Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία και σινεμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία και σινεμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Ιουλίου 2022

Ρόμπερτ Μούζιλ γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης

 Ρόμπερτ Μούζιλ «Οι αναστατώσεις του οικότροφου Τέρλες», 

μετάφραση: Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδόσεις Πατάκη, 2001


Το σύντομο μυθιστόρημα του αυστριακού συγγραφέα Ρόμπερτ Μούζιλ εκδόθηκε το 1906 με μεγάλη επιτυχία όταν εκείνος ήταν είκοσι πέντε ετών. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της γερμανόφωνης λογοτεχνίας που σημάδεψε τον 20ό αιώνα με την έμφαση στις σχέσεις εξουσίας και αδύνατου και με τη διορατικότητα να προφητεύσει τον επερχόμενο φασισμό.

Ο έφηβος Τέρλες, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, στέλνεται σε ένα μακρινό σχολείο, αυστηρό και κλειστοφοβικό. Από την πρώτη στιγμή δίνεται το στίγμα και το χρώμα της ατμόσφαιρας. Όλα γκρίζα, μολυβένια, μαύρα νερά, λασπεροί και έρημοι κήποι, σκοτάδια και φωτοσκιάσεις, ομίχλες, υγρά πεζοδρόμια και βρώμικος αέρας. Και αν αυτό είναι το εξωτερικό περιβάλλον του οικοτροφείου, μέσα η σκοτεινιά είναι ακόμη πιο αδιαπέραστη. Κτίριο λαβύρινθος, δαιδαλώδεις στοές και μία απόκρυφη σοφίτα όπου καταφεύγουν οι νεαροί οικότροφοι για να πραγματοποιήσουν τα άνομα σχέδιά τους. Μια σοφίτα που στην πραγματικότητα είναι ένα δωμάτιο βασανισμού και απελπισίας, ένα γκέτο για κάθε άνομη επιθυμία, ένας «λησμονημένος μεσαίωνας». Σκηνικοί χώροι μιας ασπρόμαυρης ταινίας που θα μπορούσε να είχε σκηνοθετήσει ο Φριτς Λανγκ αλλά τελικά γύρισε –σε ασπρόμαυρη και πάλι εκδοχή– ο Φόλκερ Σλέντορφ το 1966 στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία που βραβεύτηκε στις Κάνες.

Μόνος και ακοινώνητος ο νεαρός Τέρλες πολύ σύντομα παγιδεύεται από την καταπιεστική και διαβρωτική προσωπικότητα δύο συμμαθητών του, του Ράιτινγκ και του Μπάινεμπεργκ. Νέοι, αλλά φορτισμένοι με το πάθος για εξουσία και χειραγώγηση, εγκλωβίζουν τον αδύνατο σπουδαστή Μπαζίνι χειραγωγώντας τον με εκβιασμούς, βιασμούς και βασανιστήρια. Μάλιστα ομολογούν στον Τέρλες ότι πειραματίζονται με τον άνθρωπο-θύμα και τον χρησιμοποιούν για να μελετήσουν τις αντιδράσεις του. Η εξόντωση του αδύνατου βρίσκεται μέσα στα πιστεύω τους, η διαφορετικότητα του Μπαζίνι, η ευαισθησία του και ο διαρκής εκφοβισμός, η αντιμετώπισή του σαν σκουλήκι δοκιμάζουν τελικά την ψυχή και το πνεύμα του νεαρού Τέρλες. Ο Τέρλες αναγκάζεται να είναι παρών στην απόλυτη ταπείνωση του Μπαζίνι, γονατιστός σαν τετράποδο, σκηνές που φέρνουν στο νου το Σαλό του Παζολίνι, ταινία πάνω στην θηριωδία του ναζισμού, τον οποίο εξέθρεψαν οι νεότεροι πρόδρομοι του: οι βασανιστές του Μπαζίνι.

Άλλωστε και ο ίδιος ο Μούζιλ, χρόνια μετά το 1930, τους αποκάλεσε «δικτάτορες του σήμερα». Ο συγγραφέας έβλεπε τη μετεξέλιξη της Γερμανίας σε φασιστικό κράτος αλλά δεν πρόλαβε να δει τις ολοκληρωμένες θηριωδίες τους στην κορύφωση του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αφού πέθανε στην Γενεύη, όπου είχε καταφύγει το 1942, καθώς κινδύνευε η ζωή της Εβραίας γυναίκας του. Εκεί έζησε με ένα μικρό επίδομα, οι Γερμανοί είχαν απαγορεύσει ήδη τον τρίτο τόμο του μεγάλου του έργου «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ποτέ. Λησμονημένος πια, φτωχός, απελπισμένος παρακολουθούσε σε κατάσταση παραφροσύνης τη «μεγάλη σκιά» να απλώνεται σαν μαύρος ορίζοντας πάνω από την Ευρώπη.


Ωστόσο, άλλη μια πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή του μυθιστορήματος είναι εκείνη που σχετίζεται με τον ερωτισμό και τη δυσφορία του φύλου. Είναι μια πτυχή που κάπως παραμερίστηκε στις παλιότερες αναλύσεις του βιβλίου, λόγω της βίαιης και καθηλωτικής συμπεριφοράς των νεαρών βασανιστών, όμως υπάρχει μια φανερή αλλά και υποσυνείδητη διάδραση ανάμεσα στις πράξεις, στις επιθυμίες και στον αυτοκαθορισμό τους.

Αυτός που κυρίως εξελίσσεται είναι ο νεαρός Τέρλες καθώς συνειδητοποιώντας ότι ανήκει στην πλευρά των βασανιστών (εκβιάζεται και ο ίδιος για να μην αντιδράσει) δεν αντιδρά παρά στο τέλος, όταν αντιλαμβάνεται την αγάπη του Μπασίνι απέναντί του αλλά και τη δική του σταδιακή έλξη προς το καταρρακωμένο αγόρι. Μέσα από τον Μπαζίνι αναρωτιέται για τη δική του ταυτότητα («μήπως είμαι κορίτσι;»), ταυτίζεται αλλά και διεγείρεται ερωτικά. Ο πόθος του δημιουργεί ένταση και ενοχές. Δεν είναι πια η πόρνη της περιοχής στην οποία καταφεύγει, όπως τόσα άλλα αγόρια, που του ξυπνά τον ερωτισμό, αλλά ο πληγωμένος συμμαθητής του. Ωστόσο αυτή η σαδομαζοχιστική σχέση μόνον πρότυπο συντροφικότητας δεν μπορεί να είναι. Είναι ολοφάνερο ότι ο Μούζιλ, που δεν ήταν ομοφυλόφιλος, καθόλου δεν μπόρεσε να εξωραΐσει τη σχέση τους γιατί κατά βάθος τον ενδιέφερε η καταπιεστική και φασιστική μεταχείριση του αδύνατου.


Από αυτή την άποψη διαφοροποιείται από τους άλλους συγγραφείς εκείνης της περιόδου, ομοφυλόφιλους ή και αμφί, τον Αντρέ Ζιντ, τον Τόμας Μαν, τον Ζαν Κοκτό, που περιέβαλαν τους ήρωές τους με ένα πλέγμα παρακμιακής ποιητικότητας αλλά και αρρωστημένης κοινωνικότητας. Οι βασανιστές του Μπαζίνι είναι οι επόμενοι βασανιστές των μειονοτήτων και των Εβραίων, ενώ ο νεαρός Τέρλες απομακρύνθηκε στο τέλος από τη σχολή· «ρέπει προς την υστερία» αποφάνθηκαν οι καθηγητές του. Το βιβλίο ξεκινάει με τους γονείς του να τον φέρνουν στη σχολή και τελειώνει με την αναχώρησή του πίσω στην οικογένεια – άραγε κι αυτό δεν δίνει ένα στίγμα για τους γονείς και τη στάση τους όσον αφορά τις ευθύνες απέναντι στα παιδιά τους; Σίγουρα όμως δεν μπορούμε να του δώσουμε κι αυτουνού συγχωροχάρτι γιατί συνέδραμε στον διασυρμό του Μπαζίνι (τον αποκάλεσε «κλεπτομανή») και βασανισμό του μπρος στα μάτια του. Θα περάσουν αρκετά χρόνια που η λογοτεχνία δεν θα εκπροσωπεί την πλευρά των δυνατών αλλά θα δώσει φωνή στους σιωπηλούς και κακοποιημένους.

