Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χάρτες-κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χάρτες-κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Μαρτίου 2009

Χάρτες στο Πανδοχείο


Η ζωή μας είναι καταγραμμένη. Γι’ αυτό και διαβάζουμε σκόρπια, βιαστικά, γιατί ασυναίσθητα ψάχνουμε να βρούμε την αλήθεια μας, να την μαντέψουμε 

(σ. 233, Χάρτης αρ. 61: Σκορπισμένη βιβλιοθήκη).


Πάντα αναρωτιόμουν πώς θα ήταν η προσωπική μου βιο-γεωγραφία: ποια μέρη θα συμπεριελάμβανε, ποιοι τόποι θα μαρκάρονταν, ποια περάσματα θα υποδείκνυε το βέλος της γραφίδας, ποιο θα ήταν το τελικό της σχήμα της χώρας των χώρων μου. Ένα τέτοιο οικείο σε όλους μας ερώτημα χρησιμοποιεί ευφυώς ως εύρημα o Γρηγοριάδης στους Χάρτες του. Εβδομήντα στιγμιοτυπο-βιογραφήματα μοιρασμένα σε τέσσερες περιφέρειες (χωριά και κωμοπόλεις / πόλεις και συνοικίες / ξενιτιές και εξορίες / ουτοπίες και δυστοπίες) συναρμολογούν ένα τεράστιο α/Χαρτο-γράφητο κομμάτι της περιφέρειας, των κωμοπόλεων και των πόλεων. Δεν υπάρχουν δημόσια γεγονότα εδώ, ή καθοριστικές ιστορικές συγκυρίες, παρά προσωπικά γεγονότα (τα περισσότερα βασισμένα σε πραγματικά περιστατικά, αλλά λίγη σημασία έχει αυτό) που άλλωστε φτιάχνουν τις βιογραφίες των γενιών που ανήκουμε, όσοι συναντιόμαστε εδώ μέσα, ένας πάνω μία κάτω.

Ένας συγγραφέας που έχει λογογραφήσει όσο λίγοι το σήμερα, την καθημερινότητα και το ανθρώπινο σώμα, τώρα ανυψώνεται και απομακρύνεται, και τα παρατηρεί – πάντοτε τρυφερά – από ψηλά ή από μεσαία απόσταση. Οι ιστορίες εναλλάσσονται από μια φιλική παρέα διηγητών, με γλώσσα απλούστατη και υπαινίσουσα και με ματιά ευθύβολη και τολμηρή. Αν ο καθένας μας έπρεπε να διηγηθεί μια καίρια στιγμή της ζωής του – όχι οπωσδήποτε καθοριστική αλλά μόνιμη κάτοικο της μνήμη – ποια θα επιλέγαμε; Τι θα ζυγίσει περισσότερο, μια πράξη ή κάποια σκέψη; Ή μήπως το αρνητικό τους, οι ερωτικές ιστορίες που δεν γεννήθηκαν αλλά τις πλησιάσαμε σύρριζα, η επιλογή του διλήμματος που δεν προκρίναμε, οι κινήσεις που έμειναν ανολοκλήρωτες;

 

Φαντάσου λοιπόν…πως είσαι ποιητής και δίνουν τ’ όνομά σου σ’ έναν ανηφορικό δρόμο μιας κωμόπολης ή ψάχνεις τρόπους ώστε η παρουσίαση του βιβλίου σου ν’ αφήσει εποχή, ηθοποιός που θέλει να συρράψει σ’ έναν μονόλογο όλα όσα έχει να πει, παρατηρητής νυχτερινών τρένων που ακούει Orbital διασχίζοντας τα τενάγη των Φιλίππων, Λολίτα με μέλλον που θέλει να εξομοιώσει στιγμές με χρόνια. Ας φανταστούμε πως είμαστε Εραστές Ανοιχτών Χώρων και βροχερής Θράκης, Τούρκοι ή Έλληνες σ’ ένα καφενείο εκτός ανταλλαγής πληθυσμών, αγνοούμενοι του σήμερα – μήπως είναι ευτυχία να μη σ’ αναζητάει κανείς; – πως μας έμεινε η μυρωδιά του σπέρματος ως μοναδική ανάμνηση μιας ερωτικής σχέσης ή βρεθήκαμε σε μια παρτουζίτσα που εξελίχτηκε απρόσμενα.


Κι ακόμα, πρόσωπα που τρώγονται με τα σαράκια τους, στρατιώτες, επαρχιώτισσες, άστεγοι, ξένοι, άρρωστοι, ιδιότητες που όλοι υπήρξαμε ή μας περιμένουν πιο κάτω, η δέσποινα που αφήνει λυτά τα ένστικτά της, δυο αποκλεισμένοι σ’ ένα τσοντοσινεμά, μια μοδίστρα που προσαρμόζει τα νυφικά στις ψυχές των νυφών, η ταχυδρομική υπάλληλος ταξιδεύτρια απ’ τον Παγκράτι στον Ατλαντικό (ακριβώς έτσι). Δεν είναι, άλλωστε, ο απόδημος κόσμος μας ένας τηλεφωνικός θάλαμος, ένα καρναβαλικό ντύσιμο που περνάει τόσο φευγαλέα πια, ένα σπίτι σχεδόν σύρριζα στη νέα Εγνατία ή μια χέστρα στην άκρη μιας ρεματιάς; Θα σωθούμε άραγε αναβαπτιζόμενοι στον κάμπο της Καβάλας ή τα ρέιβ της Σαμοθράκης ή αν θεραπεύσουμε δαιμονισμένες κορασίδες στο θέατρο των Φιλίππων;

Ας έπρεπε να προτείνω ένα αγαπημένο από κάθε ενότητα, θα ήταν τα Αναστενάρισσα (νεαρή ενδίδουσα σε δυο πολιορκητές, μέσω του ερωτισμού των πελμάτων και της άχνης του ζαχαροπλαστείου), Ο μασέρ (ο πρώην βιαστής πλέον εισβολέας ως μασέρ στην Σάλλυ με τις δυο τηλεοράσεις δίπλα δίπλα), Δεκατρείς γυναίκες (η αποψίλωση ενός μακεδονικού χωριού από τις όμορφες κοπέλες του - η πίσω όψη της μικροϊστορίας) και Ο ήλιος της ερήμου, με την πολλαπλασιασμένη ακοή ολόκληρου του παρελθόντος - “Τίποτα δεν πάει χαμένο στον κόσμο μας”, ομολογεί και κλείνει τα μάτια. “Κάθε μόριο, κάθε πληροφορία, κάθε χτύπος περιμένουν να τα περισυλλέξεις και να τα σμίξεις με νόημα”. (σ. 252).

 

Στη δεύτερη ανάγνωση οι ιστορίες μοιάζουν συρτάρια για ξεκλείδωμα, ασκήσεις επί χάρτου (ή να πω επί Χαρτών;), γρίφοι προς επίλυση. Κι ενώ, όπως είναι αναμενόμενο, η πλειοψηφία των «ιστοριοστιγμών» δεν είναι ευδαιμονικές και γελαστές, η αίσθηση που αφήνουν είναι ενός γεμίσματος, μιας ανακούφισης πως όλοι μέσα στα ίδια λάθη, τα ίδια διλήμματα και τις ίδιες ματαιώσεις παραδέρνουμε - άλλωστε το τέλος μένει πάντα άνοιχτό, μισάνοιχτο, εναλλασσόμενο ή τέλος πάντων ατελές. Στο τέλος οι περισσότεροι χαρακτήρες συγκεντρώνονται υπό έναν Παράδεισο όπου μοιάζουν λιγότερο βεβαρημένοι: μήπως επειδή οι ιστορίες τους έχουν γραφτεί, συνεπώς θα ζουν μέσα από αυτές;

 


Πανδοχείο    31 Μαρτίου 2009




Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008

Χάρτες αναγνώσεις

Ο Κώστας Ακρίβος διάβασε και παρουσίασε τους Χάρτες στην Πάτρα, στην 1η Συνάντηση Πεζογράφων. Εδώ είναι η παρουσίασή του.
Το βιβλίο κλείνει ένα χρόνο τον Νοέμβριο από την έκδοσή του, μαζί με το blog που έγινε και η αφορμή να δημιουργηθεί.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008

Πού είχαμε αφήσει τους χάρτες;

Αναδημοσιεύω το κείμενο της alef . Η Ελένη Γκίκα έχει γράψει για όλα μου τα βιβλία, παρακολουθεί με τον τρόπο της τις διαδρομές της γραφής. Την ευχαριστώ.

Από την άλλη χαίρομαι που δέκα μήνες μετά οι "Χάρτες" δεν διαγράφτηκαν από τις αναγνωστικές συνειδήσεις, κόντρα στην εκδοτική τάση να θέλει ένα βιβλίο να "κρατάει" κανένα τρίμηνο σαν να είναι φρούτο εποχής.

 

22/9/2008


Και οι Χάρτες? Πού είχαμε αφήσει τους Χάρτες?


Η «έσω» και «έξω» πόλη στους «Χάρτες» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη




«Εσείς λοιπόν από πού έρχεστε;» ρωτά ένας ψηλόλιγνος τύπος σε ένα από τα εβδομήντα διηγήματα του βιβλίου. «Η πόλη θα σ’ ακολουθεί», χαρακτηριστικός τίτλος.
«Εμείς κοιταχτήκαμε αμήχανα. Αλήθεια, από πού ερχόμασταν; Μπαίνοντας στη Μέρτυρα, είχαμε απολέσει κάθε πρότερη μνήμη, Κοιταχτήκαμε πάλι. Κανείς μας δεν θυμόταν. Και οι χάρτες; Πού τους είχαμε αφήσει;» Διερωτάται ένας εκ των αφηγητών και ο συγγραφέας έψαξε και βρήκε τους «Χάρτες». Κατακερματίζοντας σε εβδομήντα ιστορίες «Επαρχίες και χωριά» (Χάρτης πρώτος), «Πόλεις και συνοικίες» (Χάρτης δεύτερος), «Ξενιτιές και ερημιές» (Χάρτης τρίτος), «Ουτοπίες- δυστοπίες» (χάρτης τέταρτος) ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης επιχειρεί κι επιτυγχάνει τον γύρο του κόσμου. Σε ένα ταξίδι τριπλό: στη ζωή και στην ψυχή μας, στους εφιάλτες και στα όνειρά μας. Στην όντως ζωή, στην έσω ζωή, στον αθέατο και άδηλο κόσμο. Στην γεωγραφία της γης και στην γεωγραφία της ζωής μας.

Ο «Χάρτης πρώτος» διανύει όλη την ελληνική περιφέρεια. Άλλοτε περπατώντας στα κάρβουνα («Αναστενάρισσα»), άλλοτε επιτυγχάνοντας το ακατόρθωτο («Μουγγό αγόρι), κάποιες φορές μπερδεύοντας τον ρόλο με το πρόσωπο («Μαργαρίτα Άλμπα»), είτε Σταυρούλα ράφτρα σ’ ένα χωριό του Παγγαίου («Νυφικό σώμα») είναι αυτή, είτε Αννούλα απ’ τη Ξάνθη ή απ’ το Νευροκόπι («Καλή σοδειά»).
Μέγιστος μάστορας, απ’ ότι αποδεικνύεται, και της μικρής φόρμας ο συγγραφέας, κατορθώνει να δώσει μονοκοντυλιά (συνήθως μέσα σε δυο ή τρεις σελίδες), χαρακτήρα και χωροχρόνο, την τραγωδία και την μαγεία της ανθρώπινης μοίρας, κρατώντας για τον αναγνώστη του και ένα κομματάκι ζάχαρη στην άκρη (την ανατροπή που όλα τα βάζει στη θέση τους, το τελευταίο κομμάτι που αλλάζει ή ολοκληρώνει στο παζλ την εικόνα. Μεγάλο ξάφνιασμα «Η σπηλιά», «Το κεντρί», «Η θέα από το μπαλκόνι», «Η γριά στην άκρη του δρόμου.
Στο δεύτερο μέρος «Χάρτης δεύτερος», η περιφέρεια γίνεται πόλη και το χωριό ή η γειτονιά, συνοικία. Με όμοια εσωτερικότητα («Ίδιο γάλα»), πανομοιότυπη ανατροπή και συγκίνηση («Μισή γυναίκα»), την ίδια θαυμαστή ατμόσφαιρα και κοινωνική οξυδέρκεια («Θλιμμένη πόλη»).
Εξαιρετικές στιγμές, μεταξύ ίσων άλλων, και τα: «Ζωή χωρίς ποίηση», «Ατλαντικός», «Παρατηρητής νυχτερινών τρένων».
Στην επόμενη ενότητα «Χάρτης τρίτος», η εσωτερική μοναξιά κι ερημιά στις ξενιτιές και στις ερημιές του κόσμου. Από το Βερολίνο («Βερολίνο, Βερολίνο») ως τον «Αραβικό επιτάφιο» κι απ’ τους «Αέρηδες» μέχρι «Το τελευταίο καλοκαίρι», «Η πόλη θα σ’ ακολουθεί» από ενότητα σε ενότητα, ολότελα εσωτερική: άλλοτε ονειρική και εφιαλτική κι άλλοτε μελλοντολογικά υποθετική, εφόσον χρόνος και χαρακτήρας πανταχού παρόντα, ωσεί Θεός και πεπρωμένο.
Οι «Ουτοπίες- Δυστοπίες» στον «Χάρτη τέταρτο», μυθιστορήματα εν δυνάμει, ιστορίες μπονσάι. Με μπορχεσική ατμόσφαιρα και προεκτάσεις, συγκεντρώνουν, πέρα από την αφηγηματική συγγραφική δεινότητα, και τα διλήμματα και τους φόβους, την φιλοσοφία και την συγγραφική ιδεολογία. Ένα μικρό αριστούργημα η «Σκορπισμένη βιβλιοθήκη». Στο «Νησί του αείποτε», η θνητότητα και η αθανασία. Στην «Αναπνοή», η ολοζώντανη αν και εικονική πραγματικότητα του διαδίκτυου. Στην «Κοσμική μεμβράνη», ο γρίφος του χωροχρόνου. Στο «Τοσωματηςτοσωματου», η άμωμος σύλληψη. Στο «Hotel digital», ο «Παράδεισος» του καθένα.

