Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χάρτες-συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χάρτες-συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

Βιβλία στο κουτί

Με τον κριτικό λογοτεχνίας Βαγγέλη Χατζηβασιλείου συζητάμε για τα βιβλία μου και ειδικά για το "Μυστικό της Έλλης". Η εκπομπή γυρίστηκε το 2013 και προβλήθηκε πρόσφατα.

Εδώ ολόκληρη η εκπομπή:

Κυριακή 18 Μαΐου 2008

Χάρτες: συνέντευξη στο SOUL

Εβδομήντα μικρές ιστορίες, τέσσερiς γεωγραφικές ενότητες, περισσότεροι από 140 χαρακτήρες. Οι χάρτες είναι η ανθρωπογεωγραφία της περιόδου από τη Μεταπολίτευση μέχρι τις μέρες μας, από τη Βόρεια Ελλάδα μέχρι την Αθήνα. Πόση όμως από τη ζωή του Θεόδωρου Γρηγοριάδη εμπεριέχουν;

Συνέντευξη: Χρήστος Παρίδης

Μαρτυρίες, σπαράγματα, ένας κόσμος αλλοτινός, παλιός, ξεχασμένος και ξεχαρβαλομένος. Το λογοτεχνικό σύμπαν του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, του συγραφέα από το Παγγαίο, τόπος δράσης σε κάποια από τα επτά του μυθιστορήματα και δεκάδες διηγήματα που έχει γράψει. Στα βιβλία του οι άνθρωποι ζουν πάθη σχεδόν ανομολόγητα, συχνά αποτρόπαια, σε φόντο μεταφυσικό ή μυθικό. Η φυλή των ανθρώπων καταγραμμένη χωρίς φτιασίδια, χωρίς αιτιολογήσεις. Ίσως με λίγη μαγεία! Όπως τώρα, στο τελευταίο του βιβλίο, οι «Χάρτες», ένα «αντι-μυθιστόρημα», όπως το αποκαλεί ο ίδιος, μια Κιβωτός, που ταξιδεύει σε μια σύγχρονη πλημμύρα, φορτωμένη με ανθρώπινες εμπειρίες μιας άλλης εποχής που έφυγε οριστικά, ενός κόσμου που κρύβεται γιατί φοβάται να βγει στο φως του αμείλικτου παρόντος.

- Τι είναι για σας λογοτεχνία;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ: Τα πάντα! Είναι διάβασμα, είναι γράψιμο, είναι η ερμηνεία της ζωής και των άλλων μέσα από μια παιδική σου - αν και πάντοτε διαφορετική – γλώσσα, ο τρόπος να αποδώσεις όλα αυτά που βλέπεις, είτε για να τα κατηγορήσεις, είτε για να τα δικαιολογήσεις. Να τα μεταφέρεις στους άλλους μέσω της αφήγησης, άρα μέσω της τέχνης του λόγου.

- Και βέβαια είναι μια ανάγκη, ένα χάρισμα με το οποίο γεννιέται κανείς…

Θ.Γ. : Θυμάμαι να κρατώ ημερολόγια από τα δεκατρία μου. Και όχι μόνο για ό,τι μου συνέβαινε κάθε μέρα, αλλά με σκέψεις, στοίχους, διηγήματα. Ένα έμφυτο ταλέντο, το οποίο σε συνδυασμό με τις κοινωνικές συνθήκες του μικρού χωριού, με έκανε να παρατηρώ τα πράγματα περισσότερο, να γράφω για να εκφραστώ, καθώς αισθανόμουν απομακρυσμένος και καταπιεσμένος.

- Ήσασταν όντως καταπιεσμένος;

Θ.Γ.: Από τη μια αισθανόμουν ότι ζούσα σε ένα μικρό παράδεισο, ο οποίος αργότερα προδόθηκε, όταν άρχισα να βγαίνω από το χωριό και να σπάνε τα όρια του, από την άλλη ένοιωθα ότι κάτι έλειπε που δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Αυτό το κενό, το αναπλήρωνε το διάβασμα και το γράψιμο.

- Η απόδραση του χαρισματικού παιδιού. Η οποία ολοκληρώνεται με την εισαγωγή σας στο πανεπιστήμιο και την αναγκαστική σας φυγή στη μεγάλη πόλη, εν προκειμένω στη Θεσσαλονίκη.

Θ.Γ.: Ναι! Μετά, η οποιαδήποτε επιστροφή στο χωριό γινόταν με άλλο βλέμμα και προϋποθέσεις. Κι όσο κι αν γυρίζω τώρα, δεν είναι ο τόπος της παιδικής ηλικίας που λένε, ο απολεσθείς παράδεισος.

- Μα ο δικός σας παράδεισο ήταν τα βιβλία! Αλήθεια, πως αποφασίσατε ότι σας ενδιέφερε μια καριέρα συγραφέα;

Θ.Γ.: Από πολύ νωρίς δημοσίευα ποιήματα και διηγήματα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της Καβάλας και αργότερα στην Οδό Πανός. Σιγά σιγά μου καλλιεργήθηκε η ιδέα ότι, όλο αυτό το ρευστό - ημερολογιακές σημειώσεις, ποιήματα, διηγήματα - έπρεπε να γίνει βιβλίο. Πρωτοεκδόθηκα στα 34 μου, αρκετά μεγάλος, γιατί αν είχε γίνει δέκα χρόνια νωρίτερα, θα είχα και διαφορετική εξέλιξη, θα είχα περισσότερο υπόβαθρο. Βέβαια, αυτή τη δεκαετία, οι εμπειρίες που αποκόμισα από το οδοιπορικό μου ανά την ελληνική επαρχία ως καθηγητής, βιώνοντας πράγματα, τα συσσώρευσα μέσα μου και κάποια στιγμή άρχισαν να ξεχειλίζουν. Ίσως γι’αυτό σχεδόν κάθε δύο χρόνια έχω κι ένα βιβλίο!

