Κυριακή, 16 Μαρτίου 2008

Στάθης Γουργουρής και η συζήτηση περί ελληνικότητας

Η ελληνικότητα δεν είναι ουσία

Γράφει ο Στάθης Γουργουρής ssg93@ columbia. edu


«... ΑΣ ΠΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΙ ΑΣ ΠΕΣΕΙ ΣΤΟ ΓΙΑΛΟ» ΠΟΥ ΛΕΕΙ ΚΙ Ο ΑΜΙΜΗΤΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ
ΕΛΛΗΝ, ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. ΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙ
ΤΟΥΣ ΛΕΓΟΜΕΝΟΥΣ «ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ» ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΗΔΕΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ
ΑΝΘΕΛΛΗΝΕΣ, ΑΝΙΔΕΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ, ΑΣΧΕΤΟΙ ΜΕ ΤΟΥΣ
ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥΣ, ΑΔΙΑΦΟΡΟΙ ΚΑΙ ΑΜΕΤΟΧΟΙ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ
ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ


Δεν απαξιώνουμε την ελληνική λογοτεχνία, όταν χρόνια τώρα συνομιλούμε και συνεργαζόμαστε με τους λογοτέχνες Βαλαωρίτη, Πατρίκιο, Λεοντάρη, Ποντίκα, Αγγελάκη-Ρουκ, Χιόνη, Γκανά, Γαλανάκη, Λαϊνά, Πατίλη, Καλοκύρη, Χουλιάρα, Βαρβέρη, Αγραφιώτη, Σωτηροπούλου, Βλαβιανό, Γρηγοριάδη, Δημητρίου, Φάις ή με τους στοχαστές και επιστήμονες Τσουκαλά, Βεργόπουλο, Μουζέλη, Μπαλτά, Βέλτσο, Λυκιαρδόπουλο, Πεσμαζόγλου, Τσαλίκογλου, Νικολακόπουλο, Αλιβιζάτο, Λιάκο, Δημηρούλη, Κακαβούλια, καθώς και με τη νεώτερη γενιά της ελληνικής σκέψης στον χώρο της Ιστορίας, της Ανθρωπολογίας και των Πολιτικών Επιστημών που χειροτονούνται κάργα μεταμοντέρνοι και ρεβιζιονιστές (τα ονόματα ενδεικτικά, γιατί αλλιώς θα γέμιζε η σελίδα). Συνάμα, στις εργασίες μας και στις αίθουσες διδασκαλίας, δίπλα στον κανόνα των ελληνικών τεχνών και γραμμάτων συζητάμε τη σημασία κάθε απόκλισης και ανοίγματος του δεδομένου ορίζοντα σε νέες μορφές ελληνικών, που εμπλουτίζουν τη γλώσσα, με την ευρύτερη έννοια, και συμμετέχουν στον παγκόσμιο διάλογο: το θέατρο του Τερζόπουλου ή του Μαρμαρινού, ο κινηματογράφος του Γιάνναρη ή του Ηλιάδη, η μουσική του Θανάση Παπακωνσταντίνου, της Σαβίνας Γιαννάτου, του Αγγελάκα και του Βελιώτη, του Coti Κ. Κατά τα άλλα, δεν υπάρχει «αμερικανική σχολή Νεοελληνιστών», παρά μόνο ως εφεύρημα αυτών που δεν αντέχουν στην ανανέωση των ελληνικών γραμμάτων με σκέψεις και θέσεις οι οποίες αμφισβητούν κατεστημένες αντιλήψεις και πρακτικές. Υπάρχει η Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών (ΜGSΑ). Ήταν η πρώτη του είδους της και παραμένει η μεγαλύτερη στον κόσμο, με μέλη που προέρχονται από διάφορες χώρες (και από την Ελλάδα), ιδρύθηκε ως μορφή αντίστασης στη χούντα πριν από 40 χρόνια, βγάζει επιστημονικό περιοδικό,

Η φλυαρία για το μεταμοντέρνο είναι όπως η καραμέλα της διαιτησίας στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Αν η συνύφανση ετερόκλητων στοιχείων είναι μεταμοντερνισμός, «τότε ένας μεγάλος Έλληνας μεταμοντέρνος είναι ο συνθέτης Μίμης Πλέσσας»
οργανώνει συνέδριο- πρότυπο ανά διετία, χαίρει παγκοσμίου σεβασμού. Συμβαίνει να είμαι πρόεδρός της και έγραψα την πρώτη μου επιστολή υπερασπιζόμενος όλους τους συναδέλφους που εκπροσωπώ. Μια απλή ανάγνωση χρειάζεται για να διαπιστώσει κανείς πολυφωνία και διάσταση απόψεων στα γραπτά Νεοελληνιστών που τυχαίνει να εργάζονται στην Αμερική. Στις δικές μας διαφωνίες όμως, απώτερος σκοπός παραμένει η αναθεώρηση και διεύρυνση του πεδίου γνώσης, όχι η καριερίστικη «πολιτική» του καθενός.