Εβδομήντα μπουκίτσες ζωής, ασκήσεις ύφους μέγιστες. Με ατμόσφαιρα και χαρακτήρες σαν γυαλάκια που σε πονούν και σε κόβουν. Με περίληψη ζωής που αγγίζει το μεγάλο αίνιγμα και το θαύμα. Με ανατροπές και αλληγορίες, με ποιητικό χρώμα και υποδόρια μουσική, με αξιολάτρευτα πάθη και λάθη, με φωτεινά αδιέξοδα και σκοτεινές λεωφόρους. Η ανθρωπογεωγραφία μας, εφόσον τα βασικά πάντα τα ίδια κι απαράλλαχτα παραμένουν. Διότι «Ο παράδεισος είναι μια παραλία γεμάτη ανθρώπους και ιστορίες» τελικά. Όπου «άλλοι πνίγονται στα ρηχά, άλλοι κολυμπάνε στα βαθιά κι άλλοι λιάζονται κρυφακούγοντας», όπως μας κλείνει το μάτι με την «ενδιάμεση στάση» τού Λόρενς Γκάσλοου, εξ’ αρχής ο συγγραφέας. Αλλά εμείς για να το κατανοήσουμε, θα πρέπει πρώτα να βυθιστούμε στη μαγεία αυτής της πρωτότυπης ανθρωπογεωγραφίας του ως το τέλος!

Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

κριτική στο Highlights

Γιώργος Βέης*

Προσεγγίζοντας με σύνεση τον Άλλο



Θεόδωρος Γρηγοριάδης, χάρτες, εκδόσεις «Πατάκη», σελ. 267.

Η πραγματικότητα είναι σαφέστατη και μάλιστα ωμή. Οι προοπτικές απεμπλοκής από την επερχόμενη κατάρρευση της ύπαρξης ελάχιστες. Οι ξένοι στον τόπο μας είναι έτοιμοι να πληρώσουν το ακριβό εισιτήριο της ματαιότητας, ενώ οι «δικοί» μας αυτοβραχυκυκλώνονται μέσα στα πάθη τους, ανίκανοι, τις περισσότερες φορές, να προοικονομήσουν την υπαρξιακή τους αναβάθμιση. Η διαχείριση των δεδομένων του βίου υπονομεύεται σταθερά από παντού. Ο εχθρός είναι κυρίως η μερική ή η παντελής Άγνοια, συνεπικουρούμενη βεβαίως από την πανταχού παρούσα κακοδαιμονία, την ατυχία δηλαδή να γεννηθείς πένης στη χώρα των επαγγελματιών κυνηγών του απόλυτου κέρδους εδώ και τώρα.

Η οικονομία των εκφραστικών μέσων του δόκιμου αυτού πεζογράφου μάς προσφέρει πράγματι ολοκληρωμένα πορτρέτα του καθημερινού άγους. Παραθέτω ένα ενδεικτικό απόσπασμα: «Μιλάει εδώ και ώρα, μόλις τελειώνει η μία κάρτα, βάζει την άλλη και σχηματίζει ένα μακρόσυρτο υπεραστικό νούμερο, εκείνο της πατρίδας του ή μάλλον της παρά λίγο πατρίδας του, ή ακόμη της ακυρωμένης. Τι σημασία έχει αν η πατρίδα του δεν είναι οριοθετημένη, η οικογένειά του τουλάχιστον σχηματίζει εκεί ένα πλαίσιο, μια φωλιά, τους πεθύμησε, τέσσερα χρόνια τώρα μακριά τους. […]«Πότε θα ‘ρθεις;» Αυτή είναι η επωδός. Ο άντρας δακρύζει κι ευτυχώς που το κεφάλι του είναι χωμένο στο τετράγωνο κουβούκλιο, δεν θέλει να τον βλέπουν ούτε να συγκινείται ούτε να προσποιείται άλλοτε τον χαρούμενο και άλλοτε τον πετυχημένο μετανάστη. Εδώ και μήνες συνειδητοποιεί ότι στην πόλη αυτή δεν έχει να πάρει τίποτε, κάτι περιστασιακά μεροκάματα, χαμηλά κι αυτά, εκμετάλλευση όλη μέρα.. » (Βλ. σελ. 114 επ.).

Η ζωή σε εβδομήντα στιγμιότυπα ή «ιστορίες», όπως τις αποκαλεί ο ταλαντούχος συγγραφέας στο ένατο αυτό βιβλίο του, είναι εμπύρετη, γεμάτη αντιφάσεις, ήττες και πρόσκαιρες νίκες στον τομέα της ηθικής. Οι επαρκώς δομημένοι χαρακτήρες ανακαλούν ευθέως τόσο αυθεντικά μέλη της σύγχρονης αθηναϊκής κυψέλης, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο προηγούμενο έργο του, το απέριττο Αλούζα, χίλιοι και ένας εραστές, επίσης από τις εκδόσεις Πατάκη, (2004), όσο και υπάρξεις με σάρκα και οστά, οι οποίες περιφέρονται αενάως στην ευρύτερη σκηνή της υφηλίου. Από την πλευρά αυτή, θα έλεγα ότι η εξακτίνωση των περιγραφών και οι διαδοχικές εναλλαγές των εθνικών εστιών της αφηγηματικής δράσης υποστηρίζουν εδώ ενεργά την πρόθεση της συγκεκριμένης δημιουργικής γραφής να διερμηνεύσει τα αίτια και τα αιτιατά των ανθρώπινων παθών σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ευδιάκριτων διεθνών αναφορών και αυτοαναφορών.

Βεβαίως απομονώνονται αρκούντως και τεχνηέντως τα καίρια χαρακτηριστικά της ιδιοπροσωπίας των υποκειμένων, τα οποία συνήθως αντιδρούν σπασμωδικά, έρμαια όπως είναι των ορμεμφύτων τους. Συγκρατώ επίσης ότι αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην επιλογική έκρηξη. Ο έρωτας, και μάλιστα σε πολλές παραλλαγές του, παραμένει η έσχατη δοκιμασία ή ο υπέρτατος βαθμός λύτρωσης των καθημαγμένων ατόμων. Σ’ αυτόν προστρέχουν εν τέλει όλες και όλοι, αναδεικνύοντας την παλαιά και ακήρατη θεά Αφροδίτη σημαίνοντα δείκτη των πράξεων, αλλά και των όποιων παραλείψεών τους. Οι αφηγηματικοί ήρωες, οι οποίοι θα ήθελαν ενδεχομένως να ακολουθήσουν την επικούρεια γραμμή, αυτοπαγιδεύονται μέσα στις εμμονές και τις αβελτηρίες τους. Ελπίδα διαφυγής από τη σκηνή των παθών υπάρχει αποκλειστικά για εκείνους τους λίγους, οι οποίοι μπορούν ακόμη να σκέφτονται απερίσπαστοι σε ικανό βάθος. Πάντως η ετερότητα προσεγγίζεται από τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη και πάλι με υποδειγματική συνέπεια κι άλλη τόση ευπρέπεια. Οι συναφείς αποτυπώσεις είναι καλώς συγκερασμένες, σταθεροί αρωγοί μιας απρόσκοπτης ανάγνωσης Οι δε ισορροπίες διατηρούνται ανέπαφες από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα.

* Ο Γιώργος Βέης είναι ποιητής.


Περιοδικό Highlights, τ. 35 (Ιούλιος-Αύγουστος 2008)

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008

"Χάρτες" κριτική στον "Ελεύθερο Τύπο"

Μια συλλογή εβδομήντα διηγημάτων εξερευνά καταστάσεις,
συναισθήματα και πάθη σε τόπους πολύ ανθρώπινους

Aπό τον Κώστα Καρακώτια

Χαρτογραφώντας
την επικράτεια της καρδιάς


Οι χάρτες αναπαριστούν και σχηματοποιούν
τα όρια των γεωγραφικών περιοχών και τις
πτυχές των εδαφικών διακυμάνσεων. Με τον
ίδιο τρόπο στο πρόσφατο βιβλίο του Θεόδω-
ρου Γρηγοριάδη ορίζουν τους χώρους εκτύ-
λιξης των αφηγήσεών του, αναδεικνύοντας
ταυτόχρονα διάφορες επικράτειες ποικίλων
καταστάσεων, έντονων συναισθημάτων και
πολλαπλών παθών.
Οι οριζόμενοι χώροι είναι τέσσερις και με
τις αντίστοιχες ενότητες των ιστοριών τους
συγκροτούν τη δεύτερη αυτή συλλογή διηγη-
μάτων του συγγραφέα και το ένατο συνολικά
βιβλίο του. Οι επαρχίες και τα χωριά, οι πόλεις
και οι συνοικίες, οι ξενιτιές και οι ερημιές, οι
ουτοπίες και οι δυστοπίες είναι οι τίτλοι των
χαρτών του και οι τόποι όπου κινούνται και
δρουν οι ήρωές του.
Παρά τις χωροταξικές, τις γεωγραφικές, τις
κοινωνικές και τις πολλές άλλες διαφορές των
διαδραματιζομένων και των προσώπων τους,
υπάρχουν ευκρινέστατα νήματα που συνδέουν
τις αφηγούμενες ιστορίες και προσδίδουν μια
ενιαία οπτική στην όλη συλλογή. Ανθρωποι πι-
εσμένοι από ποικίλα φορτία, κοινωνικά περι-
θωριακοί συχνά, αλλοπαρμένοι καμιά φορά,
μοναχικοί και εσωτερικά εξόριστοι κάποιοι,
ερωτικά αποκλίνοντες πολλοί, οι ήρωες των
εβδομήντα διηγημάτων με τις καταστάσεις
που βιώνουν, κυρίως στα τοπία της Βόρειας
Ελλάδας, δημιουργούν το ανάλογο κλίμα και
συναντούν τις θεματικές των προηγούμενων
έργων του συγγραφέα.
Στην τελευταία ενότητα της συλλογής,
όμως, με τον τίτλο «Χάρτης τέταρτος: Ουτο-
πίες – δυστοπίες», οι εξιστορήσεις ξανοίγονται
στο γένος του φανταστικού, διατηρώντας ταυ-
τόχρονα την ατμόσφαιρα και την οπτική της
συλλογής. Η έκταση των διηγημάτων είναι
μικρή και φθάνει μέχρι τις τρεις σελίδες το κα-
θένα. Η αφηγηματική τους ανέλιξη δε πυρο-
δοτείται και κορυφώνεται σχεδόν ακαριαία με
εξαιρετικά δραστικό και έντονο πολλές φορές
μυθοπλαστικό αποτέλεσμα. Η αφήγηση εκφέ-
ρεται συνήθως σε τρίτο ουδέτερο πρόσωπο.
Σε πολλά όμως διηγήματα υπάρχει το έξυ-
πνο εύρημα μιας παρέας φίλων, τα μέλη της
οποίας, τα ίδια πάντα και με τα ίδια γούστα,
περιπλανώνται στους γεωγραφικούς και θε-
ματικούς χώρους, αλλά και σ’ αυτούς της
σεξουαλικής ετερότητας, των ενοτήτων της
συλλογής και ακούν από άλλους ή αφηγούνται
καταστάσεις και συμβάντα, όπου και αρκετές
φορές συμμετέχουν. Η δε γλώσσα τους, ζω-
ντανή, απλή και λιτή, στηρίζει και αποδίδει τα
αφηγούμενα. Ο συγγραφέας μ’ αυτούς τους
τρόπους κατορθώνει να αποδώσει πειστικά
εικόνες και όψεις της ζωής που εκτυλίσσεται
στο όριο και πολλές φορές περνά στη σκοτει-
νή και νοσηρή πλευρά.
Στο πλαίσιο αυτό, πλάθει με αρκετή επιτυχία
τους χαρακτήρες των δύσκολων, προβλημα-
τικών και εγκλωβισμένων στα κάθε είδους
πάθη ηρώων του. Ετσι, στο διήγημα «Ανα-
στενάρισσα» μια κοπέλα της πόλης βιώνει με
έναν ιδιαίτερο ερωτικό τρόπο τα Αναστενάρια,
ενώ στο «Σπιτωμένη» μια γυναίκα στην κατά-
σταση που δηλώνει ο τίτλος αρχίζει να νιώθει
την εξέγερσή της. Στο «Παλιός συμμαθητής»
ένας άνδρας γνωρίζει τυχαία τη γυναίκα και το
μικρό γιο του νεκρού πλέον παλιού συμμαθη-
τή του και επιχειρεί μια ατελέσφορη σχέση και
στο «Σπηλιά» το ατύχημα και ο θάνατος ενός
παιδιού σημαδεύουν και καταστρέφουν τη
ζωή του διασωθέντος φίλου του.
Mία ακόμα σχέση μεταξύ ενός χριστιανού
και μιας παντρεμένης μουσουλμάνας στην
Ξάνθη σταματά μπροστά στους πολιτισμικούς
και άλλους φραγμούς στο διήγημα «Δορυφο-
ρικό πιάτο» και μια σεξουαλική συνεύρεση
ανάμεσα σε ένα συγγραφέα και μια Βουλγάρα
ποιήτρια στο «Ειρηνική συνεύρεση» παραμέ-
νει ανολοκλήρωτη λόγω της έλλειψης προφυ-
λακτικού, παρά την υπέρβαση της βαλκανικής
αιματηρής ιστορίας. Ο «Ανδρας που έκλαιγε»,
στην ομώνυμη εξιστόρηση, είναι ένας απελ-
πισμένος οικονομικός μετανάστης, ο οποίος
ακούει με νοσταλγία και πόνο στο τηλέφωνο
τη μικρή του αδελφή, όπως με την ίδια νο-
σταλγία επιστρέφει στο ερειπωμένο πλέον
σπίτι της γιαγιάς του ένας Ελληνοαμερικανός
και θυμάται τρυφερά την παιδική του ηλικία
στο «Λούσιμο».
Αντίθετα, η ξενοφοβική ψύχωση του ήρωα
του διηγήματος «Πολιορκημένοι» έχει ως
αποτέλεσμα τη σύλληψη των ξένων εργατών
γης σε μια περιοχή της Καβάλας και το θάνατο
ενός μικρού μετανάστη. Στην Αδριανούπολη
στα «Κορίτσια στα σπίτια», όπως είναι και ο
τίτλος της ιστορίας, αναζητά και βρίσκει τον
αγοραίο έρωτα ένας Ελληνας από τη Θράκη,
σε αντίθεση με τους συμπατριώτες του, που
αγοράζουν με μανία διάφορα φθηνά προϊόντα,
ενώ σε μια αραβική πόλη ο ήρωας του «Αραβι-
κού επιτάφιου» αισθάνεται διαφορετικά στην
εκκλησία το βράδυ του Επιτάφιου, μόνος. Τα
παραπάνω διηγήματα και άλλα, όπως τα «Η
μέρα του πατέρα», «Συλλέκτες βοτάνων»,
«Αμαρτίες γονέων», «Ποια Αμερική;», ξεχωρί-
ζουν ανάμεσα σε πολλά.
Η χαρτογραφία του Γρηγοριάδη, πάντως,
θα ήταν περισσότερο συνεκτική και στιβαρή
αφηγηματικά εάν ήταν πιο αυστηρή η επιλογή
των κειμένων της.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

