Σάββατο, 1 Μαρτίου 2008

Σφοδρός πόλεμος μεταξύ των φιλολόγων εντός και εκτός συνόρων

του Δημήτρη Παπανικολάου



Ελληνιστές ή αφελληνιστές;






ΒΡΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΣΕΦΕΡΗ, ΑΦΕΛΛΗΝΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΣΟΛΩΜΟ, ΤΑΛΑΙΠΩΡΟΥΝ
ΤΟΝ ΡΙΤΣΟ ΚΑΙ ΛΕΝΕ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ ΑΔΕΡΦΗ. ΕΙΝΑΙ ΜΟΧΘΗΡΟΙ,
ΛΑΪΚΙΣΤΕΣ, ΕΘΝΟΠΡΟΔΟΤΕΣ. ΜΠΛΕΓΜΕΝΟΙ, ΕΞΩΝΗΜΕΝΟΙ, ΠΕΙΡΑΓΜΕΝΟΙ.
ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΟΥ ΑΝΔΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΕΤΙΚΗΣ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑΣ,
ΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ ΕΞΟΦΛΟΥΝ ΓΡΑΜΜΑΤΙΑ
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ. ΚΑΙ, ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ, ΕΧΟΥΝ ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΥΣ,
ΚΡΥΦΟΥΣ ΚΑΙ ΦΑΝΕΡΟΥΣ, ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΙΠΛΑ
ΜΑΣ. ΟΡΓΑΝΩΘΕΙΤΕ. ΞΕΣΚΕΠΑΣΤΕ ΤΟΥΣ. ΕΙΝΑΙ ΚΟΝΤΑ.


Υπερβάλλω λίγο (μα όμως μόνο λίγο) προσπαθώντας να δώσω την αίσθηση που κανείς αποκομίζει όταν διαβάσει μια από τις πολεμικές εναντίον «συγκεκριμένων νεοελληνιστών του εξωτερικού» ή των «νεοελληνιστών των αμερικανικών πανεπιστημίων». Τελευταίο δείγμα η επίθεση του Κώστα Γεωργουσόπουλου εναντίον του Βασίλη Λαμπρόπουλου, καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, από αυτές εδώ τις σελίδες προ δεκαπενθημέρου.
«Μα είναι τόσο σοβαρά τα πράγματα;» με ρώτησε αγχωμένος ένας γνωστός μου που μόλις είχε διαβάσει το κείμενο αυτό, όπου ο Λαμπρόπουλος χαρακτηριζόταν ως «πολιτισμικά σχιζοφρενής εθνοκτόνος με το πριόνι» και «Αννίτα Πάνια της Νεοελληνικής Φιλολογίας». Άντε τώρα να εξηγήσεις...
Γιατί μπορεί μερικές φιλολογικές διαμάχες να είναι ουσιαστικά τρικυμίες σε ρακοπότηρο, αυτή όμως εδώ δεν είναι. Εκφράζει αντίθετα τη βαθιά διάσταση μεταξύ δύο πολύ διακριτών τάσεων προσέγγισης των Νεοελληνικών Σπουδών, που κι αυτές με τη σειρά τους αντιστοιχούν σε δύο εντελώς διακριτές τάσεις αντιμετώπισης της (εθνικής) κουλτούρας σήμερα.
Ας ξεκαθαρίσω εξ αρχής ότι ούτε ο Λαμπρόπουλος ούτε ο Γεωργουσόπουλος μιλούν εξ ονόματος κάποιας συντεταγμένης ομάδας ανθρώπων. Ανήκουν απλώς σε δύο διαφορετικές «κοινότητες λόγου» που έχουν πάψει πια να επικοινωνούν μεταξύ τους. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε αντιπαράθεση είναι καταδικασμένη να επιτύχει ως επικοινωνιακό (μιντιακό) γεγονός, αλλά να αποτύχει ως απόπειρα επικοινωνίας.

