Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Sebastian Barry "Μακριά, πολύ μακριά"

Μετάφραση Κίκα Κραμβουσάνου, εκδόσεις Πόλις 2007

Γράφοντας ιστορίες πολέμου κινδυνεύεις να είσαι μονομερής και προβλέψιμος. ΄Αραγε υπήρξε ποτέ συγγραφέας που να αποθέωσε την «ζωή εν τάφω»; Επομένως η επαναφορά του ιστορικού παρελθόντος είτε γίνεται με όρους επαναδιαπραγμάτευσης είτε για την αποκατάσταση ζητημάτων που δεν τέθηκαν στην εποχή τους. Για τους Ιρλανδούς χρόνια τώρα υπήρχε ένα θέμα εξαφανισμένο από τα σχολικά τους βιβλία, ένα κομμάτι ιστορίας που, όπως συμβαίνει και σε άλλους λαούς, άλλοτε ξαναγράφεται και άλλοτε αποσιωπείται. Αν για την ιρλανδική ιστορία αποτελούσε οριακή στιγμή ο αγώνας τους για ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση (1916-1923), η συμμετοχή χιλιάδων στρατιωτών στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των Εγγλέζων, δημιούργησε συναισθήματα ενοχής, απορίας, θαυμασμού και αγανάκτησης μέχρι τις μέρες μας.

Το μυθιστόρημα του Σεμπάστιαν Μπάρι «Μακριά, πολύ μακριά» (2005), υποψήφιο για τα βραβεία Booker και Impac, επικεντρώνεται στις μάχες κατά των Γερμανών στη Φλάνδρα -ένα ειπωμένο λογοτεχνικά θέμα- μόνον που εδώ ο συγγραφέας συστρατεύεται στο πλευρό των Ιρλανδών, ταυτιζόμενος με τον παππού του, από τον οποίο εμπνεύσθηκε. Ο ήρωάς του δεν έχει καμιά ηρωϊκή πρόθεση. Ο Γουίλι Νταν είναι ένας δεκαοκτάχρονος χτίστης στο Δουβλίνο με πατέρα αξιωματικό της Μητροπολιτικής αστυνομίας. Έχει ακόμη τρεις αδελφές και είναι ερωτευμένος με την Γκρέτα, την πριγκιπέσα του, την οποία ο πατέρα της προορίζει υπηρέτρια σε μια καλή οικογένεια. Βρισκόμαστε στα 1916, στην Ιρλανδία κάτι κινείται ανήσυχα σε σχέση με την Αγγλία, όμως η Ευρώπη ταρακουνείται συθέμελα, αφού ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ξεσπάει τρομακτικός, σώμα με σώμα, έθνος με έθνος.

Ο Γουίλι, λόγω του ύψους του (ένα και εξήντα πέντε), δεν μπορούσε να γίνει αστυνομικός και έτσι η λύση του εθελοντή στον πόλεμο ήταν η πιο άμεση αλλά και η πιο απερίσκεπτη απόφαση. Κατατάσσεται στους Βασιλικούς Τυφεκιοφόρους του Δουβλίνου και καθώς διασχίζει χειροκροτούμενος την Αγγλία αναρωτιέται κατά πόσον, αυτοί που χειροκροτούσαν, γνώριζαν ότι οι στρατιώτες ήταν Ιρλανδοί. Μαζί με άλλους συμπατριώτες του βρίσκεται στα χαρακώματα της ευρωπαϊκής ηπείρου, οι Γάλλοι έχουν ήδη χάσει μισό εκατομμύριο ψυχές και οι λοχαγοί του αρχίζουν να βρίζουν τον βρετανικό στρατό. Ο Γουίλι, άνθρωπος ειλικρινής, απλοϊκός και μάλλον αφελής, προσπαθεί να αυτοπροσδιοριστεί ανάμεσα σε διφορούμενες ιδιότητες. Ποιος ακριβώς ήταν; Σε ποιο έθνος ανήκε; Ποια ήταν η γλώσσα του; Τι ακριβώς σκεφτόταν απέναντι στους μπρατσωμένους Γερμαναράδες; Μοναδική παρηγοριά του η Γκρέτα και η υπόσχεση γάμου που της είχε κάνει χωρίς να πάρει απάντηση.

Παρατηρεί γύρω του την πανσπερμία του βρετανικού στρατού, τους αδίστακτους Κινέζους, τους εξωτικούς Αλγερινούς που τραγουδάνε μελωδικά, κάνει ένα στοιχειώδες μπάνιο στο ποτάμι, προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι κι αυτός συμμετέχει σε ένα σχέδιο διάσωσης της ανθρωπότητας. Η Φλάνδρα είναι μια σακατεμένη έκταση και, εκτός από τα σύννεφα του πολέμου, πλανώνται και τα κίτρινα νέφη των φονικών αερίων. Ο Γουίλι γλυτώνει από την πρώτη νεφώδη επιδρομή ενώ μπροστά του ξεψυχάνε δεκάδες παληκάρια. Σκέφτεται μήπως χρειάζονταν μαζί τους, άτομα να πυροβολούν τους φρικτά πληγωμένους, όπως τα άλογα; Σε μια έξοδό τους στην Αμιένη μεθάνε και το γλεντάνε με πόρνες και οι περισσότεροι την πληρώνουν με εξανθήματα και τσουξίματα. Διαφεύγει την μόλυνση ο Γουίλι, έστω και με την ενοχή ότι υπέκυψε στους πειρασμούς της σάρκας. Στην πρώτη του άδεια ο γίγαντας πατέρας του (ένα ενήντα πέντε) τον καμαρώνει και τον λούζει στην σκάφη, αγκαλιάζοντάς τον σαν μωρό, ενώ το φιλί της Γκρέτας τον ανεβάζει στον παράδεισο.