17-02-08

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2008

Γιώργος Βέης στην "Αυγή" για τους "χάρτες"

Γιώργος Βέης «Ένα βιβλίο μια σκέψη»

«Χάρτες» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη

Η ζωή σε εβδομήντα στιγμιότυπα ή «ιστορίες», όπως τις αποκαλεί ο ταλαντούχος συγγραφέας στο ένατο αυτό βιβλίο του. Απομονώνονται τα καίρια χαρακτηριστικά της ιδιοπροσωπίας των υποκειμένων, τα οποία συνήθως αντιδρούν σπασμωδικά, έρμαια όπως είναι των ορμεμφύτων τους. Συγκρατώ ότι αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην επιλογική έκρηξη. Οι αφηγηματικοί ήρωες, οι οποίοι θα ήθελαν ενδεχομένως να ακολουθήσουν την επικούρεια γραμμή, αυτοπαγιδεύονται μέσα στις εμμονές και τις αβελτηρίες τους. Ο έρωτας, και μάλιστα σε πολλές παραλλαγές του, παραμένει βέβαια η έσχατη δοκιμασία των προσώπων. Η ετερότητα προσεγγίζεται από τον συγγραφέα με υποδειγματική συνέπεια κι άλλη τόση ευπρέπεια. Το δε απρόοπτο συμβαδίζει με το παράλογο: η καθημερινότητα είναι κατά κανόνα η αναγκαία τιμωρία των άτυχων οι οποίοι τόλμησαν να την εμπιστευτούν. Ελπίδα διαφυγής από τη σκηνή των παθών υπάρχει αποκλειστικά για εκείνους οι οποίοι μπορούν ακόμη να σκέφτονται σε ικανό βάθος.


Η κυριακάτικη ΑΥΓΗ 13 Ιανουαρίου 2008

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2008

Λογοτεχνική αποτίμηση 2007 του Δημοσθένη Κουρτοβικ

πιέστε x για κλείσιμο






Η χρονιά με τις τεφρές λιακάδες

Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ

Μελετώντας τους καταλόγους των πιο ευπώλητων βιβλίων ελληνικής πεζογραφίας του 2007, ας πούμε αυτών που πούλησαν πάνω από 10.000 αντίτυπα, δεν θα βρούμε ούτε ένα που να αντέχει σε σοβαρή αντιμετώπιση ως λογοτεχνικό κείμενο, και πράγματι κανένα τους δεν έδρεψε κάτι περισσότερο από την αδιαφορία ή κάτι καλύτερο από την ειρωνεία της κριτικής. Το φαινόμενο έχει πάψει από καιρό να μας εκπλήσσει, έστω και αν τη χρονιά που πέρασε εμφανίστηκε με την πιο ακραία μορφή του. Η ελληνική πεζογραφία μοιάζει πια να ορίζεται ως προσοδοφόρα απασχόληση για συγγραφείς-διασκεδαστές και ως μηχανισμός αυτοεπιβεβαίωσης για ένα κοινό (κατ΄ εξοχήν γυναικείο) που ακόμα και τα πιο τολμηρά όνειρά του περιστρέφονται γύρω από τον ιδιωτικό του μικρόκοσμο· να διαμορφώνεται ως ένας θεσμός που αφορά περισσότερο τον κοινωνιολόγο, τον οικονομικό αναλυτή και τον ιστορικό των ηθών παρά τον κριτικό λογοτεχνίας.
Ούτε συζήτηση: οι καιροί είναι χαλεποί για εκείνους τους ονειροπόλους που έχουν άλλες προσδοκίες από τη λογοτεχνία και τη θέλουν ανήσυχη, απορηματική, διερευνητική, αιρετική. Διότι το κατάπλασμα του εφησυχασμού δεν απλώνεται μόνο πάνω στο τροφαντό σώμα του μπεστσελερισμού, μα και σ΄ εκείνα τα δείγματα “ποιοτικής” λογοτεχνίας που ακολουθούν με επιτηδευμένα κομψό βήμα την πεπατημένη- μια οδό σημασμένη με περίτεχνες πινακίδες και υποβλητικές επιγραφές, αλλά που λίγες συγκινήσεις και ακόμα λιγότερες ανακαλύψεις έχει πια να προσφέρει.
Στριμωγμένος ολοένα περισσότερο ανάμεσα στη συμβατική λογική του “καλού” βιβλίου και την κυνική λογική του πετυχημένου προϊόντος, παράτολμα πιστός επιπλέον στην ιδέα ότι η λογοτεχνία είναι πολύ σημαντική υπόθεση για να αφορά μόνο τους εστέτ, ο αθεράπευτα ρομαντικός κριτικός δεν μπορεί παρά να απογοητεύσει εκείνους που του ζητούν πλήρεις χάρτες του ενιαύσιου λογοτεχνικού τοπίου και πίνακες βαθμολογίας των βιβλίων που εμφανίστηκαν μέσα στη χρονιά. Γι΄ αυτόν- και, θέλει να ελπίζει, για αρκετούς άλλους ακόμη- ο απολογισμός της ετήσιας λογοτεχνικής παραγωγής έχει νόημα μόνον ως απογραφή του διαφορετικού, έστω και αβέβαιου, του φιλόδοξου, έστω και ανολοκλήρωτου, του εμπνευσμένου, έστω και ακατέργαστου, εκείνων των στοιχείων, δηλαδή, που κρατούν τη λογοτεχνία ζωντανή και ζωτική, όσο σποραδικά και αν εντοπίζονται. Και, επίσης, έχει νόημα αυτός ο απολογισμός ως επισήμανση αντινομιών, παραδόξων, ασυνήθιστων ωσμώσεων, που υποδεικνύουν μια δυναμική προοπτική του λογοτεχνικού τοπίου, σε αντίθεση με τη στατική εικόνα της καταλογάδην περιγραφής. Το πιο ενδιαφέρον, το πιο ζωντανό ελληνικό μυθιστόρημα που διάβασα μέσα στο 2007 ήταν ένα βιβλίο που δεν γράφτηκε από “καθαρόαιμο” λογοτέχνη και που, αν κριθεί από αυστηρά τεχνική άποψη ως μυθιστόρημα, έχει χτυπητές αδυναμίες. Νά ένα πρώτο παράδοξο, που βάζει σε σκέψεις. Διότι, παρά τα εγγενή προβλήματα της δομής και της γλώσσας του, Ο Μεγάλος Αμπάι του μηχανικού, γεωγράφου και περιβαλλοντολόγου Μιχάλη Μοδινού αρδεύεται από τόσο πλούσια βιωματικά ρεύματα και δονείται από τόσο γνήσια συγκίνηση ώστε τελικά δεν αδικεί το μεγάλο θέμα του: την αντιπαράθεση ανάμεσα στον δυναμικό, επεμβατικό δυτικό πολιτισμό και τις αρχέγονες κουλτούρες, με την αποδεκτική, αλλά και παθητική σοφία τους, στο πλαίσιο μιας παλλόμενης από ζωή αφρικανικής φύσης, που είναι όχι τόσο το σκηνικό όσο ο κριτής της αναμέτρησης και ο αληθινός πρωταγωνιστής του βιβλίου. Ένα μεγάλο μυθιστόρημα προϋποθέτει ένα μεγάλο θέμα, έχει πει ο Χέρμαν Μέλβιλ. Ξέρω αρκετούς συγγραφείς μας που θα αντέτειναν, χαμογελώντας συγκαταβατικά, ότι το μεγάλο θέμα είναι ένα ξεπερασμένο πρόταγμα και ότι σήμερα μεγάλα θέματα είναι τα μικρά θέματα, δηλαδή τα ατομικά ψυχοδράματα της καθημερινής ζωής μας. Ας κοιτάξουν, όμως, πώς πορεύεται σήμερα το μυθιστόρημα σε άλλες χώρες και πώς, όπου αδρανεί, το υποκαθιστά η “λογοτεχνία της μαρτυρίας”, η οποία βρίσκει τη μεγαλύτερη απήχησή της στο κοινό ακριβώς όταν τροφοδοτείται από μεγάλα θέματα.
Δεν έλειψαν το 2007 και άλλες φιλόδοξες, θεματολογικά, προσπάθειες, που παρακολουθούνται με ενδιαφέρον. Ο Κώστας Ακρίβος, για παράδειγμα, καταπιάστηκε στο ΠανΔαιμόνιο με ένα πραγματικά μεγάλο θέμα: τη σύγκρουση της θρησκευτικής πίστης, όταν μάλιστα έχει αποκτήσει φονταμενταλιστικά χαρακτηριστικά, με την ανθρώπινη υπόσταση του πιστού και τις εκπλήξεις της ζωής. Διεξήλθε το θέμα του εύστροφα, αλλά το υπεραπλούστευσε, ενδεχομένως εσκεμμένα. Ο νεαρός, αλλά πολυγραφότατος και πολυμήχανος Αύγουστος Κορτώ προσέγγισε, στο Ο δαιμονιστής, το επίσης μεγάλο θέμα της δισυπόστατης επιθυμίας για ένωση με τον Άλλο και εκμηδένισή του, καταπλακώθηκε όμως, ως συνήθως, από την υπερβολή και την εντυπωσιοθηρία του. Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος, από τις νέες φωνές και αυτός, έδωσε ένα αξιοπρόσεκτο μυθιστόρημα, Το άλλο μισό μου πορτοκάλι, όπου επιχειρεί να ανιχνεύσει, με οδηγό μια παραδειγματική (;) περίπτωση, την κοινωνική, πολιτική, ψυχολογική και (εδώ αρχίζουμε να τσινάμε) βιολογική γενεαλογία της ελληνικής τρομοκρατίας, φτάνοντας πολύ πίσω, ώς τη δεκαετία του 1930. Περιέργως για νέο συγγραφέα, περιγράφει την προπολεμική Ελλάδα πολύ ζωντανότερα από ό, τι τη νεότερη.

Η τάση για σύντηξη μυθοπλασίας και δοκιμίου είναι ένα ευοίωνο φαινόμενο, γιατί μπορεί να κάνει το μυθιστόρημα πιο ευέλικτο και να του δώσει μεγαλύτερη πνοή, όταν βέβαια ο συγγραφέας έχει να πει σημαντικά πράγματα.

