ένα βιβλίο για το πώς τα σκάνδαλα –πραγματικά ή κατασκευασμένα– επιδρούν διαχρονικά όχι μόνον στους άμεσα εμπλεκόμενους αλλά και στους κληρονόμους κάθε «υπόθεσης».


Η διαμόρφωση ενός μύθου


Το μυθιστόρημα εκτείνεται σε περισσότερες από τρεις δεκαετίες και σε δύο γενιές. Είναι διαχωρισμένο σε πέντε μέρη, ξεκινώντας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και φτάνοντας μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα. Ο χώρος παραμένει η Αγγλία: από την Οξφόρδη στο Λονδίνο, οι εξοχές και οι ακτές της. Στο κέντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο Ντέιβιντ Σπάρσολτ, ένας νεαρός άνδρας που εμφανίζεται στην Οξφόρδη για ένα σύντομο διάστημα αφού αμέσως μετά κατατάσσεται στον στρατό. Εκεί, στα μισοσκότεινα φοιτητικά δωμάτια και τη γενική συσκότιση λόγω των αεροπορικών επιδρομών, μια παρέα νεαρών φοιτητών ανακαλύπτουν την εντυπωσιακή ομορφιά του και τον διεκδικούν με κάθε δυνατό τρόπο: άλλος να τον ζωγραφίσει σε καμβά, άλλος να καταγράψει σε ημερολόγια το πέρασμά του και άλλοι να τον ερωτευτούν. Διαμορφώνεται ένας μύθος, μια διφορούμενη κατάσταση, που διογκώνεται στα επόμενα χρόνια με την εμπλοκή του και σε άλλο πολιτικό και ερωτικό σκάνδαλο, αλλά ποτέ δεν αποσαφηνίζεται πλήρως ούτε κατονομάζεται ανοιχτά, αρκεί όμως για να στιγματίσει τον ίδιο, και στη συνέχεια τον γιο του, τον Τζόνι, που μεγαλώνει στη σκιά αυτού του άρρητου παρελθόντος, αναζητώντας τις αιτίες της οικογενειακής σιωπής.


Ο Τζόνι αναζητά όμως και τη δική του καλλιτεχνική και ερωτική ταυτότητα, γίνεται ένας γνωστός προσωπογράφος, εντάσσεται στα καλλιτεχνικά κυκλώματα του Λονδίνου, ενώ η προσωπική του ζωή οργανώνεται μέσα από τις γκέι περαστικές γνωριμίες ή αναζητώντας μια μονιμότητα στην πιο ώριμη φάση της ζωής του. Πάντως το σπέρμα του θα δοθεί σε δύο φίλες του και έτσι θα προκύψει μία ακόμη απόγονος Σπάρσολτ, η Λούσι, οδηγώντας και το μυθιστόρημα στον δικό μας αιώνα και σε μια διαφορετική αντίληψη περί οικογένειας και συντροφικότητας. Προς το τέλος του βιβλίου εμφανίζεται για λίγο ο μεγάλος απών-πρωταγωνιστής-πατέρας που συναντάει, με τη διαμεσολάβηση του γιου, τους παλιούς γνώριμους από τη φοιτητική του ζωή, οι οποίοι επίσης διανύουν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους. Ο Τζόνι πάντως παραμένει ο μεσάζων, ο «go-between»της γενιάς τους.


Χιούμορ και αισθησιακή λεπτομέρεια


Ο Χόλινγκχερστ αποφεύγει συνειδητά τις δραματικές κορυφώσεις· αντίθετα, δείχνει πώς η επιθυμία, η φήμη και η κοινωνική κρίση μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, σαν την αναπόφευκτη κληρονομιά. Δίνει βάρος στα θραύσματα της μνήμης, στα σκίτσα και τα έργα τέχνης, τα έγγραφα, στα ασύνδετα περιστατικά που διαρρηγνύουν τις βεβαιότητες. Η γραφή του διακρίνεται για την ακρίβεια, το χιούμορ, την αισθησιακή λεπτομέρεια και την προσεκτική χαρτογράφηση των κοινωνικών τάξεων, είτε πρόκειται για την αγγλική ανώτερη τάξη, είτε για τα χαμηλότερα ή τα περιθωριακά στρώματα. Γι’ αυτό άλλωστε χαρακτηρίζεται ένας γνήσιος συνεχιστής του Χένρι Τζέιμς, του Ε.Μ Φόρστερ, του Κρίστοφερ Ίσεργουντ από τότε που εμφανίστηκε στη λίστα «Best of Young British Novelists» του επιδραστικού λογοτεχνικού περιοδικού Granta (τεύχος 43), το 1993, μια λίστα που εμφανίζεται ανά δεκαετία.