- Για να φτάσετε στο τελευταίο σας βιβλίο, τους «Χάρτες», το οποίο αποτελείται από δεκάδες μικρές ιστορίες, βγαλμένες από το προσωπικό σας αναγνωρίσιμο μικρο-σύμπαν, με κυρίαρχο πάντα πεδίο δράσης το βορειοελλαδίτικο τοπίο…

Θ.Γ.: Εβδομήντα μικρές ιστορίες, τοποθετημένες σε τέσσερεις γεωγραφικές ενότητες, ουσιαστικά ένα «αντι-μυθιστόρημα». Μια «χαρτογράφιση», η ανθρωπογεωγραφία μιας περιόδου από τη μεταπολίτευση μέχρι τις μέρες μας, η οποία κινείται στη Βόρεια Ελλάδα μέχρι την Αθήνα κυρίως, γιατί γράφω μόνο για πράγματα που γνωρίζω και για μέρη που έζησα.

- Που βρέθηκαν αυτές οι εβδομήντα ιστορίες;

Θ.Γ.: Είναι τα «αποθέματα» μου, το «σεντούκι» του συγραφέα. Έχω μάθει, μετά από τόσα χρόνια να παρατηρώ και να καταγράφω τους ανθρώπους. Αν μου πείτε μια ιστορία και μου κάνει κλικ ως προς τα δικά μου βιώματα, θα γίνει σημείωση στο τεφτέρι μου, και ίσως μετά από χρόνια ιστορία ή μυθιστόρημα. Έτσι, παρόλο που δεν τις έχω ζήσει όλες αυτές τις ιστορίες, σίγουρα τις έχω «ακουμπήσει». Σημασία έχει στη ζωή, καθώς προσπερνάμε, να παίρνουμε και κάτι από τις ζωές των άλλων.

- Δηλαδή οι «Χάρτες» είναι κάτι σαν αυτοβιογραφία μέσα από ιστορίες άλλων;

Θ.Γ.: Είναι μια τολμηρή σκέψη αυτό. Είναι όντως μια σύνοψη όλων αυτών που έχω γράψει μέχρι τώρα και έχει κλειδιά που κρύβουν πολλά προσωπικά στοιχεία. Ένα πολύ προσεκτικό μάτι, μπορεί να τα αποκωδικοποιήσει. Παρολαυτά, δεν το έγραψα για να εξυμνήσω το «εγώ» μου. Αντιθέτως, το έγραψα από αγάπη γι’αυτούς τους ανθρώπους που τα έζησαν όλα αυτά, κατά κάποιον τρόπο να αποδώσω δικαιοσύνη.

- Το ιστορικό φόντο του χώρου δράσης των ηρώων σας, τα πάθη τους κι άλλοτε πάλι το «περιθώριο» της μεγαλούπολης, δίνουν στις ατμόσφαιρες σας μια άλλη Ελλάδα, «παλιά», ξεχασμένη, παραγνωρισμένη. Είναι μια «κρυφή» Ελλάδα που μόνο εσείς αναγνωρίζετε ή όλοι την κρύβουμε μέσα μας;

Θ.Γ.: Δε νομίζω ότι εγώ εκθέτω ή αποκαλύπτω την «άλλη» Ελλάδα. Μάλλον τη βρίσκω συνεχώς μπροστά μου, άλλοτε απροκάλυπτα κι άλλοτε κρυμμένη. Σίγουρα παρεμβάλλεται η προσωπική μου ματιά και ανάμειξη, η κοινωνική μου θέση, οι εμπειρίες μου. Μόλις πριν μία εβδομάδα, έφυγε από τη ζωή μια γυναίκα που τη σκιαγραφώ σε μια μου ιστορία. Αυτό δείχνει το βαθμό αλήθειας των «Χαρτών», ένα αρχείο από μικρές, έντονες ή χαμηλότονες ζωές, που αντί να πάνε αδιάβαστες περνάνε μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου.

- Πως θα χαρακτηρίζατε την τεχνική σας, «μαγικό» ή «ποιητικό» ρεαλισμό; Σας διακατέχει ένα στυλ που επανέρχεται στα μυθιστορήματα σας. Είναι οι δεισιδαιμονίες της υπαίθρου που σας κατευθύνουν ή επιλέγεται μυστικά που τα μετατρέπετε σε μεταφυσικούς κόσμους;

Θ.Γ.: Νομίζω ότι είναι ένα είδος ρεαλισμού που πηγαινοέρχεται στα άλλα είδη ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε ιστορίας. Σίγουρα ο χώρος της υπαίθρου ευνοεί μια τέτοια «αναχώρηση», τα άδεια τοπία θες, οι πιο σκοτεινές νύχτες, το μάτι που διευρύνεται για να χωρέσει τα μυστικά του κόσμου;

- Πως δεν κρατήσατε κάποια από αυτές τις ιστορίες για ένα μεγαλύτερο μυθιστόρημα;

Θ.Γ.: Μέσα μου καταλαβαίνω πότε είναι να γίνει κάτι μεγαλύτερο. Αν κάποια έπρεπε να είχε γίνει, θα είχε γίνει! Πρέπει να ομολογήσω ότι το μέγεθος των ιστοριών στους «Χάρτες», είναι άμεση συνέπεια των blogs και της νέας γραφής των free press και του πόσο εγώ άντεχα να διαβάζω λογοτεχνικά κείμενα στο internet. Σκέφτηκα ότι η εποχή απαιτεί μικρότερες φόρμες. Και νομίζω ότι μελλοντικά θα επηρεάσει κι άλλους προς αυτή την κατεύθυνση. Παράλληλα, εδώ τόλμησα και κάτι άλλο. Ένα μυθιστόρημα έχει ένα ύφος. Σε εβδομήντα ιστορίες, μπορείς να είσαι άλλοτε ευλαβικός και διδακτικός, κι άλλοτε εξοντωτικά ανήθικος. Αυτό είναι μια απέραντη ελευθερία. Αυτή η φόρμα, το να λες πολλά πράγματα για πολύ κόσμο, για πολλές εμπειρίες χωρίς να καταπιέζεσαι από την ίδια τη φόρμα, σ’αυτό με βοήθησαν πολύ οι «Χάρτες» και να περιδιαβώ πόλεις, χωριά, ξενιτιές, φανταστικά μέρη.