Με την επιστροφή στα χαρακώματα ο Γουίλι συνειδητοποιεί ότι όσοι πολεμάνε δίπλα του δεν έχουν τα ίδια κίνητρα με αυτόν. Πρόκειται για τους Εθελοντές της Αγγλίας και τους Εθελοντές του Ώλστερ που αντιτίθενται στην Αυτοδιάθεση της Ιρλανδίας αλλά προκύπτουν και οι οι Ιρλανδοί Εθελοντές κόντρα και σ’ αυτούς. Κάποιοι Ιρλανδοί ηγέτες πιστεύουν ότι με τον πόλεμο θα τονωθεί το αυτονομιστικό τους αίσθημα ή θα φιλοτιμηθεί η Αγγλία να τους χαρίσει την ανεξαρτησία γιατί τους το έταξε στο μεταξύ. Όμως για τον Γουίλι όλοι οι στρατιώτες είναι φτωχοί και ασήμαντοι στρατιώτες. Ο καλός στρατιώτης Γουίλι αλλάζει μέσα του, χωρίς να νοιάζεται ιδιαίτερα για τις πολιτικές διαστάσεις του εμφυλίου που εγείρεται στην αγγλική μεριά. Στην Φλάνδρα λύνονται διαφορές και επινοούνται διασπάσεις.

Οι Ιρλανδοί πολεμάνε σε ένα πόλεμο χωρίς πατρίδα, σκλάβοι της Αγγλίας, φτηνό πολεμικό υλικό της αυτοκρατορίας όπως και κάθε μεγάλης αυτοκρατορίας απανταχού στον κόσμο. Ο Γουίλι αδειάζει, αδυνατίζει μέσα του. Όταν προσπαθεί να υπερασπιστεί έναν αντιρρησία συμπολεμιστή του και το γράφει στον πατέρα του, στην επόμενη άδεια αντιμετωπίζει την πατρική απόρριψη. Ο πατέρας δεν του συγχωρεί το ξεστράτισμα αφού γι’ αυτόν η Αγγλία είναι μία. Στον χειμώνα της Φλάνδρας ο Γουίλι ξεσπάει σε κλάματα, βουλιάζοντας στο πληγωμένο της έδαφος. Διαβάζει Ντοστογιέφσκι και μελετάει τον «Ηλίθιο». Γύρω του οι νοσοκόμοι μαζεύουν κομματιασμένα μέλη, η μεραρχία του αποδεκατίζεται, μοιάζει σαν να τους ξέχασαν, χωρίς εφόδια, χωρίς σημάδια σωτηρίας.

Τώρα πια οι Ιρλανδοί στρατιώτες κατηγορούνται από την «μητέρα» Αγγλία ότι δεν πολεμάνε καλά, ότι είναι αποστάτες και επικίνδυνοι επαναστάτες αν θα γυρίσουν πίσω, πράγμα που το επιβεβαιώνουν με απειλές όσοι σέρνονται μέσα στα χαρακώματα. Ο Γουίλι τραυματίζεται και αναζητάει την θαλπωρή μιας νοσοκόμας. Όμως ακόμη δεν τελείωσαν τα βάσανά του, που τα αφήνουμε να τα αποτελειώσουν οι αναγνώστες, με μια συνταρακτική ανατροπή στο τέλος αυτού του θαυμάσιου, ρεαλιστικού αλλά και ποιητικού μυθιστορήματος. Όχι, ο πόλεμος δεν χρειάζεται καλλιλογίες, όμως η πένα του Σεμπάστιαν Μπάρι, βουτάει άλλοτε στην κόλαση του Δάντη και άλλοτε στις μελανιασμένες σελίδες του Κόνραντ και του Χάρντυ. Κατορθώνει να μιλήσει για την ιστορία του κόσμου μέσα από την σύντομη ιστορία, ενός και μόνον ανθρώπου. Και αν ο Τολστόι έβαζε στα μυθιστόρηματά του χαρακτήρες αξιωματικών, όπως «κατηγορείται» εντός του κειμένου, ο Ιρλανδός Σεμπάστιαν Μπάρι επιλέγει τον απλό φαντάρο, τον «ηλίθιο» του εικοστού αιώνα.

«Τόσο μακριά, τόσο μακριά είχαν πάει που είχαν φτάσει στην άκρη του γνωστού κόσμου και είχαν κατρακυλίσει σε βασίλεια άλλα. Και ο Γουίλι δεν είχε πατρίδα, ήταν ορφανός, ήταν μόνος».

Νέα, βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: