Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρουσιάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρουσιάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2024

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης παρουσιάζει τον Λάσλο Κρασναχορκάι

  László Krasznahorkai, Herscht 07769 Η ιστορία Μπαχ του Φλόριαν Χερστ , 

Μετάφραση: Μανουέλα Μπέρκι, εκδόσεις Πόλις 2023




       1.

                    O Φλόριαν και οι άλλοι


Σε μια μικρή γερμανική πόλη, την Κάνα, ο γιγαντόσωμος, μοναχικός, Φλόριαν στέλνει τακτικά γράμματα στην Άγκελα Μέρκελ, ως Φλόριαν Χερστ και με κωδικό περιοχής 07769 προσπαθώντας να της εξηγήσει τον κίνδυνο που περιμένει την πόλη, την χώρα και τον πλανήτη, μια Αποκάλυψη. Τα αποδεικτικά στοιχεία προέρχονται από τον πρώην καθηγητή φυσικής και μαθηματικών τον Άντριαν Κόρελ, που τον θαυμάζει όλη η πόλη και του οποίου τα εκλαϊκευτικά μαθήματα παρακολουθεί σε ένα υπόγειο χώρο. Ο Φλόριαν πιστεύει ότι παράλληλα με την χρεοκοπία της κβαντικής θεωρίας έχει παρακμάσει και το ανθρώπινο πνεύμα, ότι “ο κόσμος εξαφανίζεται” και επέρχεται  το τέλος του κόσμου, ένας κατακλυσμός. Παρερμηνεύει βέβαια τα λόγια του καθηγητή Κόρελ ενώ κάποια στιγμή θα χάσει κάθε επαφή μαζί του πιστεύοντας ότι ευθύνεται για την εξαφάνισή του πράγμα που θα επιβεβαιώσει αδίκως και η τοπική κοινωνία · τότε θα θυμηθούν ότι ο Φλόριαν εμφανίστηκε από το πουθενά, είναι ορφανός και ότι δουλεύει με ένα εξαιρετικά επιθετικό άτομο, τον Μπόση. “Αυτός ο Χέρστ είναι ολόκληρος ένα αίνιγμα” θα πει μια γειτόνισσα στον ντετέκτιβ που ψάχνει στοιχεία για την εξαφάνιση του Κόλερ.

Ο Φλόριαν δεν κατανοεί σε βάθος τις θεωρίες της φυσικής όμως τις προσαρμόζει στη δική του λογική: “και  ο χρόνος και ο χώρος και η ταχύτητα επίσης δεν υπάρχουν, και γενικά δεν υπάρχει κανενός είδους Κάτι”. Αυτό το Κάτι, εκεί στο παγκάκι του, στις όχθες του ποταμού Ζάαλε όπου καταφεύγει μόνος, προσπαθεί να εντοπίσει με το ιδιόμορφο μυαλό του.

Η ατμόσφαιρα των μυθιστορημάτων του Λάσλο Κρασναχορκάι δεν είναι καθόλου ειδυλλιακή, έχουμε δει πώς αποτυπώνεται στις ασπρόμαυρες ταινίες του Μπέλα Ταρ που συνεργάστηκε με τον συγγραφέα σε δύο σενάρια, βασισμένα σε βιβλία του: στο “Ταγκό του Σατανά” και στη “Μελαγχολία της αντίστασης” (“Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ” ο τίτλος της ταινίας) . Να συμπληρώσουμε ότι ο Κρασναχορκάι έγραψε άλλα τέσσερα σενάρια για τον Μπέλα Ταρ και ανάμεσά τους τη διασκευή του μυθιστορήματος του Ζορζ Σιμενόν, “Ο άνθρωπος από το Λονδίνο”. Αλλά  για το μυθιστόρημα, “Χερστ 07769”, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε να το κινηματογραφεί ένας άλλος Ούγγρος σκηνοθέτης, ο Κορνέλ Μουντρούτσο, έχοντας δει δύο ταινίες του το  “Λευκός Θεός” και “Φεγγάρι του Δία”.

Οι τόποι του μυθιστορήματος είναι οι μικρές γερμανικές πόλεις, απόκοσμοι τόποι σαν να έχουν μετακομίσει οι άνθρωποι, χωρίς περαστικούς και ξένους, βρεγμένη γη, απέραντα πάρκιγκ, εγκαταλειμμένες βιομηχανικές ζώνες, σπίτια στενάχωρα και μισοφωτισμένα, μικρομάγαζα λες και βγαίνουν από ιστορίες μιας προπολεμικής εποχής. Ωστόσο, πέρα από την φανταστική πόλη Κάνα, αναφέρονται και υπαρκτές γειτονικές πόλεις της Θουριγγίας, μια καθόλου τυχαία επιλογή όπως η Ιένα, η Βαϊμάρη, η Δρέσδη. Βρισκόμαστε στην καρδιά της Γερμανίας, στο κέντρο της Ευρώπης.            Ο Μπόσης, το αφεντικό του Φλόριαν, διατηρεί συνεργείο καθαρισμού, μα τελευταία έχει πέσει πολλή δουλειά γιατί κάποιοι γκραφιτάδες βεβηλώνουν τα κτίρια, κηλιδώνουν “τα σημεία Μπαχ” όπου έζησε ο συνθέτης ή σχετίζονται με το έργο του. Ο Μπαχ είναι το μουσικό υπόβαθρο της ιστορίας, ακούγεται είτε στις σαββατιάτικες πρόβες της τοπικής συμφωνικής της Κάνα, στην οποία συμμετέχει ο Φλόριαν και την οποία διευθύνει ο Μπόσης διασκευάζοντας και παραποιώντας τις μουσικές συνθέσεις. Ωστόσο ο Φλόριαν πιστεύει ότι “στον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ περιέχονται όλα τα μυστικά της ζωής” και όχι μόνον αλλά και ότι μέσα στον Μπαχ “ενυπήρχε μια οδηγία σε περίπτωση καταστροφής”· αυτό προσπαθεί να  γράψει στα γράμματα με αποδέκτη την κυρία Μέρκελ.

Ο Μπόσης ανήκει σε μια διμοιρία ναζιστών. Έχουν δικό τους στέκι,  ο Φλόριαν δεν θέλει να πολυσχετίζεται μαζί τους αν και ο Μπόσης κάνει το παν να τον εμπλέξει · άλλωστε η περιοχή έχει βεβαρυμένο παρελθόν από τη δεκαετία του 90 στους ναζιστές. Ο Μπόσης τον έβγαλε από το ίδρυμα και τον εκπαίδευσε, τον “μουνουχισμένο μπουνταλά”, για να του φανεί χρήσιμος στα σχέδιά του,  όμως ο Φλόριαν αρκείται στην μοναξιά του, εκεί ψηλά, στον έβδομο όροφο όπου ζει χωρίς ασανσέρ και καμιά φορά επισκέπτεται την  τοπική βιβλιοθήκη και ένα ζευγάρι Εβραίων γειτόνων, τους Ρίνγκερ. Και, αφού η Μέρκελ δεν θα  απαντήσει στα γράμματά του (πώς άλλωστε;) εκείνος θα πάει στην Καγκελαρία να την συναντήσει, θα στηθεί στην πύλη ενώ σε μια άλλη φάση στήνεται στον σιδηροδρομικό σταθμό της Κάνα κρατώντας μια πινακίδα όπου αναγράφεται το όνομά της. Περιμένοντας την Άνγκελα…

Ξαφνικά ένας λύκος επιτίθεται στην εξοχή στο ζευγάρι των Ρίνγκερ, ο φόβος κυριαρχεί στην πόλη, η επιστροφή των λύκων είναι ένα τρομακτικό γεγονός. Οι κάτοικοι  κοιμούνται περιμένοντας να ακούσουν τα ουρλιαχτά της αγέλης των λύκων. Όμως ο αληθινός κίνδυνος επέρχεται από μια σειρά οργανωμένες εκρήξεις, για τις οποίες ο Μπόσης  κατηγορεί όσους επιβουλεύονται “με τις φιλελεύθερες κουταμάρες τους σωστούς Γερμανούς”. Τελικά αυτός θα πυροβολήσει τον λύκο και θα διεκδικήσει την θέση του σωτήρα. Στην αναμπουμπούλα ο Μπόσης χαίρεται! Μήπως όμως αυτός δεν βρισκόταν πίσω από τα μουντζουρώματα και τις εκρήξεις με αποκορύφωμα εκείνη στο πρατήριο ΑΡΑΛ; Λύκοι, ναζί, τρομοκράτες. Η πόλη καταλύεται από τον τρόμο, ο κόσμος κλειδαμπαρώνεται στα σπίτια.

Ας ακούγανε Μπαχ, σκέφτεται ο Φλόριαν για να ηρεμήσουν κάπως ενώ αρχίζει να υποπτεύεται την ομάδα του αφεντικού του. Στο μεταξύ καταφτάνουν  αστυνομικοί, ανακρίνουν ακόμη και τον Φλόριαν, ενώ η εμφάνιση τους και μόνον ανεβάζει το άγχος και τη αγωνία των ντόπιων. Η τάξη έχει ήδη διασαλευτεί, διαδόσεις, καταγγελίες, φόνοι και καταδιώξεις. Αν κάποιοι επεδίωκαν να ξεφύγει η κατάσταση στην Κάνα, ο στόχος τους επιτεύχθηκε. Ακόμη και η ομάδα του Μπόση διαλύεται και κρύβονται ως πιθανοί ένοχοι.


***


Τα συμβάντα αυτά επηρεάζουν τον Φλόριαν, τον τρομάζουν, τον μετατρέπουν σε ένα θηρίο, επιθετικό και εκδικητικό, ειδικά όταν αντιλαμβάνεται ποιοι κρύβονται πίσω από τις πρόσφατες εκρήξεις. Σαν λύκος, αυτός ο ίδιος,  περιπλανιέται μακριά από το σπίτι του, πάνω στους λόφους, στη δική του άγρια φύση. Κυκλοφορεί απαρατήρητος: “δεν τον ενδιέφερε τίποτε απ΄όσα είχε αφήσει πίσω του, έτσι περίπου αντιλαμβανόταν τα πράγματα, ό,τι έμεινε πίσω του δεν υπήρχε πλέον, ό,τι πάλι μπροστά του, ε αυτό δεν επρόκειτο να υπάρξει, σκόπευε στο απόλυτο κενό”. Δεν τον ενδιέφερε πια να σκεφτεί,   “μέσα σ’ αυτή την ξενότητα”, σχεδόν αόρατος, βαδίζοντας σε παράδρομους, στα μονοπάτια, στις παρακάμψεις των λεωφόρων, αποφεύγοντας τα οικεία που του είναι μια μακρινή ανάμνηση.

Ο πρώην πράος και ντροπαλός γίγαντας είναι πια ένας εκτελεστής, όπως τον είχαν διαμορφώσει αυτοί που προτίθεται να εξοντώσει, ο Μπόσης και η διμοιρία των ναζιστών. Καταζητούμενος, κρύβεται, ενώ με δυσκολία βρέθηκε  μια φωτογραφία του να αναλυθεί το πορτρέτο του. Ήταν ένας άγνωστος που ζούσε χρόνια ανάμεσά τους. Παράλληλα ένα τεράστιο πουλί, άλλη μια μεταμόρφωση ή παραίσθηση του Φλόριαν, αναλαμβάνει να ξεκάνει όσους εκείνος δεν πρόλαβε να αποτελειώσει και σε εκείνο το αρπακτικό αρχίζει να μοιάζει περισσότερο απ΄ό,τι σε ανθρώπινο πλάσμα.

Όχι δεν βρισκόμαστε σε μια φανταστική εποχή, αλλά στη Γερμανία του εικοστού πρώτου αιώνα, στη Θουριγγία, έρχεται και παραίτηση της Άνγκελα Μέρκελ, το 2021, τη χρονιά που εκδίδεται και το μυθιστόρημα. Η αναφορά στην Γερμανίδα πολιτικό και την πολύχρονη πολιτική καριέρα της, η εμμονή του διαταραγμένου Φλόριαν ερμηνεύονται με πολλούς τρόπους. Ο Λάσλο Κρασναχορκάι καταγράφει τις κοινωνικές μεταπτώσεις. Κι αυτό χωρίς αφορισμούς και καταγγελίες, αντιθέτως ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές, διακρίνουμε μια βαθιά, ανομολόγητη, συμπαράσταση προς τους χαρακτήρες του ειδικά για τον Φλόριαν Χερστ που τον αναδεικνύει ως έναν ξεχωριστό μυθιστορηματικό ήρωα, αντάξιο των χαρακτήρων της προηγούμενης τετραλογίας του (Το τανγκό του Σατανά, Η μελαγχολία της αντίστασης, Πόλεμος και πόλεμος, Η επιστροφή του Βαρόνου Βενκχάϊμ).