- Μα, είστε ο κατεξοχήν απενοχοποιημένος συγραφέας της γενιάς σας. Το «Παρτάλι» βυθίζεται στα καταγώγια του Βαρδάρι του ’70 και στα «Νερά της Χερσονήσου» αψηφάτε θρησκευτικές, εθνικές και ερωτικές παραδοχές για να μιλήσετε για την ιστορία και τη μοίρα των ανθρώπων με μια εντελώς δικιά σας οπτική…

Θ.Γ.: Η αλήθεια είναι ότι εκεί που τολμάς έχεις περισσότερη απήχηση. Το «Παρτάλι», το πρώτο ίσως ελληνικό βιβλίο gender το οποίο θέτει ζητήματα συμπεριφοράς και φύλλου, μεταφράστηκε θριαμβικά στα γαλλικά. Στα «Νερά», όπου δεν αναζητώ χαμένες πατρίδες, αλλά σχολιάζω το πώς να επιβιώσουν διαφορετικοί άνθρωποι μεταξύ τους στα σύγχρονα Βαλκάνια - μετά από τόσους πολέμους κάτω από μια νέα πλέον αυτοκρατορία ευρωπαϊκή - απειλήθηκα για το ότι τόλμησα να βάλω μέσα σ’ένα χαμάμ έναν Χριστιανό και έναν Μουσουλμάνο να φιλιούνται. Βέβαια σήμερα, δέκα χρόνια μετά την έκδοση του, είναι απολύτως αποδεχτό και έχει την ανάλογη επιτυχία!

- Το χωριό το αφήσατε πίσω. Μήπως είναι η Θεσσαλονίκη των φοιτητικών σας χρόνων που σας στοιχειώνει τελικά;

Θ.Γ.: Πρόλαβα τη Θεσσαλονίκη του Ιωάννου, του Πεντζίκη, του Χριστιανόπουλου. Είναι η πόλη που με διαμόρφωσε. Σήμερα είναι μια άλλη πόλη, πλήρως Βαλκανοποιημένη. Νόημα να κλαίμε για ο,τι έφυγε, δεν έχει. Ίσως σε μια καινούρια Θεσσαλονίκη, ίσως ένα καινούριο «παρτάλι» να κυκλοφορεί, να έχει βρει άλλα στενά -γιατί ο Βαρδάρης δεν υπάρχει πια - αλλά καθώς κάθε εποχή έχει τα μυστικά της έτσι και μια νέα γενιά θα ανακαλύψει το καινούριο προσωπείο της πόλης, μαζί με το παρελθόν της. Η μόνη μου χαρά είναι ότι σε είκοσι χρόνια, αν προκύψει ένα άλλο βιβλίο σαν το «Παρτάλι», μπορεί να περιλαμβάνει ίχνη, από το δικό μου πέρασμα, έστω και λογοτεχνικά!

Ο Χρήστος Παρίδης είναι δημοσιογράφος, γράφει στη Lifo.

Περιοδικό SOUL 24 Απρίλιος 2008

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2008

Εφημερίδα "Θράκη"

Οι «Χάρτες» ενός ατέλειωτου ταξιδιού




Ένας φίλος από τα παλιά, επιστρέφει. Ο συγγραφέας Θεόδωρος Γρηγοριάδης, θα βρίσκεται και πάλι στη γνώριμή του Ξάνθη, τη φορά αυτή για να παρουσιάσει το νέο βιβλίο του «Χάρτες», απόψε το βράδυ (19.30΄) στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου.


Επί δύο περίπου δεκαετίες, ο αγαπημένος συγγραφέας ακολουθεί το δρόμο της καταξίωσης και της σπουδαίας προσφοράς στην ελληνική πεζογραφία, πράγματα που ήρθαν μέσα από τον «μαγικό» και συνάμα ρεαλιστικό τρόπο γραφής του. Είναι όμως τόσο δύσκολο να μιλήσεις αντικειμενικά για κάποιον που τρέφεις απεριόριστη εκτίμηση, τόσο για τον ίδιο όσο και για το έργο του. Θα παρακάμψουμε λοιπόν αυτό το κομμάτι και θα παραθέσουμε μόνο κάποιες ερωταποκρίσεις που ανταλλάξαμε πριν μερικές μέρες –εν είδει συνέντευξης κι εν όψει του ερχομού του- για να τον γνωρίσουμε καλύτερα:

Τρυφερός και άγριος μαζί, σύγχρονος μα και ρομαντικός, ελεήμων και αδυσώπητος. Ποιος είστε κύριε Γρηγοριάδη και τι θέλετε στην μικρή μας πολιτεία;

Έρχομαι στην πόλη σας για να παρουσιάσω το καινούργιο μου βιβλίο, όμως δεν είναι μια απλή πρόσκληση ούτε παρουσίαση. Η Ξάνθη είναι ένα κομμάτι της ζωής μου, έζησα τρία ολόκληρα χρόνια εδώ και από χρόνια πηγαινοέρχομαι. Κάθε φορά που έρχομαι στην πόλη δεν είναι μια απλή στάση, η απόσταση του χρόνου μικραίνει και με συγκινεί το γεγονός ότι ήταν ένα κομμάτι της ζωής μου. Όσο για το ποιος είμαι, μάλλον εννοείτε ποιος είναι ο συγγραφέας που γράφει τα συγκεκριμένα βιβλία, μόνον έτσι μπορεί να είμαι πολυπρόσωπος και ετερόκλητος. Πολλές φορές η σχέση του συγγραφέα με τον εαυτό του δεν είναι ταυτόσημη ούτε ιδιαίτερα αρμονική.

Αφουγκράζεστε την κοινωνική πραγματικότητα και με μικρές φράσεις-νυστέρια –που ίσως να περάσουν απαρατήρητες από τους μη μυημένους, χαμένες κάπου μέσα στα έργα σας- ανατέμνετε την υποκρισία, τα κατά συνθήκη ψεύδη, ακόμα και τα θέσφατα και τους επιτίθεστε! Τι θα λέγατε –κάποτε- ευθέως στην κοινωνία και, αλήθεια, πώς φαντάζεστε το κοινό σας;

Το αναγνωστικό κοινό παραμένει ένα αίνιγμα. Ποτέ δεν ξέρεις πότε σε θέλει ή σε αφήνει κι αυτό με γοητεύει, όπως κι εγώ κάθε φορά ξεδιπλώνω τις σελίδες της ψυχής μου για να τους πείσω. Αυτό σημαίνει ότι δεν είμαι προβλέψιμος και κάθε φορά πρέπει να με «ανακαλύψει» μια καινούργια ομάδα, ένα νέο κομμάτι αναγνωστών. Όμως υπάρχουν και οι πιστοί αναγνώστες, όπως είμαι κι εγώ με κάποιους άλλους συγγραφείς που τους διαβάζω ανελλιπώς. Αυτοί είναι που μου συμπαραστέκονται και τους ευχαριστώ. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν έκανα παραχωρήσεις στο γράψιμο, ακόμη κι αν ήξερα ότι δεν θα χάιδευα συνειδήσεις. Ο Κάφκα έλεγε ότι η λογοτεχνία πρέπει να είναι το τσεκούρι που σπάζει τον πάγο. Κι εγώ λέω, αλίμονο αν ο συγγραφέας κάνει καλλιτεχνικό πατινάζ.