Αγαπημένος μου Έλληνας συγγραφέας είναι, λέει ο Λαμπρόπουλος, «ο Dionisio Conte Salamon, νόθος γιος, γεννημένος Γάλλος, εβραϊκής καταγωγής, που έζησε σε ένα βρετανικό προτεκτοράτο μιλώντας ιταλικά και δεν πήγε στην Ελεύθερη Ελλάδα γιατί τη βρήκε στους Γερμανούς συγγραφείς». Πρόκειται για ρητορικό πυροτέχνημα με ουσιαστικό όμως στόχο: να προκαλέσει τη σιγουριά μας σε σχέση με την έννοια «εθνικός ποιητής» και να συντονιστεί με μια κριτική στρατηγική που κοιτάζει τη λογοτεχνία εντός ιστορίας, αντιμετωπίζοντάς την παράλληλα και ως προνομιακή έκφραση της διαφοράς. Διαβάζουν μια τέτοια αποστροφή κάποιοι Έλληνες κριτικοί, τρελαίνονται: σιγά μη μας τον βγάλεις και μπεκρή και πρόστυχο τον Σολωμό, εξανίστανται. Τέτοια διδάσκετε στους ξένους; Αντί να κοιτάτε την υψηλή ποίηση, την αισθητική, το «εθνικό είναι ό,τι είναι αληθές», και να προωθήσετε και καμιά ελληνοπρεπή θέση εκεί στο εξωτερικό, πάτε και μπερδευόσαστε με θεωρίες για να διδάξετε «ό,τι αρέσει στο κάθε αμερικανάκι».
Αυτό που αντιπαρατίθεται όμως ουσιαστικά είναι από τη μια ένας λόγος αυτοσυνείδητα κεντρόφυγος, μεταεθνικός, συχνά αυτοϋπονομευόμενος, και στρατηγικά ευρετικός.
Από την άλλη η κεντρομόλος σιγουριά της εθνικής παιδείας ως μεγέθους απόλυτου, η κριτική ομφαλοσκόπηση και η ετεροφοβία. Το ευρύτερο πλαίσιο αυτής της αντιπαράθεσης είναι το εξής (αναγκαστικά απλοποιώ): από τη μια μεριά βρίσκεται μια τάση αντιμετώπισης της λογοτεχνίας και της κουλτούρας κριτικά, ιστορικιστικά, συσχετιστικά. Αντί να θεωρείται απλή έκφραση μιας προϋπάρχουσας ταυτότητας, αναλύεται η πολύπλοκη σχέση της με τη διαμόρφωση της ταυτότητας, εθνικής και άλλης (γι΄ αυτό αξίζει να δει κανείς τον Καβάφη ως gay διασπορικό ποιητή· όχι γιατί «είναι της μόδας»). Με ανοίγματα στη διεπιστημονικότητα και τη θεωρία, τις πολιτισμικές σπουδές και τη σύγχρονη ιδεολογική κριτική, η άποψη αυτή επιμένει ότι πρέπει να δούμε την κουλτούρα ως τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουμε αλλά και ταρακουνάμε μια αίσθηση εαυτού.
Στον αντίποδα βρίσκεται μια άλλη άποψη που θεοποιεί το Κείμενο (εις βάρος της προσωπικής ανάγνωσης, της παράστασης, της ανασκευής του) και θεωρεί την κουλτούρα σταθερή (και ενδεχομένως ανιστορική) πορεία προς την αλήθεια. Πιστεύει δηλαδή ότι λογοτεχνία και υψηλός πολιτισμός είναι η έκφραση ενός βαθύτερου, φυσικού, ταυτοτικά αφαιρετικού και εθνικά καθαρού εαυτού (ήτοι: ο Καβάφης δεν είναι γκέι, είναι απλώς Έλλην ποιητής, με τις δύο τελευταίες λέξεις εννοούμενες ως αξίες απόλυτες).