Στο πρώτο του βιβλίο, το καθοριστικό γκέι μυθιστόρημα της αγγλικής λογοτεχνίας, Η βιβλιοθήκη της πισίνας (μτφ. Γιάννης Στεφάνου, 1989), ο Άλαν Χόλινγκχερστ ήταν εξαιρετικά τολμηρός. Αν και χαρακτηρίζεται ως «gay novelist», η ομοφυλοφιλία στα βιβλία του δεν λειτουργεί ως σύνθημα ή διεκδίκηση, αλλά ως εμπειρία συνειδητά ενσωματωμένη σε συγκεκριμένα κοινωνικά και ιστορικά πλαίσια. Η Υπόθεση Σπάρσολτ αποτελεί ένα ενδιαφέρον παράδειγμα της μετάβασης της γκέι λογοτεχνίας από τη φάση της ορατότητας στο σημερινό queerness, αφού κινείται σε ένα «πεδίο έντασης» ανάμεσα στην ιστορικά προσδιορισμένη γκέι εμπειρία και σε μια πιο διάχυτη ρευστότητα που χαρακτηρίζει το κουήρ.


Σε αυτό το πεδίο έντασης βρίσκεται και η ουσία της γραφής του Άλαν Χόλινγκχερστ. Η ομοφυλοφιλία στην Υπόθεση Σπάρσολτ δεν παρουσιάζεται ως ταυτότητα για επιβεβαίωση, αλλά ως αδήλωτη επιθυμία μέσω της απουσίας, της αναβλητικότητας και της εκκωφαντικής –υποκριτικής– σιωπής. Ο συγγραφέας δείχνει πώς οι ζωές διαμορφώνονται όχι μόνο απ’ όσα συμβαίνουν, αλλά και απ’ όσα αποσιωπώνται.


Από την ορατότητα στην πολυσυνθετότητα


Στο ευρύτερο τοπίο της σημερινής αγγλόφωνης γκέι λογοτεχνίας παρατηρείται μια σαφής μετατόπιση. Η ανάγκη για ορατότητα, που χαρακτήρισε τις προηγούμενες δεκαετίες, έχει σε μεγάλο βαθμό υποχωρήσει, δίνοντας τη θέση της σε αφηγήσεις πιο σύνθετες, συχνά υβριδικές: αυτομυθοπλασία, οικογενειακά χρονικά, μυθιστορήματα που ενσωματώνουν τη σεξουαλικότητα κάθε γενιάς. Σε αυτό το πλαίσιο, το έργο του Χόλινγκχερστ λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές: διατηρεί τον χαρακτήρα μιας περιόδου όπου η επιθυμία είχε πραγματικό κοινωνικό κόστος, επιβάλλοντας στα βιβλία του μια αυτονόητη κανονικότητα.

«Ο Τζόνι περπάτησε κατά μήκος της διαμορφωμένης με φυτά όχθης του ποταμού. Ένιωθε ότι ήταν η στιγμή για να σκεφτεί μοναχός του, για τον χρόνο, την απώλεια και την αλλαγή, και το μονοπάτι δίπλα στο νερό έμοιαζε να τον προσκαλεί, με την ελάχιστη αλλά υπαρκτή δόση ποίησης που περιείχε…»

Για όσους διαβάζουν καλά αγγλικά ας το διαβάσουν στην υπέροχη πρωτότυπη γλώσσα, οι υπόλοιποι θα διαβάσουν την καλή μετάφραση του Ορφέα Απέργη. Και ας οπλιστούν με υπομονή και διάθεση βυθισμένοι στις σιωπές και τις ρωγμές του. Θα ανταμειφθούν με μια λογοτεχνία, απολαυστική, καθόλου σοβαροφανή, με επίκεντρο τον άνθρωπο, το σώμα και τη σεξουαλικότητα, μια λογοτεχνία αποκαλυπτική αλλά καθόλου μεμψίμοιρη ή κραυγαλέα. Κλείνουμε με τα λόγια του συγγραφέα από το περιοδικό Granta που επιβεβαιώνουν όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω:  «Οι συγγραφείς που σέβομαι είναι επιβλητικοί και χαμηλότονοι – Ναμπόκοφ, Προυστ, Τζέιμς. Θέλω τα πράγματα να ηχούν σαν αντίλαλος, να είναι υπαινικτικά».