Παρακολουθεί τον Φλόριαν καθώς εξελίσσεται από ένα υπάκουο πλάσμα σε έναν αδιάλλακτο τιμωρό με αποκορύφωμα το φινάλε, μια από τις ωραιότερες λογοτεχνικές κορυφώσεις: κυριολεκτικά απερίγραπτη! Αξίζει να φτάσεις κανείς στις τελευταίες τρεις σελίδες του μυθιστορήματος. Άλλωστε ο συγγραφέας καταφέρνει να  επιταχύνει  και την αναγνωστική αγωνία, όσο προχωράει το βιβλίο, χωρίς όμως να την εκβιάζει· παραμένει στα πλαίσια ενός κοινωνικού θρίλερ με κάποιες φανταστικές ή αλληγορικές προβολές.



                                    2. 


                            Χωρίς σελιδοδείκτη


Οραματικός, εμμονικός, συγγραφέας, ο Κρασναχορκάι, σπρώχνει την αφήγηση στα όριά της, αφήνοντας την να ρέει σε ένα δικό της  ρυθμό, προσομοιάζοντας την εσωτερική ροή με εκείνη του εξωτερικού κόσμου. Κτίζοντας εξ αρχής τον δικό του κόσμο πάνω στον υπαρκτό, μέσα από αστόλιστες, ουσιαστικές, φράσεις και εικόνες, δημιουργεί έναν meta-ρεαλισμό στον οποίο εγκλωβίζεται ο αναγνώστης πιεστικά και εθιστικά.


Ξεκινώντας το μυθιστόρημα του Χερστ σταματάς μόνον στην τελευταία σελίδα-εκεί βρίσκεται η μοναδική τελεία του κειμένου. Κι αυτό σου δημιουργεί την ανάγκη να παραμείνεις κοντά στις λέξεις και στις φράσεις. Δεν ξεφυλλίζεις τις σελίδες αλλά ακολουθείς το κείμενο, αυτό είναι ο ελκυστής και, αν θέλεις να σταματήσεις κάπου αυτό δεν είναι ούτε το τέλος ούτε η αρχή της τυπωμένης σελίδας ούτε καν ένα ελάχιστο κενό πάνω της· πρέπει να επιλέξεις μια σημαδιακή φράση, μια σκηνή όπου αλλάζει η εστίαση της αφήγησης. Μακριά από τους κανόνες της συντακτικής συνέπειας, το γραπτό αναδιπλώνεται αυτόνομα, χωρίς τελείες, μόνον κόμματα σαν κοφτές ανάσες. Αναπνέεις μαζί με το κείμενο.


Γι αυτό ακόμη και ο δοκιμασμένος αναγνώστης δύσκολα μπορεί να σκανάρει μια σελίδα, να τη διαβάσει κάθετα, δεν γίνεται να παραλειφθεί κάτι ενδιάμεσο -μην είσαι ποτέ αφηρημένος!  Έτσι, με την ακύρωση της διάταξης της παραδοσιακής σελίδας, επιβάλλεται το κείμενο. Και, όσο κι αν μοιάζει δύσβατη η ακατάπαυστη γραφή του Κρασναχορκάι, σε μια πρώτη ματιά θυμίζει εκείνη την απέραντη  στέπα που, καθώς πλησιάζεις και προχωράς μέσα της, εντοπίζεις μικρόκοσμους ή φαινόμενα που θα παράβλεπες από ένα μακρινό πεδίο.


Ανάμεσα σε πρόσωπα, σκηνές, χειρονομίες μπορεί να παρεμβληθεί ένας φόνος, μια κραυγή, χωρίς παραπανίσια τεχνάσματα και εξάρσεις, όλα επιτελούνται χωρίς να  κορυφώνονται και το κείμενο επανεκκινείται κάθε στιγμή. Τα στοιχειώδη σωματίδια, η μουσική του Μπαχ, οι λύκοι, οι άνθρωποι, η φύση, ο τρόμος και ο φόβος στην Κάνα και στην ευρύτερη περιοχή, πυροδοτούν διαφορετικά συναισθήματα και αντιδράσεις. Τι είναι αυτό το Κάτι που θα σκορπίσει τον σύγχρονο φόβο, ριζωμένο όχι μόνον στις αρχετυπικές φοβίες για τους λύκους, τα στοιχεία της φύσης αλλά και τα μορφώματα της σύγχρονης ιστορίας, των ναζί; Είναι η περιοχή αυτή της Θουριγγίας, φορτισμένη ιστορικά; Σαν μέσα σε  ένα, τεράστιο, χωροχρονικό θάλαμο, όλοι αυτοί οι ήρωες και αντιήρωες του μυθιστορήματος παίρνουν μέρος σε ένα τεράστιο κοινωνικό πείραμα πάνω στις αντοχές των ανθρώπων και τον έλεγχο της εξουσίας.


Πτώματα, φωτιές, εκρήξεις, μυστικότητα σαν να διαβάζεις τα στεριανά μυθιστορήματα του Κόνραντ. Ο Φλόριαν, ο γίγαντας με το εγκλωβισμένο μυαλό, μολονότι είναι φονιάς και εξολοθρευτής, ένας λύκος της ευρωπαϊκής στέπας, τιμωρός των ναζί, παραμένει ένας χαρακτήρας που ενδεχομένως να συμπονέσεις. Και ποιος δεν θα λυπόταν ένα άγριο, θηρίο, πληγωμένο και απροστάτευτο;