Το βιβλίο του έργου και του χρόνου ο Γιάννης Κιουρτσάκης έκλεισε την τριλογία του, στην οποία ένας εξομολογητικός λόγος συνυφαίνει αυτοβιογραφία, μυθιστόρημα και δοκίμιο γύρω από το πνευματικό κλίμα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Το πρόσθετο στοιχείο σ΄ αυτό το τρίτο μέρος είναι η ιστορία της γένεσης της ίδιας της τριλογίας. Μεγαλόπνοο και έντιμα διεκπεραιωμένο έργο, θα χρειαζόταν όμως μια λιγότερο μονοφωνική ανάπτυξη για να έχει την εμβέλεια και τη σφαιρικότητα που διεκδικεί. Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος χειρίζεται αυτή τη μεικτή μορφή μυθιστορήματος με περισσότερη άνεση, έχοντας εδώ και καιρό εγκατασταθεί μόνιμα στο πεδίο της σχέσης αρχαιότητας- νεωτερικότητας. Όπως ίσως δείχνει το τελευταίο βιβλίο του, Το αριστερό χέρι της Αφροδίτης, μέρος αυτής της άνεσης είναι να ξέρεις, όταν χρειάζεται, να φαίνεσαι πιο βαθυστόχαστος από όσο είσαι.
Το καινούργιο μυθιστόρημα του Βορειοηπειρώτη Τηλέμαχου Κώτσια, το Τεκμήριο αθωότητας , δεν είναι τόσο στεγνό όσο δείχνει, συνθλίβεται όμως από μια αντίθεση που, όπως πιστεύω, αντανακλά τις δυσκολίες μετεγκλιματισμού αυτού του συγγραφέα: από τη μια το μούδιασμα που προκαλούν ο αμοραλισμός της ελληνικής κοινωνίας και ο κυνισμός των ανθρώπινων σχέσεών της σε κάποιον φερμένο από πολύ διαφορετικές συνθήκες, από την άλλη η πίεση για αποδοχή και συμμετοχή σ΄ αυτή την πραγματικότητα.
Γενικά, η παραγωγή του 2007 επιβεβαιώνει εμφατικά το- άκρως πρωτότυπο!- συμπέρασμα ότι το μυθιστόρημα παραμένει η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής λογοτεχνίας (τη στιγμή που, ως οικονομικό μέγεθος, είναι ο ηράκλειος κορμός της). Μολονότι οι νεότερες συγγραφικές γενιές επιδίδονται με ιδιαίτερο ενθουσιασμό σ΄ αυτό το είδος και, ομολογουμένως, του έχουν προσδώσει μια πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα μορφική και θεματική ποικιλία, είναι αισθητές οι ελλείψεις σε συνθετική ικανότητα και στοχαστικό βάθος. Από τις φρέσκες προσπάθειες αυτών των ηλικιακών κατηγοριών συγκρατώ, εκτός από τα μυθιστορήματα του Κορτώ και του Μαυρόπουλου, το Ο άνθρωπος καλαμπόκι του Δημήτρη Σωτάκη, κυρίως επειδή φαίνεται να προοιωνίζεται την έξοδο, επιτέλους, αυτού του συγγραφέα από το εύκολο παιχνίδι με γκροτέσκες ιστορίες έμμονων ιδεών, και το Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα του Δημήτρη Μαμαλούκα, ο οποίος δείχνει να έχει την παιδεία και το ταλέντο για να πετύχει κάτι περισσότερο από αστυνομικά μυθιστορήματα με εντυπωσιακή πλοκή.
Το βιβλίο του Μαμαλούκα διαβάστηκε και σχολιάστηκε αρκετά. Αλλά ο αγαπημένος συγγραφέας του κοινού υπήρξε αποδεδειγμένα ο “δύσκολος” Ανδρέας Μήτσου, με τη νουβέλα του Ο κύριος Επισκοπάκης - μια έκπληξη για την οποία ευχαριστούμε την κριτική επιτροπή του Βραβείου Αναγνωστών. Συνεπής μοντερνιστής πεζογράφος ο Μήτσου, αφηγείται μια μάλλον κοινότοπη ιστορία ερωτικού πάθους δίνοντας έμφαση στη θραυσματική και διαθλασμένη μορφή με την οποία παρουσιάζεται εκ των υστέρων στην αποδιοργανωμένη συνείδηση του πρωταγωνιστή της.
Αν το μυθιστόρημα εμφανίστηκε τη χρονιά που πέρασε χλομότερο από ό, τι άλλες φορές, το διήγημα εμφανίστηκε σφριγηλότερο. Στο διήγημα, και γενικά στη μικρή φόρμα, βρίσκουμε συνήθως τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα της ελληνικής λογοτεχνίας. Αυτό, βέβαια, δεν είναι κάτι καινούργιο, αλλά η σοδειά του 2007 υπήρξε ιδιαίτερα καλή, όχι μόνο σε ποιότητα, μα περιέργως και σε ποσότητα (το περίεργο του πράγματος αφορά, φυσικά, το γεγονός ότι οι συλλογές διηγημάτων είναι διαβόητα αντιεμπορικές). Και μάλιστα, οι περισσότερες συλλογές δεν ήταν συναγωγές κειμένων δημοσιευμένων κατά καιρούς εδώ κι εκεί, μα παρουσίασαν πρωτογενές υλικό. Συγκυριακό φαινόμενο ή μήπως πράξη αυτογνωσίας των συγγραφέων και πρώτη αντίδρασή τους στο άγχος της εμπορικότητας; Το μέλλον θα δείξει. Όπως και αν έχει, πρόκειται για μια φωτεινή ζώνη στο λογοτεχνικό μας τοπίο του 2007.
Το πιο ευχάριστο ήταν η ισχυρή παρουσία νέων συγγραφέων ανάμεσα στις πολλές αξιοπρόσεκτες συλλογές της χρονιάς. Η ευκίνητη και αφτιασίδωτη γραφή, η ζωηρή φαντασία, η προσοχή στο φευγαλέο, αλλά φορτισμένο με σημασία (πολλές φορές ακαθόριστη), η καλειδοσκοπική αίσθηση του κόσμου, η γλυκόπικρη βίωσή του είναι μερικά στοιχεία που τους ξεχωρίζουν από την παλιότερη διηγηματογραφία μας. Στο Λούπα ο Φώτης Θαλασσινός αποστάζει από τον σκοτεινό κόσμο των περιθωριακών, των απροσάρμοστων, των παραβατικών ένα άρωμα αγάπης και ανθρωπιάς. Στο Η άδεια καρέκλα ο Μιχάλης Μακρόπουλος στέκεται σε σκηνές που ρυτιδώνουν ανεπαίσθητα, αλλά σημαδιακά τη λεία επιφάνεια της αστικής ζωής. Στο Μικρός δακτύλιος ο Κώστας Κατσουλάρης υφαίνει με τη νοσταλγία και ξηλώνει με τον σαρκασμό μια σύγχρονη μυθολογία του κέντρου της Αθήνας. Στο Επαφές η Μαρία Κωτίδου μιλάει για τα ανέκφραστα συναισθήματα που γεννούν οι εφήμερες συναντήσεις ανθρώπων σε διάφορες γωνιές του κόσμου. Στο Ντράιβ ιν η πρωτοεμφανιζόμενη Μαρία Μαρκουλή διηγείται με μπρίο και χιούμορ (συχνά μαύρο) παράξενες ιστορίες που έχουν κοινό μοτίβο το αυτοκίνητο.
Από τους παλιότερους, ο Δημήτρης Πετσετίδης , καθαυτό διηγηματογράφος, επανέρχεται με το Λυσσασμένες αλεπούδες στο ζοφερό κλίμα της Κατοχής και του Εμφυλίου, όπου ήταν τοποθετημένα τα πρώτα διηγήματά του, και μας πείθει ότι το θέμα αυτό δεν έχει εξαντληθεί, αρκεί ο συγγραφέας να ξέρει να επιλέγει μια κατάλληλη (σήμερα) οπτική γωνία.

Στο Χάρτες του Θεόδωρου Γρηγοριάδη εβδομήντα σύντομες ιστορίες, που μια παρέα φίλων ακούει, διηγείται ή ζει ταξιδεύοντας σε πόλεις και στην ύπαιθρο, σε ξένες χώρες και σε φανταστικούς κόσμους, συνθέτουν ένα πανόραμα ανθρώπινων παθών και στομωμένων επιθυμιών. Από τη συλλογή του Μάνου Ελευθερίου Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ συγκρατώ προπαντός το εξαίρετο ομότιτλο διήγημα, όπου η τελική διάψευση της ρομαντικής φαντασίας του αφηγητή εκλύει περισσότερη συγκίνηση από όση τα σενάριά της. Ο Αργύρης Χιόνης, με ποιητικές καταβολές όπως ο Μάνος Ελευθερίου, συνεχίζει με το Περί αγγέλων και δαιμόνων στη γραμμή που χάραξε με το προηγούμενο βιβλίο του ΄Οντα και μη όντα: αφηγήματα με ανάλαφρη, παιγνιώδη γραφή, αλλά βαθύ υπαρξιακό προβληματισμό γύρω από τον θάνατο, την απώλεια, τη δημιουργία, τη ματαιότητα. Στα αξιοσημείωτα της χρονιάς Η στροφή της Κλεοπάτρας, κύκνειο άσμα του Στέφανου Σταμάτη, ενός παραγνωρισμένου πεζογράφου της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.
Η μικρή φόρμα δεν περιλαμβάνει μόνο το διήγημα και τη νουβέλα. Ένα από τα πιο πρωτότυπα βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2007 ήταν το ΥποΚριτικά κείμενα του σατιρικού συγγραφέα Νίκου Κουνενή , που μιμείται απολαυστικά και συγχρόνως υπονομεύει μια σειρά τρέχοντα είδη λόγου της πολιτισμικής μας ζωής. Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί και το Ουαλικό λεξικό του σεξ του Νίκου Δ.Πλατή, ο οποίος έχει βρει τον τρόπο, με τα “μεταμοντέρνα” λεξικά του, να διασπά ένα θέμα σε πολλά μικρά λήμματα, που απορροφούν άλλα θέματα.
Ξανακοιτάζω αυτό τον απολογισμό και παρατηρώ την ισχνότατη παρουσία γυναικών συγγραφέων. Ορκίζομαι πως δεν το έκανα επίτηδες, αν και ξέρω ότι αυτό δεν θα με σώσει από τον Καιάδα για τους φαλλοκράτες. Πριν ριχτώ εκεί, παρακαλώ να γραφτεί στα πρακτικά ότι δεν βρήκα πολύ ευνοϊκότερη ποσόστωση σε ανάλογες ανασκοπήσεις που υπογράφονται από γυναίκες με φεμινιστικά εύσημα. Έχω μια εξήγηση γι΄ αυτό, αλλά, φευ, ποιος να την ακούσει: ολοένα περισσότερες γυναίκες συγγραφείς, βλέποντας τις ευκαιρίες που τους προσφέρει η σύνθεση του αναγνωστικού κοινού, στρέφονται προς ένα είδος λογοτεχνίας που δεν συγκινεί εμάς τους “κουλτουριάρηδες” κριτικούς, ούτε έχουν άλλωστε την ανάγκη μας- ζωή να ΄χουν.

"TA NEA" Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2008

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2007

"Χάρτες" παρουσίαση στην εφημερίδα Ποντίκι

Εβδομήντα σύντομες αλλά "γεμάτες" ιστορίες τις οποίες ο συγγραφέας έχει χωρίσει σε τέσσερις ενότητες, απαρτίζουν τους "Χάρτες", ένα βιβλίο διηγημάτων το οποίο μας περιφέρει σε επαρχίες και χωριά, πόλεις και συνοικίες, ξενιτιές και ερημιές, συντροφιά με ουτοπίες και δυστοπίες μέσα από τη γεωγραφία μιας ξεχωριστής γραφής. Προικισμένος με κοφτερή ματιά, ο Γρηγοριάδης είναι "μανούλα" στο να ξεχωρίζει την άλλη όψη του νομίσματος ή, καλύτερα, στο να κερδίζει την υπεραξία του. Στημένος πάντα στη σωστή γωνιά της καθημερινότητας, από κει που περνά η ζωή προκειμένου να κρύψει τα πολύτιμά της, αποσπά υλικά και τρόπους για να μιλήσεις. Μέσα από την πληθώρα διηγημάτων μιας΄ανάσας, ο συγγραφέας ξεχωρίζει λεπτομέρειες της πραγματικότητας, που παρέχουν άλλο αέρα στη ζωή, το χαμένο οξυγόνο της δικής τους αλήθειας, μιας αλήθειας που αλέθεται από τα επιβεβλημένα στερεότυπα της ευτυχίας. Μέσα από κάθε σύντομη ιστορία οι τόποι αποκτούν το πρόσωπο των ανθρώπων τους, όπως οι άνθρωποι βιώνουν τους τόπους σαν συνέχεια της ύπαρξής τους, μιας ύπαρξης γαντζωμένης στο σώμα. Σε κάθε ιστορία το σώμα βρίσκει το καλούπι του, παντού και πάντα, πανταχού παρόν και τα πάντα πληρούν: δράματα και κωμωδίες, έρωτες και μίση, όλος ο θίασος της ανθρώπινης κατάστασης με σάρκα και οστά διψά για ζωή, αναζητώντας απελπισμένα μια πηγή να ξεδιψάσει ή να πνιγεί. Μια πινακοθήκη ανθρώπων που ζητούν απεγνωσμένα να ζήσουν τον χάρτη τους, να μάθουν τη γεωγραφία τους, να νιώσουν τα δικά τους σύνορα.

