Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Συνέντευξη στον Παρατηρητή Θράκης.

 


ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ: 

«ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΟΥ, ΓΡΑΦΩ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΩ ΜΕ ΚΑΘΕ ΚΟΣΤΟΣ» 

Ανάσταση του Λόγου 

Από τους πρόποδες του Παγγαίου και το Παλαιοχώρι Καβάλας, μέχρι τις μεθοριακές διαδρομές του Έβρου και της Ξάνθης, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης παραμένει, ήδη από το ξεκίνημά του, ένας από τους πιο διεισδυτικούς παρατηρητές της ελληνικής πραγματικότητας. Με τη ματιά του σταθερά στραμμένη στον «άλλο» και το ενδιαφέρον του εστιασμένο στις υπαρξιακές αναζητήσεις του σύγχρονου ανθρώπου, ο βραβευμένος Καβαλιώτης συγγραφέας έχει οικοδομήσει μια ισχυρή λογοτεχνική ταυτότητα, όπου το εντόπιο βίωμα συναντά με επιτυχία το παγκόσμιο. 


Εφοδιασμένος και με τη σκευή της αγγλόφωνης λογοτεχνικής παράδοσης, λόγω των σπουδών του, επιλέγει συχνά η πένα του να «πάλλεται» στη Θράκη, μετατρέποντας τη μεθόριο σε έναν ζωντανό λογοτεχνικό «οργανισμό». Σήμερα, με αφορμή την επικείμενη επανέκδοση του εμβληματικού του μυθιστορήματος «Ο Χορευτής στον ελαιώνα», που πρωτοκυκλοφόρησε το 1996 από τις εκδόσεις Κέδρος, συνομιλούμε μαζί του σε ένα νοσταλγικό αλλά και επίκαιρο «οδοιπορικό». Σε μια συζήτηση που εκτείνεται από τα πρώτα του συγγραφικά βήματα και τη σχέση του με τους αναγνώστες, μέχρι την τύχη του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό και το βαθύτερο νόημα του Πάσχα, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης δηλώνει παρών στις προκλήσεις των καιρών. Σε μια εποχή που, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος, «αγρίεψε», ο λόγος του αναδεικνύεται σε πολύτιμο «καταφύγιο». 

ΠτΘ: Με καταγωγή από την Καβάλα, οι ρίζες και τα βιώματά σας φαίνεται να αποκρυσταλλώνονται με έναν ιδιαίτερο τρόπο στη γραφή σας. Δεν είναι λίγες οι φορές που η θρακική γη και οι άνθρωποί της πρωταγωνιστούν σε έργα σας. Πώς λειτουργεί τελικά η «μεθόρια ζωή» στη λογοτεχνία; Ο τόπος είναι για εσάς ένας ζωντανός οργανισμός που συνδιαμορφώνει την πλοκή; 

Θ.Γ.: Πράγματι, ο τόπος καταγωγής μου καθόρισε και τα θέματα της μυθοπλασίας μου, και ειδικά ο διορισμός μου ως καθηγητής αγγλικών για επτά χρόνια στη Θράκη. Το Παγγαίο, το Παλαιοχώρι συγκεκριμένα όπου γεννήθηκα, είναι ένας μυθικός τόπος που συνορεύει γεωγραφικά με τη Θράκη και συγγενεύει σε πολλά ήθη και έθιμα, και ειδικά γλωσσικά στοιχεία. Έτσι στα βιβλία μου ήταν αναπόφευκτο να αναφερθώ στα μέρη αυτά. Υπάρχει επίσης μια γοητεία στη μεθοριακή γραμμή της μυθοπλασίας μου: για άλλους η μετάθεση στον Έβρο ήταν δυσμένεια για μένα ευλογία. Ανακάλυψα τόπους, ανθρώπους, άκουσα και έφτιαξα ιστορίες. Βόλευε βέβαια και η εποχή για τέτοιες αποδράσεις μαγικού ρεαλισμού. Νοσταλγώ την πρώτη μου χρονιά, το 1982, στα Δίκαια του Έβρου ως καθηγητής. Ένα χαμηλό σπίτι με κήπο και ζώα, το ποτάμι παραδίπλα, οι λόφοι, οι ταβέρνες, το τρένο που κατέληγε στο χωριό, η ηρεμία χωρίς τηλέφωνο, τηλεόραση και ελληνική ραδιοφωνία. Το ιδανικό τοπίο που χάθηκε για πάντα στην κραυγαλέα εποχή μας. «Δεν είναι περιζήτητη η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό, γιατί χάθηκε στο μεταξύ και το στίγμα της» 