Δεν νομίζω ότι μπορεί να μιλήσει σήμερα κανείς ούτε για «αμερικανική σχολή Νεοελληνικών Σπουδών» ούτε για συμπαγή «ριζοσπαστική σχολή Νεοελληνικών Σπουδών». Αυτό που συμβαίνει όμως είναι ότι αρκετοί ερευνητές και αρκετές Νεοελληνικές έδρες στη Βόρεια Αμερική, τη Βρετανία και την Κεντρική Ευρώπη είναι αποφασιστικά στραμμένες σε έναν έντονο διάλογο με την Ιστορία, τη Λογοτεχνική Θεωρία και τις Πολιτισμικές Σπουδές. Για να μείνω σε όσους εργάζονται σε αμερικανικά πανεπιστήμια και εξέδωσαν τα τελευταία χρόνια βιβλία για την ελληνική λογοτεχνία και κουλτούρα που θα άξιζε κανείς να προσέξει: Κάρεν Βαν Ντάικ, Βαγγέλης Καλότυχος, Νένη Πανουργιά, Στάθης Γουργουρής, Γρέγκορι Τζουσντάνις, Γκόντα Βαν Στιν, Άρτεμις Λεοντή, Γιώργος Αναγνώστου, Κονστάντζε Γκούτενκε. Μαζί τους και μια σειρά άλλων μελετητών, που ετοιμάζουν τις πρώτες τους μονογραφίες και έχουν ήδη δώσει εξαιρετικά δείγματα. Όλοι αυτοί δεν ακολουθούν την ίδια μεθοδολογία, δεν έχουν το ίδιο αντικείμενο έρευνας και δεν εντάσσονται στην ίδια θεωρητική σχολή. Συμμετέχουν όμως στην ίδια τάση ανοίγματος των Νεοελληνικών Σπουδών και συνομιλούν στενά με ερευνητές συναφών κλάδων (από τις Κλασικές Σπουδές μέχρι την Ιστορία και τη Φιλοσοφία)κάτι που ευνοείται από το αμερικανικό ακαδημαϊκό σύστημα. Παρόμοια τάση βλέπει κανείς πλέον και στη Βρετανία και στην Κεντρική Ευρώπη και βεβαίως και στην Ελλάδα, όπου όσο πάει γίνεται εντονότερη. Όταν υποστηρίζεται όμως από κάποιον στο εξωτερικό «φαίνεται» περισσότερο, ακριβώς γιατί δημιουργούνται φοβικά αντανακλαστικά, που συνδυάζονται και με μια έντονη διάθεση να θεωρούνται «οι έξω» συλλήβδην ανενημέρωτοι, δοτοί και αφελείς.

Υπάρχει και κάτι άλλο: οι νέες τάσεις που συχνά δοκιμάζονται στις Νεοελληνικές έδρες του εξωτερικού αποτελούν συχνά και μια αντίδραση στη γενικότερη πτώση του ενδιαφέροντος για τις ανθρωπιστικές σπουδές και κυρίως τη Φιλολογία.
Μια έδρα Νεοελληνικών Σπουδών στο εξωτερικό είναι εκ των πραγμάτων υπό συνεχή πίεση να αποδείξει τη ζωντάνια και αναλυτική δύναμη του αντικειμένου- αλλιώς υποβιβάζεται σε σχολείο γλώσσας και ελληνικών χορών, αν δεν κλείσει κιόλας. Η μελέτη της ελληνικής γλώσσας και κουλτούρας στο εξωτερικό είναι αναγκασμένη να αναδεικνύει, ανά πάσα στιγμή, πόσο αφορά τους νέους φοιτητές, τις προτεραιότητες και ανησυχίες τους.
Αυτό σημαίνει ότι αντιμετωπίζει υπερμεγεθυμένο ένα ζήτημα που θα αντιμετωπίσουν εντονότερα τα επόμενα χρόνια και οι Νεοελληνικές Σπουδές εντός Ελλάδας.


Ο Δημήτρης Παπανικολάου
είναι λέκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

ΝΕΑ, Σάββατο 2 Μαρτίου 2008

2 σχόλια:

Μεγαλοκοπέλα είπε...

Αληθεύει ότι οι έδρες των Νέων Ελληνικών στα περισσότερα παν/μια της αλλοδαπής είναι πληρωμένες από το ελ. κράτος που αποφασίζει και ποιοι θα είναι οι καθηγητές;

Σαν να πλήρωνε δλδ. η Βρετανία την "Αγγλική Φιλολογία".

Θεόδωρος Γρηγοριάδης είπε...

Πολλές έδρες επιχορηγούνται και από διεθνή ιδρύματα.
Για το καλό μας είναι...μη φοβάστε...

Άλλωστε οι του εξωτερικού βλέπουν τα πράγματα και από απόσταση, πιο διαφορετικά...