Ξενοφών Μπρουντζάκης 19.12.07

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2007

εφημερίδα ΝΕΑ λογοτεχνική ανασκόπηση 2007

Μεγάλο αφιέρωμα στα ΝΕΑ, στο βιβλιοδρόμιο, για τα βιβλία της χρονιάς. Απόσπασμα:




Το μικρό είναι όμορφο

Ανάμεσα στους λίγους που τίμησαν τη μικρή φόρμα ξεχωρίζει ο γνωστός μυθιστοριογράφος Θεόδωρος Γρηγοριάδης. Ύστερα από ένα άκρως επιτυχημένο σερί επτά μυθιστορημάτων, ο συγγραφέας «παίζει» αυτήν τη χρονιά με τη μινιατούρα και τη γρήγορη αφήγηση και κατακτάει το είδος κατά κράτος. Στους Χάρτες (Πατάκης) εβδομήντα λιλιπούτειες ιστορίες συνθέτουν την τοιχογραφία της Βόρειας Ελλάδας με ήρωες παράξενους που τροφοδοτούν όπως πάντα το ιδιότυπο λογοτεχνικό έργο του. Ένας κρυπτοομοφυλόφιλος φαντάρος, μια σπιτωμένη τραγουδίστρια, ένας μασέρ- βιαστής, μια Αλβανίδα πεθερά λεσβίας νύφης, ένας σαλταρισμένος λογιστής είναι λίγοι από τους πρωταγωνιστές των ταχυδραμάτων του βιβλίου.
Φωτογραφία
Ήρωες καθημερινής τρέλας από τον Θόδωρο Γρηγοριάδη

Ιστορίες από τον εμφύλιο και άνθρωποι που έχουν κάτι να πουν. Ο σταθεροτότερος ίσως θεράπων της μικρής φόρμας Δημήτρης Πετσετίδης επιστρέφει φέτος με τη συλλογή Λυσσασμένες αλεπούδες (Κέδρος). Με τη μαστοριά της γραφής του και την κοφτερή του ματιά ο συγγραφέας χτυπάει αρτεσιανά στο φαινομενικά εξαντλημένο υπέδαφος της πρόσφατης πολιτικής μας ιστορίας. 12.50 ευρώ Η Ανθολογία βορειοηπειρώτικου διηγήματος (Ροές) με την επιμέλεια του

Ανδρέα Ζαρμπαλά θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί εκδοτικό γεγονός, αφού τολμά να πραγματοποιήσει μία από καιρό επείγουσα ανάγκη. Στη συλλογή περιλαμβάνονται είκοσι έξι διηγήματα δημιουργών που έχουν γεννηθεί ή έλκουν την καταγωγή τους από τη Βόρειο Ήπειρο. Πέρα από τη λογοτεχνική και ιστορική σημασία του εγχειρήματος το βιβλίο ανοίγει δρόμο στη συνάντηση της ελληνικής με την «άλλη ελληνική λογοτεχνία». 15,68 ευρώ Γνωστός από τη λογοτεχνική μετάφραση και την πεζογραφία ο Μιχάλης Μακρόπουλος παρουσιάζει φέτος τη συλλογή Η άδεια καρέκλα (Καστανιώτης) με ήρωες που δεν τους πιάνει το μάτι σου. Όπου οι ασήμαντοι κομπάρσοι του σύγχρονου βίου αναλαμβάνουν να φτιάξουν το τοπίο της σύγχρονης ελληνικής πόλης αποκαθηλώνοντας τελεσίδικα το αστικό νεοελληνικό όνειρο. 13,60 ευρώ Οι ήρωες του Κωστή Γκιμοσούλη έρχονται από αλλού, σκοπεύουν στο ακατάτακτο συναίσθημα και κοιτάζουν το δυσοίωνο μέλλον της ανθρωπότητας. Τι είναι εκείνο που οδηγεί μια νυφούλα να κρεμαστεί από την κουρτίνα της, έναν τυφλό να γίνει φωτογράφος, έναν σκύλο να γεννηθεί καταπράσινος κι έναν καλόγερο να πέσει στα δίχτυα του έρωτα; Όλα αυτά τα παράξενα στη συλλογή Η κραυγή της πεταλούδας (Κέδρος). 15 ευρώ Παρών και ο Μάνος Ελευθερίου με μια σειρά από δραστικές ιστορίες που αναδεικνύουν τη σοφία και την αισθητική της «παραίτησης». Στα δεκατέσσερα αφηγήματα της συλλογής με τον εύγλωττο τίτλο Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ (Μεταίχμιο) τα πρόσωπα, πολιορκημένα από την ανίκητη καθημερινότητα, αντικρύζουν κατάματα την έκπτωση των μεγάλων συναισθημάτων και στρέφονται εντός τους αναζητώντας μια σταγόνα αξιοπρέπειας. 14 ευρώ Στον ακάματο Γιώργο Ζεβελάκη χρωστάμε φέτος την έκδοση των χρονογραφημάτων του Κώστα Βάρναλη Φέιγ βολάν της Κατοχής (Καστανιώτης). Όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο «Αν το χρονογράφημα σε καιρό ειρήνης συνιστά επίπονη εργασία, στην Κατοχή αποτελούσε λίαν επικίνδυνη απασχόληση. Μια λέξη κοινωνικής κριτικής μπορούσε να οδηγήσει τον χρονογράφο στο κολαστήριο του Χαϊδαρίου, ενώ μια έκφραση επαινετική να του αποδώσει πρόθεση συνεργασίας». Γι΄ αυτούς και για πολλούς άλλους λόγους, μην το χάσετε. 18,80 ευρώ

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007

Καθημερινή: Τα βιβλία της χρονιάς

Στην Κυριακάτικη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, στο αφιέρωμα «βιβλίο» της 2.12.07 με τον τίτλο «Τα άνθη της χρονιάς», παρουσιάστηκαν επιλεγμένα βιβλία κάθε κατηγορίας που εκδόθηκαν το 2007. Εμείς παρουσιάζουμε την «Ελληνική Πεζογραφία» που επιμελήθηκαν η Ελισάβετ Κοτζιά και η Τιτίκα Δημητρούλια. Οι 15 συγγραφείς τα βιβλία των οποίων παρουσιάστηκαν είναι οι:
Τάκης Θεοδωρόπουλος, Νίκος Θέμελης, Αριστείδης Αντονάς, Μιχάλης Μοδινός, Δημήτρης Σωτάκης, Φώτης Θαλασσινός, Δημήτρης Μαμαλούκας, Λευτέρης Μαυρόπουλος, Κωστής Γκιμοσούλης, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Κώστας Ακρίβος, Σώτη Τριανταφύλλου, Μιχάλης Γκανάς, Στρατής Χαβιαράς.

Στο δικό μας, blog, επιλέγουμε το κείμενο της Τιτίκας Δημητρούλια για τους «Χάρτες»:

«Μικρές ερωτικές ιστορίες»

Σύντομα διηγήματα, κουκκίδες στο χάρτη της σύγχρονης ζωής, της σημερινής Ελλάδας, εντός και εκτός συνόρων, πραγματικών και νοητών. Ο Θόδωρος Γρηγοριάδης καταγράφει εβδομήντα στιγμές, εβδομήντα ζωές συμπυκνωμένες σε εμπειρίες φανερά και μη αποκαλυπτικές όσον αφορά τον εαυτό, τον άλλον, τον κόσμο, το σήμερα και το αύριο. Κι αυτή η πύκνωση μοιάζει να του ταιριάζει, να τον αφήνει να δουλέψει όχι μόνο την τεχνική της κορύφωσης, όσο και την ίδια του τη γλώσσα: πάει τη ματιά του σε βάθος, ενώ ο χάρτης απλώνεται και ανοίγει.

Καθαρά διηγηματικά, τα κείμενα δημιουργούν ωστόσο στη διαπλοκή τους μια διάρκεια και μια εξέλιξη: ο Μάρκος και ο Κλέωνας, που επανέρχονται, αφηγητές φανεροί και καλυμμένοι, το μουγγό παιδί που μιλάει, το πλαίσιο που δεν ορίζεται από τη γεωγραφία, αλλά από το πάθος και το λάθος. Είναι ιστορίες ερωτικές, ιστορίες σχέσεων ανάμεσα σε ανθρώπους ταιριαστούς και αταίριαστους, σε περιστάσεις κατάλληλες και μη, με την μοίρα να καραδοκεί κρατώντας συντροφιά στον κοινωνικό έλεγχο, εσωτερικευμένο και αρνημένο, στα απωθημένα, στις ενοχές και στις ανομολόγητες επιθυμίες. Τα πρόσωπα των ιστοριών του κινούνται στα όρια της αυτοβουλίας, καθώς οι ζωές του καθορίζονται λίγο από τους ίδιους, λίγο από μια ευφάνταστη ειμαρμένη, μπορεί και από ένα δορυφορικό πιάτο απλώς, μια ξαφνική νεροποντή ή και ον ελεύθερο στίχο, που αποδεικνύεται θανατηφόρος. Καίριος στη ματιά του και στο λόγο του, ο Γρηγοριάδης καταγράφει τον πόθο και το φόβο, το σπαραγμό και το σκεπτικισμό, το αληθινό και το ψεύτικο, τη λύπη και την παραφορά στον καθρέπτη της καθημερινότητάς μας.

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2007

Χάρτες: κριτική στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας

Σκοτεινές φέτες ζωής

Κομμάτια για την ερωτική μοναξιά και την εσωτερική ή την εξωτερική περιπλάνηση


Σε τέσσερις ενότητες χωρίζει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων του, η οποία, ας σημειωθεί, αποτελεί το ένατο πεζογραφικό βιβλίο του. Ο διαχωρισμός σχετίζεται, όπως διακριτικά μας προειδοποιεί και ο τίτλος του έργου, με έναν προσανατολισμό σε τόπους: τόπους απομακρυσμένους και περιφερειακούς («Χάρτης πρώτος: Επαρχίες και χωριά»), τόπους κεντρικούς και αστικούς («Χάρτης δεύτερος: Πόλεις και συνοικίες»), τόπους ξένους και, πιθανόν, εχθρικούς («Χάρτης τρίτος: ξενιτιές και ερημιές»), αλλά και τόπους εξωχρονικούς και φανταστικούς («Χάρτης τέταρτος: Ουτοπίες - δυστοπίες»). Και στις τέσσερις κατηγορίες τόπων διακρίνουμε με ευχέρεια τα μοτίβα τα οποία διαπερνούν την πεζογραφία του Γρηγοριάδη στο σύνολό της: την εσωτερική και την εξωτερική περιπλάνηση σε μια μοναχική τροχιά, η οποία αναζητεί μάλλον επί ματαίω το νόημά της, τις ελαφρώς περιθωριακές (κάποτε και καθαρώς απόβλητες) υπάρξεις, που μπορεί να καταβυθιστούν στο μηδέν από τη μία στιγμή στην άλλη, τις άγρυπνες έγνοιες μιας μάλλον αποκλίνουσας σεξουαλικότητας, που μοιάζει πολύ εξοικειωμένη με τις επιθυμίες και τα πάθη της, καθώς και τις συναφείς ερωτικές μεταμορφώσεις ή μεταμφιέσεις, που δείχνουν τη διχοστασία της ψυχής συνδυασμένη με τις αμφίστομες ορέξεις του σώματος.

Ολα τα διηγήματα που συναπαρτίζουν τη συλλογή του Γρηγοριάδη είναι εξαιρετικά σύντομα: σπανίως υπερβαίνουν τις τρεις ή τέσσερις σελίδες, ενώ κινούν με αστραπιαία ταχύτητα τον μύθο τους, κορυφώνοντας σχεδόν ακαριαία και την πλοκή τους. Η τεχνική αυτή δεν συνεπάγεται για τον συγγραφέα εμπόδια ή περιορισμούς στη χρήση του αφηγηματικού του χρόνου. Τα κομμάτια του μπορεί να αναφέρονται στην ελάχιστη διάρκεια ενός ενσταντανέ, αλλά και να ανοίγονται σε ένα σαφώς μεγαλύτερο και εκτενέστερο χρονικό βάθος, φέρνοντας στην επιφάνεια ολόκληρες φέτες ζωής. Κάτι ανάλογο θα έλεγα πως συμβαίνει και με τα αφηγηματικά πρόσωπα του βιβλίου: μπορεί, από τη μία πλευρά, να αποτελούν απλά ιχνογραφήματα ή σκιαγραφήματα, προβεβλημένα στο κοινωνικό ή στο ιδιωτικό τους περιβάλλον, χωρίς άλλες απαιτήσεις ή προϋποθέσεις, ενόσω δεν αποκλείεται, από την άλλη μεριά, να αποκαλύπτουν στερεότερους και πιο σφαιρικούς χαρακτήρες, όπως τους συναντάμε σε μιαν απολύτως κρίσιμη κατάσταση του βίου τους ή, λιγότερο φιλόδοξα, όπως τους παρακολουθούμε κατά τη διάρκεια μιας ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικής φάσης της πορείας τους.

Απειλητική καθημερινότητα

Τι ακριβώς, όμως, γίνεται στα κείμενα τα οποία περιλαμβάνονται στους «Χάρτες»; Τον πρωταγωνιστικό ρόλο στις περισσότερες περιπτώσεις αναλαμβάνει, αν μπορώ να το πω έτσι, ο απειλητικός όγκος μιας σκοτεινής καθημερινότητας.