Ο τρόπος που γράφει και περιγράφει ο Μούζιλ είναι αστόλιστος, αντιποιητικός και βαθιά διεισδυτικός δίνοντας και μερικές ανάσες στοχαστικής ανάτασης στον ήρώα του. Ο Μούζιλ εντόπισε νωρίς, στις αρχές του 20ού αιώνα, το κακό, τον αδύναμο και με αυτή την ιστορία αφυπνίζει και προειδοποιεί. Άφησε πίσω του και άλλα εξαιρετικά κείμενα και φυσικά το ημιτελές τεράστιο έργο του «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες», που αποτελεί πρόκληση η αποπεράτωση της ανάγνωσης του.

Η μετάφραση του Τέρλες είναι του Αλέξανδρου Ίσαρη που ξαναδούλεψε μια δική του, ενώ η επιμελημένη έκδοση (της σειράς Σύγχρονοι Κλασικοί των εκδόσεων Πατάκη) περιέχει εισαγωγή του ιδίου, χρονολόγιο και φωτογραφίες.


Εποχή, Η εποχή των βιβλίων, Σαββατοκύριακο 2/3 Ιουλίου 2022 




Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

"The Guernsey Literary and Potato peel pie Society¨


 

Μια συγκινητική ιστορία, σε σκηνοθεσία του Μάικλ Νιούελ, διασκευή από βιβλίο, απόλυτα βιβλιοφιλική, πιο ... δεν γίνεται! Ιδανική και για ομάδες ανάγνωσης.

Στο Ertflix. 

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2019

Το παιγνίδι με τη φωτιά


Η ταινία του Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Λι Τσανγκ-ντονγκ "Το παιγνίδι με τη φωτιά" στηρίζεται πάνω στο διήγημα του Γιαπωνέζου συγγραφέα Χαρούκι Μουρακάμι 'Φλεγόμενος αχυρώνας΄(από την συλλογή 'Ο ελέφαντας εξαφανίζεται΄) με φανερές αναφορές στο διήγημα του Γουίλλιαμ Φώκνερ 'Ο αχυρώνας καίγεται". Μόνον αν διαβαστούν τα διηγήματα και δεις την ταινία καταλαβαίνεις τις φανερές και αδιόρατες πλέξεις.Αυτό κι αν δεν είναι διαπολιτισμική διακειμενικότητα.
Η ταινία μου άρεσε κι ας ήταν κάπως μεγάλη-φυσικά την συστήνω στους σινεφίλ. Η προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη "Poetry" είναι από τις λίγες που κρατάω αγορασμένες ως προσωπικό κινηματογραφικό αρχείο.
Όμως το διήγημα του Φώκνερ δεν ξεπερνιέται! Ένα από τα καλύτερα διηγήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Η Βικτώρια Χίσλοπ δεν έδωσε στο Χόλυγουντ το Νησί

αρνούμενη 300.000 λίρες αλλά προτίμησε το Mega, θέλοντας να τιμήσει τη χώρα που εμπνεύστηκε το βιβλίο της. Μολονότι δεν είναι του γούστου μου τέτοια βιβλία εκτιμώ την κίνησή της...

από τον Independent

Author rejects Hollywood offer

By Olivia Alabaster


Monday, 3 May 2010



Tthe author Victoria Hislop has shunned a Hollywood offer to adapt her best-selling debut novel The Island, about a leper colony off Crete, in favour of a much smaller fee from a Greek television network.

She was offered £300,000 by a US film studio for the rights to her novel, which follows a British woman tracing her ancestry to the island Spinalonga, off the coast of Crete.

However, worried about how her novel might be handled by Hollywood producers, and eager to give something back to the country in which it is set, Hislop instead opted for the Greek company Mega, which will turn her novel into a 26-part series, employing 300 local actors.

"I was simply not happy with the approaches from America. I was worried what might happen to my story and my characters," said Hislop. "I feel much happier with some of my input [counting] and knowing that the Greeks, who took the book to their hearts, will care about making the series and keep loyally to the plot." Hislop will have a minor speaking role in the adaptation.

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

ΚΑΖΟΥΟ ΙΣΙΓΚΟΥΡΟ "Μη μ' αφήσεις ποτέ" η ταινία




Το τρέιλερ της ταινίας "Never let me go" που στηρίζεται στο τελευταίο μυθιστόρημα του Βρετανού Καζούο Ισιγκούρο "Μη μ΄αφήσεις ποτέ" (ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ) και που μόλις ολοκληρώθηκε.
Πρωταγωνιστές η Κίρα Νάιτλι και ο Άντριου Γκάρφιλντι ("Boy A").
Το σενάριο και ως παραγωγός υπογράφει ο συγγραφέας Άλεξ Γκάρλαντ ("Η ακτή") και όχι ο ίδιος ο Ισιγκούρο που στο παρελθόν έγραψε δύο σενάρια για την τηλεόραση και ένα κινηματογραφικό ("The saddest music in the world").

Το περιμένω....





Τετάρτη 12 Μαΐου 2010


ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΣΕΡΡΩΝ

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ «Η λογοτεχνία στην οθόνη»

Τετάρτη 12 Μαίου 2010 στις 8μμ στο Αμφιθέατρο

Είσοδος ελεύθερη


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ

(ENTRE LES MURS)


Σκηνοθεσία: Laurent Cantet
Σενάριο :
Francois Begaudeau
Ηθοποιοί:
Francois Begaudeau

Κοινωνική – Γαλλία 2008
Διάρκεια: 128΄

Ο Φρανσουά και οι καθηγητές συνάδελφοι του, προετοιμάζονται για την καινούργια σχολική χρονιά, στο γυμνάσιο μιας σκληρής, εργατικής συνοικίας. Οπλισμένοι με τις καλύτερες προθέσεις, δεν πτοούνται από τις δύσκολες συνθήκες εργασίας και θα προσπαθήσουν με όλες τους τις δυνάμεις να μεταδώσουν γνώση, στους μαθητές τους. Κουλτούρες και συμπεριφορές έρχονται σε αντιπαράθεση μέσα στη τάξη, σε έναν μικρόκοσμο που αντιπροσωπεύει τη Γαλλία του σήμερα. Οι μαθητές είναι διασκεδαστικοί αλλά και δύστροποι. Αυτό μπορεί να υπονομεύσει τον ενθουσιασμό των χαμηλόμισθων καθηγητών. Ο Φρανσουά επιμένει να διατηρεί στη τάξη μια ατμόσφαιρα σεβασμού και αξιοπρέπειας. Απορρίπτει τη σοβαροφάνεια και τον αυταρχισμό. Είναι σε ακραίο βαθμό ειλικρινής και αυτό είναι πρωτόγνωρο για τους μαθητές. Όμως έρχεται μια στιγμή που οι αρχές που έχει επιβάλει στη τάξη του δοκιμάζονται, όταν ένας μαθητής αμφισβητεί τις μεθόδους του.