Σας καλώ να απολογηθείτε για την πρόστυχη σιωπή κάποιων εφησυχασμένων, τακτοποιημένων πνευματικών ανθρώπων. Που το μόνο που βρήκαν να πουν ενώ γύρω γίνεται χαλασμός, είναι ότι «είναι θυμωμένοι», στην ομώνυμη… λιτανεία που διοργάνωσαν πρόσφατα.

Οι πνευματικοί άνθρωποι με το έργο τους πρέπει να μιλάνε, μόνον τέτοιες αντιδράσεις μπορώ να κρίνω. Όσο για την λιτανεία που υπονοείτε, εγώ πάλι νομίζω ότι από καιρό παραβρίσκομαι σε ένα πολιτικό και κοινωνικό μνημόσυνο.

Κατά την ταπεινή άποψη ενός ακατάρτιστου να σας κρίνει, αλλά που σας νοιώθει με την ψυχή, έξω από λογοτεχνικά φτιασίδια και γνώσεις, η μαεστρία με την οποία δένετε την πραγματικότητα με ένα έξοχο φαντασιακό(;) κόσμο είναι μοναδική. Σας θεωρώ (και μπορώ να το τεκμηριώσω με τα δικά μου κριτήρια) μια από τις καλύτερες πένες και δηλώνω ευτυχής που συμπέσαμε χρονικά πάνω στη φλούδα της γριάς γης, ώστε να μπορώ να σας διαβάσω. Ποια μηνύματα κομίζετε, τι είναι αυτό που «χορεύει στον ελαιώνα» της ψυχής σας και χτυπάει με μανία τους τοίχους της για να βγει;

Σας ευχαριστώ για την ενθουσιώδη ερώτηση που σημαίνει ότι κι εσείς κάπου δένετε με όσα πασχίζω να φτιάξω με λέξεις, που άλλοτε αγγίζουν την καθημερινότητα και άλλοτε το φανταστικό. Πάντως για μένα όλα είναι ανερμήνευτα, το φανταστικό είναι ήδη η ίδια μας η αλλόκοτη ζωή πάνω στη γη, το ίδιο η ψυχή και ο νους. Αλίμονο σε όσους πιστεύουν ότι η τέχνη πρέπει να απεικονίζει αυτό που κάποιοι εθελοτυφλώντας αποκαλούν «ρεαλιστικό», μάλλον δεν βλέπουν καν όνειρα στον ύπνο τους.

Πού οδεύει η βιβλιοπαραγωγή, τι γίνεται με το συνωστισμό τελευταία, που μάλιστα έβαλε τα βιβλία –ατάλαντων κυρίως, μα και ταλαντούχων- με το κιλό και στα super market, μαζί με μουστάρδες και σερβιετάκια με φτερά;

Μπα, δεν πειράζει, ανέκαθεν το βιβλίο είχε εμπορική τιμή. Η άλλη τιμή, η «λογοτεχνική», δεν αποκτάται εύκολα ούτε κατακτιέται εύκολα. Η αγορά έδωσε ευκαιρίες σε πολύ κόσμο να γράψει, όμως πολύ εύκολα σε καταπίνει η γραφή αν αποσκοπεί σε εμπορική απήχηση και μόνον.

Κλείνοντας το κάθε τελευταίο βιβλίο σας, περιμένουμε με μια κρυφή, άγρια αγωνία το επόμενο. Υπάρχει κάτι;

Υπάρχει ένα διαρκές ανοιχτό κείμενο γύρω μου, ένα πρόθυμο βιβλίο να γραφεί και να αναπτυχθεί. Δεν ξέρω ακόμη, πρέπει να κλείσει ο κύκλος με τους «Χάρτες» και μετά να αφοσιωθώ στο επόμενο σχέδιο. Και η δική μου αγωνία είναι παρόμοια με τη δική σας, πώς θα είναι αυτό. Και αυτό το ψάξιμο, το παιγνίδι της έμπνευσης είναι το πιο ζωντανό στοιχείο στη φάση της δημιουργικής γραφής.

Θοδωρής Μπακάλης,

Εφημερίδα «Θράκη» Πέμπτη 21 –02-08


(Στη φωτογραφία τα λατρεμένα παιδιά της Ξάνθης...)



Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2007

Συνέντευξη στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

«Να προκαλέσουμε τους εφησυχασμένους»

Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (spapa@enet.gr)

Νεοέλληνες που επιδίδονται σε σεξουαλικό τουρισμό και μετανάστες που δακρύζουν σφηνωμένοι σε τηλεφωνικούς θαλάμους. Πιτσιρίκια που υπερασπίζονται μαλθακούς μπαμπάδες και κλοσάρ που μονολογούν κι αποπατούν.

Σμήνη τραβεστί που καταφεύγουν σ' ερημικά νησιά, γκέι και λεσβίες που είτε εκτίθενται είτε οχυρώνονται σε ψευδεπίγραφους γάμους, Αλβανοί πολιορκημένοι στα χωράφια, νεαρές επαρχιώτισσες που ξεσαλώνουν σε βερολινέζικα κλαμπ. Γυναίκες που βίωσαν την περιπέτεια αθόρυβα και την αρρώστια υπομονετικά, πλάσματα ταλαντούχα που κάηκαν πριν την ώρα τους, φαντάροι που λιποψύχησαν, γιαγιάδες γαντζωμένες σε παλιά βάσανα...