Γυναίκες που το κορμί τους παίρνει φωτιά με το παραμικρό, αλλά δεν είναι βέβαιες ως προς το τι πρέπει να κάνουν με αυτό και ως προς το πού οφείλουν να στρέψουν τη δύναμή τους, άντρες που ανακαλύπτουν με απόλυτη ηδονή τις σεξουαλικές τους ανάγκες και επιλογές, θηλυκά που μένουν εγκλωβισμένα στους πόθους τους, κουμαντάροντας με τεράστιες δυσκολίες τις ισορροπίες τους (όπως και κερδίζοντας σπάνια μιαν αίσθηση ελευθερίας και ικανοποίησης), αγόρια που ψάχνουν μετά μανίας μια στοιχειώδη τρυφερότητα και προστασία. Περιτριγυρισμένοι από το ανώνυμο πλήθος των μητροπόλεων, εξόριστοι στη σιωπή της επαρχίας, προσπαθώντας να επιβιώσουν μακριά από την πατρίδα ή από τον τόπο της γέννησής τους ή αφημένοι στα χέρια μιας άτεγκτης και ανεξέλεγκτης μοίρας, η οποία υπερβαίνει τη φυσική πραγματικότητα, οι ήρωες του Γρηγοριάδη μοιράζονται, όπως κι αν τους συγκρίνουμε ή τους συνυπολογίσουμε, τα ίδια πράγματα: έχουν έντονη ροπή προς την αυτοκτονία, κινδυνεύουν από τρομακτικές ασθένειες και παράξενα ατυχήματα, βλέπουν τα μικρά τους όνειρα να γίνονται στάχτη, υποχρεώνονται να συμβιβαστούν με τις πιο μουντές προοπτικές, τρομάζουν με τις ερωτικές τους ανοχές και επιδόσεις, συντρίβονται στα αδιέξοδα των περιστασιακών τους σχέσεων, ταξιδεύουν παραλογισμένοι στους δρόμους, κλείνονται πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, αλλά και γνωρίζουν τρομακτικές διαψεύσεις ή τσαλαπατιούνται από τη φτώχεια και την ανέχεια.

Ενα από τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου του Γρηγοριάδη είναι η συνομιλία του με τη λογοτεχνία του φανταστικού, όπου παρεισδύει πάραυτα και η παράμετρος του υπερφυσικού ή του παραλόγου, η οποία έχει κάνει από πολύ παλιά την εμφάνισή της στη δουλειά του. Οι μεταναστευτικές εικόνες λειτουργούν επίσης πολύ αποτελεσματικά, όποτε ο συγγραφέας περνά σε ζητήματα σύγχρονης προσφυγιάς ή εξορίας, που, απ' ό,τι φαίνεται, τον απασχολούν όλο και συστηματικότερα. Καλύπτοντας όλο το ειδολογικό και θεματογραφικό φάσμα του βιβλίου, θα σημείωνα πως ανάμεσα στα ισχυρότερα κομμάτια του βιβλίου συγκαταλέγονται, για την αμεσότητα και την ευθυβολία τους, τα «Βάπτιση σε φυσικό τοπίο», «Θέκλα η κουνέλα», «Καυτό καλοκαίρι», «Δορυφορικό πιάτο», «Περούκα σε αντρική κεφαλή», «Μικρού μήκους», «Περιμένοντας τη νύφη μου», «Το νησί του Αείποτε» και «Αποκεφαλισμός».

Ασθενικός σπινθήρας

Αλλά θα χρειαστεί να προχωρήσουμε. Οι διάσπαρτες ιστορίες του Γρηγοριάδη είναι, για να κάνω μία αμιγώς τεχνική παρατήρηση, οι ιστορίες που ακούγονται στο εσωτερικό μιας διαρκώς μετακινούμενης ομάδας φίλων: χωρίς το εύρημα να είναι προβληματικό, δεν βλέπω να προσφέρει κάτι επί της ουσίας της σκηνοθεσίας, ενώ σχηματίζω την εντύπωση ότι εντέλει στέκει μάλλον απομονωμένο από τα υπόλοιπα δρώμενα. Συνεχίζοντας, θα συμπλήρωνα πως αν κατά καιρούς τα διηγήματα της συλλογής χάνουν εμφανώς τη δραστικότητά τους, τούτο έχει να κάνει με την προεπιλογή του μεγέθους τους: αναπτυγμένα σε τόσο μικρή έκταση, θα έπρεπε να βασιστούν σε έναν πολύ έντονο εσώτερο σπινθήρα προκειμένου να διεγείρουν, να συγκρατήσουν και να κατευθύνουν την προσοχή του αναγνώστη. Ενας τέτοιος, παρ' όλα αυτά, σπινθήρας, είτε απουσιάζει συχνά από τη δράση είτε είναι πολύ ασθενικός και έκκεντρος για να της προσδώσει τη ζητούμενη ένταση και πυκνότητα. Πολλά κομμάτια, επιπλέον, στους «Χάρτες» σκοντάφτουν στον υπόγειο μελοδραματισμό τους, που προδίδει απρόσμενα την κατά τ' άλλα παρακμιακή ατμόσφαιρα και πνοή τους. Αναπόφευκτο συμπέρασμα: αυστηρότερη επιλογή ή συμπύκνωση και αρκετά μικρότερος αριθμός κειμένων θα έδιναν σίγουρα στους «Χάρτες» έναν σαφώς πιο ολοκληρωμένο και απαιτητικό χαρακτήρα.


ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 07/12/2007




Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2007

Παρουσίαση στην ΕΒΔΟΜΗ Καβάλας

Ταξιδεύοντας με τους "Χάρτες" του Θόδωρου Γρηγοριάδη -
Παρουσιάστηκε το νέο βιβλίο του Παγγαιορείτη συγγραφέα



"Διαβάζοντας τα βιβλία του Γρηγοριάδη έχεις την αίσθηση ενός συγγραφέα ο οποίος γράφει απαλλαγμένος από οποιαδήποτε δέσμευση, πέραν αυτής που του υπαγορεύει η ίδια του η τέχνη". Με τα λόγια αυτά ξεκίνησε την παρουσίαση του νέου βιβλίου του Παγγαιορείτη συγγραφέα Θόδωρου Γρηγοριάδη με τίτλο "Χάρτες", ο συγγραφέας Βασίλης Κυριλλίδης, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Τετάρτης 28 Νοεμβρίου, στην αίθουσα εκδηλώσεων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας. Την εκδήλωση διοργάνωσαν η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας και οι Εκδόσεις Πατάκη.

"Με τους Χάρτες ο Γρηγοριάδης, μετά από μια σειρά μυθιστορημάτων, ορισμένα εκ των οποίων αρκετά ογκώδη, επανέρχεται στη μικρή φόρμα. Κι όταν λέμε μικρή: Ούτε λίγο ούτε πολύ, 70 διηγήματα σ' ένα βιβλίο 260 σελίδων. Κι αν πιστεύεται πως μικρή φόρμα σημαίνει ευκολία, λάθος. Κάθε είδος έχει τη δικιά του φιλοσοφία, απαιτεί τη δικιά του αρχιτεκτονική και οργάνωση, καθόλου αυτονόητο δεν είναι πως όποιος γράφει καλά μυθιστορήματα μπορεί να τα καταφέρει εξ ίσου καλά και στο διήγημα ή και αντιστρόφως", ανέφερε ο Βασίλης Κυριλλίδης, και συμπλήρωσε: "Οι ήρωες του Γρηγοριάδη δεν είναι σκιές, αν και πολλές φορές κινούνται σαν τέτοιες. Ο συγγραφέας καταφέρνει να πλάσει τους χαρακτήρες, να γεμίζει τα περιγράμματα, να σχηματίσει τα πρόσωπα, να σταθεί σε σκέψεις και πράξεις, με τη γραφή ρέουσα σαν σβέλτη και σίγουρη πινελιά επιδέξιου ζωγράφου. Στις ιστορίες του ο αναγνώστης παρασύρεται με τους πρωταγωνιστές μέχρι την όχθη, την έξοδο, τον τοίχο όπου θα χτυπήσουν για να γυρίσουν πίσω και ν' αναζητήσουν μια νέα διαφυγή. Οι ήρωες του βιβλίου κινούνται ακόμα κι όταν μένουν ακίνητοι στο γεωγραφικό χώρο, ακόμα κι όταν οι ζωές τους δείχνουν να λιμνάζουν, μέσα στην απελπισία, στην αποδοχή και στην παραίτηση".

"Ο γεωγραφικός χώρος στον οποίο διαδραματίζονται οι ιστορίες, γνώριμος. Εκεί, λοιπόν, που άλλοι σπεύδουν να πολιτογραφηθούν πρωτευουσιάνοι, ο Γρηγοριάδης εμμένει. Το Παλαιοχώρι του Παγγαίου δεν λείπει ούτε από το πρόσφατο βιογραφικό του συγγραφέα. Φόντο στους χάρτες του, η Καβάλα, η Δράμα, οι Σέρρες, η Θεσσαλονίκη, η Ξάνθη, η Κομοτηνή, η Αλεξανδρούπολη. Δεν ξέρω αν ο συγγραφέας προτιμά ν' αντλεί έμπνευση από την περιοχή του επειδή την αγαπά ή αν την αγαπά, επειδή χρόνια τώρα του προσφέρει έμπνευση. Η σχέση μοιάζει αμφίδρομη. Το σίγουρο είναι πως κάτω από την επιφάνεια της φαινομενικά ήσυχης, λιμνάζουσας και λησμονημένης επαρχίας, ο Γρηγοριάδης μπορεί ν' ανακαλύπτει τη δύναμη των κρυμμένων ανθρώπων. Στις ρυτίδες του νερού αναγνωρίζει την κίνηση κάτω από την επιφάνεια. Καταδύεται στο θολό κόσμο και αλιεύει. Ξέρει πώς να εκμαιεύσει το σπουδαίο μέσα από το ταπεινό, γιατί βασικά ξέρει πως χαρακτήρες που παρέχουν πολύτιμο υλικό, βρίσκονται κοντά, και δεν χρειάζεται να τους αναζητά στα πέρατα της γης", σημείωσε ο Β. Κυριλλίδης, ο οποίος κλείνοντας σημείωσε: "Εφόσον το γράψιμο είναι ανάγκη, είμαι σίγουρος πως κάποιοι τους, μεταμορφωμένοι έστω, παραλλαγμένοι, κρυμμένοι κάτω από νέα πρόσωπα, θα ξαναβρούν το δρόμο τους στο χάρτη και στο χαρτί του Γρηγοριάδη. Μαζί τους και το ίδιο το πρόσωπο του συγγραφέα, που κομματιάζεται κάθε φορά, διασπάται και διαμοιράζεται κομμάτια σ' όλους τους ήρωές του. Είναι κι αυτό ζωγραφισμένο, μαγική εικόνα πάνω στο Χάρτη του έργου του, και θα κοιτάζει τον αναγνώστη μ' ένα αδιόρατο χαμόγελο, κάθε που αυτός θ' ανοίγει ένα από τα βιβλία του".

Ιστορίες ανθρώπων


Όπως ανέφερε, νωρίτερα, σε δηλώσεις του στα ΜΜΕ ο Θ. Γρηγοριάδης, "το βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν από δύο εβδομάδες, πάει πάρα πολύ καλά και παρουσιάζεται σήμερα (σ.σ. προχθές) εντός έδρας. Πρόκειται για ένα βιβλίο που ανήκει στην περιοχή μας γενικότερα καθώς πάρα πολλές αναφορές είναι βορειοελλαδίτικες. Το βιβλίο ονομάζεται "Χάρτες" και χαρτογραφεί μέρη και ιστορίες ανθρώπων και κυρίως ανθρώπων που γνώρισα. Οι "Χάρτες" διαιρέθηκαν σε τέσσερα μέρη. Στα χωριά, στις πόλεις, στην ξενιτιά και στα φανταστικά και ονειρικά μέρη. Τα τρία από αυτά είναι υπαρκτά ενώ το τέταρτο είναι το φανταστικό και το πιο όμορφο. Στα τρία πρώτα κομμάτια υπάρχουν αναγνωρίσιμα σημεία, καθώς αναφέρονται πολλές περιοχές της Καβάλας, της Θεσσαλονίκης, της Αθήνας αλλά και πόλεις του εξωτερικού". "Το βιβλίο αποτελείται από πολλά μικρά διηγήματα που όλα μαζί συνθέτουν αυτή την ενότητα που λέγεται "Χάρτες". Είμαι με την καλή έννοια ένας "κουτσομπόλης" και παρουσιάζω με χιούμορ ιστορίες διαφορετικών ανθρώπων", κατέληξε.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης αποσπάσματα του βιβλίου διάβασε η φιλόλογος Παρασκευή Φετά,ενώ ο Θόδωρος Γρηγοριάδης απάντησε σε ερωτήσεις που δέχθηκε από τους παρευρισκόμενους.

Στην κατάμεστη από κόσμο αίθουσα βρέθηκαν μεταξύ άλλων, ο δήμαρχος Καβάλας, Κωστής Σιμιτσής, οι νομαρχιακοί σύμβουλοι Αρχέλαος Γρανάς, Γιώργος Γερομάρκος και Αγγελος Σμυρλόγλου, ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Καβάλας Παύλος Γεωργιάδης, ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Παγγαίου Στέργιος Κεχαγιάς και ο πρόεδρος Στέγης Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Χρήστος Βενέτης.