ΠτΘ: Οι σπουδές σας στην Αγγλική Φιλολογία αποτέλεσαν, αναμφίβολα, ένα σημαντικό εφόδιο στην πορεία σας. Πόσο επηρέασαν αυτά τα ακαδημαϊκά ερεθίσματα και η επαφή με την αγγλόφωνη λογοτεχνική παράδοση τον δικό σας συγγραφικό τρόπο; 

Θ.Γ.: Η επαφή μου με την αγγλική λογοτεχνία ήταν ευεργετική, γιατί μου έδωσε την ευκαιρία να διαβάζω και να σκέφτομαι από δύο σκοπιές. Στην αγγλική λογοτεχνία γράφτηκαν μερικά από τα πιο σημαντικά μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Από την αγγλοσαξονική γραφή έμαθα να γράφω κατανοητά για τον αναγνώστη ακόμη και στα πιο «δύσκολα» κείμενά μου, αλλά, όταν έφτανε η ώρα της γλωσσικής έκφρασης, ανέτρεχα στους Έλληνες συγγραφείς, παλιούς και νεότερους, για να αφουγκραστώ τον ρυθμό και το βάθος της ελληνικής γλώσσας. Η γλώσσα μας είναι απέραντη, πλούσια. 

Ο τόπος καταγωγής μου καθόρισε και τα θέματα της μυθοπλασίας μου, και ειδικά ο διορισμός μου ως καθηγητής αγγλικών για επτά χρόνια στη Θράκη. Το Παγγαίο, το Παλαιοχώρι συγκεκριμένα όπου γεννήθηκα, είναι ένας μυθικός τόπος που συνορεύει γεωγραφικά με τη Θράκη και συγγενεύει σε πολλά ήθη και έθιμα, και ειδικά γλωσσικά στοιχεία. Έτσι στα βιβλία μου ήταν αναπόφευκτο να αναφερθώ στα μέρη αυτά. Υπάρχει επίσης μια γοητεία στη μεθοριακή γραμμή της μυθοπλασίας μου: για άλλους η μετάθεση στον Έβρο ήταν δυσμένεια για μένα ευλογία. Ανακάλυψα τόπους, ανθρώπους, άκουσα και έφτιαξα ιστορίες. Βόλευε βέβαια και η εποχή για τέτοιες αποδράσεις μαγικού ρεαλισμού 

ΠτΘ: Πεζογραφήματά σας, μεταφρασμένα στα αραβικά, τα δανέζικα και τα γαλλικά, έχουν ήδη «ανοίξει» τα φτερά τους στο εξωτερικό. Σε μια περίοδο που φορείς όπως το Υπουργείο Πολιτισμού και το Ελληνικό Ίδρυμα Βιβλίου και Πολιτισμού επιχειρούν να ενισχύσουν την παρουσία του ελληνικού βιβλίου διεθνώς, ποια θεωρείτε πως μπορεί να είναι η θέση της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας στο εξωτερικό; Μπορεί να βρει ανταπόκριση; 

Θ.Γ.: Δεν είναι περιζήτητη πάντως η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό, γιατί χάθηκε στο μεταξύ και το στίγμα της. Στη δεκαετία του ενενήντα μάς ευνόησε η «βαλκανική» μας υπόσταση. Αργότερα, και ειδικά μετά τους Ολυμπιακούς, η ελληνική λογοτεχνία ακολουθούσε την ξένη, χωρίς να προτείνει κάτι ξεχωριστό. Ούτε βέβαια μπορούμε να παράγουμε «Ζορμπάδες», αυτό γίνεται μια και μοναδική φορά. Αυτά όλα, σε συνδυασμό με την έλλειψη ατζέντηδων και μεταφραστών, φέρνει την Ελλάδα σε μία θέση μειονεκτική και είναι άδικο, γιατί όσα μεταφρασμένα βιβλία διαβάζουμε από ξένες γλώσσες δεν είναι καλύτερα από τα δικά μας. Απλώς έχουν τους μηχανισμούς σε ετοιμότητα και μια μεταφραστική κουλτούρα διαχρονικής υποστήριξης. «Ο “Χορευτής στον ελαιώνα” και “Ο ναύτης” ήταν τα βιβλία που με καθιέρωσαν ως έναν “βορειοελλαδίτη” συγγραφέα» 