Πολύ έξυπνη ιδέα και άψογη, η επιλογή της μεταφοράς του σεναρίου του καθηγητή Φρανσουά Μπεγκοντό από τον σκηνοθέτη Λοράν Καντέ. Είναι σα να καθόμαστε στα θρανία και μεις ξανά, παρακολουθώντας την ταινία
Η διαλεκτική μέθοδος του καθηγητή, η γλωσσολογική συμπεριφορά, οι ηθικές επιλογές του καθώς και η θεωρία που στηρίζει τον άξονα της "επιβράβευσης και τιμωρίας", στο σχολείο, δίνουν λαβή για πολλές σκέψεις Δεν υπάρχει ρεαλισμός ή αναπαράσταση, γιατί έχεις την αίσθηση ότι παρακολουθείς ντοκιμαντέρ για το εκπαιδευτικό σύστημα στη Γαλλία. Μας αφορά; Ναι, μας αφορά, γιατί τα προβλήματα της Γαλλίας, είναι και προβλήματα όλης της "ανεπτυγμένης" Δυτικής Ευρώπης. Και τελικά το φιλμ συζητήθηκε πολύ, αφού τροφοδότησε προβληματισμούς και έδωσε την αφορμή, για αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Το προφίλ των μαθητών, γραμμένο από τους ίδιους, είναι το σημαντικότερο "παιδαγωγικό / σεναριακό" εύρημα, που μπορεί να βοηθήσει στις προσωπικές αδυναμίες και στη συνειδητή κοινωνικοποίηση του ατόμου. Η πολυσυλλεκτικότητα και η πολυπολιτισμικότητα είναι οι δεδομένες δυνάμεις που κυριαρχούν. Στο σχολείο η ομαδικότητα επιμερίζεται, η ευθύνη αφορά και κάθε άτομο ξεχωριστά, γιατί παρ' ότι, όλοι είναι ίσοι, έχουν διαφορετικές προσωπικότητες και ατομική αντίληψη που τους διαχωρίζει, εν τέλει ταξικά. Τα προβλήματα που γεννά η μετανάστευση και οι συνέπειές της, π.χ. φυλετικές διακρίσεις, ξεκινούν να ανδρώνονται από το σχολικό περιβάλλον, γι΄αυτό είναι αναγκαία η παιδαγωγική μέθοδος που επιλέγεται να φροντίσει να αμβλύνει τις ανισότητες που δημιουργούνται από την κοινωνικοικονομική κατάσταση. Ο Λοράν Καντέτ, δεν την αγνοεί και είχε την ευκαιρία να καλύψει τις ουσιαστικές διαφορές με επίκεντρο τις ταξικές διαφορές του ("μέτριου, αλλά όχι για πέταμα") δημόσιου σχολείου από το "υψηλού επιπέδου, ιδιωτικό", αλλά την παραμέρισε, για να αποδώσει τις αιτίες της κρίσης, με όρους σύγχρονης παιδαγωγικής ηθικής σε έναν ιδιόμορφο, ψυχολογικό διδακτισμό.


(myfilm.gr)

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Gender trouble



Με δεδομένο ότι μια ταινία είναι μια αφήγηση/εικόνα, τότε και ο ρόλος που υποδύεται κάθε ηθοποιός αποτελεί μια προσωπική επιλογή της μυθοπλασίας της αλλά και ενός γενικότερου context που θα υποστηρίξει την επιλογή αυτή και προέρχεται από εξω-φιλμικά δεδομένα, μα κυρίως από την ταύτιση που θα επιχειρήσει ο θεατής με τον ρόλο=φύλο.
Ο Κόλιν Φερθ ήταν καλός στον ρόλο του στην ταινία "Ένας άνδρας μόνος" αφού δεν είχε παρά να πείσει παρά ΜΟΝΟΝ ερμηνευτικά.
Η πρωταγωνίστρια στην Στρέλα απέδωσε διπλά ως ρόλος. Αν την υποδυόταν μια γυναίκα ηθοποιός τότε ίσως είχαμε μιαν άλλη ταινία και ίσως όχι μια τέτοια επιτυχία.
Στο "Μαύρο λιβάδι" η γνώση ότι μια κοπέλα υποδύεται το αγόρι ακυρώνει την ταύτιση και την τολμηρότητα και κατοχυρώνει ένα πιο συντηρητικό βλέμμα. Αν ο ρόλος παιζόταν από έναν άντρα ηθοποιό τότε η ταινία θα αντιμετωπιζόταν με τους ίδιους όρους που έγινε αποδεκτή και η "Στρέλα". Αν το φύλο δεν είναι απλά μια κοινωνική κατασκευή αλλά μια performance τότε πρέπει να αναγνώσουμε τα σημάδια απόκρυψης και μεταμφίεσης αφήνοντας τουλάχιστον το σώμα στην αρχική του σκεύη.


Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

De-gaying Isherwood



Απίστευτος βομβαρδισμός για το "Ενας άντρας μόνος". Είπα κι εγώ: θυμήθηκαν τον Ίσεργουντ; Το βιβλίο από το 1993 (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) αποκλείεται να έχει κάνει δεύτερη έκδοση από τότε. Για να δούμε θα τσιμπήσει το μυθιστόρημα κανένα θεατή και θιασώτη της υψηλής ραπτικής και του glamour;

Α, είπα: είναι ο μόδιστρος που σκηνοθετεί το φίλμ...Τόσα εξώφυλλα, τόσες συνεντεύξεις για την ζωή του θαραλέου ράφτη, αλλά ο Ίσεργουντ, ο Ώντεν, τα χρόνια του Βερολίνου, η πολύτομη βιογραφία του ξεχασμένα.

Γιατί τόση Τζούλιαν Μουρ στο trailer; Διάβασε κανένας δημοσιογράφος κανονικά το βιβλίο να δει την αληθινή του διάσταση ή ξεπατίκωνε έτοιμες ανταποκρίσεις;

Ως πότε θα συνεχίζεται το de-gaying ; Για να μπορεί να παρασυρθεί ο θεατής χωρίς να διακινδυνεύσει; Από τι όμως; Δεν είμαστε εδώ Εγγλεζάκια που φυλάκιζαν τον Wilde, ούτε συντηρητικοί Αμερικάνοι για να χάψουμε το απόλυτο gay βιβλίο ως μια ροζ μαρμελαδίτσα.





Why can't A Single Man be glad to be gay?


Director Tom Ford may deny it, but his dramatisation of Christopher Isherwood's seminal novel is a more profoundly gay film than Milk or Brokeback Mountain




Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010


Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών
Κινηματογραφική Λέσχη:
«Η λογοτεχνία στην οθόνη»



ELEGY (Η ελεγεία του έρωτα)
Δραματική, αισθηματική ταινία, αμερικανικής παραγωγής 2008

Πρωταγωνιστούν:

Μπεν Κίνγκσλι... Ντέιβιντ Κεπές
Πενελόπε Κρουζ... Κονσουέλα Καστίγιο
Ντένις Χόπερ... Τζόρτζ Ο’ Χερν

Σκηνοθεσία: Ιζαμπέλ Κοϊξέ
Σενάριο: Nicholas Meyer βασισμένο στο μυθιστόρημα του Φιλίπ Ροθ "The dying animal" (2001), στα ελληνικά «Το ζώο που ξεψυχά» εκδόσεις ΠΟΛΙΣ
Διάρκεια 110'


Προβάλλεται στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών
την Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010 στο Αμφιθέατρο στις 8 μμ.
Είσοδος ελεύθερη