΄Αρης ΜΕΝΤΙΖΗΣ




Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007

"Χάρτες" Η εισήγηση του συγγραφέα Βασίλη Κυριλλίδη στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας

'Ασκήσεις επί χάρτου'



Έχοντας διαβάσει όλα σχεδόν τα βιβλία του Γρηγοριάδη (7 μυθιστορήματα, και μια συλλογή, δυο τώρα, διηγημάτων), πιστεύω πως ο Θόδωρος θα πρέπει να αισθάνεται ευτυχής ως συγγραφέας. Έχει γράψει βιβλία που αγαπήθηκαν, που συζητήθηκαν, που προκάλεσαν, που αμφισβητήθηκαν. Αυτό που απ’ όσο ξέρω δεν αμφισβητήθηκε ποτέ είναι η αμεσότητα, η τόλμη και η ελευθερία της γραφής του. Διαβάζοντας τα βιβλία του Γρηγοριάδη έχεις την αίσθηση ενός συγγραφέα ο οποίος γράφει απαλλαγμένος από οποιαδήποτε δέσμευση, πέραν αυτής που του υπαγορεύει η ίδια του η τέχνη. Φαίνεται ίσως αυτονόητο, για όσους τουλάχιστον διατηρούν ακόμα μια ρομαντική ματιά περί τέχνης και δημιουργών, δεν είναι όμως καθόλου, κι αυτό πολύ καλά το ξέρουν όσοι παλεύουν για την έκφραση του εσωτερικού τους κόσμου, απέναντι στους περιοριστικούς παράγοντες που ο εξωτερικός τους επιβάλει.

Είτε στάση ζωής, όμως, είτε ευνοϊκή συγκυρία πραγμάτων, το μυστικό της επιτυχίας του συγγραφέα δεν πολυενδιαφέρει τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης είναι αυστηρός κριτής, θα τολμούσα να πω -κρίνοντας τουλάχιστον από τον εαυτό μου- πως είναι ιδιοτελής, εγωιστής, ενδιαφέρεται πρωτίστως για την απολαβή που θα αποκομίσει από ένα ανάγνωσμα, και δευτερευόντως, ή και καθόλου, για τις συνθήκες, οι οποίες ερμηνεύουν ένα καλό αποτέλεσμα, ή δικαιολογούν ένα κακό.

Με τους Χάρτες ο Γρηγοριάδης, μετά από μια σειρά μυθιστορημάτων, ορισμένα εκ των οποίων αρκετά ογκώδη, επανέρχεται στη μικρή φόρμα. Κι όταν λέμε μικρή: Ούτε λίγο ούτε πολύ, 70 διηγήματα σ’ ένα βιβλίο 260 σελίδων. Κι αν πιστεύεται πως μικρή φόρμα σημαίνει ευκολία, λάθος. Κάθε είδος έχει τη δικιά του φιλοσοφία, απαιτεί τη δικιά του αρχιτεκτονική και οργάνωση, καθόλου αυτονόητο δεν είναι πως όποιος γράφει καλά μυθιστορήματα μπορεί να τα καταφέρει εξ ίσου καλά και στο διηγήμα ή και αντιστρόφως.

Τα διηγήματα γράφονται συνήθως δυο τρόπους. Ο ένας είναι να επιχειρήσεις τη συμπύκνωση μιας μεγάλης ιστορίας, ο άλλος, να ζουμάρεις σ’ ένα επεισόδιό της. Ο Γρηγοριάδης επιλέγει αμφότερους, και τους δουλεύει με μια μέθοδο που μοιάζει με άσκηση οικονομίας του λόγου. Τον φαντάζομαι ν’ απλώνει τις ιστορίες στο χαρτί και μετά ν’ αρχίζει ν’ αφαιρεί κομμάτια. Προσεκτικά, επιδέξια, σαν να εκτελεί χειρουργική πράξη, μέχρι να φτάσει στο σημείο, όπου τίποτα πια δεν περιττεύει, όπου η παραμικρή πλέον αφαίρεση θα κατέληγε στο ελλιπές, όπου η κάθε πρόταση που παραμένει φέρει το ακριβές βάρος που την ισορροπεί με το νοηματικό της φορτίο.

Τι είναι όμως, αυτό που μπορεί να περικλείεται μέσα σε κείμενα δυο σελίδων και λίγων παραγράφων; Ένα πλήρες, κι ολοζώντανο σύμπαν, όπως αποδεικνύεται. Το βιβλίο του Γρηγοριάδη βοά. Μέσα στις σελίδες του πάλλεται ένας ολόκληρος κόσμος, όπου δεκάδες ψυχές ψάχνουν να βρουν τη λύτρωσή τους. Γιατί οι ήρωες του Γρηγοριάδη δεν είναι βολεμένοι, δεν ζουν ήρεμη ζωή, δεν εφησυχάζουν. Ποιος βολεμένος, ποιος ευτυχής θα άξιζε να γίνει πρωταγωνιστής μυθιστορήματος ή διηγήματος; Μέσα στους χάρτες οι ήρωες περιπλανώνται μαζί με τις χαμένες τους αγάπες, τα ερωτικά τους απωθημένα, τα μυστικά τους που τα φυλάνε χρόνια, τις ελπίδες τους που δεν ευοδώθηκαν, τα όνειρά τους που δεν έζησαν έξω από τη φαντασία, ή κι αν το κατάφεραν, βρήκαν τη ζωή διαφορετική από ό,τι προσδοκούσαν.



Οι ήρωες του Γρηγοριάδη δεν είναι σκιές, αν και πολλές φορές κινούνται σαν τέτοιες. Ο συγγραφέας καταφέρνει να πλάσει τους χαρακτήρες, να γεμίζει τα περιγράμματα, να σχηματίσει τα πρόσωπα, να σταθεί σε σκέψεις και πράξεις, με τη γραφή ρέουσα σαν σβέλτη και σίγουρη πινελιά επιδέξιου ζωγράφου. Στις ιστορίες του ο αναγνώστης παρασύρεται με τους πρωταγωνιστές μέχρι την όχθη, την έξοδο, τον τοίχο όπου θα χτυπήσουν για να γυρίσουν πίσω και ν’ αναζητήσουν μια νέα διαφυγή. Οι ήρωες του βιβλίου κινούνται ακόμα κι όταν μένουν ακίνητοι στο γεωγραφικό χώρο, ακόμα κι όταν οι ζωές τους δείχνουν να λιμνάζουν, μέσα στην απελπισία, στην αποδοχή και στην παραίτηση.
ανάγνωση: νυφικό σώμα, σελ. 25

Μια κοπέλα που αφήνει ελεύθερα τα ένστικτά της, ένα βουβό παιδί που βρίσκει μιλιά, μια ηθοποιός που μαζί με τα νιάτα χάνει αυτό που φάνηκε ν’ αντέχει, μια γυναίκα που θεωρεί πως ο έρωτας δεν της έκλεισε ακόμα την πόρτα, ένας εφιάλτης που παραμένει ζωντανός χρόνια. Είναι η εισαγωγή σ’ ένα κόσμο που αρθρώνει τις επιθυμίες του, ψιθυρίζει τα μυστικά του, συμβιώνει με τους ακρωτηριασμούς του και επιμένει να ελπίζει.

Ο Γρηγοριάδης δείχνει να συμπονά τους ήρωές του. Σαν να βρίσκεται όμως υπό το καθεστώς μιας αυστηρής δέσμευσης, αδυνατεί να τους συνδράμει. Τους παρακολουθεί να παλαντζάρουν στις εμμονές, να ψάχνουν το έρμα που θα καλύψει το κενό της ζωής τους, να βλέπουν το νερό της πηγής να δραπετεύει μέσα από τα δάχτυλά τους. Η δικαιοδοσία του περιορίζεται στο να ακούει προσεκτικά και να καταγράφει τις αφηγήσεις τους. Και η καταγραφή του έρχεται στακάτη, μετρημένη, σαν ο συγγραφέας να προσπαθεί να εξοικονομήσει χώρο, για τους πόθους και τα πάθη ενός πλήθους ανθρώπων, που τους φαντάζομαι να κατακλύζουν τη σκέψη του, επιζητώντας απ’ αυτόν την αποτύπωση των προσωπικών τους δραμάτων.

Οι ιστορίες του δεν είναι πάντα εύκολες. Δεν θα έλεγα ότι προσφέρονται για να περνάς την ώρα, ότι χαρίζονται χωρίς κόπο, ότι παραδίδονται χωρίς τη διανοητική συμμετοχή του αναγνώστη. Πολλές φορές γίνονται γρίφοι, εμφανίζονται σύμβολα που μένει να εξηγηθούν, καταλήγουν χρησμοί που επιζητούν την ερμηνεία του καθενός μας. Το κλειδί, όπως στις μαγικές εικόνες, δεν φαίνεται με τη πρώτη ματιά, αλλά ξέρεις πως είναι κρυμμένο κάπου εκεί. Η γοητεία τους πάντως παραμένει, ακόμα κι αν ο αναγνώστης αρνηθεί να λύσει το μυστήριο, ακόμα κι αν δεχτεί ως ανοιχτά τα ενδεχόμενα, ακόμα κι αν θελήσει ελεύθερες τις εκδοχές. Ή, πάλι, αν το επιθυμεί μπορεί να συμπληρώσει αυτός τις ιστορίες που μένουν ανολοκλήρωτες, να αποφασίσει αυτός για τις καταστάσεις που μένουν μετέωρες, να γείρει αυτός τη ζυγαριά των διλημμάτων προς την μια ή την άλλη πλευρά της.

ανάγνωση: παλιός συμμαθητής, σελ 42

‘Επαρχίες και Χωριά’, ‘Πόλεις και συνοικίες’, οι δυο από τις τέσσερις ενότητες που απαρτίζουν το βιβλίο. Ο γεωγραφικός χώρος στον οποίο διαδραματίζονται οι ιστορίες, γνώριμος. Εκεί, λοιπόν, που άλλοι σπεύδουν να πολιτογραφηθούν πρωτευουσιάνοι, ο Γρηγοριάδης εμμένει. Το Παλαιοχώρι του Παγγαίου δεν λείπει ούτε από το πρόσφατο βιογραφικό του συγγραφέα. Φόντο στους χάρτες του, η Καβάλα, η Δράμα, οι Σέρρες, η Θεσσαλονίκη, η Ξάνθη, η Κομοτηνή, η Αλεξανδρούπολη. Δεν ξέρω αν ο συγγραφέας προτιμά ν’ αντλεί έμπνευση από την περιοχή του επειδή την αγαπά ή αν την αγαπά, επειδή χρόνια τώρα του προσφέρει έμπνευση. Η σχέση μοιάζει αμφίδρομη. Το σίγουρο είναι πως κάτω από την επιφάνεια της φαινομενικά ήσυχης, λιμνάζουσας και λησμονημένης επαρχίας, ο Γρηγοριάδης μπορεί ν’ ανακαλύπτει τη δύναμη των κρυμμένων ανθρώπων. Στις ρυτίδες του νερού αναγνωρίζει την κίνηση κάτω από την επιφάνεια. Καταδύεται στο θολό κόσμο και αλιεύει. Ξέρει πώς να εκμαιεύσει το σπουδαίο μέσα από το ταπεινό, γιατί βασικά ξέρει πως χαρακτήρες που παρέχουν πολύτιμο υλικό, βρίσκονται κοντά, και δεν χρειάζεται να τους αναζητά στα πέρατα της γης.

Ούτε και σε άλλους χρόνους. Οι πόλεις και οι επαρχίες ανασαίνουν στο παρόν, οι χάρτες καταγράφουν τα τελευταία συναισθηματικά σύνορα των κατοίκων τους. Το παρελθόν υπάρχει μόνο ως φορτίο απ’ το οποίο δεν μπορούν να απαλλαγούν, ως τραύμα που δεν επουλώνει ο χρόνος, ως επιθυμία που επιζητούν μάταια την εκπλήρωσή της.

Αλλά και στην 3η ενότητα, ‘Ξενιτιές και ερημιές’, οι καταστάσεις δεν αλλάζουν, αφού τίποτα δεν ξεφεύγει από τους νόμους της ζωής. Οι όποιες γεωγραφικές απομακρύνσεις δεν επιφέρουν τη λήθη, ούτε σηματοδοτούν την απαλλαγή από τα βεβαρημένα. Ένα ελαστικό σκοινί κρατά δεμένους τους ήρωες με το παρελθόν, κι όσο πιο πεισματικά το τσιτώσουν στην προσπάθειά τους ν’ απομακρυνθούν, τόσο πιο ορμητικά αυτό θα τους ξαναφέρει στην αφετηρία. Η ερημιά υφίσταται κυρίως ως εσωτερική κατάσταση, η ξενιτιά ως εξοστρακισμός των επιθυμιών από την πραγμάτωσή τους. Κάποιοι έχουν συμφιλιωθεί με τη μοίρα τους, κάποιοι περιμένουν ακόμα.

ανάγνωση: αέρηδες, σελ. 153

Στις ‘Ουτοπίες και δυστοπίες’, την τέταρτη ενότητα του βιβλίου, ο Γρηγοριάδης χτίζει φανταστικούς κόσμους και πολεοδομεί μεταφυσικά τοπία με ζηλευτή εφευρετικότητα. Ουτοπικές ή δυστοπικές, φουτουριστικές ή απόκοσμες, οι δημιουργίες του αρχικά δείχνουν τοποθετημένες σε σφαίρες μακρινές, ακόμα όμως και χωρίς την πανταχού παρουσία των συγκεκριμένων ονομάτων, που επανέρχονται ξανά και ξανά ως μόνιμος και υπομνηστικός σύνδεσμος, εύκολα θα γινόταν αντιληπτό πως η απόσταση από το οικείο δεν καταλήγει αγεφύρωτη. Το λαστιχένιο σκοινί υπάρχει κι εδώ, κι όσο κι αν μακραίνει στο μέλλοντα χρόνο, όσο κι αν χάνεται στην άγνωστη διάσταση, στην άκρη του κρατά πάντα δεμένο το ίδιο πράγμα. Το μέτρο των πάντων, τον άνθρωπο, με τα πάθη, τις αδυναμίες, τις φιλοδοξίες, τις αποτυχίες του, στην αναζήτηση της αθανασίας, στη αλλαγή της μοίρας, στην αποκάλυψη του σωτήρα, στο θρήνο για τον πεθαμένο παππού, στην ιστορία της γιαγιάς από την Σαμψούντα.