Η εποχή των βιβλίων. Ιανουάριος 2026


Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

The Whitney Review of New Writing ένα πρωτοποριακό, υποδειγματικό περιοδικό.



Το  The Whitney Review of New Writing μοιάζει λιγότερο με περιοδικό κριτικής και περισσότερο με μια αργή, επίμονη περιδιάβαση μέσα σε ένα ζωντανό λογοτεχνικό υπόγειο. Ένα έντυπο, σε μορφή εφημερίδας, χωρίς τον θόρυβο της ψηφιακής επικαιρότητας, που επιλέγει συνειδητά τη συμπύκνωση, την εγρήγορση του βλέμματος και τη μικρή φόρμα. Οι κριτικές του δεν λειτουργούν ως ετυμηγορίες· είναι σύντομα, πυκνά δοκίμια ανάγνωσης, μικρές χειρονομίες εγγύτητας προς το βιβλίο. Αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι αν «αξίζει» ένα έργο, αλλά πώς στέκεται μέσα στη γλώσσα, πώς συνομιλεί με άλλα κείμενα, πώς εντάσσεται σε μια συγκεκριμένη σκηνή γραφής που παραμένει, πεισματικά, έξω από το mainstream.


Το περιοδικό συγκροτεί, τεύχος με το τεύχος, ένα διακριτό τοπίο: μικροί και ανεξάρτητοι εκδότες, πειραματικές αφηγήσεις, υβριδικά βιβλία ανάμεσα στο δοκίμιο, την αυτοβιογραφία και τη μυθοπλασία, κείμενα που ενδιαφέρονται περισσότερο για τη διαδικασία της γραφής και για τις υλικές και πολιτικές συνθήκες της ζωής, παρά για τη «μεγάλη πλοκή». Οι θεματικές λέξεις που συνοδεύουν κάθε τεύχος —όπως Improvisation, Honesty, Wreckage, Taste (αυτοσχεδιασμός, ειλικρίνεια, συντρίμμια, γούστο) ή Surface, Friction, Inheritance, Debts (επιφάνεια, τριβή, κληρονομιά, χρέη)— λειτουργούν περισσότερο σαν σημεία προσανατολισμού και λιγότερο σαν ενότητες. Δηλώνουν έναν τρόπο ανάγνωσης του παρόντος: αποσπασματικό, ευάλωτο, πολιτικά φορτισμένο, συχνά άβολο.


Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζονται τίτλοι που δύσκολα θα συναντούσε κανείς στις καθιερωμένες λίστες: το Abolish Rent («Καταργήστε το ενοίκιο»), ένα βιβλίο που συνομιλεί ευθέως με το ζήτημα της στέγασης και της επισφάλειας· το Dear Dickhead («Αγαπητέ μαλάκα» / «Αγαπητέ ηλίθιε»), μια ωμή, επιθετική επιστολική αφήγηση γύρω από τη δημόσια έκθεση, το φύλο και την εξουσία· το Tweakerworld (ένας κόσμος εξάρτησης και περιθωρίου, μια παραμορφωμένη καθημερινότητα)· το Napalm in the Heart («Ναπάλμ στην καρδιά»), όπου η βία, το τραύμα και η μνήμη μετατρέπονται σε λογοτεχνική ένταση· ή ακόμη το προκλητικά αμετάφραστο fag/hag, που ακουμπά ευθέως στις ρωγμές της ταυτότητας και της queer εμπειρίας. Οι τίτλοι αυτοί δεν παρατίθενται ως απλές συστάσεις, αλλά ως κόμβοι ενός ευρύτερου διαλόγου για το σώμα, την επιθυμία, την κοινωνική φθορά, τη συλλογική ενοχή και τη γλώσσα της καθημερινής βίας.


Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι συνομιλίες με συγγραφείς που εδώ και χρόνια κινούνται στα όρια της λογοτεχνικής κανονικότητας —όπως η Mary Gaitskill, ο Dennis Cooper ή η Pamela Sneed— όχι με τη μορφή της «συνέντευξης καριέρας», αλλά ως ζωντανές ανταλλαγές γύρω από τη γραφή, τη λογοτεχνική επιβίωση, την αγορά, την πολιτική διάσταση του ύφους. Το Whitney Review δείχνει να πιστεύει ότι η κριτική μπορεί ακόμη να είναι δημιουργική πράξη, μια μορφή γραφής που δεν στέκεται απέναντι στο βιβλίο, αλλά δίπλα του.