ΠτΘ: Σύμφωνα με πρόσφατη ανάρτησή σας στον λογαριασμό σας στο Facebook, σύντομα, τον Μάιο, επανεκδίδεται ο «Χορευτής στον ελαιώνα», ένα από τα αγαπημένα βιβλία των αναγνωστών. Στην ίδια ανάρτηση μάς ενημερώνετε για την πορεία του πρόσφατου μυθιστορήματός σας, του «Ελσίνκι», καθώς και το πόσο ρηξικέλευθο υπήρξε στην εποχή του το «Παρτάλι» σας. Έτσι συμβαίνει με όλα τα έργα σας, τα «αφουγκράζεστε» και μετά την έκδοσή τους; Και για το «Παρτάλι», όταν το γράφατε, διαισθανόσασταν ότι ανοίγει δρόμους στη λογοτεχνία που ακουμπά στην κοινωνία της εποχής της; 

Θ.Γ.: Ο «Χορευτής στον ελαιώνα» (1996) κυκλοφορεί ξανά τον Μάιο μετά από τριάντα χρόνια. Ήταν το πιο ευπώλητο μυθιστόρημά μου και ίσως από το πρώτο βιβλίο που διαδραματιζόταν εξ ολοκλήρου στις Σέρρες. Μαζί με τον Παγγαιορείτη «Ναύτη» (1993) ήταν τα βιβλία που με καθιέρωσαν ως έναν «βορειοελλαδίτη» συγγραφέα. Το «Ελσίνκι», το τελευταίο μου μυθιστόρημα, εκδόθηκε πριν δύο χρόνια, συζητιέται για τα θέματα που αφορούν την εποχή μας. Την κρίση αξιών, την οικονομική κρίση, τη συνεχόμενη προσφυγιά και την αδυναμία της χώρας μας να χειριστεί τα θέματα αυτά. Είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται πολύ στις Λέσχες Ανάγνωσης, όπου το επίπεδο της συζήτησης είναι πάντα ανεβασμένο. Το αγαπώ πολύ αυτό το βιβλίο, είναι η βαθιά φωνή μου που αφέθηκε ελεύθερα να μιλήσει. Όσο για το «Παρτάλι» (2001), το βιβλίο της μεταπολιτευτικής γενιάς, το πιο Σαλονικιώτικο βιβλίο, τι να πω; Ήδη διαβάζεται στο μεταπτυχιακό τμήμα της Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Θεσσαλονίκη με έμφαση στα θέματα ταυτότητας, γένους και της queer διάστασης. Είναι ένα μυθιστόρημα που ακόμη και σήμερα απορώ πώς το εμπνεύστηκα και το υλοποίησα. Επίσης, αυτό το μυθιστόρημα τροφοδότησε με τους χαρακτήρες του στη συνέχεια άλλα δύο βιβλία μου: Τη «Ζωή μεθόρια» (2015) και την «Καινούργια πόλη» (2017).

 Μάλιστα, η «Ζωή μεθόρια», όπως γνωρίζετε, είναι ένα θρακιώτικο βιβλίο και μια από τις πιο καθοριστικές του σκηνές διαδραματίζεται στη γέφυρα του Ιάσμου, αγαπημένη μου τοποθεσία από τον καιρό που δούλευα καθηγητής στα σχολεία της Ξάνθης. Επίσης, ο βασικός χαρακτήρας αυτής της άτυπης τριλογίας του «Παρταλιού» είναι ο Μανώλης από τον Έβρο. 


ΠτΘ: Ζούμε σε μια εποχή όπου ο κόσμος γύρω μας φαντάζει δυστοπικός, με τα εθνικά σύνορα και τα όρια να γίνονται ολοένα και πιο ρευστά. Στα πεζογραφήματά σας συναντάμε συχνά ήρωες που δραπετεύουν από τα τοπικά και διεθνή σύνορα, διεκδικώντας μια νέα ταυτότητα και ένα πιο φωτεινό αύριο. Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας σε αυτές τις οριακές καταστάσεις; Μπορεί η αφήγηση να λειτουργήσει ως ένας «ενδιάμεσος χώρος» ελευθερίας – καταφύγιο; 