Στο καινούριο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη «Χάρτες» (εκδ. «Πατάκη»), τρεις φίλοι Βορειοελλαδίτες ταξιδεύουν στον χώρο και τον χρόνο, μεταφέροντας ο ένας στον άλλον ιστορίες που έζησαν ή άκουσαν, ιστορίες νευρώσεων και ματαιώσεων από τα χρόνια του '80 και του '90 που θέλουν να τις μοιραστούν. Αλλες έχουν αρχή, μέση και τέλος, άλλες είναι επικεντρωμένες σε σημαδιακά στιγμιότυπα, κι όλες τους -εβδομήντα τον αριθμό- είναι στο βιβλίο ταξινομημένες ανάλογα με το πού εκτυλίχθηκαν: σε χωριά και κωμοπόλεις, σε συνοικίες και πόλεις, στην ξενιτιά στους λαβυρίνθους του μυαλού.

«Ο,τι φώλιαζε μέσα μου, ό,τι δεν είχε χωρέσει ώς τώρα στα γραπτά μου, βρίσκεται συγκεντρωμένο εδώ» λέει ο ίδιος. «Σκέφτομαι πως αυτά τα διηγήματα, τα περισσότερα βασισμένα σε πραγματικά περιστατικά, γράφτηκαν γι' ανθρώπους που άλλος δεν θα τους μνημόνευε. Να όμως το καλό της λογοτεχνίας, σου επιτρέπει να φτιάξεις τους δικούς σου ήρωες...»

Συντηρητική κοινωνία

Αν στον «Χορευτή του ελαιώνα» ο Γρηγοριάδης είχε υιοθετήσει μια νεανική γυναικεία φωνή και στο «Εξω απ' το σώμα» ενός δημοσιογράφου «λίγο αρριβίστα με τις γυναίκες», γι' αυτήν την «εσωτερική ανθρωπογεωγραφία» όπως χαρακτηρίζει τους «Χάρτες» του, διάλεξε την οπτική γωνία μιας γενιάς, εκείνης που αναγνωρίζει ως δικής του: «Είμαστε παιδιά της μεταπολίτευσης που σπουδάσαμε, άλλοι πρόκοψαν κι άλλοι όχι, κανείς μας δεν ψήφισε συντηρητικά, όσοι παντρεύτηκαν σίγουρα χώρισαν, αρκετοί πέθαναν από AIDS και πολλοί από ναρκωτικά, κι όσοι απομείναμε είμαστε άνθρωποι ανεξάρτητοι που θέλουν να προκαλούν τους εφησυχασμένους».

Συγγραφέας «μ' έντονη κοινωνιολογική, αλλά καθόλου ηθικοπλαστική ματιά» όπως συστήνεται, ο Γρηγοριάδης δεν τρέφει ψευδαισθήσεις: «Ποτέ δεν θα γίνουν αποδεκτές στην Ελλάδα δυο λεσβίες που θα εκδηλωθούν ανοιχτά στο δρόμο ή που θα θελήσουν να υιοθετήσουν. Κι οποιοσδήποτε αξιοπρεπής ομοφυλόφιλος σκορπίζει μεγαλύτερη ανησυχία από εκείνον που γίνεται ρεντίκολο στην τηλεόραση ή αυτόν που παραπέμπει στις κραγμένες αδελφές των ταινιών του Φίνου. Ο ρατσισμός δε των παιδιών απέναντί τους είναι τρομερός. Ξεπερνάει ακόμη και των ενηλίκων. Βλέπω στο τραμ κάτι εφήβους δυο μέτρα, με ξασμένα μαλλιά και γουόκμαν στ' αφτιά, να παρατάνε τα χερούλια για να σταυροκοπηθούν μπροστά στην Αγία Φωτεινή, και ξέρω ότι καθόλου δεν θα δίσταζαν να κράξουν έναν μεσήλικα καθηγητή τους...»

Μέχρι να εμφανιστεί στις αρχές της δεκαετίας του '90 με τους «Κρυμμένους ανθρώπους», ο Γρηγοριάδης είχε υπηρετήσει ως καθηγητής αγγλικών στον Εβρο, την Ξάνθη και το Διδυμότειχο κι είχε ήδη διοριστεί σε λύκειο της Νέας Σμύρνης. Σήμερα ωστόσο έχει πειστεί: «Τέλειωσε οριστικά μέσα μου ο δάσκαλος. Μου τον "τέλειωσε" το ίδιο το εκπαιδευτικό αλλά και το κοινωνικό σύστημα, που ακυρώνουν κάθε απόπειρα για διαπροσωπική επαφή. Δεν μπορεί να τρέχει το Ιντερνετ με ιλιγγιώδεις ταχύτητες κι εγώ να γράφω στον μαυροπίνακα.

Ούτε επτρέπεται να ζητάς ως συγγραφέας άδεια για να συμμετάσχεις σε μια διεθνή έκθεση κι επειδή ο νόμος δεν έχει προβλέψει κάτι τέτοιο, να παίρνεις πλαστή αναρρωτική...». Ετοιμάζεται λοιπόν γιά μιά πρόωρη, μειωμένη σύνταξη που θα του επιτρέψει να γράψει κι άλλα βιβλία και, στο μεταξύ, παραμένει αποσπασμένος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Σερρών, όπου διαχειρίζεται το ηλεκτρονικό της σάιτ και οργανώνει κύκλους λογοτεχνικών σεμιναρίων.

Στο μυαλό της 18χρονης ανιψιάς του, τα γραπτά του είναι καταχωρισμένα στα... ακατάλληλα. Μπαίνοντας φέτος στο πανεπιστήμιο τον ρώτησε: «Τώρα, θείε, επιτρέπεται να τα διαβάσω;» Απ' τη μεριά του αναγνωρίζει πως οι «Χάρτες», όπου εξετάζονται ανεξίθρησκα όλων των λογιών οι ερωτικές συμπεριφορές, δεν προσφέρονται για σχολικά εγχειρίδια. Ομως «εγώ διάβαζα "ακατάλληλα" από τα δώδεκά μου. Δεν υπήρχε τότε το είδος "εφηβική λογοτεχνία". Μετά τα παραμύθια περνούσες κατ' ευθείαν στον Τσβάιχ, τον Ζολά και την Περλ Μπακ, στον Ζενέ, τη Γιουρσενάρ, τον Τολστόι». Υπήρχαν πολλά βιβλία στο πατρικό του, στο Παλαιοχώρι; «Δεν υπήρχαν -ο πατέρας μου ήταν αγρότης- αλλά έβρισκα. Ισως ήμουν ο μοναδικός συστηματικός αναγνώστης ανάμεσα σε 3.500 κατοίκους... Τ' αναζητούσα στο σπίτι του αριστερού γραμματέα του χωριού, τα δανειζόμουν από την κινητή βιβλιοθήκη της Ελευθερούπολης. Με το που τα ολοκλήρωνα, μάλιστα, έγραφα και κριτικές. Ολόκληρο αρχείο έχω...».