Τελικά, αυτό που αφήνει στον αναγνώστη δεν είναι μια λίστα τίτλων προς κατανάλωση, αλλά η αίσθηση μιας υπόγειας λογοτεχνικής κοινότητας που εξακολουθεί να επιμένει στη δυσκολία, στη ρωγμή, στην αμφιβολία. Μιας λογοτεχνίας που δεν επιδιώκει να γίνει άνετη, αλλά αναγκαία. Και ίσως γι’ αυτό το The Whitney Review of New Writing λειτουργεί περισσότερο σαν χώρος προσανατολισμού μέσα στο σύγχρονο χάος της γραφής, παρά σαν απλό περιοδικό βιβλιοκριτικής.


Από κείμενο της Naomi Kanakia

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Margaret Atwood, Book of Lives: A Memoir of Sorts

 Η κριτική του The New Republic για το νέο memoir της Margaret Atwood, Book of Lives: A Memoir of Sorts, επισημαίνει ότι πρόκειται για ένα εκτενές και λεπτομερές αυτοβιογραφικό έργο — αλλά και ένα βιβλίο που παραμένει περίεργα σιωπηλό σε μερικά από τα σημαντικότερα ζητήματα της ζωής της συγγραφέως.


Το νέο αυτό βιβλίο (624 σελίδων) έρχεται αρκετά χρόνια αφότου η Atwood είχε δηλώσει ότι δεν σχεδιάζει να γράψει απομνημονεύματα, επειδή — όπως είχε πει — «τα πιο ενδιαφέροντα μέρη της ζωής των συγγραφέων είναι πριν γίνουν γνωστοί». Τελικά, στα 86 της, αποφάσισε να το κάνει προκειμένου να εξερευνήσει τις πολλές διαφορετικές εικόνες του εαυτού της: την παιδική, τη νεανική, τη συγγραφική, τη διάσημη, ακόμα και εκείνη που έχει σχηματιστεί από συγκεκριμένες απόψεις του κοινού και της κριτικής.


Από την αρχή της κριτικής ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι το βιβλίο είναι γεμάτο με λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής — τόσο μικρές που έχει κανείς την αίσθηση ότι η Atwood θυμάται ακόμα και τις πιο ασήμαντες στιγμές, όπως την επισκευή μιας τουαλέτας όταν ένας παραγωγός κινηματογράφου τηλεφώνησε. Οι λεπτομέρειες αυτές, παρά την πληθώρα τους, δεν γίνονται ποτέ βαρετές· αντίθετα, δημιουργούν ένα μοναδικό, γοητευτικό και αινιγματικό πορτρέτο.


Η κριτική διακρίνει ένα δύο μέρη στη δομή του βιβλίου. Το πρώτο — και, για τον συγγραφέα του άρθρου, το καλύτερο — παρουσιάζει την παιδική και νεανική ζωή της Atwood: την ανατροφή στη βόρεια επαρχία του Καναδά, την εκπαίδευση, τη σχέση με τους γονείς της αλλά και τις πρώτες της προσπάθειες στη λογοτεχνία. Οι παρατηρήσεις της για το σύστημα της παιδικής ηλικίας, για το πώς διαμορφώθηκε η σκέψη της, και για το πώς αντιμετώπισε τον κόσμο γύρω της είναι τόσο ζωντανές που θα μπορούσαν να σταθούν από μόνες τους ως μια μικρή αυτοτελής λογοτεχνική αφήγηση.


Στο δεύτερο μέρος, καθώς το βιβλίο προχωρά στην ενήλικη ζωή και στη φήμη της Atwood, η κριτική παρατηρεί ότι η αφήγηση γίνεται πιο απελευθερωμένη, αλλά και πιο αλαζονική. Η Atwood φαίνεται να θεωρεί δεδομένη την ευνοϊκή υποδοχή του έργου της και δεν διστάζει να σχολιάζει με μια δόση breezy ad hominem την κριτική που έχει δεχτεί κατά καιρούς. Για παράδειγμα, αφιερώνει σελίδες για να αντικρούσει μια παλιά κριτική δημοσιογράφου δημοσιεύοντας σχεδόν mind-reading αναλύσεις για τα κίνητρα και τους χαρακτήρες άλλων — μια κίνηση που ο κριτικός βρίσκει αν όχι υπερβολική, τουλάχιστον αξιοπερίεργη.


Ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδεικνύονται από την ανάλυση της κριτικής είναι ότι η Atwood αφιερώνει εξαιρετικά πολύ χώρο σε προσωπικές λεπτομέρειες και καθημερινά γεγονότα, ακόμη και αυτά που οι περισσότεροι αναγνώστες θα θεωρούσαν ασήμαντα. Ωστόσο, είναι σχετικά λιγότερο εκτενής όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει για μεγαλύτερα, σημαντικότερα ερωτήματα: για παράδειγμα, για τις μάχες και τις αντιφάσεις που αντιμετώπισε συστηματικά στη ζωή της — για τη θέση της ως γυναίκας στη λογοτεχνία, για τις εσωτερικές συγκρούσεις της, ή για την υποδοχή ορισμένων σημαντικών σχέσεων και στιγμών στην καριέρα της. Αυτή η πρωτοφανής σιωπή για τα μεγάλα θέματα κάνει τον κριτικό να υποστηρίξει ότι, αν και το βιβλίο είναι εξαιρετικό όσον αφορά την αφήγηση των «λεπτών στιγμών», συχνά αποφεύγει να διερευνήσει βαθύτερα τους εσωτερικούς κόσμους και τις αντιθέσεις που θα περίμενε κανείς από μια τέτοια επιβλητική μορφή της λογοτεχνίας.


Η κριτική από το The New Republic βλέπει το Book of Lives ως ένα πολύ πλούσιο σε λεπτομέρειες, αυθόρμητο, και συχνά αποκαλυπτικό βιβλίο, γεμάτο από συναρπαστικές στιγμές και περίεργες αυτοαναφορές. Ταυτόχρονα, όμως, υπογραμμίζει ότι η Atwood παραμένει αινιγματική σε ορισμένες θεμελιώδεις πτυχές της ύπαρξής της, αφήνοντας τον αναγνώστη να επιθυμεί περισσότερη εσωτερική ανάλυση, αυτοκριτική και βαθύτερη αναζήτηση των προσωπικών και πολιτιστικών αντιφάσεων που διαμόρφωσαν τη ζωή και το έργο της

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Όλοι θέλουν να είναι ο Thomas Bernhard



Το άρθρο του Oscar Dorr "Everybody Wants to be Thomas Bernhard" επιχειρεί να περιγράψει μια παράδοξη αλλά εύγλωττη τάση της σύγχρονης λογοτεχνίας: την επιστροφή, σχεδόν εμμονική, στο ύφος και τη μορφή του Thomas Bernhard από νεότερους συγγραφείς που γράφουν σε έναν κόσμο ριζικά διαφορετικό από εκείνον του Αυστριακού συγγραφέα. Η τάση αυτή δεν παρουσιάζεται ως απλή λογοτεχνική επιρροή, αλλά ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης κρίσης της λογοτεχνίας στον 21ο αιώνα.


Το άρθρο ξεκινά από μια διαπίστωση: η λογοτεχνία σήμερα μοιάζει να έχει απολέσει την κοινωνική της κεντρικότητα. Σε μια εποχή όπου το διαδίκτυο, οι πλατφόρμες και οι αλγόριθμοι καθορίζουν τη δημόσια σφαίρα, το μυθιστόρημα φαίνεται συχνά περιθωριακό, αν όχι παρωχημένο. Τα βιβλία σπανίως διαμορφώνουν δημόσιες συζητήσεις και η ίδια η πράξη της συγγραφής μυθιστορήματος μοιάζει σχεδόν αναχρονιστική. Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, πολλοί συγγραφείς στρέφονται προς το παρελθόν, αναζητώντας ένα σταθερό αισθητικό πρότυπο.


Εδώ εμφανίζεται ο Thomas Bernhard ως εμβληματική φιγούρα. Συγγραφέας βαθιά απαισιόδοξος, με μακροσκελείς προτάσεις, επαναληπτικούς μονολόγους και χαρακτήρες που καταβυθίζονται στην αυτοπαρατήρηση και τη μισανθρωπία, ο Bernhard φαίνεται να προσφέρει ένα έτοιμο μοντέλο για τη λογοτεχνική έκφραση της αποξένωσης. Παρότι έγραψε σε έναν εντελώς διαφορετικό ιστορικό και κοινωνικό ορίζοντα, το ύφος του μοιάζει να ταιριάζει με το υπαρξιακό άγχος της ψηφιακής εποχής.