***

Αυτό το μυθιστόρημα, που φαντάζει δυστοπικό, είναι ένα σύγχρονο ρεαλιστικό κείμενο που ανακαλεί όσα κείμενα διαμόρφωσαν την λογοτεχνική γραφή πριν τον Κρασναχορκάι λες και τον εμπεριείχαν κι εκείνα προτύτερα. Πρώτος και καλύτερος ο Κάφκα, είναι παντού, δεν χρειάζονται αποδείξεις, άλλωστε το ομολογεί και ο συγγραφέας σε μια συνέντευξή του στο Paris Review (καλοκαίρι 2018), ότι κυκλοφορούσε με το “Κάστρο” στην τσέπη και στην άλλη ήταν το “Κάτω από το ηφαίστειο” του Μάλκομ Λόουρι. Ο Κάφκα είναι το μεδούλι, είναι όμως και ο Ντοστογιέφσκι. Υπάρχουν σκηνές όπου νομίζεις πως ο Φλόριαν βαδίζει στο ίδιο σοκάκι με τον Μίσκιν ή κάθεται στο παγκάκι δίπλα στο ποτάμι όπως ο αφηγητής στις “Λευκές νύχτες”· ήρωες από το “Τανγκό του Σατανά” ή τη “Μελαγχολία της αντίστασης” είναι φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, πληγωμένοι άγγελοι σε ένα σκληρό κόσμο. Είναι οι “Δαιμονισμένοι” του Ντοστογιέφσκι και η πόλη τους ανάλωμα υστερίας της και των αναταραχών. Είναι οι κεντροευρωπαίοι συγγραφείς μα πρωτίστως ο Μπέρνχαρντ -πιο καταλαγιασμένος, λιγότερο παραληρηματικός. Και ο Μπέκετ, το βύθισμα στο παράλογο, στο κωμικοτραγικό, η ακριβολογία και η αστόλιστη γραφή.

Σε μια εποχή όπου ο λόγος συρρικνώνεται σε αναρτήσεις και αντικαθίσταται από εικόνες, το μυθιστόρημα αυτό αντιστέκεται στην αφασία και στην ισοπέδωση της τεχνητής νοημοσύνης. Όπως οι  χαρακτήρες του Φαρενάιτ 415 έχουν αποστηθίσει τα εξέχοντα κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας για να τα διασώσουν έτσι οι αναγνώστες του Κρασναχορκάι διασώζουν την ανάγνωση. Η γραφή του Κρασναχορκάι  είναι υπαρξιακή, πολιτική, προφητική, για ένα κόσμο που αποβαίνει ολοταχώς απόκοσμος. Ενδεχομένως με τα βιβλία του, υπάρχει μια ελπίδα για το καλύτερο-χωρίς να είναι βέβαιο ή απαραίτητη προϋπόθεση.


 


                                    (Ο Λάσλο Κορσναχορκάι και ο Θόδωρος Γρηγοριάδης στην Αθήνα)

 

Σημ: Από την παρουσίαση του μυθιστορήματος στο βιβλιοπωλείο “Επί Λέξει”, στις 12 Μαρτίου 2024, με αφορμή τα 30 χρόνια των εκδόσεων ΠΟΛΙΣ. Ομιλητές οι συγγραφείς Σπύρος Γιανναράς και Θεόδωρος Γρηγοριάδης.


Αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οαναγνώστης

 


 

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2022

Θοδωρής Καλλιφατίδης "Η πολιορκία της Τροίας".




Ένα σύντομο-δωρικό- μυθιστόρημα είναι το πρόσφατο βιβλίο του Θοδωρή Καλλιφατίδη που δίνει φωνή σε πρώτο πρόσωπο σε έναν έφηβο της Κατοχής. Μέσα από τις μνήμες, κατασταλαγμένες επιλεκτικά καθώς έχουν μεσολαβήσει πολλά χρόνια, ο συγγραφέας πετυχαίνει να αναπλάσει την περίοδο 1941-44, όταν το χωριό του στην Πελοπόννησο βρισκόταν κάτω από την Γερμανική Κατοχή · επικεντρώνεται μάλιστα στις τελευταίες εβδομάδες που συμπίπτουν με την εμφάνιση μιας δασκάλας στη θέση των δύο δασκάλων που έχουν ήδη συλληφθεί από τους Γερμανούς. Μάλιστα ο ένας είναι και ο πατέρας του δεκαπεντάχρονου ήρωά μας.

Έχει ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει την ιστορία ο συγγραφέας μέσα από τις δικές του αναμνήσεις και τις διηγήσεις της δασκάλας. Γιατί από τη μια έχουμε τα συμβάντα στο διαρκώς υπό βομβαρδισμό χωριό και από την άλλη την εξιστόρηση  των τελευταίων ημερών του πολέμου και της πολιορκίας της Τροίας.

Η δασκάλα με τα μαύρα έρχεται από την Αθήνα, νέα, όμορφη, λεπτή σαν φλόγα και ανάβει φωτιές όχι μόνον στους ενήλικες του χωριού μα και στον έφηβο αφηγητή που δεν αρκείται στην σχέση του με την συνομήλικη Δήμητρα αλλά ονειρεύεται και την όμορφη ξένη.

Η δασκάλα και ενόσω το χωριό βομβαρδίζεται, μαζεύει τους μαθητές σε μια σπηλιά όπου αντί των συνηθισμένων μαθημάτων, τους μαθαίνει την Ιλιάδα και κάποια επεισόδια του ομηρικού έπους όπως εκείνη θέλει να τα ξαναπεί. Έτσι σε κάθε κεφάλαιο συνυπάρχουν ένα περιστατικό από την βάρβαρη και αιματηρή καθημερινότητα και παράλληλα η αφήγηση της δασκάλας που λες και αντηχεί από τα βάθη της ιστορίας σαν διαχρονική ραψωδός. Στην σπηλιά, στην σκοτεινή μήτρα, εγκιβωτίζονται οι ιστορίες του Ομήρου ενώ εκείνη κρατάει σε ατέρμονη αγωνία τα επτά παιδιά που κρέμονται κυριολεκτικά από τα χείλη της. Θυμίζει άλλοτε “άγγελο στα εικονοστάσια” και άλλοτε μια μάγισσα, έναν κακό οιωνό. Ως γυναίκα φροντίζει να είναι πάντα περιποιημένη, μυρίζει λεμόνι, αλλάζει μαντίλι ανάλογα με την περίσταση και ταυτίζεται με τις γυναίκες της  ομηρικής εποχής, τις υποστηρίζει και τις συμπονά. Λυπάται την Ελένη, χλομιάζει στον θάνατο του Έκτορα σαν την Ανδρομάχη. Σαν την ωραία Ελένη, είναι κι αυτή μια ωραία γυναίκα που μάλιστα την διεκδικούν δύο Γερμανοί αξιωματικοί.