Θ.Γ.: Πολύ όμορφη ερώτηση που σχεδόν απαντά και αυτό που τίθεται ως ερώτημα. Προσωπικά πιστεύω στη μετάβαση, στην κινητικότητα, στην υπέρβαση ορίων. Τόποι, ταυτότητες, άνθρωποι, χώρες καθορίστηκαν πάνω σε αυτές τις μετατοπίσεις. Η ανθρωπότητα ποτέ δεν υπήρξε σταθερή γεωγραφικά ή κοινωνικά, δείτε τι γίνεται στη Μέση Ανατολή. Η λογοτεχνία από την άλλη μπορεί να καταγράψει τις μαρτυρίες που δεν θα συμπεριληφθούν ποτέ στα επίσημα κείμενα. Κι εγώ προσπαθώ να είμαι συντονισμένος με την εποχή μου, γράφω και παρατηρώ με κάθε κόστος. Δεν επαναπαύομαι στη λογοτεχνία της ευκολίας, του ραφιού στο σούπερ μάρκετ, του βιβλίου που ονειρεύεται να γίνει εκατό τηλεοπτικά επεισόδια. Γράφω εκεί έξω για όσα ίσως κάποιοι δεν θα τολμούσαν να μιλήσουν αλλά και να ζήσουν. Και έχοντας πάντα στο μυαλό ότι αυτό που ενώνει είναι η γλώσσα και τα πάθη μας αυτά πρέπει να προστατέψουμε πάνω απ’ όλα.  Προσωπικά πιστεύω στη μετάβαση, στην κινητικότητα, στην υπέρβαση ορίων. Τόποι, ταυτότητες, άνθρωποι, χώρες καθορίστηκαν πάνω σε αυτές τις μετατοπίσεις. Η ανθρωπότητα ποτέ δεν υπήρξε σταθερή γεωγραφικά ή κοινωνικά, δείτε τι γίνεται στη Μέση Ανατολή. Η λογοτεχνία από την άλλη μπορεί να καταγράψει τις μαρτυρίες που δεν θα συμπεριληφθούν ποτέ στα επίσημα κείμενα. 

Κι εγώ προσπαθώ να είμαι συντονισμένος με την εποχή μου, γράφω και παρατηρώ με κάθε κόστος. Δεν επαναπαύομαι στη λογοτεχνία της ευκολίας, του ραφιού στο σούπερ μάρκετ, του βιβλίου που ονειρεύεται να γίνει εκατό τηλεοπτικά επεισόδια. Γράφω εκεί έξω για όσα ίσως κάποιοι δεν θα τολμούσαν να μιλήσουν αλλά και να ζήσουν .

 ΠτΘ: Με τις ημέρες του Πάσχα να πλησιάζουν, στα δικά σας μάτια είναι περισσότερο μια γιορτή «επιστροφής» στις ρίζες ή μια ευκαιρία για προσωπική, εσωτερική «ανάσταση» και επαναπροσδιορισμό; Υπάρχει κάποια πασχαλινή ανάμνηση που ανακαλείτε αυθόρμητα; 


Θ.Γ.: Το Πάσχα στο χωριό, στις ανθισμένες και ασβεστωμένες αυλές, με όλο το σόι είναι μια γλυκιά ανάμνηση και το τηρούσα όσο ζούσαν οι γονείς μου. Ένα Πάσχα στη Συρία, το 1998, ήταν το πιο χριστιανικό με τους επιταφίους επτά εκκλησιών – κρίμα που διαλύθηκε αυτή η πολυθρησκευτική  χώρα. Τώρα πια το Πάσχα με θλίβει, πώς να ακολουθήσω έναν Επιτάφιο όταν η ανθρωπότητα σταυρώνεται καθημερινά; Απλώς ανάβω ένα κεράκι για τις ψυχές όσων έφυγαν, αλλά δεν προσδοκώ καμία ανάσταση παρά μόνον μέσα μας, τη δική μας. Και ας γίνει το Πάσχα μήνυμα ειρήνης και αγάπης, γιατί η εποχή μας αγρίεψε. Ας δοθεί ο αγώνας στη επικοινωνία, στην κατανόηση και τη συμπόρευση με τους άλλους.


Πηγή : www.paratiritis-news.gr  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Συνέντευξη στον Παρατηρητή Θράκης.

  ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ:   «ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΟΥ, ΓΡΑΦΩ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΩ ΜΕ ΚΑΘΕ ΚΟΣΤΟΣ»  Ανάσταση του Λόγου  Από του...