Το άρθρο αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα σύγχρονων βιβλίων που αντλούν εμφανώς από τον Bernhard, όπως έργα των Sebastian Castillo, Jordan Castro και Zoe Dubno. Σε αυτά τα βιβλία συναντά κανείς γνωστά Bernhardian μοτίβα: αφηγητές αποκομμένους από τον κόσμο, έντονη αυτοαναφορικότητα, διαρκή δυσφορία απέναντι στην κοινωνία και έναν λόγο που περιστρέφεται εμμονικά γύρω από τον ίδιο του τον εαυτό. Ωστόσο, το άρθρο επισημαίνει ότι αυτή η μίμηση συχνά περιορίζεται στη μορφή και όχι στην ουσία.


Ο Thomas Bernhard δεν υπήρξε απλώς ένας στυλίστας της γλώσσας. Το έργο του ήταν άρρηκτα δεμένο με την αυστριακή μεταπολεμική πραγματικότητα, με τη σιωπή γύρω από τον ναζισμό, με την προσωπική του εμπειρία ασθένειας, φτώχειας και κοινωνικής απόρριψης. Η πικρία και η οργή του δεν ήταν αισθητική πόζα, αλλά προϊόν ιστορικής και υπαρξιακής σύγκρουσης. Όταν αυτά τα στοιχεία αποσπώνται από το πλαίσιό τους και μεταφέρονται αυτούσια στο σήμερα, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε παρωδία ή σε άσκηση ύφους.


Η βασική κριτική του άρθρου είναι ότι πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς συγχέουν τη λογοτεχνική σοβαρότητα με τη μίμηση ενός «σκοτεινού» ύφους. Αντί να αναμετρηθούν πραγματικά με τις συνθήκες της εποχής τους, υιοθετούν μια ήδη δοκιμασμένη φόρμα, ελπίζοντας ότι αυτή θα προσδώσει βάθος στα έργα τους. Όμως, χωρίς το ιστορικό βάρος και τη ριζική αναγκαιότητα που χαρακτήριζε τον Bernhard, το αποτέλεσμα συχνά παραμένει επιφανειακό.


Το άρθρο καταλήγει με μια έμμεση προτροπή: η λογοτεχνία δεν έχει ανάγκη από νέους Bernhard, αλλά από συγγραφείς που θα τολμήσουν να βρουν νέες μορφές για να μιλήσουν για τον σημερινό κόσμο. Η μίμηση του παρελθόντος μπορεί να είναι παρηγορητική, αλλά σπάνια είναι δημιουργική. Αν η λογοτεχνία θέλει να ξαναβρεί τη σημασία της, οφείλει να αντιμετωπίσει τη σύγχρονη κρίση όχι με δανεισμένες φωνές, αλλά με καινούριες.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Θωμάς Κοροβίνης «Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου που λείπει χρόνια στην γκλαβανή», εκδόσεις: Άγρα

 



Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης

«Πώς να σε φτάσω, πώς να σου μιλήσω, πώς να γράψω, όπως έμαθες να γράφεις και ν’ αποτυπώνεσαι πάνω στους καθρέφτες των ψυχών μας;»

Ο Θωμάς Κοροβίνης στέλνει ένα ολιγοσέλιδο γράμμα στον συντοπίτη του φιλόλογο, πεζογράφο και ποιητή Γιώργο Ιωάννου (1927-1985), τον οποίο δεν πρόλαβε να γνωρίσει αλλά τον διάβασε στο πανεπιστήμιο στα μαθήματα του καθηγητή Γιώργου Σαββίδη. Ο Κοροβίνης μελέτησε τα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, φαίνεται άλλωστε από τα βιβλία του, πόσο διαφορετικά είναι κάθε φορά, αλλά και πόσο ξεχωρίζει η διαχρονική, ελληνική, γλώσσα του. Στο γράμμα προς τον αδελφό Ιωάννου αναφέρεται στις ιστορίες του σαλονικιού πεζογράφου, στην πορεία του αδικοχαμένου συγγραφέα, αποτυπώνοντας ταυτόχρονα την ιστορία της πόλης, τα πάθη των λαϊκών ανθρώπων, τις επιθυμίες τους. Ένα γράμμα συγκινητικό για μια εποχή που αργοσβήνει, αφήνοντας ελάχιστα ίχνη στους νεότερους που η κιβωτός της γλωσσικής τους επάρκειας είναι πια οι τηλεοπτικές σειρές. Ο Κοροβίνης, διασώστης της ελληνικής παιδείας και παράδοσης, κάνει το χρέος του, εκδίδει τακτικά βιβλία, έχοντας μπροστάρη τον αδελφό Ιωάννου και συνοδοιπόρους μερικούς ακόμη ανθρώπους των γραμμάτων που τους κατονομάζει στο βιβλίο. Μια ελεγειακή κατάθεση, μια σειρήνα στην ερημιά της πολιτιστικής αφωνίας, ένα μπουκάλι ριγμένο στον ωκεανό που κουβαλάει το μοναδικό μήνυμα του εκλεκτού συγγραφέα.