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Στρέλλα


Στρέλλα






  1. Το αν η «Στρέλλα» έχει μια σοβαρή σεναριακή δομή οφείλεται στο γεγονός ότι το σενάριο γράφτηκε από κοινού από τον σκηνοθέτη Πάνο Κούτρα και τον Παναγιώτη Ευαγγελίδη, με τον οποίο είχαν συνεργαστεί και στην «Αληθινή ζωή» το 2004. Ο Ευαγγελίδης είναι συγγραφέας τριών μυθιστορημάτων, μεταφραστής λογοτεχνίας και ειδικά από τα γιαπωνέζικα των έργων του Καβαμπάτα, Ογκάουα κ.α. έχει όμως γυρίσει και μια ντοκιμαντερίστικη ταινία Chip & Ovi (2007)
  2. Χρόνια μετά την πρωταγωνίστρια στην «Ευδοκία» είχα να δω μια φυσιογνωμία να παίζει και να μην θέλω να πάρω τα μάτια μου από πάνω της, πέρα από το παίξιμο. Κοινό και των δύο ότι ήταν ερασιτέχνες ηθοποιοί άρα δεν μορφώθηκαν σε θεατρικές σχολές ούτε ούρλιαζαν κάθε μέρα σε ελληνικές τηλεοπτικές σειρές.
  3. Πολλές γυναίκες μέσα στην αίθουσα προβολής σε μια ταινία όπου έπαιζαν μόνον άντρες αλλά μιλούσε για όσα απασχολούν τις γυναίκες, τον έρωτα, τις σχέσεις. Σε αντίθεση με τον Αλμοντόβαρ που χρησιμοποιεί τις ηρωίδες του ως drag queens ο Κούτρας έβαλε τις «βασίλισσες» να υποδυθούν τις ηρωίδες.
  4. Η σχεδόν καθολική αποδοχή της ταινίας είναι θετικό. Όλοι όμως λένε τα ίδια λόγια και με μια ένταση ότι «μπορούν να την αποδεχτούν», να «υπερβούν τα όρια του politically correct λόγου τους» ωσάν η τόλμη να είναι δική τους και όχι της ταινίας.
  5. Στην Athens Review of Books –Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου, στο 3ο τεύχος, που μόλις κυκλοφόρησε, δημοσιεύεται ένα εκτενές καταπληκτικό άρθρο του Δημήτρη Παπανικολάου με τίτλο «Στρέλλα, μια ταινία για όλη την οικογένεια» που φωτίζει με τον προβολέα της θεωρίας την ταινία αποδίδοντάς της τα δέοντα. Ο Παπανικολάου είναι Λέκτορας Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Από εκεί αντιγράφω: «Οικογένεια είναι αυτοί με τους οποίους αποφασίζουμε να δέσουμε τα συναισθήματά μας ΄ η βαριά μνήμη του παρελθόντος, της «φύσης» και της «καταγωγής», μόνο έτσι ακυρώνεται.

Τι απέγινε η Ελί


Παρακολουθούσα, μόλις χθες την ιρανική-κουρδική ταινία «Τι απέγινε η Ελί» παράλληλα με τα βίντεο στο youtube με τις διαδηλώσεις και συγκρούσεις στους δρόμους της Τεχεράνης. Δύο παράλληλα ξεσπάσματα, ένα σε μια ερημική βίλα με μια ομάδα νέων ζευγαριών και τις ταραγμένες σκηνές στους δρόμους παρμένες από τρεμάμενα χέρια. Δεν χρειαζόταν να καταλάβεις τι παιζόταν τόσο στην ερημιά όσο και στην μητρόπολη. Τι κρίμα να οδηγείται στον εμφύλιο ένας τόσο σημαντικός λαός.

Όσο για το εκλογικευμένο φινάλε της ταινίας με την σκηνή του πτώματος ας αφήσουμε και κάποιους σκηνοθέτες να μην είναι έρμαια της ambiguity αλλά να οδηγούνται στην αλληγορία μέσα από τα πιο ρεαλιστικά μέσα.

Στις σκηνές της αναζήτησης, τρόμαξα. Κύματα, ένας χαρταετός: σφίχτηκε το στομάχι μου αληθινό σινεμά.

Όταν ο Ιρανός από την Γερμανία διηγείται στους άλλους πώς η μάνα του κάθε φορά που φεύγει του κρύβει πίκλες μέσα στην βαλίτσα του, θυμήθηκα την βαριά βαλίτσα που έσερνα προχθές φεύγοντας από το Παλαιοχώρι αεροπορικώς και, ανοίγοντάς την, στην Αθήνα, βρήκα ένα τάπερ με σαρμαδάκια, δύο κιλά επιπρόσθετο μητρικό βάρος.

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Η λογοτεχνία στην οθόνη


Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου στις 9 μμ

Κινηματογραφική Λέσχη «Η Λογοτεχνία στην οθόνη»





Στο μυθιστόρημα «ΣΤΑ ΠΕΡΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» (εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ) βασίζεται το σενάριο της ταινίας "Master and Commander: The far side of the world". Πρόκειται για μια υπερπαραγωγή, προϋπολογισμού 300 εκατομμυρίων δολαρίων, της 20th Century Fox.

Η σκηνοθεσία είναι του Πίτερ Γουίρ, που ήταν τρεις φορές υποψήφιος για Όσκαρ ("Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών", "Truman Show"), ενώ τους πρωταγωνιστικούς ρόλους των Όμπρεϊ και Ματούριν έχουν αντίστοιχα ο Ράσελ Κρόου, που έχει τιμηθεί με Όσκαρ για τον "Μονομάχο", και ο Πολ Μπέτανι.

To 1969 o Patrick O`Brian ξεκίνησε να γράφει τη μυθιστορηματική σειρά «Master and Commander». Η ομώνυμη ταινία βασίστηκε στο 10ο βιβλίο της σειράς και οι ήρωες βρήκαν τους ιδανικούς τους ερμηνευτές στα πρόσωπα του Russell Crowe (στο ρόλο του Jack Aubrey) και του Paul Bettany (στο ρόλο του γιατρού Stephen Maturin).

Για να ολοκληρωθούν τα γυρίσματα του Master and Commander -μεγάλο μέρος από τα οποία έγιναν στο Μεξικό στην γιγαντιαία δεξαμενή που γυρίστηκε ο Τιτανικος - χρειάστηκαν πολλά χρήματα. Το κόστος της ταινίας έφτασε τα 135.000.000$, η εταιρεία παραγωγής όμως πιστεύει πως θα έχει κέρδη, τόσο χρηματικά, όσο και «Οσκαρικά», αφού μετέθεσε την έναρξη του φιλμ μέσα στο Νοέμβριο του 2003, πλησιάζοντας έτσι περισσότερο στον θεσμό των κινηματογραφικών βραβείων.

Η εν λόγω ταινία, λοιπόν, διαπραγματεύεται τις περιπέτειες του έμπειρου καπετάνιου Jack Aubrey –γνωστός και ως τυχερός Jack-, του φίλου του και γιατρού Stephen Maturin και του πληρώματος του πλοίου τους που ονομάζεται «Έκπληξη». Η «Έκπληξη» διασχίζει τον ωκεανό, όταν δέχεται μια ξαφνική επίθεση από ένα γαλλικό «πλοίο φάντασμα» που τη βρίσκει απροετοίμαστη αφήνοντάς την σχεδόν κατεστραμμένη. Από το σημείο αυτό και μετά η σχέση των δύο φίλων κλονίζεται. Ο καπετάνιος θέλει να εκδικηθεί καταδιώκοντας το γαλλικό πλοίο, ενώ ο γιατρός υποστηρίζει πως είναι απαραίτητο να πιάσουν στεριά. Ο Jack θα τον αγνοήσει, με επακόλουθο την εμπλοκή τους σε μία άγρια ναυτική περιπέτεια...

Ο Peter Weir σκηνοθετεί μία ταινία καταιγιστικής δράσης διαλέγοντας έτσι διαφορετικό στυλ από αυτό που τον έκανε διάσημο σκηνοθετώντας ταινίες όπως το Dead Poets Society και το Truman show. Με το συγκεκριμένο έργο πλησιάζει περισσότερο στο μοτίβο σκηνοθεσίας μίας από τις πρώτες του ταινίες (Gallipoli), χωρίς ωστόσο να ταιριάζει και σε αυτό το είδος απόλυτα.