Κι όλα αυτά, άραγε, κάτω από το γνώριμο συγγραφικό αποτύπωμα του Γρηγοριάδη; Να ένα καλό ερώτημα. Θα αναγνώριζα την ταυτότητα του, εγώ που έχω διαβάσει τόσα βιβλία του, αν διάβαζα αυτό το τελευταίο σε ένα ανυπόγραφο χαρτί;

Το νέο βιβλίο του Γρηγοριάδη είναι ασυνήθιστο και πρωτότυπο. Ξεφεύγει απ’ τη μανιέρα που καταδικάζει σε σημειωτόν πολλούς δημιουργούς. Παρ’ όλο το φρέσκο του όμως αέρα, και είτε η γραφή του υποκρίνεται την απλή καταγραφή, είτε η φαντασία του εκτοξεύεται περισσότερο απ’ όσο μας έχει συνηθίσει, το πνεύμα του συγγραφέα θα ανιχνευόταν, ακόμα και χωρίς τη βοήθεια των τοπικών προσδιορισμών. Το μεταφυσικό των ‘Κρυμμένων ανθρώπων’, το εσωτερικό του ‘Χορευτή στον ελαιώνα’, το συμβολικό του ‘Ναύτη’, η αναζήτηση των ‘Νερών της Χερσονήσου’, το υπαρξιακό του ‘Παρταλιού’, ο μυστικισμός του ‘Έξω από το σώμα’, διαχέονται στην ατμόσφαιρα των διηγημάτων, επικάθονται στο σώμα της γραφής κι αφήνουν διακριτά τα ίχνη της συγγραφικής του σφραγίδας.
ανάγνωση: το μη παρέκει, σελ 228

Οι ήρωες του Γρηγοριάδη θα συγκεντρωθούν ευρηματικά και απρόσμενα στον παράδεισο του τελευταίου διηγήματος, σαν για να μας αποχαιρετίσουν πριν από την τελική τους έξοδο. Ίσως να είναι πιο ήσυχοι τώρα που οι ιστορίες τους διασώθηκαν. Τα δρομολόγια της ζωής τους είναι πια αποτυπωμένα σε χάρτες, ο αναγνώστης μπορεί να συνταξιδέψει στους γνωστούς και άγνωστους τόπους, να αναλογιστεί πάνω στα εξομολογημένα τους μυστικά. Όταν όμως κλείνεις το βιβλίο, τους αισθάνεσαι πως αναπνέουν ακόμα, πως δεν είναι απλώς καταγεγραμμένα απολιθώματα, πως δεν τέλειωσαν μ’ όσα είχαν να πουν. Η ανάγνωση έχει τελειώσει, αυτοί όμως συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται. Μένεις με την παράλογη αίσθηση πως, αν ξανανοίξεις το βιβλίο μετά από καιρό, θα βρεις αρκετούς απ’ αυτούς στην ίδια θέση, να περιμένουν αυτό που δεν θα έρθει ποτέ, ίσως όμως διαπιστώσεις πως κάποιοι άλλοι έχουν αλλάξει το σημείο τους στο μεγάλο χάρτη. Ίσως κάποτε επιστρέψουν στη σκέψη του Γρηγοριάδη, προτρεπτικοί, απαιτητικοί, ικετευτικοί, ζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία, ένα πρόθυμο αυτί που θα θελήσει ν’ ακούσει και να ξαναζωντανέψει τις διηγήσεις τους. Εφόσον το γράψιμο είναι ανάγκη, είμαι σίγουρος πως κάποιοι τους, μεταμορφωμένοι έστω, παραλλαγμένοι, κρυμμένοι κάτω από νέα πρόσωπα, θα ξαναβρούν το δρόμο τους στο χάρτη και στο χαρτί του Γρηγοριάδη. Μαζί τους και το ίδιο το πρόσωπο του συγγραφέα, που κομματιάζεται κάθε φορά, διασπάται και διαμοιράζεται κομμάτια σ’ όλους τους ήρωές του. Είναι κι αυτό ζωγραφισμένο, μαγική εικόνα πάνω στο Χάρτη του έργου του, και θα κοιτάζει τον αναγνώστη μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο, κάθε που αυτός θ’ ανοίγει ένα από τα βιβλία του.

Βασίλης Κυριλλίδης

για την εκδήλωση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας

Τετάρτη 28-11-07

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2007

Η πρώτη blog-review για τους "Χάρτες"

«Άρχισε να τρώει ρύζι και η ακοή του μίκρυνε, το τούνελ έκλεινε και ξαφνικά μόνον ο θόρυβος του πιρουνιού ακουγόταν. Δεν είχε λόγο να εξηγήσει οτιδήποτε. Ήταν πολύ αργά πια για να προειδοποιήσει.»

[Απόσπασμα απ’ το βιβλίο]

Η λογοτεχνία του Θεόδωρου Γρηγοριάδη μέχρι πρότινος κινούνταν γύρω από το σώμα: ανδρικό, γυναικείο, άφυλο, παρενδυτικό. Το σώμα, γυμνό, χαμένο, δοσμένο, χαρισμένο. Το ταξίδι του σώματος στο έργο του Γρηγοριάδη ήταν η αρχή και το τέλος της δικής του αφήγησης.

Στο τελευταίο του βιβλίο, «Χάρτες», προσπάθησε και κατάφερε να μας ταξιδέψει, μέσω τώρα πια άυλων εν πολλοίς σωμάτων –άρα σωμάτων ως καταστάσεων, σε επαρχίες και χωριά, πόλεις και συνοικίες, ξενιτιές και εξορίες, ουτοπίες-δυστοπίες. Σε αυτά τα τέσσερα μέρη χωρίζονται οι εβδομήντα (70) ιστορίες -δυόμισι το πολύ σελίδες η καθεμιά- στο τελευταίο αυτό έργο του.

Για να δούμε τι είναι οι «Χάρτες».

Οι «Χάρτες» του Γρηγοριάδη είναι ένα καταστασιακό παλίμψηστο ιδεών και θέσεων. Για καιρό προσπαθούσα να πείσω τους μαθητές μου ότι ο παράδεισος και η κόλαση δεν είναι τόποι αλλά καταστάσεις. Αυτό το ίδιο προσπαθώ και τώρα να πω. Με άξονα μια παρέα φίλων, παράδοξη αλλά δεμένη, ο συγγραφέας αφηγείται, κατά τρόπο αφαιρετικό αλλά όχι αφηρημένο, το πέρασμα του μυαλού, της ψυχής, του παρόντος και του παρελθόντος μέσα από καταστάσεις που χρειάζονται δύναμη και αποφασιστικότητα, χρόνο και πάθος για να τις μετέλθεις.

Ένα μουγκό αγόρι που μιλάει, μία παράδοξη ερωτική στιγμή του παρελθόντος, παρεξηγήσεις και συναντήσεις, μια υποψία επανόδου της παρενδυσίας έστω και με αφορμή το καρναβάλι, μια διαδραστική ποιητική παρουσίαση με μαχαιροφόρους εισβολείς, μια γυναίκα που αποπατεί όπου βρει, ένας γιος που κινηματογραφεί τον πατέρα του καθώς αυτός αποφυλακίζεται, ένας συγγραφέας που ζει τη ζωή του και την τελειώνει μέσα από τα βιβλία ως ήρωας των αναγνωσμάτων του, ένας μόλις βιωμένος αποκεφαλισμός και –τέλος- ο Παράδεισος, είναι μερικές μόνο απ’ τις ιστορίες που απαρτίζουν τους «Χάρτες» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.

Ο συγγραφέας με αυτήν τη συλλογή ανανεώνει τη λογοτεχνική του πρόταση. Γνήσιος μεταμοντέρνος λογοτέχνης, προτάσσει την αφήγηση ως μέσο καταβύθισης σε έναν κόσμο φτιαγμένο από υλικά που στη χώρα μας δεν εντοπίζονται συχνά: απότομες εναλλαγές αφηγηματικών προσώπων και αφηγηματικού χρόνου, παιχνίδια με το μυαλό και την αίσθηση του αναγνώστη, λέξεις βαλμένες η μία δίπλα στην άλλη, που σαν ριπές φιλτράρουν όλα όσα έχουν οι ήρωες βιώσει μετουσιώνοντάς τα σε ένα παρόν που σε κάνει να μη νοιάζεσαι για το μέλλον. Και το κυριότερο: γλώσσα και ύφος υπαινικτικό, ανοιχτό σε ερμηνείες, που κάθε φορά αλλάζει η δομή του ανάλογα με το ποιος μιλά, τι λέει, τι είναι, τι θέλει, πάνω απ’ όλα τι θυσιάζει για να ζήσει.

Διαβάζοντας τις ιστορίες αυτές είδα ότι το -ανοιχτό και αδιαμφισβήτητα κινούμενο στη σύγχρονη πραγματικότητα- μυαλό τού συγγραφέα ανέλαβε ρόλο προφητικό, προειδοποιητικό. Αντιγράφω από τη διεισδυτική κριτική τής Μικέλας Χαρτουλάρη στην εφημερίδα «Τα Νέα»: «Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι από τους ελάχιστους συγγραφείς της νεώτερης γενιάς που μελετώνται σε διεθνή συνέδρια. Όχι επειδή τόλμησε από νωρίς να εισαγάγει γκέι χαρακτήρες στα βιβλία του, αλλά επειδή συλλαμβάνει κοινωνικές πραγματικότητες, τάσεις, προβληματισμούς, πριν ακόμα καθιερωθούν. Και ενώ η συγγραφική του δεξιοτεχνία σηκώνει βελτίωση, η συγγραφική του διαίσθηση έχει μεγάλο ενδιαφέρον- παράδειγμα το τέταρτο μέρος των Χαρτών.»

Οι «Χάρτες» του Γρηγοριάδη δεν αφήνουν τον αναγνώστη παραπονεμένο, δεν τον αφήνουν να μελαγχολήσει, ακόμα και όταν ο πατέρας -που μόλις αποφυλακίζεται- λέει στο γιο του ότι εξαιτίας του σκότωσε τη μάνα του, αλλά καλά θα κάνει να ψάξει ποιανού γιος είναι! Ή ακόμα όταν η μάνα σκοτώνει το κοριτσάκι της στην πιο παράξενη και ίσως δυνατότερη ιστορία της συλλογής (που –φυσικά- εντάσσεται στους ου-τόπους).

Αυτό συμβαίνει όχι γιατί υπάρχει μια διάχυτη διάθεση απόδοσης happy end –σε καμία περίπτωση• γίνεται γιατί ο συγγραφέας αρνήθηκε να βάλει οποιοδήποτε οριστικό και αμετάκλητο τέλος, αφήνοντας, έτσι, απόλυτη ελευθερία στον αναγνώστη να βρει εκείνος την άκρη.

Ωστόσο, ο εξοικειωμένος με το έργο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη αναγνώστης θα παρατηρήσει για ακόμη μία φορά ότι ο συγγραφέας κάπου σταμάτησε το βηματισμό του, ένιωσε συστολή και δεν ξετυλίχτηκε όλος ο κόσμος που κρύβει στο μυαλό του. Εδώ τίθεται και πάλι το ερώτημα: τι σταματά τον συγγραφέα να μιλήσει απόλυτα και ξεκάθαρα έξω από τα δόντια; Η απάντηση θα δοθεί από τον αναγνώστη και μόνο, εφόσον βέβαια δημιουργηθεί μέσα του αυτό το ερώτημα. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, βρίσκω ότι ο Γρηγοριάδης κρατά καλά κρυμμένα κάθε φορά κάποια από τα χαρτιά του. Πότε θα τα ανοίξει, είναι ένα ερώτημα που θα απαντηθεί σε κάποιο ίσως επόμενο βιβλίο του.

Ο έρωτας, η ηδονή, το γέλιο, η λύπη –όλα γνώριμα στο έργο του Γρηγοριάδη- τώρα παίρνουν μία ακόμη σημασία: κλείνουν το ταξίδι τους πατώντας στους χάρτες που μέχρι σήμερα έχουν διάπλατα ανοίξει σε τραπέζια που πριν είχαν πάνω τους φιλοξενήσει όνειρα. Έχω τη σοβαρή υποψία ότι, αν ο πρώτος κύκλος του Θεόδωρου Γρηγοριάδη είχε κλείσει με τα «Νερά της Χερσονήσου» (Κέδρος), ο δεύτερος κλείνει με τους «Χάρτες». Καιρός δείξεται και πάλι…

Σκέψη πριν το τέλος: οι απαιτητικοί συγγραφείς δεν χρειάζονται απαιτητικούς αναγνώστες. Χρειάζονται ανοιχτά μυαλά…

Από το blog Δημήτρης Αθηνάκης: http://dimitrisathinakis.blogspot.com/

Χέρμαν Μέλβιλ «Πιέρ ή Οι αμφισημίες», μετάφραση: Σοφία Αυγερινού, εκδόσεις Μάγμα 2026

Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης  «Ας αφήσουμε την αμφίσημη πορεία των γεγονότων να αποκαλύψει την ίδια την αμφισημία τους» (σελ. 310) Νέος, κα...