Και ενώ είναι μια ταλαιπωρημένη γυναίκα της κατοχής σταδιακά, μέσα από τις περιγραφές του τότε μικρού και νυν ώριμου συγγραφέα, καθίσταται μια μυθική φιγούρα. Μια γυναίκα από τον χορό της αρχαίας τραγωδίας που στέκεται όρθια στην μισοφωτισμένη είσοδο της σπηλιάς, μια γυναίκα που κοιτάζει έξω από το παράθυρο του σχολείου ή σκύβει στο παράθυρο του σπιτιού της με αγωνία για να δει όσα συμβαίνουν στους δρόμους, πάντα έτοιμη να αναδιηγηθεί όσα προηγήθηκαν δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Γιατί δεν υπάρχει καλός και τίμιος πόλεμος. Ίδιες οι σφαγές, οι ληστείες, οι βιασμοί, οι ανταγωνισμοί, η απανθρωπιά. Μέσα από την Ιλιάδα και, κρατώντας ίσες αποστάσεις, μιλάει και για τα δύο στρατόπεδα.

Όμως και στις μέρες της κατοχής δεν υπάρχουν ένδοξοι πόλεμοι, ούτε μικροί ούτε μεγάλοι · υπάρχουν θύματα και αίμα. Κάθε ανθρώπινη απώλεια είτε από χέρι Γερμανού είτε από χέρι Αχαιού παραμένει μια φονική πράξη. Άλλωστε οι εχθροί και οι σωτήρες μπερδεύονται. Τελικά είναι οι Εγγλέζοι που βομβαρδίζουν το χωριό και οι Γερμανοί που τους αναχαιτίζουν ενώ σε κάθε πράξη αντίστασης εξοντώνονται για αντίποινα αθώοι άντρες πάνω από τα δεκάξι.

Ο μικρός θα νιώσει  τον θάνατο, τον φόβο να σταθεί κι αυτός απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα. Ωριμάζει ραγδαία, σκέφτεται το μυστήριο της ζωής και του χαμού: “ήμασταν κι εμείς ένα μυστήριο”. Μέσα από τον κρυφό του πόθο για την ωραία Κυρία, την ζήλια για όσους την αγγίζουν, μέσα από το ερωτικό παιγνίδι με την συνομήλικη, τον θάνατο που κυκλώνει και θερίζει, αυτός ωριμάζει, ονειρεύεται να γίνει ποδοσφαιριστής, μέχρι και συγγραφέας! Να γιατί η μητέρα του, μαζί και οι άλλοι του χωριού, τον φωνάζουν “ανεμοδαρμένο”.

****

 

Ξαναγυρίζουμε στην Σεχραζάτ της κατοχής. Η δική της Τροία βρίσκεται σ΄αυτόν τον μικρό τόπο. Η φίλη της Ιφιγένεια, από ένα κοντινό χωριό, θυσιάζεται άδικα και όταν το μαθαίνει καταρρέει. Την νεκρή, σκοτωμένη από τους Γερμανούς, την πλύνουν και την ντύνουν, τη θρηνούν με ένα δημοτικό τραγούδι. Όμως δεκάδες άλλοι νεκροί δεν θα θαφτούν κανονικά. Τουλάχιστον στην Τροία έκαναν ανακωχή για να τους θάψουν με τιμές ενώ τώρα τα θύματα παραμένουν πεταμένα σε χαράδρες χωρίς θυσίες και τελετές.

“Πέρασαν πάνω από εξήντα χρόνια από τότε…” Εδώ η αναδιήγηση είναι του συγγραφέα. Ένα παιγνίδι μνήμης και ιστορίας, παραμυθιού και ομηρικού έπους. Ο σημερινός συγγραφέας ξαναθυμάται τις διηγήσεις της δασκάλας και προσθέτει ορισμένα ομηρικά αποσπάσματα όπως του θυμωμένου Αχιλλέα: “έτσι είπε στα κύματα και στον αέρα, στον κίτρινο ουρανό και στον εαυτό του. Μετά αποκοιμήθηκε με βαριά καρδιά”. Το ύφος θυμίζει μεταφράσεις αρχαίου κείμενου. Η δασκάλα διασκευάζει και ο συγγραφέας διασώζει  τα λόγια της. Μέσα στην σκοτεινή σπηλιά  συνεχίζεται η προφορική παράδοση. Η ραψωδία γίνεται αργότερα πεζός λόγος με μια εσωτερική ποιητικότητα.

Από την άλλη, η περιγραφή της παιδικής ηλικίας του αφηγητή, έχει τις δικές της χάρες. Στο χωριό, βουτηγμένο στη φύση, ξεχωρίζουν τα δέντρα: η μουριά, κάτω από την οποία συναντιέται το εφηβικό ζευγάρι, το κυπαρίσσι που σκαρφαλώνει ο δεκαπεντάχρονος για να παρακολουθεί την δασκάλα στο σπίτι της, η  μυρωδιά από τις ανθισμένες αμυγδαλιές κόντρα στην φοβερή απειλή που αιωρείται στο χωριό και ακόμη πιο τραγικό οι κρεμασμένοι από την καστανιά συγχωριανοί του.

Από την πλευρά της Τροίας, ενώ παραβλέπεται ο ηρωισμός μέσα από τις επιλογές της δασκάλας και υποβαθμίζεται η θεϊκή παρέμβαση, προβάλλεται το συναίσθημα, η σωματικότητα, η ανθρώπινη διάσταση, τα λουσίματα με λάδι, τα παλέματα. Οι όμορφες γυναίκες, τα κορμιά των αντρών, οι φιλίες, οι αγάπες, η ελευθερία της συνείδησης, η περηφάνεια. Τονίζεται η εξαπάτηση και το ξεγέλασμα του εχθρού μέσα από μεταμφιέσεις με δέρματα θηρίων, με τον αρπαγμένο οπλισμό του αντιπάλου, τις μάνες που ντύνουν κοριτσάκια τα αγόρια τους για να μην πολεμήσουν.

Στο τέλος η κυρία αλλάζει ρούχα, πετάει τα μαύρα, αποκτάει ταυτότητα. Είναι η κυρία Μαρίνα. Στο σχολείο ανοίγουν όλα τα παράθυρα και προβάλει απέξω η εύφορη πλάση. Η ζωή συνεχίζεται με ιστορίες που νοηματοδοτούνται από τις ανθρώπινες ζωές. Η κυρία με το πέρασμά της άγγιξε  έναν έφηβο, του έδωσε ψυχικά και πνευματικά εφόδια για να συνεχίσει την πορεία του. Η πολιορκία της από τη μεριά του μπορεί να μην ήταν μοιραία αλλά ήταν τουλάχιστον ευεργετική.