Πρόκειται καθαρά για μία ναυτική περιπέτεια εποχής, στηριγμένη κυρίως στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή της. Ο Peter Weir επιλέγει να δώσει έμφαση σε δύο στοιχεία: Στις σκηνές της μάχης που προσπαθεί να τις αποδώσει όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται έχοντας με το μέρος του τα ειδικά εφέ και στη λάμψη του Russell Crowe , τον οποίο παρουσιάζει τονίζοντας ιδιαίτερα τη χλιδή που του δίνει ένας ρόλος άψογα προσαρμοσμένος στο μοτίβο του κυρίαρχου και μόνου πρωταγωνιστή.

Αν περιμένει ο θεατής να δει στοιχεία που υπάρχουν σε αντίστοιχες ταινίες εποχής, θα απογοητευτεί. Στο Master and Commander δεν υπάρχει ούτε η κλασική ιστορία αγάπης –καμία γυναίκα δεν αποβιβάζεται ποτέ στο Βρετανικό πλοίο «Έκπληξη»- ούτε η παρουσίαση των αντιπάλων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το γαλλικό πλήρωμα εμφανίζεται μόνο στο τέλος σχεδόν της ταινίας, υποβιβασμένο στο ρόλο των κομπάρσων που μάχονται σώμα με σώμα με τους Βρετανούς ναυτικούς.

Αντίθετα, αυτό που θα ελκύσει τον θεατή είναι οι μάχες που γίνονται ανάμεσα στα δύο πλοία, τα δυνατά εφέ που κρατούν την ένταση αμείωτη σε κάθε σκηνή μάχης και η συναισθηματική φόρτιση που προκαλείται από τα παθήματα του πληρώματος της «Έκπληξης».

Η επιλογή του Russell στο ρόλο του καπετάνιου είναι αρκετά καλή, αφού ο ίδιος έχει αποδείξει πως ταιριάζει απόλυτα με τους ρόλους των μεγάλων ηρώων-προσωπικοτήτων (Μονομαχος, Ενας Υπεροχος Ανθρωπος). Παρόλα αυτά, τα παραπανίσια κιλά που έχει αποκτήσει τον κάνουν βαρύ και αρκετά δυσκίνητο στις σκηνές της μάχης σώμα με σώμα. Αντίθετα, ο Paul Bettany στο ρόλο του γιατρού και φίλου του, είναι η ιδανική επιλογή. Ενσαρκώνει τον γιατρό που έχει πάθος με τη φύση και τις επιστημονικές ανακαλύψεις, ενώ παράλληλα έχει αποδεχτεί την υπακοή του στον Jack, με μοναδική δεξιοτεχνία. Μπορεί με ένα απλό βλέμμα να δείξει τα αντιφατικά του συναισθήματα, ενώ κερδίζει τη συμπάθεια του κοινού από την αρχή ως το τέλος της ταινίας.

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί, πως το Master and Commander είναι ακατάλληλο για παιδιά κάτω των 13 ετών, αφού περιέχει πολλές βίαιες σκηνές. Ο θεατής βρίσκεται αντιμέτωπος με ανατριχιαστικές εικόνες εγχειρήσεων με υποτυπώδη εργαλεία μπροστά στην κινηματογραφική κάμερα, ενώ τα σκουλήκια που κάνουν βόλτα στα πιάτα των ναυτικών είναι ίσως η λιγότερη αηδιαστική από πολλές ωμές σκηνές που ακολουθούν.

Φυσικά, αυτή η επιλογή των σκληρών εικόνων δεν έχει γίνει μόνο στα πλαίσια του εντυπωσιασμού. Ο Peter Weir επιμένει να γυρίζει ταινίες που ακόμα κι αν βρίσκονται στα πλαίσια της φαντασίας, πρέπει να κεντρίζουν το θεατή με μία δόση σκληρής πραγματικότητας που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα.

Αρμόζει, τέλος, να σημειώσει κανείς πως η ιδέα να μπουν παιδιά στο πλήρωμα του βρετανικού πλοίου, ενώ δεν απέχει πολύ από την ιστορική πραγματικότητα, «ξενίζει» αρκετά το κοινό, κυρίως όταν τα παιδιά κάπου στο τέλος της ταινίας και ενώ γίνεται μάχη διοικούν το πλοίο, κάνοντας τους άντρες που δε σέβονταν ούτε τον υποπλοίαρχο, να υπακούν πιστά τις διαταγές τους!

Γιατί να δει, λοιπόν, κάποιος την ταινία; Επειδή σπάνια γυρίζονται πια ναυτικές περιπέτειες, επειδή πρόκειται για υπερπαραγωγή, συνοδεύεται από όμορφη μουσική με τις νότες του βιολιού και του τσέλου και έχει αρκετά πρωτότυπο τέλος.

(δημοσιευμένο στο cine.gr)

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

τα καλύτερα φιλμ της δεκαετίας New Yorker


· The New Yorker

· NOVEMBER 30, 2009

BEST OF THE DECADE

Posted by Richard Brody

It’s been an unusual decade; I spent much of it hunched over spiral notebooks and laptop computers in libraries and cafés and at kitchen tables here and in France while writing a book (remind me to mention the bathroom, in a house in Normandy, that I rigged out as a nocturnal study), and didn’t maintain my usual diet of cinephilic delights. Which is why, though few who issue their best-of-decade lists can claim to have seen all releases, many have likely seen more than I have this time around, so I’ll put an asterisk to the adjective above and note: the twenty-six best movies I’ve seen (and will resist the temptation to issue a separate list of the best films I haven’t seen). The top ten are in order; the remaining sixteen are grouped according to incidental connections.


1. “Eloge de l’amour” (“In Praise of Love”) (2001, Jean-Luc Godard): Lives up to the promise of its title: one of the most unusual, tremulous, and understated of love stories, as well as the story of love itself; a depiction of history in the present tense, as well as a virtual thesis on the filming of history; a work of art, as well as the story of the work at the origin of art; Godard’s third first film, thus something of a rebirth of cinema.


2. “
The Darjeeling Limited” (2007, Wes Anderson): As ever with the films of Wes Anderson—the best new American director of the last twenty years—love and death, comedy and tragedy, comfort and adventure, understanding and opacity, style and substance fuse in a modernism of personal and reflexive cinema and a classicism of grand and subtle literary emotion.


3. “The World” (2005, Jia Zhangke): The best new non-American director of the last twenty years, here revealing, at great risk, China’s, and his own, painfully ambiguous place in the world.


4. “A Talking Picture” (2003, Manoel de Oliveira): The great September 11th movie, from a spry ninety-five-year-old who sees not only the century’s long view but seemingly encompasses Homer’s.

5. “Regular Lovers” (2005, Philippe Garrel): Or, Nixon in China: The events of 1968, depicted by one of its cinematic heroes as an intimate epic—and, with a self-deprecating fury, as a lovely but unsustainable burst of youthful lyricism.


6. “Sobibor, Oct. 14, 1943, 4
P.M.” (2001, Claude Lanzmann): This discussion with Yehuda Lerner, who took part in the uprising against the extermination camp’s guards, is as profound a dialogue on the morality of violence as the cinema has seen.


7. “Fengming: A Chinese Memoir” (2009, Wang Bing): From one of the decade’s two best new directors, as well as its best new nonfiction filmmaker. If I had seen Wang’s “West of the Tracks” in its entirety, I’d have put it here instead; I saw only about a third of its nine hours, but this feature, converging recent Chinese history with the sufferings endured, at the hands of the regime, by one free-thinking couple, does quite as well.