Τώρα πια, οι κριτικές του αφορούν τη σύγχρονη ξένη λογοτεχνία και δημοσιεύονται στον τύπο. Και παρακολουθώντας συστηματικά τη βρετανική παραγωγή, αντιλαμβάνεται καλύτερα πού χωλαίνει η δική μας:

«Υπάρχει πρόβλημα με το μυθιστόρημα. Εχουμε μεγάλη έλλειψη παράδοσης στο είδος. Πώς να συναγωνιστείς εκείνους που αντί γι' αποσπάσματα του Ζαχαρία Παπαντωνίου ή του Καρκαβίτσα, αντί για τους μονότονους συγγραφείς της γενιάς του '30, έχουν διδαχτεί στο σχολείο ολόκληρα έργα του Σέξπιρ ή της Τζορτζ Ελιοτ; Ούτε αφθονούν εδώ εβδομηντάρηδες συγγραφείς σαν τον Μπράντεμπερι, τον Λοτζ, την Μπάιατ που θ' ανοίξουν την αγκαλιά τους στους νεότερους. Οι αντίστοιχοι δικοί μας, αντί να συμφιλιωθούν με το ότι το μυθιστόρημα παλεύει με την κοινωνία και κουβαλά όλα τα ελαττώματά της, επιμένουν να δίνουν βάρος στη λαγνεία της λέξης. Αν γεννιόταν εδώ η Μίριελ Σπαρκ, με τον κοφτό και αφαιρετικό της λόγο, χωρίς καλολογικά στοιχεία, θα την είχαν διαγράψει. Στη Σκοτία όμως της έχουν στήσει μνημείο».

«Οι νέοι πουλάνε περισσότερο προφίλ»

Ο Γρηγοριάδης δεν νοσταλγεί καθόλου την εποχή που για να πει μια καλημέρα στην παλιά φουρνιά των ομοτέχνων του έπρεπε να φτύσει αίμα, όπως λέει χαρακτηριστικά. Κι εξακολουθεί να διαμαρτύρεται για το καχύποπτο βλέμμα των πρεσβύτερων απέναντι στη σύγχρονη αφηγηματική λογοτεχνία: «Ακόμα και η παραγωγικότητα ενός συγγραφέα πορείας, με δέκα, είκοσι τίτλους πίσω του, αντιμετωπίζεται ως μειονέκτημα..». Αναγνωρίζει ωστόσο ότι η αναπλήρωση εκείνου του ιερατείου από τις εφημερίδες, τα ένθετα βιβλίου, τα free press και τους κανόνες της αγοράς, κυρίως, είναι επίσης προβληματική.

«Πράγματι, ένας νέος πεζογράφος σήμερα δεν έχει ανάγκη από κανένα κύκλωμα. Δεν μπορείς, όμως, να βγάζεις το πρώτο σου βιβλίο και να μην έχεις διαβάσει Τσίρκα, Αξιώτη, Ρίτσο, Βασιλικό ή Χειμωνά. Εχω την αίσθηση ότι οι νεότεροι πουλάνε πιο πολύ προφίλ παρά περιεχόμενο. Σαν τους μπλόγκερ που κάνουν σαματά με την ανωνυμία τους, μέχρι να εκδοθούν. Τη μεγαλύτερη ζημιά στον χώρο, πάντως, δεν την προκαλούν τα μυθιστορήματα που απευθύνονται σε... νοικοκυρές σε απόγνωση, αλλά μερικά πολύ μέτρια έργα -δεν θα πω τίτλους- βραβευμένα από το κράτος και παρουσιασμένα σαν μικρά αριστουργήματα από κριτικούς που αποφαίνονται ότι ο Φίλιπ Ροθ ή ο Ντε Λίλο δεν είναι στα καλά τους τελευταία...».

Ο ίδιος άραγε τι πιστεύει; Υπάρχουν αναγνώστες που ανυπομονούν να διαβάσουν το νέο του βιβλίο; «Μου 'χουν πει ότι στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ένας που ξέρει απ' έξω τα "Νερά της Χερσονήσου", όπως υπάρχει και μια ομάδα ψυχιάτρων που κόβουν φλέβες με το "Παρτάλι" κι εδώ και τέσσερα χρόνια το παρουσιάζουν στο θέατρο με φοιτητές. Γι' αυτούς γράφω, που μπορεί και να τους συναντήσω, μπορεί και όχι. Γι' αυτούς, που αποκλείεται να ξεπερνούν τις 5.000. Οι παραπανίσιοι αναγνώστες είναι όλοι τους περιστασιακοί, ανίδεοι για το τι εκπροσωπεί ο καθένας μας με τα γραπτά του, γιατί γράφει και σε τι αποσκοπεί».

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2007

Συνέντευξη στη Lifo

μεγέθυνση

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ

Losers στον ουρανό με διαμάντια

Εβδομήντα ιστορίες με ήρωες που ζουν στο περιθώριο, αλλά κάτι μυστήριο τους υψώνει.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗ

Όλοι οι άνθρωποι είναι εν δυνάμει λογοτεχνικοί ήρωες.

Οι Χάρτες -το καινούργιο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη από τον Πατάκη- δεν έχουν ορατά σύνορα. Παλινδρομούν ανάμεσα σε μοναχικές κωμοπόλεις και συνοικίες, σε υγρές σπηλιές με σκοτεινά νερά και ψυχρά ψηφιακά ερημητήρια. Κατοικούνται όμως από ανθρώπινα πλάσματα: τραγουδίστριες, φαντάρους, ποιητές, πρόσφυγες, ερωτικές γυναίκες, αλλόκοτα ζευγάρια και σιωπηλά αγόρια. Πλάνητες που έζησαν στο περιθώριο των γεγονότων και διεκδίκησαν τον έρωτα αλλά και το χαμό τους.