Μη ξεχνάμε επίσης ότι στην περίφημη Συναγωγή του, ο Κουμανούδης καταγράφει την ελληνικότητα ως νεολογισμό. Επισημαίνει την εφεύρεση μιας λέξης για να σηματοδοτηθεί μια νέα έννοια που αναδύεται, στα μέσα του 19ου αιώνα, ως πρωταρχική ουσία, μέσα από την προσπάθεια ενός νεοσύστατου έθνους να συντηρήσει και να διασφαλίσει τον εαυτό του ανά τους αιώνες. Αυτό το κάνει κάθε έθνος, ανεξαιρέτως- το κάνουν τώρα το Κόσοβο και η Σερβία. Κάθε εθνική ουσιοκρατία σκοτώνει την Ιστορία και, στον βαθμό που αγκιστρώνονται στην ουσία τους τα έθνη αυτοκτονούν ως κοινωνίες, δηλαδή καταστρέφουν τη δυνατότητα να μάθουν πέντε πράγματα από τα λάθη της Ιστορίας τους. Όπως κάθε εθνολογικός προσδιορισμός, η ελληνικότητα δεν είναι ουσία. Δεν υπήρχε ανέκαθεν, δεν γέννησε τους Έλληνες (Έλληνες υπήρχαν προτού αυτή εφευρεθεί από κάποιους Έλληνες) και θα συνεχίσει να υπάρχει μόνο αν οι Έλληνες εξακολουθούν να την θεωρούν έννοια που τους προσδιορίζει. Ο προσδιορισμός, όμως, δεν είναι ούτε απόλυτος ούτε αναλλοίωτος ούτε εκ Θεού προερχόμενος. Οι προσδιοριστικές δυνατότητες της ελληνικότητας αλλάζουν, καμιά φορά αυτοαναιρούνται και εφευρίσκονται ξανά, αλλιώς, και πολλαπλώς. Την (επαν)εφεύρεση της ελληνικότητας από τη Γενιά του ΄30 δεν πρωτοσχολίασε ο Βασίλης Λαμπρόπουλος στην Αμερική, αλλά η Ελένη Βακαλό στην Αθήνα.

Χρησιμοποίησα στην επιστολή μου «ΤΑ ΝΕΑ 25/2/08» τον χαρακτηρισμό «επαρχιώτικος εθνικισμός». Ο χαρακτηρισμός εξακολουθεί να ισχύει, αλλά μόνο για τον κ. Γεωργουσόπουλο και σαφώς όχι για τους κορυφαίους Έλληνες στους οποίους αυτάρεσκα αυτοσυγκαταλέγεται. Ο Σεφέρης, π.χ., ήταν γνήσιος κοσμοπολίτης (οι Σεφερολάγνοι όχι). Ο αδιαμφισβήτητος ελληνοκεντρισμός του εννοιολογείται μέσα από τον κοσμοπολιτισμό του και από την αίσθηση διασποράς και οικουμενικότητας που είχε ως Μικρασιάτης αστός. Το πρόβλημα με τον ελληνοκεντρισμό του Σεφέρη βρίσκεται στη νοσταλγία του, και κανείς μας δεν έχει πει ότι είναι ίδιος με τον ελληνοκεντρισμό του Δραγούμη ή του Περικλή Γιαννόπουλου. Το γεγονός ότι «εμείς» δεν έχουμε κολλήσει στον Σεφέρη και μας ενδιαφέρουν εξίσου ο Κάλας ή ο Καπετανάκης (από τη γενιά του) ενοχλεί μόνον εκείνους που, αν τους πάρεις τον Σεφέρη, νιώθουν ότι γκρεμίζονται στην άβυσσο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βλακεία από το να θεωρούνται όλα αυτά μεταμοντέρνα. Γενικά, η φλυαρία για το μεταμοντέρνο είναι όπως η καραμέλα της διαιτησίας στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Αν η ταυτόχρονη πολλαπλότητα προσεγγίσεων, η συνύφανση ετερόκλητων στοιχείων, ο κριτικός αναστοχασμός παγιωμένων μορφών τέχνης μέσω της επιτέλεσής τους σε νέα πλαίσια κ.λπ. είναι μεταμοντερνισμός, τότε ένας μεγάλος Έλληνας μεταμοντέρνος είναι ο Μίμης Πλέσσας. Χειρότερα, όμως, οι πιο βάναυσες καταγγελίες για μεταμοντερνισμό και ανθελληνικό διεθνισμό ή παγκοσμιοποιημένο δεν ξέρω τι προέρχονται, δυστυχώς, από προνομιακά (αυτο)αντιλαμβανόμενες «αριστερές» θέσεις. Προφανώς, λησμονούν ότι στοιχειώδες σε μια αριστερή αντίληψη της κοινωνίας είναι η αμφισβήτηση και ανατροπή κατεστημένων εξουσιών, παγιωμένων αντιλήψεων και νοημάτων, συμφεροντολογικών αξιών, βολεμένων ειδώλων, μηχανισμών (ανα)παραγωγής της Αλήθειας, πρακτικών απαξίωσης, λογοκρισίας, παραπληροφόρησης, αδικίας και ό,τι φέρεται ως ιερό και όσιο, πέραν κάθε αμφιβολίας και κριτικής. Από την εποχή του Κοραή συναντάμε το φαινόμενο να απορρίπτονται ιδέες ως ξενόφερτες, τότε φράγκικες, τώρα αμερικανικές, στο μέλλον πιθανόν κινεζικές. Το κόστος της απόρριψης δεν αφορά ποτέ τον έξω κόσμο. Αφορά και βαραίνει την ίδια την Ελλάδα, τής αφαιρεί τις δυνάμεις να αναστοχαστεί τα λάθη της και να καλυτερεύσει ως κοινωνία. Όσοι φοβούνται την καταστροφή του Ελληνισμού να κοιτάξουν εκεί.