8. “Knocked Up” (2008, Judd Apatow): Suddenly, all contemporary comedy seemed old-fashioned. From Lubitsch through the Farrelly brothers, the funniest guys in the room were behind the camera; Judd Apatow discovered, or rediscovered, the trick of the great silent clowns—to put funny people on screen—and to make it personal. (If Eddie Murphy had, say, directed “Norbit” in addition to starring in it, it would likely find a place on this list too.)


9. “Moolaadé” (2005, Ousmane Sembene): Women, resistance, and centuries of oppressive tradition, seen with the fiercely clarifying wisdom of age. The subject is genital mutilation; the phalanx of respected women eager to do the dirty work is truly frightening.


10. “The Other Half” (2007, Ying Liang): The other of the decade’s two best new filmmakers, the one who does dramas, bringing a laser-like analytical eye to the crossroads of private life and oppressive authority. His anger builds to an apocalyptic outpouring with few parallels in the history of cinema.

After the jump, sixteen more.

· “Saraband” (2003, Ingmar Bergman): Emotions of shattering power; family, memory, death, and the black sun of a creative force that not only won’t die but consumes anyone it can attract.



· “Woman on the Beach” (2006, Hong Sang-soo): A filmmaker dramatizes, with a scathing and comic self-deprecation, the egocentric romantic turbulence on which his art is nourished.



· “Colossal Youth” (2006, Pedro Costa): Modernization and bureaucracy confront poverty without pity. Loamy popular tradition and timeless legends have their pathologies too, and Costa unearths the ironies and contradictions of progress and its simulacra through his careful, loving work with the residents of one poor Lisbon neighborhood in ferment.



· “Le Monde Vivant” (“The Living World”) (2003, Eugène Green): Green, an American in Paris whose work seems like the dream of a virtual love child of Robert Bresson and Elaine May, dresses a faux-medieval legend in baroque language, classic romanticism, modern clothing, and prophetic virtue.



· “L’Enfant (“The Child”)” (2005, Luc and Jean-Pierre Dardenne) The ostensible street realism of the Belgian brothers’ story of betrayal and crime doesn’t merely rise to a Bressonian pitch of redemption—it poses Bressonian questions throughout and offers sharply modern, secular answers.



· “Wake Up, Mate, Don’t You Sleep” (2002, Miklós Jancsó): At age eighty, the most controlled choreographer of the nineteen-sixties and seventies cuts loose with a contemporary historical fantasy that includes himself and his screenwriter, Hitler and Stalin, and a moment with Beethoven’s universalist dream that is one of the most touching scenes of the decade.



· “Cassandra’s Dream” (2008, Woody Allen): Few aging directors so cogently and relentlessly depict the grimly destructive machinery of life, and every time the word “family” is uttered, the screws tighten just a little more.



· “Gran Torino” (2008, Clint Eastwood): Few actors have taken themselves out with such a rueful bang.



· “Frownland” (2008, Ronald Bronstein): A punk-like ferocious rage contained in a chamber-music-like precision; film stock run rugged like cold stone, light turned cruel; humiliation and degradation portrayed with tenderness and, ultimately, surprisingly, hope. Dore Mann’s agonized performance is one for the ages.



· “Hamilton” (2005, Matthew Porterfield): Beside “Eloge de l’amour,” this is the movie I’ve watched the most times this decade. The twenty-six-year-old director has a preternaturally precise and poetic camera eye as well as tenderness for and understanding of the complexities of everyday lives.



· “Funny Ha Ha” (2003, Andrew Bujalski): Mumblecore is real (neither more nor less so than, say, Italian Neo-Realism or the French New Wave—the fact that the term raises questions doesn’t mean that those questions have no reasonable answers) and Bujalski started it. He raises personal cinema to a new height, by way of an aesthetic that blends control and improvisation in delicate, tenuous balance. A remarkably analytical sensibility.



· “Hannah Takes the Stairs” (2007, Joe Swanberg): Love and money among the young and bright; Bujalski co-stars as the one artist in a production-office bullpen who is on the verge of a breakout, which doesn’t make things go easier with Hannah (Greta Gerwig, in a performance of astounding inventiveness), who may even be smarter and wiser but is still seeking her place in the world. No less than Bujalski’s own film, a picture of a generation.



· “Sex Is Comedy” (2002, Catherine Breillat): The most frightening, disturbing, and seemingly plausible view of the emotional cost of artistic realism in an age of erotic freedom.



· “La Captive” (2000, Chantal Akerman): One of the heights of modernist melodrama; it’s as if, thanks to Proust, Akerman, a master of the tableau, discovered a third dimension. The joy of discovery is palpable, shot by shot, and she had young actors, notably Sylvie Testud and Stanislas Merhar, who seem to be savoring it equally.



· “Where is My Romeo?” (2008, Abbas Kiarostami): I haven’t seen “Shirin,” and if this short film is any indication, it would be here; but this short film, constructed on what is said to be the same principle, deserves it, too.



· “14th Arrondissement” (2006, Alexander Payne) (in “Paris, Je t’aime”): “Sideways” is terrific, but Payne’s short film offers both emotional poignancy and profound cinematic smarts in an amazingly clever and original sketch.

I’d welcome word on what else you think belongs here, and what you think doesn’t.






Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009

ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ


Μια ταινία, ένας άντρας ψυχίατρος (Γουίλιαμ Νταφόε), η γυναίκα του συγγραφέας (Σαρλότ Γκέσνμπουργκ) όπου χάνουν το παιδί τους την στιγμή που κάνουν έρωτα. Ένα πλάνο η κηδεία, εκείνη καταρρέει και στην συνέχεια αναχωρούν στο δάσος, σε ένα καταφύγιο για να σώσουν ή να κάψουν την ψυχή τους. Μόνοι, οι δυο τους, υποβάλλονται σε κάθε είδος ψυχικό και σωματικό μαρτύριο, κάνουν έρωτα για να λυτρωθούν ή να καταλαγιάσουν την υστερία, καταβυθίζονται στα όνειρά τους και στα σύμβολα που τους τροφοδότησε ο δυτικός πολιτισμός, ευνουχίζονται-άλλος χάνει το πόδι/φαλλός, εκείνη την κλειτορίδα/απόλαυση. Τα ερωτικά τους μόρια αναβλύζουν μαύρο αίμα που ποτίζει το σκούρο χώμα του δάσους κάτω από το οποίο θάβονται και αυτοφύονται ταυτόχρονα. Μαζί με τα ζώα και τα φυτά, γίνονται ένα οργανικό σύνολο, συνομιλούν, κραυγάζουν, φτάνουν σε μηδενικά υπαρξιακά σημεία. Η κόλαση και ο παράδεισος είναι εδώ, η δική τους Εδέμ είναι ένα σκοτεινό δάσος όπου στο τέλος ίσως κάποιος μπορεί να φύγει, ευνουχισμένος.

Η ταινία είναι χωρισμένη σε Πρόλογο, Κεφάλαια και Επίλογο, ακριβώς όπως θα την έγραφε ως βιβλίο η ηρωίδα συγγραφέας. Παραπέμπει στην Αλίκη στη Χώρα των θαυμάτων, στον Πόε, στον Χώθορν, στις μακάβριες μεσαιωνικές σάγκες, στις τιμωρίες μαγισσών. Παίζει με όλα τα είδη από gothic και splatter μέχρι «μόνος στο δάσος» και παραμύθια να τρομάζουν τα παιδιά «Λύκε, λύκε είσαι εδώ;». Μόνον που ο λύκος εδώ μιλάει και λέει: «Στον κόσμο κυβερνά το χάος».

Φιλμαρισμένη από κοντά, σε ένα ασφυκτικό σκηνικό χώρο όπου δάσος και σπίτι, ψυχή και σώμα είναι ένα και αυτό, ο «Αντίχριστος» είναι μια ταινία που ήρθε για να μείνει. Για όποιον την αντέξει με σκοπό να την απορρίψει ας το ξέρει ότι θα τον απορρίψει εκείνη. Για όποιον πιτσιρικά θέλει να το δει για κάνει πλάκα ας ξαναδεί τα SAW, γιατί εδώ θα του κόψουν το πουλάκι τα κακά στοιχειά.