 

(*) O Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι  συγγραφέας, το κείμενο βασίζεται στην παρουσίαση που έγινε πρόσφατα στον Ιανό.

 

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Η πολιορκία της Τροίας, Πατάκης 2022

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο αναγνώστης

 

 

Τρίτη 15 Μαρτίου 2022

Reading Greece: Theodoros Grigoriadis on Literature as a Personal Testimony Fostering a Sense of Closeness between the Writer and the Reader

Theodoros Grigoriadis was born in 1956, in Paleohori Kavala, Northern Greece. He studied English Literature at the Aristotle University of Thessaloniki, taught English in state schools and co-operated with the Public Library of Serres for seven years. He has written eleven novels, four short story collections, a novella and a theatrical monologue. His novel Life at the borders received the State Literary Award for Best Novel in 2016, while The Father’s song received the Nikos Themelis Award of the literary magazine O anagnostis in 2019. His books have been translated in Egypt, Denmark and France.

Theodoros Grigoriadis INTRO Michalis Anastasiou

He presented the documentary series "The reason for writing" on the Hellenic Parliament Channel. In 2019-21, in three cycles of literary seminars, he presented American authors in collaboration with the Athens American Center of the American Embassy. He is a member of the Hellenic Authors’ Society and PEN Greece.

Your new writing venture The nostalgia for loss is expected in spring 2022. Tell us a few things about the book.

It is a collection of thirty-one narrations. I opted for this word in the book’s cover instead of ‘short stories’ as it much better characterizes the narrative voice. Most narrations seem to arise from personal confessions and storytelling although there is also third-person recounting. It is a broad narration verging on a novel, divided in three cycles and an epilogue.  Each cycle is united through a specific place (Northern Greece, Thrace, Library of Serres, Athens) and some characters that re-appear in different stories, while each narration cycle leads to the next. Love, loss, memory, mourning, laughter, sarcasm, adventure, self-consciousness are the themes that the numerous ordinary heroes of the stories are confronted with. Yet, there is another element which is more intense compared to my previous one: the bibliophilic one, especially in the second cycle that takes place in a public library.

Novels, novellas, short stories throughout a period of more than thirty years. What brought you to writing and which continues to be your driving force?

There are two different aspects to my writing career. Τhe apparent one, as a writer of books that have been published since 1990 and short stories published in literary magazines since the 1980s. Yet, there is also a hidden, uncategorized material which started long before and continues to this day: Diaries, notes, narration drafts.

This urge towards writing started at the age of fifteen and is due to reading literature. I was an avid reader, as a teenager, especially of classical literature. Now, if there is a gene that added to this inclination, I cannot say. Writing for me was something natural from the start. My studies in English Literature along with the rest of my readings further strengthened this course and gradually led me to create a writing persona, the one with which I continue to publish, without neglecting the writer of that other material, the more personal one. After all, a great part of those texts is used in my current stories.

“I am literary attracted to people, their peculiarities, their obsessions, their loves; I am interested in the other, the stranger, the different, our hidden self".  Would you say that this interest in human nature constitutes a recurrent theme, a kind of ‘literary obsession’, in your writings?

My material consists mainly of humans, their stories, people close to me, simple and strange, different and marginal. All people are interesting, they always have something to say when you are eager to listen to them. The stories I write, however, should concern me; they are not just drawn from the news or a distant surrounding. I reckon that I have given voice to dozens of characters all these years, is my so many stories. Gay and transvestite characters especially in Partali, the story of a cross-dresser or refugees and foreigners in The wrestler and the dervish as well as many women – they might outweigh my male heroes.

Τheodoros Grigoriadis BOOKS 1

You have stated in an interview that your homeland is mainly its language, its culture, its literature and art.  How are the notions of time and place defined in your work? What role does language play in this respect?

As I already mentioned, the human material is out there somewhere, yet the language tools are inside me. It is thel anguage that comes and gives voice; it is the way that shapes every story and every character. Those unique words, the phrases, the rhythm. Language has its secrets and it is both marvelous and challenging to look for it and expand it. Yet, contrary to the poet, I do not start with words and ideas, I discover them in the process of writing. Fortunately, the Greek language is rich; I spoke it, searched it and read it in numerous texts of different eras.

In some of your most recent books, there are references to the socio-economic conditions of the last twenty years. How has the recent socio-economic crisis as well as the current pandemic imprinted in your books?

Each of my novels represents a respective decade of my life. Especially during the last decade, it describes what preceded in Life at the borders and Τhe new city, and led both socially and financially to the crisis. Elli's secret takes place at the beginning of the economic crisis and was characterized as representative of its era.

However, from the choices of characters, defense of the weak and minorities, especially refugees, becomes evident. The pandemic has not yet been depicted in my texts; it is quite early for that. Yet, my new collection The nostalgia for loss was written under the influence of the pandemic – I believe that it will appear in the thematic changes I have made. And just one, the last short story, talks about the days of the pandemic amid a sci-fi atmosphere.

Internationally there is a growing trend, called autofiction, which combines autobiographical elements, but with a dose of fiction. How is this trend to be explained?

Ιt was only natural that following the great fiction written by the classical realists at the end of the 19th century, modernism would bring about a different approach to narrative. In the mid-20th century, there were numerous first-person narratives that combined fiction and autobiography. Especially in France, there were quite a lot and it didn’t take us long to gradually integrate them into our own literature. What else could a first-person narrative be? A need to become more credible, to act as a testimony. Let’s consider the prose of Melpo Axioti, Giorgos Ioannou, Margarita Karapanou and so many others. In our times, when our whole life constitutes a daily post on the social media, auto-fiction is becoming more acceptable. We need personal testimonies, those short personal  narratives and this is what auto-fiction offers; a sense of closeness and participation even in the guilt and the secrets of the writer.

Τheodoros Grigoriadis BOOKS 2

Do you agree with those who argue that Greek writers have a preference for short form and that short story collections have outweighed novels and longer narratives?