Αγγελική Σπηλιοπούλου, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Θανάσης Μήνας, Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Κωνσταντίνα Κορρυβάντη, Κώστας Αθανασίου, Κώστας Καραβίδας, Μανώλης Πιμπλής, Παναγιώτης Ελ Γκεντί, Τιτίκα Δημητρούλια

Όχι, δεν είναι μια λίστα με τα «καλύτερα βιβλία της χρονιάς». Στις δύο αυτές σελίδες, συνεργάτες/ριες της Εποχής δίνουν τη δική τους απάντηση στην προτροπή «πες ένα βιβλίο» και εξηγούν με λίγες λέξεις γιατί θεωρούν σημαντική την έκδοσή του, ο καθένας και η καθεμία με τα δικά του/της κριτήρια: είτε από λογοτεχνική σκοπιά, είτε από φιλολογική, είτε από θεωρητική, είτε επειδή κάποια βιβλία, πέρα απ’ όλα τα άλλα, είναι και «απαραίτητα» ως παρεμβάσεις.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Σον Χιούιτ «Ανοίξτε, ουρανοί», μετάφραση: Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις: Στερέωμα, 2025



 Ένας ύμνος στις πρώτες, ατελέσφορες αγάπες

Δεκ 7, 2025 


Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης



Αν οι περισσότερες ιστορίες ενηλικίωσης και του πρώτου έρωτα δεν διαφέρουν πολύ, τότε απομένει ο τρόπος που θα λεχθούν, η εποχή και ο τόπος που τις διαμόρφωσαν. Στις αντίστοιχες γκέι ιστορίες βασικό στοιχείο παραμένει η δυσκολία της αποδοχής από τον οικογενειακό κύκλο και της ένταξης στον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο.


Ο Ιρλανδός Σον Χιούιτ (Seán Hewitt), γεννημένος το 1990, βάζει τον δεκαεξάχρονο ήρωά του, τον Τζέιμς, από ένα χωριό της Βόρειας Αγγλίας, το Θορνμίαρ, να ερωτεύεται παθιασμένα τον συνομήλικό του Λουκ που ζει σε γειτονικό αγρόκτημα με τους θείους του. Ο πατέρας του Λουκ είναι απών από τη ζωή του –βρίσκεται στη φυλακή– ενώ η μητέρα του τους είχε εγκαταλείψει από καιρό. Ο Τζέιμς δουλεύει σκληρά τα παγωμένα πρωινά μοιράζοντας γάλα στα κατώφλια του χωριού, «μια ακόμη ταπείνωση στον δρόμο προς τον κόσμο των ενηλίκων», πηγαίνει μετά στο σχολείο, κάποια στιγμή αποκαλύπτει το «μυστικό» του, συναναστρέφεται περισσότερο τα κορίτσια, ενώ οι συμμαθητές του τον κοροϊδεύουν. Σταδιακά πάντως τον συνηθίζουν, όμως ο Τζέιμς απομονώνεται εντελώς από το σχολικό περιβάλλον, νοιάζεται αποκλειστικά και μόνον για τον γοητευτικό και βαρύθυμο Λουκ που παράτησε το σχολείο περιφέροντας τη βαριεστημένη εφηβεία του πέρα δώθε, στη φύση και στους δρόμους. Ο Λουκ, ένας περαστικός και «φιλοξενούμενος», θα παραμείνει στο χωριό έναν ολόκληρο χρόνο, αφήνοντας όμως ένα ανεξίτηλο στίγμα στον Τζέιμς.