Για όσους ώριμους έχουν δει 2.000 ταινίες ως τώρα, θα καταλάβουν αν πρόκειται για μια καλλιτεχνική αυτοκτονία, για τον αυτοευνουχισμό του Τρίερς ή ένα αδιάφορο σκοτεινό συμβολικό ψυχοπλάκωμα. Μακάρι να μην είχε γίνει αυτή η ταινία, το ίδιο είχα πει και για τις ΕΡΙΝΥΕΣ του Τζόνοθαν Λίτελ.

Η SEVEN films μας κάλεσε στην avant premiere της ταινίας στο ΝΙΧΟΝ, καμιά πενήντα άτομα-δεν ξέρω αν το κριτήριο ήταν αντιχριστιανικό.

Καλό κουράγιο όταν θα βγει η ταινία στους κινηματογράφους.

Τρίτη 31 Μαρτίου 2009

Ανν Μάικλς Κομμάτια Φυγής (το βιβλίο)


και η ταινία

Συντρίμμια ψυχής 

Σκηνοθεσία: Jeremy Podeswa
Σενάριο: Jeremy Podeswa (απ’ το βιβλίο της Anne Michaels)
Παίζουν: Stephen Dillane, Rade Serbedzija, Rosamund Pike κ.ά.





Ανν Μάικλς Κομμάτια Φυγής

Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1998 

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης



Μια συγκινητική ιστορία επιβίωσης γίνεται ένας ύμνος του λόγου και της μνήμης, σ' αυτό το εντυπωσιακό ντεμπούτο στο μυθιστόρημα της Καναδής ποιήτριας Ανν Μάικλς. Ο κύριος αφηγητής, Ιάκωβος Μπιρ, ο οποίος διηγείται την ιστορία του σε ηλικία 60 ετών το 1992, ήταν ένας Εβραίος επιζών του Ολοκαυτώματος ο οποίος αφού έχασε όλη του την οικογένεια, σώθηκε από τον Αθο Ρούσσο, έναν ανθρωπιστή Έλληνα επιστήμονα, ο οποίος προσέφερε ασφάλεια στον Ιάκωβο και τον μεγάλωσε στη Ζάκυνθο. 
Η διήγηση του Ιάκωβου είναι ένα πλούσιο χρονικό καθώς "οι ιστορίες του Αθου για γεωλόγους και εξερευνητές, χαρτογράφους και θαλασσοπόρους" ερεθίζουν τη φαντασία του νεαρού μαθητή - μια φαντασία η οποία κυριαρχείται επίσης από τις ζωηρές αναμνήσεις των νεκρών γονιών του και της αδελφής του. Οι δυο τους ταξιδεύουν στην Αθήνα, όπου οι επίμονες αναμνήσεις του Ιάκωβου πλέκονται με τις ιστορίες που ακούει για το μαρτύριο της πόλης κατά τη διάρκεια του πολέμου, κατόπιν στο Τορόντο, όπου ο Αθος είναι προσκεκλημένος για να διδάξει, και όπου πεθαίνει αφήνονοντας τον Ιάκωβο να τελειώσει τη δουλειά του μέντορά του, μια μελέτη για τον τρόπο με τον οποίο οι Ναζί διαστρέβλωσαν την ιστορία για να αλλάξουν το παρελθόν και να αποδείξουν την ανωτερότητα των Αρείων. Η ζωή του Ιακώβου από τότε είναι αφιερωμένη στα δικά του γραψίματα (είναι ένα χαρισματικό ποιητής), στην αναζήτηση της αγάπης και κυρίως στην κατανόηση της δύναμης που έχει η γλώσσα για να "καταστρέφει, να εξαλείφει, να εξολοθρεύει", στην ανακάλυψη μέσα από την ποίηση "της δύναμης της γλώσσας να θεραπεύει, να αποκαθιστά". Το τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος παρακολουθεί την ύστερη ζωή του Ιακώβου, μέσα από την αφήγηση ενός νεαρού του φίλου και θαυμαστή, ο οποίος είναι και ο ίδιος παιδί επιζώντων του Ολοκαυτώματος και του οποίου η ευαισθησία βρίσκει στήριγμα στη ζώη και το έργο του Ιακώβου και δυναμώνει την πίστη του ότι "κάθε στιγμή είναι δύο στιγμές" γιατί το παρελθόν είναι πάντα παρόν στο παρόν). 

Η συγγραφέας Helene Cixous στοχαζόμενη πάνω στο «μεγάλο γράψιμο» λέει: «Το γράψιμο είναι να μαθαίνεις να πεθαίνεις... Ο θάνατος ενός ανθρώπου αποτελεί μια ουσιαστική εμπειρία, την πρόσβασή μας στον άλλον κόσμο...». 