ΥΓ: Δεν έχω καμία φιλοδοξία να πρωτεύσω στις ύβρεις και τα ψεύδη, στη ζηλοφθονία και τη μικροπρέπεια, στην ασχετοσύνη και τη μικρόνοια. Το αφήνω στον κ. Γεωργουσόπουλο, ο οποίος και ταλαντούχος είναι σε αυτούς τους τομείς και δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει.

Ο Στάθης Γουργουρής είναι καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στις ΗΠΑ

"TA NEA" Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

2 σχόλια:

Νεζερίτης είπε...

¨Ο Κουμανούδης καταγράφει την ελληνικότητα ως νεολογισμό. Επισημαίνει την εφεύρεση μιας λέξης για να σηματοδοτηθεί μια νέα έννοια που αναδύεται, στα μέσα του 19ου αιώνα, ως πρωταρχική ουσία, μέσα από την προσπάθεια ενός νεοσύστατου έθνους να συντηρήσει και να διασφαλίσει τον εαυτό του ανά τους αιώνες. Αυτό το κάνει κάθε έθνος, ανεξαιρέτως- το κάνουν τώρα το Κόσοβο και η Σερβία. Κάθε εθνική ουσιοκρατία σκοτώνει την Ιστορία και, στον βαθμό που αγκιστρώνονται στην ουσία τους τα έθνη αυτοκτονούν ως κοινωνίες, δηλαδή καταστρέφουν τη δυνατότητα να μάθουν πέντε πράγματα από τα λάθη της Ιστορίας τους. Όπως κάθε εθνολογικός προσδιορισμός, η ελληνικότητα δεν είναι ουσία. Δεν υπήρχε ανέκαθεν, δεν γέννησε τους Έλληνες (Έλληνες υπήρχαν προτού αυτή εφευρεθεί από κάποιους Έλληνες) και θα συνεχίσει να υπάρχει μόνο αν οι Έλληνες εξακολουθούν να την θεωρούν έννοια που τους προσδιορίζει. Ο προσδιορισμός, όμως, δεν είναι ούτε απόλυτος ούτε αναλλοίωτος ούτε εκ Θεού προερχόμενος. Οι προσδιοριστικές δυνατότητες της ελληνικότητας αλλάζουν, καμιά φορά αυτοαναιρούνται και εφευρίσκονται ξανά, αλλιώς, και πολλαπλώς¨.

Επειδή η ελληνικότητα ή αν θέλετε η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ της εθνικής ταυτότητας κυρίως στην Κύπρο είναι κάτι που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα μιας και ακόμα εδώ πληρώνουμε χωρίς να έχουμε κοιτάξει ακόμα κατάματα την ιστορία μας, όπως επιχειρουν εδώ και κάποια χρόνια οι Γερμανοί (Βλ. παράδειγμα το Downfall με τον Bruno Ganz)σπεύδω να συμφωνήσω με την ουσία της επιστολής Γουργουρή αν και δεν έχω γνώση τι προηγήθηκε της εν λόγω επιστολής.

Θεόδωρος Γρηγοριάδης είπε...

Προηγήθηκε το άρθρο του Βασίλη Λαμπρόπουλου (που μπορείτε να το βρείτε στο tag θεωρία/απόψεις). Ακολούθησε η απάντηση του Κώστα Γεωργουσόπουλου (υπάρχει στα ΝΕΑ), διαμεσολάβησε ο Δ. Παπανικολάου (Tag θεωρία/απόψεις) και συνεχίζεται στα ΝΕΑ του περασμένου Σαβ/κου. Η σύγκρουση είναι πολύ ενδιαφέρουσα, εδώ δημοσιεύω τις επιστολές που περισσότερο ακουμπάνε στις δικές μου πεποιθήσεις.