Οι Χάρτες, κατά το συγγραφέα, είναι η ιστορία μιας παρέας φίλων που περιφέρονται σε πόλεις, ερημιές και ξενιτιές στις ουτοπίες και στις δυστοπίες της φαντασίας τους. Πρόκειται για ιστορίες ευτράπελες, μελαγχολικές, απρόβλεπτες και γοητευτικές. Λίγες μέρες πριν από την εμφάνιση του νέου του βιβλίου -όγδοο στη σειρά- στα βιβλιοπωλεία, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης μας μιλά για την προσωπική του ανθρωπογεωγραφία.


Τι σας οδήγησε στη μικρή φόρμα, στην επιθυμία να αφηγηθείτε μικρές ιστορίες σαν ανάσες ζωής;
Κάποια στιγμή άρχισα να βλέπω γύρω μου πιο αποσπασματικά. Το παρελθόν και το παρόν σχηματίζονταν σε μικρές ιστορίες. Η μικρή και περιεκτική φόρμα έμοιαζε μια καινούργια αφηγηματική πρόκληση. Από την άλλη έβλεπα στα βιβλιοπωλεία «μυθιστορήματα-τούβλα» και ένιωθα να χτίζονται τείχη φλυαρίας γύρω μου.

Οι «χάρτες» σας περιέχουν χωριά και συνοικίες, ξένες χώρες και ουτοπικούς προορισμούς. Οι ιστορίες σας μοιάζουν την ίδια στιγμή φανταστικές και πραγματικές. Tο ίδιο και οι ήρωές σας. Έχει κάποια σημασία αυτή η παλινδρομική κίνηση από το φανταστικό στο πραγματικό;
Ποτέ δεν ξεχώρισα τις φαντασιώσεις και το όνειρο από την πραγματικότητα - αν έτσι αποκαλούμε τις καθημερινές μας κινήσεις. Ο καθένας χτίζει τη δική του πραγματικότητα, η λογοτεχνία οφείλει να καταγράψει όλες τις αποδράσεις μας. Δεν υπάρχει πια ρεαλισμός όπως εννοείτο παλιότερα.

Οι ήρωές σας, χωρίς να είναι περιθωριακοί, μοιάζουν ταπεινοί και «ηττημένοι». Είναι γεμάτοι αδυναμίες, κάνουν λάθη, «καίγονται» από πάθη, βασανίζονται από ματαιωμένα συναισθήματα, μυστικά και προκαταλήψεις. Σας γοητεύουν αυτού του είδους ήρωες ή μήπως θεωρείτε ότι, μοιραία κάποια στιγμή, όλοι βρισκόμαστε στην ίδια θέση;
Είστε πολύ διακριτικός, κύριε Καρουζάκη, με τις φράσεις σας. Οι ήρωές μου είναι κάτι ακόμη χειρότερο: νευρωτικοί, αρρωστημένοι, διαστροφικοί. Στις εβδομήντα ιστορίες δεν νομίζω να υπάρχει έστω και ένας που θα είχε πιθανότητα «αγιοποίησης». Κι αυτό έγινε χωρίς προσχεδιασμό. Όλοι οι άνθρωποι κουβαλάνε μια εξωτερική και κοινωνικά αποδεκτή εκδοχή του εαυτού τους και μια εσωτερική και μυστική πλευρά, με την οποία φαντασιώνονται τα καλύτερα και τα χειρότερα. Επομένως όλοι οι άνθρωποι είναι εν δυνάμει λογοτεχνικοί ήρωες.

Γράψατε πρόσφατα ότι θέλατε να τους δώσετε «μια κουκίδα λογοτεχνικής γης». Αυτή, λέτε, να είναι και η μεγάλη δωρεά της λογοτεχνίας;
Όπως το λέτε. Η λογοτεχνία αποκαλύπτει ζωές και ιστορίες που κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα έβγαιναν στη φόρα. Παράδειγμα η ιστορία «Παρτουζίτσα», ένα τρυφερό ερωτικό τρίο, σε μια κωμόπολη της Κομοτηνής, όπου στο τέλος απομένουν οι δύο άντρες. Απέδωσα και στους δύο ένα παλιό χρωστούμενο από τη θητεία τους. Κανένας άλλος θεσμός, πλην της λογοτεχνίας, δεν θα τους παρείχε τέτοια ασυλία.

Επιθυμία σας ήταν ακόμα να κάνετε τον αναγνώστη να κλάψει, να γελάσει, να ερεθιστεί. Ποια ικανότητα επιτρέπει στο συγγραφέα να προκαλεί στους αναγνώστες τέτοιου είδους συναισθήματα;
Ο τρόπος που επιλέγεις να του πεις μια ιστορία, το ύφος της αφήγησης, ο τόνος σου, ο υπαινιγμός, το εύρος της αγκαλιάς σου. Ξεκίνησα να διαβάζω δώδεκα χρονών για να ανακαλύψω τον κόσμο και τα πάθη του. Ελλείψει μάλιστα ερωτικού υλικού (αρχές δεκαετίας εβδομήντα), αυνανιζόμουν με σκηνές από βιβλία του Ζολά και του Τσβάιχ. Αυτό με έκανε συγγραφέα, όχι τα αναγνωστικά με τις βλαχοπούλες και τα τσολιαδάκια. Μακάρι και τα δικά μου βιβλία να προσφέρουν ανακούφιση σε κάποιους αναγνώστες.

Οι περισσότερες ιστορίες σας είναι εσωστρεφείς, σκοτεινές, υπαινικτικές. Ποια είναι η σημασία αυτής της επιλογής;
Νομίζω ότι επιλέγω ανάλογα με τον κόσμο και τους ανθρώπους που με περιτριγυρίζουν. Ακούω και αφουγκράζομαι πάρα πολύ, κυκλοφορώ σε εντελώς διαφορετικούς χώρους και ζω ανάμεσα στην επαρχία και την πρωτεύουσα. Ο αδιόρατος ιστός που συγκροτεί όλα αυτά τα πρόσωπα και τις καταστάσεις είναι το υλικό μου. Δεν νομίζω ότι κυκλοφορώ σε διαυγείς ορίζοντες, εκτός αν πράγματι επέλεξα να βρίσκομαι σε ζώνες όπου σκοτεινιάζει κάπως η ψυχή και στρέφεσαι στα άδυτά της.