Οι νευρώσεις του Τζέιμς κορυφώνονται, αυτοτραυματίζεται στα χέρια, συνταράζεται κάθε φορά που φαντασιώνεται και λαχταρά τον Λουκ. Όταν θα γνωριστούν καλύτερα, θα περιπλανηθούν στους αγρούς και στα κανάλια, θα αποδράσουν στο δάσος προσπαθώντας να ξεφύγουν από το ασφυκτικό τους περιβάλλον. Μάλιστα, για τον Λουκ αιωρείται μόνιμα η πιθανότητα να εμφανιστεί ξαφνικά ο πατέρας του και να τον πάρει πίσω. Αυτή η απειλή, στη φαντασία του Τζέιμς, μετασχηματίζεται σε μια ανθρώπινη σκιά που παραμονεύει πίσω από τα δέντρα ή κρύβεται κάτω από γεφύρια και τον κατατρομάζει.


Μην περιμένετε μια συνταρακτική πλοκή, το βασικό μοτίβο παραμένει ο ανολοκλήρωτος έρωτας του Τζέιμς με τον Λουκ στο πέρασμα των τεσσάρων εποχών· έτσι βιβαλντικά διαχωρίζεται η ιστορία τους. Οι τέσσερις εποχές περιγράφονται με έναν απίστευτο λυρισμό αλλά και ρεαλισμό, κατονομάζονται φυτά, δέντρα, ζώα, οτιδήποτε βλασταίνει ή κινείται γύρω τους και πάντα μέσα από τη διερευνητική ματιά του Τζέιμς. Παρόμοια λογοτεχνικά σκηνικά, όπου η αγγλική φύση καθορίζει τη συμπεριφορά των χαρακτήρων, συναντάμε στα μυθιστορήματα του Ντ. Χ. Λόρενς, του Άλαν Χόλινγκχερστ, του Τόμας Χάρντι, στους υγρότοπους του Γκράχαμ Σουίφτ. Η αποθέωση της γλώσσας ως μια ποιητική του πόθου και της ερωτικής αφύπνισης είναι μοναδική στο μυθιστόρημα. Λες και δεν υπάρχουν εσωτερικοί χώροι, λες και το ξύπνημα του σώματος και της καρδιάς ξεκινάει μόλις ξεφύγουν οι έφηβοι από το σπίτι τους πετώντας τα στιγματισμένα σεντόνια των εφηβικών ονειρώξεων.


Ο συγγραφέας είναι ένας βραβευμένος ποιητής, διδάσκει στο Trinity College του Δουβλίνου και είναι μέλος της Royal Society of Literature. To Ανοίξτε, ουρανοί είναι το πρώτο του πεζογράφημα που «διαβάζει» αριστοτεχνικά τη λογοτεχνική αγγλική παράδοση. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής Τζέιμς τα διηγείται όλα αυτά είκοσι χρόνια μετά αφότου συνέβησαν, προσδίνοντας μια διαφορετική διάσταση της υπαίθρου και της αγροτικής κοινωνίας· ταυτόχρονα καταγράφει και την εξέλιξη στις ομοφυλόφιλες σχέσεις αφού, όταν ο Τζέιμς επιστρέφει στο χωριό του, είναι ήδη χωρισμένος χωρίς να κατονομάζει καν τον πρώην σύζυγο. Η σκέψη του Τζέιμς είναι ακόμη κολλημένη στον τόπο της εφηβείας, στον τόπο του «μυστικού» του, της αξεπέραστης εμπειρίας όταν, παρέα με τον Λουκ, προσπάθησαν να διερευνήσουν τον δικό τους κόσμο κινούμενοι σε μια γκρίζα και ανασφαλή ζώνη συναίνεσης. Το Ανοίξτε, ουρανοί είναι ένα συγκινητικό μυθιστόρημα, ύμνος στην πρώτη, ατελέσφορη, αγάπη. Η μετάφραση από τα αγγλικά της Κατερίνας Σχινά αποδίδει εξαιρετικά την ποιητικότητα και την ευαισθησία του μυθιστορήματος.


Δημοσίευση : Η εποχή των βιβλίων



Τσαρλς Ντίκενς «Ο κοινός μας φίλος», μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδόσεις: Gutenberg, 2025

  Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης Ποτέ δεν είναι αργά να υποδεχτείς έναν φίλο, έστω και μετά από 160 χρόνια! Βλέπετε, μόνον η κλασική λογοτεχν...