Indeed, there is a strong tradition in short stories that starts from the early days of Greek prose. It may be due to the Greek temperament, our climate and geographical position, our habits. Long narratives have found no place in Greece. Let us not forget how close to short narrative were our demotic songs, the prose songs, how vivid a story they told. Most Greek writers start by publishing short stories in magazines. Yet, we must admit that short stories are not popular on commercial terms. Literature is one thing and the market is quite another.

How do Greek writers converse with world literature? Where does the global meet the local/national?

Greek literature has always "read" and was informed of foreign literature. We have a large number of translations from every country; in this respect we are at a very high level. Influences are more than evident in crime and fantasy fiction. Auto-fiction also begun to penetrate our prose, while migration and refugees as a global problem also provided Greek writers with enough material. Unfortunately, though, due to the lack of translations of Greek literature, our own contemporary literature has little effect on contemporary foreign literature. Whatever influences are traced back to the ancient Greek literary canon. Foreign writers, instead of reading Greek literature, prefer to be inspired directly from our country and especially our islands; an ‘islomania’ as Lawrence Durrell eloquently put it!

*Interview by Athina Rossoglou

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

«Ιστορικές και Πολιτισμικές Διαδρομές στη Μεσόγειο»




ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ

«Ιστορικές και Πολιτισμικές Διαδρομές στη Μεσόγειο» του εγκεκριμένου από το ΥΠΠΟΑ έργου «Χίλιες και μια... συναντήσεις»

https://us06web.zoom.us/webinar/register/WN__Q1tRfo-T7GDuluh14Gi-g

* Απαιτείται προεγγραφή στην εκδήλωση.
Μετά την εγγραφή σας θα λάβετε
email επιβεβαίωσης με τα στοιχεία σύνδεσης για την εκδήλωση

Την Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021 και ώρα 18:00 μ.μ. (ώρα Ελλάδας), θα πραγματοποιηθεί η τρίτη και τελευταία εκδήλωση του εγκεκριμένου και επικουρικά χρηματοδοτούμενου από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού της Ελλάδας έργου της CulturePolis / Κ.Ελ.Α.Λ.Π. «Χίλιες και μια...συναντήσεις», που στοχεύει στην προώθηση και προβολή της ελληνικής λογοτεχνίας και δημιουργίας ως μέσο διαπολιτισμικού διαλόγου στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και κυρίως στον Αραβικό κόσμο.

Η εκδήλωση έχει τίτλο «Ιστορικές και Πολιτισμικές Διαδρομές στη Μεσόγειο» και συμμετέχουν πέντε Έλληνες δημιουργοί, οι οποίοι θα μιλήσουν μέσω του έργου τους για τις αμφίδρομες πολιτιστικές σχέσεις ανάμεσα στην χώρα μας και σε άλλες χώρες της Μεσογείου.

Συμμετέχουν οι Έλληνες δημιουργοί:

Θεόδωρος Γρηγοριάδης, συγγραφέας

Δρ. Αλέξανδρος Καζαμίας, πολιτικός επιστήμων, ερευνητής 

Κώστας Κωνσταντάτος, μουσικός, εικαστικός

Δρ. Μαρία Παπαδήμα, μεταφράστρια, μεταφρασεολόγος 

Κώστας Φέρρης, σκηνοθέτης, σεναριογράφος

Μπορείτε να δείτε τα βιογραφικά των συγγραφέων ΕΔΩ

Την εκδήλωση συντονίζει η συγγραφέας, μεταφράστρια λογοτεχνίας και Διευθύντρια του Κ.Ελ.Α.Λ.Π., κα. Πέρσα Κουμούτση.




Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά με παράλληλη μετάφραση σε δύο γλώσσες από τους Δρ. Χάλεντ Ραούφ και Πέρσα Κουμούτση. Θα προβληθεί οπτικό υλικό.


Δευτέρα 12 Απριλίου 2021

Παρουσίαση στην εφημερίδα "Πελοπόννησος".

Το "Γραφείο Πεζογραφίας" συνεχίζει την παρουσίαση Ελλήνων και Ελληνίδων πεζογράφων στην εφημερίδα "Πελοπόννησος". 

Στο φύλλο της Κυριακής 11.04.2021 παρουσιάζεται το πεζογραφικό πορτρέτο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.
Επιμέλεια σελίδας Αντώνης Δ. Σκιαθάς, Τριαντάφυλλος Η. Κωτόπουλος
Γραφείο Πεζογραφίας Ενότητα: "Πεζογραφικά Πορτρέτα" .

Αναδημοσίευση στο CULTURE BOOK


    Πείτε μας μια μικρή ιστορία 100-200 λέξεις με ένα σπουδαίο πεζογράφο που έχετε συναναστραφεί ή συναντήσει.

"Πρώτη λογοτεχνική παρέα"

Το 1993, όταν άρχισα να εκδίδω στον Κέδρο, θυμάμαι με συγκίνηση το πρώτο τραπέζι που κάθισα με τους παλιότερους λογοτέχνες. Ο Γιάννης Κοντός αναλάμβανε να τους μαζεύει κάθε τόσο στο ΙΝΤΕΑΛ τα μεσημέρια. Έτσι γνώρισα από κοντά τον Μένη Κουμανταρέα, τον Κώστα Μουρσελά, τον Γιάννη Βαρβέρη κ.α. Ο Γιάννης Βαρβέρης με έπαιρνε μαζί του για ποτό στα νυχτερινά κέντρα της Ιεράς Οδού! Επίσης είχα καλή σχέση με τον Γιώργο Χειμωνά, όταν τον έβλεπα φυσικά γιατί έλειπε στην Γαλλία και με τον Νίκο Θέμελη. Αυτές ήταν οι τελευταίες λογοτεχνικές μου παρέες, καθώς όλοι τους έφυγαν πια. Τώρα πια όλοι “συναντιόμαστε” στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

    Ποιο ήταν το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο που θυμάστε να κρατήσατε στα χέρια σας ως παιδί και με ποια αφορμή;

Παιδί, στο δημοτικό σχολείο, θυμάμαι τον “Κόμη Μοντεχρήστο”, “Το κοριτσάκι με τα σπίρτα” και τα “Διηγήματα” του Παπαδιαμάντη. Όλα διασκευασμένα για παιδιά, όλα δώρα από την νονά μου τις γιορτές, πολύτιμα δώρα που σκαρφάλωσαν στην πρώτη μου μικρή βιβλιοθήκη.