Mάλλον δεν σας γοητεύουν οι μητροπόλεις, ακόμα και λαμπερές αμερικάνικες πόλεις ή και το αχανές διαδίκτυο φέρουν, στο βιβλίο σας, τη μελαγχολία μιας κλειστής κοινότητας.
Πριν δέκα χρόνια ήθελα να ζω στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη. Ώσπου μια μέρα κλείστηκα στο μετρό του Λονδίνου και έπαθα ντελιριακή κλειστοφοβία. Διατηρώ ακόμη το εισιτήριο για να ανέβω κάποτε ως τουρίστας στην ταράτσα των Δίδυμων Πύργων. Καταρρέουν τα μητροπολιτικά συστήματα. Οι μητροπόλεις έδωσαν τόπο στους διαδυκτιακούς τόπους, όπου έχω μετοικήσει για τα καλά. Παρά τα πολυμέσα που συνοδεύουν τις πλοηγήσεις μου, στο τέλος βγαίνω εξοντωμένος. Πράγματι η μελαγχολία είναι απόρροια κάθε κλειστού συστήματος, κάθε καινούργιας πρότασης, γιατί τελικά δεν ευχαριστιέται η ψυχή.

Αν και οι ιστορίες είναι αυτοτελείς και τα πρόσωπα διαφορετικά, το βιβλίο μοιάζει να αφηγείται την ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της;
Η γενιά μου μεγάλωσε τη δεκαετία του εξήντα σε μια Ελλάδα αγροτική και ημιαστική, αποβλακώθηκε τερατωδώς επί χούντας, απελευθερώθηκε λυσσασμένα στη μεταπολίτευση, φόρεσε προφυλακτικό τη δεκαετία του ογδόντα και βίωσε τη «βιοτεχνία» της μικροπολιτικής και παραοικονομίας σε ένα απολίτιστο περιβάλλον τη δεκαετία του ενενήντα. Τώρα ωριμάζουμε, άλλοι σε γραφεία, άλλοι με άτακτα παιδιά και άλλοι στην ορθοστασία σε ξεθυμασμένες συναυλίες, ξεγελώντας τον εαυτό μας.

Ανήκουν όλοι οι ήρωες του βιβλίου στην προσωπική σας ανθρωπογεωγραφία ή κάποιοι σας είναι εντελώς ξένοι;
Σχεδόν όλες οι ιστορίες μου είναι αληθινές και μερικές -αυτές του τέταρτου Χάρτη- θα περιμένω να πραγματοποιηθούν στο απώτατο μέλλον - εφόσον υπάρξει κάποια κλωνοποίηση...

Ποιοι θέλετε ν' αγαπήσουν τους ήρωές σας;
Όσοι αναγνωρίσουν κομμάτια ζωής στους ήρωές μου, πράγμα που σημαίνει αναγνώστες κάθε ηλικίας, ανήσυχοι, διορατικοί, έτοιμοι να κολυμπήσουν στα βαθιά χωρίς ναυαγοσώστες.

To βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη "Χάρτες" κυκλοφορεί στις αρχές Νοεμβρίου

Εξώφυλλο
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ
ΧΑΡΤΕΣ
εκδόσεις Πατάκης

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2007

Το κείμενο στην Ελευθεροτυπίας

Οι «χάρτες» είναι πολλές μικρές ιστορίες μοιρασμένες σε τέσσερις ενότητες με βάση τους τόπους όπου διαδραματίζονται ή τα μέρη που επηρέσαν τις ζωές των ηρώων. Ετσι προέκυψαν τέσσερις χάρτες: χωριά και κωμοπόλεις, πόλεις και συνοικίες, ξενιτιές και εξορίες, ουτοπίες και δυστοπίες.

Κάθε διήγημα είναι αυτοτελές και μπορεί να διαβαστεί ξεκομμένο, όμως όλα μαζί συνθέτουν την ανθρωπογεωγραφία μιας γενιάς που έζησε στο περιθώριο των γεγονότων, χωρίς να διεκδικεί παρά τον έρωτα, τις χαρές αλλά και τις αναπόφευκτες πίκρες. Το ψηφιδωτό των χαρακτήρων και των τόπων εξαπλώνεται στις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Τρεις φίλοι, αφηγητές και οδοιπόροι, τολμάνε να αφηγηθούν όσα έμαθαν και έπαθαν οι ίδιοι και ο περίγυρός τους. Μπαινοβγαίνουν στις ιστορίες, άλλοτε διακριτικά και άλλοτε απροκάλυπτα, μάλιστα εμφανίζονται ακόμη και στις φανταστικές.

Υστερα από επτά σχετικά μεγάλα μυθιστορήματα οι «Χάρτες» ήταν μια πρόκληση για μια διαφορετική δουλειά. Επρεπε να οργανωθεί ένα ετερόκλιτο υλικό σε μικρές φόρμες, σαν ανάσες ζωής. Κάθε διήγημα να μην ξεπερνάει τις 700 λέξεις και κάθε ένα ξεχωριστά να διατηρεί την αυτονομία του. Κάθε «Χάρτης» να περιλαμβάνει σχεδόν ισάριθμες ιστορίες και όλες μαζί να φτάνουν τις 70. Οι ιστορίες είναι αδημοσίευτες και το βιβλίο γράφτηκε αμέσως μετά την «Αλούζα», με βάση το προδιαγεγραμμένο σχέδιο. Θεματικά θα βρει κανείς όλα τα στοιχεία από τα προηγούμενα βιβλία μου αλλά και πολλά καινούργια πράγματα.

Προσπάθησα να κάνω τον αναγνώστη να κλάψει, να γελάσει, να ερεθιστεί, να σοκαριστεί να μοιραστεί μαζί μου τις μυστικές ζωές εκείνων που δεν επρόκειτο να συναντήσει ποτέ στους δικούς του χάρτες.

Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2007

Χέρμαν Μέλβιλ «Πιέρ ή Οι αμφισημίες», μετάφραση: Σοφία Αυγερινού, εκδόσεις Μάγμα 2026

Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης  «Ας αφήσουμε την αμφίσημη πορεία των γεγονότων να αποκαλύψει την ίδια την αμφισημία τους» (σελ. 310) Νέος, κα...