Η Ανν Μάικλς δεν δημιουργεί μόνο πάνω στον κόσμο των νεκρών αλλά ενεργοποιεί και τα δύο επόμενα πεδία που έχουν να κάνουν με τη διαδικασία της μεγάλης δημιουργίας: τα Όνειρα και την Καταβύθιση στις Ρίζες. Τα όνειρα επίσης μας φέρνουν πίσω στους πεθαμένους, τη νύχτα μιλάμε συνεχώς με αυτούς. Το βιβλίο παίρνει ζωή και γλώσσα από τις ρίζες αφού η καταβύθιση στις πρωταρχικές μας καταβολές αποδυναμώνει τα όρια ανάμεσα σε μας και στους προηγούμενους. Μας βοηθάει να ξαναγεννηθούμε μέσα από εκείνους. Το γράψιμο δίνει ζωή και διάρκεια σε όσους πέθαναν. 
Η Ανν Μάικλς, με δύο βραβευμένες ποιητικές συλλογές ως τώρα, έχει γράψει ένα σημαντικό βιβλίο πέρα από τις πρόσκαιρες εμπορικές του παραμέτρους (έξι διεθνή βραβεία, στα δέκα πρώτα βιβλία της λίστας πωλήσεων της Βρετανίας). Και είναι σημαντικό γιατί ξεπερνά τις απλές καθημερινές ιστορίες των ανθρώπων. Γίνεται ένας πανανθρώπινος ιστός που αγκαλιάζει αυτά που φτιάχνουν τις τύχες των λαών και σημαδεύουν την πορεία τους στον κόσμο: την ιστορία, τον πολιτισμό και τη μνήμη τους. 
Η ποιητική αυτή ελεγεία, με όλα τα στοιχεία μιας μεταμοντέρνας αφήγησης, είναι ένα θλιμμένο τραγούδι που ακούγεται στη σκοτεινή νύχτα της ανθρωπότητας και έχει σκοπό να αναστήσει τις ψυχές όλων εκείνων που άδικα θυσιάστηκαν στο Ολοκαύτωμα, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στους λιμούς, στους αποκλεισμούς, στην οδύνη του πολέμου, του κάθε πολέμου, στον βιασμό της αξιοπρέπειας και του δικαιώματος να ζήσει κάθε άνθρωπος όπως του έτυχε. 
Η καναδή ποιήτρια επιλέγει ως ήρωά της έναν έλληνα επιστήμονα, τον Αθανάσιο Ρούσσο, που σκάβει στις λάσπες χαμένων πόλεων της Ευρώπης για να βρει ίχνη παλαιοτέρων πολιτισμών, προσπαθώντας έτσι να αποδείξει τη φυσική και ιστορική συνέχεια των ανθρώπων με τη Γη, τον πλανήτη, τον φυσικό κόσμο. Εκεί, στο Μπισκούνιν, την «πολωνική Πομπηία», θα «ξεθάψει» ένα παιδάκι, τον Ιάκωβο, το οποίο θα σώσει από την αρπαγή του ναζισμού και θα το οδηγήσει στη Ζάκυνθο, όπου και θα το κρύψει για τέσσερα χρόνια στα μικρά δωμάτια ενός σπιτιού. 
Στη Ζάκυνθο ο Ιάκωβος Μπιρ θα ανακαλύψει, πίσω από τις γρίλιες, το ελληνικό φως και τη θάλασσα, θα μάθει για τον Όμηρο, τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Σεφέρη, τον Παλαμά αλλά και τον Κιτς. Εκεί θα επιστρατεύσει τη μνήμη του για να θυμηθεί την αδελφή του, την Μπέλα, που γνώριζε τα πάντα για τον Μπετόβεν και της άρεσε να παίζει στο πιάνο τη «Σονάτα του σεληνόφωτος». 
Μέσω του Αθου θα μάθει να επιβιώνει, όπως και η φύση, θα μάθει ότι, όπως κάθε κομμάτι της γης κουβαλά τα δικά του σημάδια μνήμης, έτσι και αυτός φέρει τα δικά του. Θα αποδεχθεί ότι τα καμένα σε λακούβες ανθρώπινα κόκαλα, που επιστρέφουν στο χώμα, θα σμίξουν με τη γη αλλά δεν θα επιστρέψουν στον πάνω κόσμο. Τα οστά των νεκρών θα κουβαλάνε το βάρος της γης. Ο μικρός Ιάκωβος θα αποδεχθεί τη θηριωδία του κόσμου. Θα αρχίσουν οι εφιάλτες του. 
Η επόμενη στάση του Αθου με τον μικρό θα είναι η Αθήνα, λίγο μετά την κατοχή των Γερμανών. Εδώ καινούργιες μαρτυρίες κακουχίας και στερήσεων έρχονται να προστεθούν κοντά στα τόσα βάσανα. Ποιοι είναι εκείνοι που προκαλούν την ανθρωπότητα και τον πλανήτη, γιατί καίνε τα τοπία και αλλάζουν τη ροή της Ιστορίας; Γιατί αλλοιώνουν την αρχαιολογία και το παρελθόν; Γιατί πυρπολούν τα βιβλία; Είναι εκείνοι, οι ναζί, και αύριο ποιος ξέρει ποιοι... 
Η ευρωπαϊκή συνείδηση τραύμα ανοιχτό. Η θλίψη διάχυτη παντού. Ο Αθος και ο μικρός αναχωρούν για τον Καναδά, το Τορόντο. Το πένθος, όμως, οι άνθρωποι το φοράνε κατάσαρκα όπου και αν πάνε. Γιατί «κανείς δεν θα μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη της συγχώρεσης εκ μέρους των νεκρών. Γιατί σε καμία πράξη βίας δεν μπορεί να δοθεί άφεση. Όταν εκείνος που θα μπορούσε να συγχωρήσει δεν μπορεί πια να μιλήσει, τότε δεν υπάρχει παρά η σιωπή». 
Στον Καναδά ο Ιάκωβος παρακολουθεί μαθήματα ελληνικών και αγγλικών. Αρχίζει να μεταφράζει έλληνες ποιητές και το έργο του Αθου «Κομίζοντας εσφαλμένες μαρτυρίες», που δεν ήταν παρά η καταγραφή του Αθου για το πώς οι ναζί χρησιμοποίησαν βάναυσα την αρχαιολογία για να παραποιήσουν το παρελθόν υπέρ της Αρίας φυλής. 
Ο Ιάκωβος Μπιρ, μετά τον θάνατο του Αθου, αναλαμβάνει να καταγράψει τη ζωή του ανθρωπιστή προστάτη του. Βυθίζεται στα χαρτιά του. Επιστρέψει στη Ζάκυνθο, το σπιτάκι όπου κρυβόταν όμως κατάντησε μια στοίβα λιθάρια από τους σεισμούς. Εγκαθίσταται στην Ύδρα, σε ένα ανεμοδαρμένο σπίτι. Παντρεύεται, η γυναίκα του όμως δεν τον αντέχει. Δεν τον αντέχει να βλέπει τη νύχτα διάτρητο το σκοτάδι από πρόσωπα. Να σκέφτεται διαρκώς «εκείνους που ανάσαναν βαθιά και πέθαναν από ασφυξία• εκείνους που εμεγαλύνθησαν με τον θάνατό τους». 
«Αναζητώ τη φρίκη» λέει ο Ιάκωβος. Και όχι μόνο στις ρημαγμένες γειτονιές των Εβραίων αλλά και στα Καλάβρυτα και σε κάθε τόπο σφαγής και μαρτύρων. Γιατί «η Ιστορία και η μνήμη μοιράζονται γεγονότα. Μοιράζονται τον χρόνο και τον χώρο. Κάθε στιγμή είναι δύο στιγμές». 
Ο Ιάκωβος θα πεθάνει στην Αθήνα από αυτοκινητικό ατύχημα το 1992. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου μια νεότερη γενιά θα αναλάβει να δώσει απάντηση στα δικά του ερωτήματα. Έτσι ο Μπεν, από τον φιλικό κύκλο του Αθου, επιστρέφει στην Ελλάδα και ψάχνει με αγωνία στα αρχεία του Ιάκωβου ως ερευνητής της ανθρώπινης γεωλογίας (ο Αθος προσάρμοζε το γεωλογικό στο ανθρώπινο, αναλύοντας την κοινωνική αλλαγή όπως θα ανέλυε ένα τοπίο). Ο Μπεν θα βρει και θα διασώσει τα γραπτά του Ιάκωβου Μπιρ. Το βιβλίο που εμείς διαβάζουμε γράφτηκε από ανθρώπους που διέσωσαν ο ένας τα γραπτά του άλλου. 
Σε αυτή ίσως τη γενιά να ανήκει και η συγγραφέας. Μπορεί, γιατί η ίδια κρύβεται επιμελώς και αφήνει να μιλάνε οι χαρακτήρες του βιβλίου. Η αφήγησή της ποιητική, πυκνή, ακριβής. Εδώ είναι και το κατόρθωμά της. Η συγγραφέας θυσιάζει το προσωπικό και δίνει λόγο σε εκείνους που πρέπει να μιλήσουν. Τέτοια αποχώρηση από το «συγγραφικό εγώ» σπάνια θα συναντήσουμε σε πρώτο μυθιστόρημα. 
Η δουλειά της Μάικλς, δέκα χρόνων έρευνες, είναι εμφανής. Γνώσεις στρατιωτικής ιστορίας, βοτανολογίας, βιολογίας, αρχαιολογίας, ελληνικής και εβραϊκής ιστορίας διασκορπισμένες στο κείμενο με παιχνιδιάρικη διάθεση και εκκεντρικότητα. 
Φαίνεται ότι η Ανν Μάικλς ήταν αποφασισμένη να συνθέσει αυτή τη μελαγχολική σονάτα από «φευγαλέα μισοξεχασμένα μουσικά κομμάτια» (δηλαδή, «Fugitive Pieces»). Το αποτέλεσμα είναι μια αρμονική σύνθεση, ένας ύμνος στα Πάθη του ανθρώπου. Με τέτοια βιβλία μπορούμε να κοιμόμαστε ελαφρότερα. 


Θόδωρος Γρηγοριάδης, «ΤΟ ΒΗΜΑ», 15-02-1998 


Χέρμαν Μέλβιλ «Πιέρ ή Οι αμφισημίες», μετάφραση: Σοφία Αυγερινού, εκδόσεις Μάγμα 2026

Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης  «Ας αφήσουμε την αμφίσημη πορεία των γεγονότων να αποκαλύψει την ίδια την αμφισημία τους» (σελ. 310) Νέος, κα...