    Υπάρχουν συγγραφείς, Έλληνες και ξένοι, που επηρέασαν καθοριστικά τον τρόπο γραφής σας;

Στα πρώτα μου διηγήματα επηρεάστηκα πολύ-ή έτσι πίστευα-από τον Γιώργο Ιωάννου αλλά στο μυθιστόρημα μαθήτευσα κοντά στους Αγγλοσάξωνες που διάβαζα στο Πανεπιστήμιο στην Αγγλική Φιλολογία. Μελέτησα πολύ τη βρετανική γενιά του ογδόντα, τον Kαζούο Ισιγκούρο, τον Ίαν ΜακΓιούαν, τον Γκρέιαμ Σουίφτ.

    Η πεζογραφία απαιτεί σχεδιασμό και μεγάλη διάρκεια συγγραφικής αφοσίωσης. Πώς ακριβώς γράφετε μια ιστορία; Κάνετε ένα προσχέδιο, κρατάτε σημειώσεις, υιοθετείτε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εργασίας;

Πάντα υπάρχει ένα προσχέδιο σε ένα μπλοκ που αποτελεί και το ημερολόγιο της συγγραφής όταν συνεχιστεί το αρχικό σχέδιο. Ύστερα ξεκινάνε οι πρώτες γραφές, χειρόγραφες στα πρώτα κεφάλαια, και μετά περνάω κατευθείαν στον υπολογιστή αν και έχω γράψει ολόκληρα μυθιστορήματα στο χέρι. Στην πρώτη φάση της συγγραφής είμαι απομονωμένος, γράφω τις πρωινές ώρες. Εκτυπώνω αρκετές φορές το κείμενο γιατί μόνον πάνω στο χαρτί μπορώ να το ελέγξω.

    Οι χαρακτήρες των έργων σας είναι προϊόν μυθοπλασίας ή              εμπνέονται από βιωμένες εμπειρίες της προσωπικής σας ζωής;     Υπάρχουν κάποιοι που συγγενεύουν με εσάς;

Οι χαρακτήρες μου βρίσκονται συνήθως στο κοντινό μου περιβάλλον ή μέχρι εκεί που μπορεί να φτάσει η ματιά και η φαντασία μου. Παρατηρώ τους ανθρώπους, διαμορφώνω χαρακτήρες, τους μεταπλάθω. Σε μερικά μυθιστορήματα κυριαρχεί το αυτοβιογραφικό στοιχείο: στον “Ναύτη” ή στο “Παρτάλι”. Αλλού αντλώ από ανθρώπους που είχαμε κοινές εμπειρίες όπως οι ηρωίδες μου στο “Μυστικό της Έλλης” και στη “Ζωή μεθόρια”, ιδιαίτερες προσωπικότητες γυναικών που γνώρισα όσο δίδασκα στη μέση εκπαίδευση.

    Οφείλει ο σύγχρονος πεζογράφος να «αποδράσει» από το ιδιωτικό του όραμα και να γίνει συμμέτοχος ή δημιουργός ενός κοινωνικού οράματος; Κατά πόσο και σε ποιο βαθμό επηρεάζει το διαδίκτυο έναν ανάλογο τρόπο σκέψης;

Ο συγγραφέας καταγράφει τον κοινωνικό του περίγυρο, δεν καταγγέλει, ούτε συστρατεύεται με κόμματα. Υποστηρίζει με τις ιστορίες του την κοινωνική δικαιοσύνη, την ισότητα και την ελευθερία του λόγου. Και αυτά μέσα από τους ήρωες και τις μυθοπλασίες του και όχι με αφορισμούς και πολιτικολογίες. Το διαδίκτυο διασπά την κοινωνία σε μικρότερες υπο-ομάδες, χάνεται η κοινωνική συνοχή και όλα λειτουργούν μέσα από ένα ατομικιστικό πρίσμα. Γίνονται όλοι “διάσημοι” αλλά χωρίς κοινό για να τους αποθεώνει.

    Ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά στοιχεία που θεωρείτε ότι «κάνουν» ένα βιβλίο να είναι πολύ σημαντικό και να «αντέχει» στον χρόνο;

Η γλώσσα, η δομή, ο τρόπος που εκφράζεται για την εποχή του θα δώσει κίνητρο και στις επόμενες γενιές να διαβαστεί. Καλύτερα όμως να αναγνωρίζεται ένα έργο όσο ζει ο δημιουργός του, μετά τι νόημα έχει για τον ίδιο;

    Η πεζογραφία μπορεί να «θρέψει» τον συγγραφέα; Πώς αντιμετωπίζετε επαγγελματικά τον βίο σας;

Φυσικά όχι, ειδικά η λογοτεχνία σε μια μικρή χώρα σαν τη δική μας. Γι αυτό και οι περισσότεροι συγγραφείς βιοπορίζονται από κάποιο άλλο επάγγελμα. Εγώ εργάστηκα ως καθηγητής αγγλικών στο δημόσιο. Ωστόσο στη χώρα μας δεν αμείβεται το γραπτό. Υπολογίζω ότι γράφω 25-30.000 λέξεις, άρθρα ή πεζογραφήματα, το χρόνο χωρίς αμοιβή. Στο London Review of Books κάθε άρθρο χρεώνεται ένα δολάριο τη λέξη.

    Ο χώρος της λογοτεχνίας γενικότερα και της πεζογραφίας ειδικότερα, όπως έχει δείξει η ιστορία, συνιστά τόπο μικρών και μεγάλων αψιμαχιών. Εσείς πώς τις βιώνετε;

Μπορεί να υπάρχουν αλλά δεν έχω εμπλακεί ποτέ και ούτε έχει νόημα. Ο τρόπος ζωής και ο χαρακτήρας μου με αποτρέπουν να είμαι επιθετικός ή ανταγωνιστικός στο χώρο μου.

    Ποιες συμβουλές θα επιθυμούσατε να δώσετε σε νεότερους συγγραφείς;

Να διαβάζουν, να γράφουν, να συνδεθούν με την μεγάλη ελληνική λογοτεχνική παράδοση. Εκεί βρίσκεται ο πλούτος μας.



Χέρμαν Μέλβιλ «Πιέρ ή Οι αμφισημίες», μετάφραση: Σοφία Αυγερινού, εκδόσεις Μάγμα 2026

Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης  «Ας αφήσουμε την αμφίσημη πορεία των γεγονότων να αποκαλύψει την ίδια την αμφισημία τους» (σελ. 310) Νέος, κα...