Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

Jon McGregor




Jon McGregor

«Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα»


Μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου
Εκδόσεις ΑΓΡΑ, 2008, σελ.303




Η ζωή μιας μοναδικής ημέρας σε μια γειτονιά, μιας ανώνυμης αγγλικής μεταβιομηχανικής πόλης, μέσα από ένα μυθιστόρημα εκπληκτικής αφηγηματικής ομορφιάς, από έναν νεότατο συγγραφέα που δεν θέλει να μοιάζει με τους άλλους.

Όλα δείχνουν να έχουν ειπωθεί στο μυθιστόρημα του Τζον ΜακΓκρέγκορ, όμως ποτέ δεν αισθάνεσαι ότι θα τα ξανακούσεις με τον ίδιο τρόπο. Ξεκινώντας από το εύρημα μιας υποβαθμισμένης γειτονιάς, με τους ανώνυμους ανθρώπους και τις μικρές ιστορίες τους, αντιλαμβάνεσαι ότι το «ανώνυμοι» εδώ είναι κυριολεκτικό. Οι άνθρωποι περιγράφονται ως «ο νεαρός στον αριθμό δεκαοκτώ», «το ζευγάρι στη σοφίτα του αριθμού εικοσιένα», τους αναγνωρίζεις μόνον από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους. Η αφήγηση ξεκινάει με ένα πανοραμικό πλάνο και ύστερα επικεντρώνεται στο δρόμο, μπαινοβγαίνοντας μέσα στα σπίτια με την κίνηση κάμερας travelling, διαπερνώντας σαν σε σκηνικό τους τοίχους και τα διαμερίσματα. Έτσι ρέει το κείμενο, απηχώντας τον ρυθμό μιας ημέρας, από το χάραμα μέχρι το βράδυ. Μιας ημέρας όπου θα συμβούν όλα τα απλά και καθημερινά αλλά και όπου ένα συνταρακτικό γεγονός θα βγάλει τους ανθρώπους έξω από τα σπίτια και τη διαβρωμένη ρουτίνα.

Η αφηγηματική ροή αναχαιτίζεται από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Σάρας, φευγάτης εδώ και τρία χρόνια, που παρεμβάλλεται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Η Σάρα, βλέποντας φωτογραφίες, θυμάται τα αθώα φλερτ και το ερωτικό συναπάντημα μιας νύχτας, τη μοναδική φορά που έφυγε από την πόλη για να ταξιδέψει μέχρι την Σκοτία, στη κηδεία της γιαγιάς της. Εκεί γνώρισε έναν νεαρούλη, για ένα βράδυ. Η Σάρα θυμάται όμως, και εκείνο το περιστατικό που ανατάραξε τη ζωή τους και όσο οδηγείται προς τα πίσω, τόσο η τριτοπρόσωπη ιστορία κλιμακώνεται με μια υποβόσκουσα ένταση, σαν επερχόμενη συμφορά που πλανάται στον ορίζοντα, σαν τον τεράστιο γερανό που γέρνει απειλητικά πάνω από τις στέγες.
Η χρήση του γερανού παραπέμπει στην πανοραμική ματιά της αφήγησης, αλλά και θυμίζει το ατύχημα με το αερόστατο στην έναρξη της «Έμμονης αγάπης» του Ίαν ΜακΓιούαν. Έτσι κι εδώ: από τον γερανό ετοιμάζεται να βουτήξει με σχοινί ένας άντρας, δοκιμάζοντας τις αντοχές του. Η ελαστική βουτιά θα τον κατεβάσει χαμηλά στο ύψος των πρώτων σπιτιών. Ο νεαρός, μέσα στο αυτοκίνητο, ανασηκώνει τα μάτια του με θαυμασμό αλλά δεν προσέχει μπροστά του, προκαλώντας ένα τραγικό ατύχημα.

Θα αναρωτηθείτε, όλο αυτό έκρυβε η κλιμάκωση της πλοκής, οι διασταυρούμενες λήψεις της Αλτμανικής κάμερας, τα καδραρισμένα πλάνα μέσα από δωμάτια και τραβηγμένα κουρτινάκια; Όχι μόνον, αλλά σ’ αυτό κρυβόταν η πιο δυνατή κορύφωση. Ένα παιδί πέφτει θύμα τροχαίου. Την ίδια στιγμή ο «νεαρός στο δεκαοκτώ» φωτογραφίζει με μια πολαρόϊντ και καταγράφει την ημερομηνία: 31 Σεπτεμβρίου 1997. Είναι η μέρα που σκοτώθηκε σε τροχαίο η πριγκίπισσα Νταϊάνα. Το περιστατικό δεν αναφέρεται στο βιβλίο, όμως ξέρεις ότι κάτι διαφορετικό υποδηλώνεται σ’ αυτή την υπνωτική και ασφυκτική ατμόσφαιρα.
Όταν έρχεται το ασθενοφόρο κι ο γερανός μαζεύεται πάλι ψηλά, τότε για πρώτη φορά κατονομάζεται ένας χαρακτήρας: ο Σαχίντ Μωχάμεντ Ναουάζ, το παιδί που ξαναβαπτίζεται στην άδοξη αιωνιότητα. Η Σάρα αγκάλιαζε την κοιλιά της τότε, θα έδινε μια νέα ζωή σε κάποιον άλλον αριθμημένο. Η Σάρα κλείνει το άλμπουμ με τις φωτογραφίες. Κλείνουμε κι εμείς το βιβλίο. Τι ανάγνωση! Αν ο βαθμός ευκολίας ενός βιβλίου είναι η κάθετη διαπεραστικότητα, τότε αφήστε το. Θέλει συγκέντρωση, είναι ποίηση σε μυθιστόρημα, λυρική πρόζα με ήχους trip-hop. Μικρό κομψοτέχνημα ενός νέου συγγραφέα που γράφει σοβαρά γιατί έτσι έμαθε να θωρεί τη ζωή και τη λογοτεχνία. Ευτυχώς εκδοτικά μπορεί να στηριχτεί από τους φετιχιστές αναγνώστες της Άγρας και λοιπούς εκλεκτούς. Μεταφραστικά υποστηρίζεται άψογα από την Αθηνά Δημητριάδου. Τέτοια κείμενα, χωρίς εμπειρία και προσωπική εμπλοκή δεν αναπλάθονται λογοτεχνικά.

Ο Jon McGregor γεννήθηκε στις Βερμούδες το 1976, απ’ όπου ήρθαν οικογενειακώς στην Αγγλία. Σπούδασε Τεχνολογία των Μέσων και δημοσίευσε στο περιοδικό Granta. Εργάστηκε περιστασιακά ενώ ζούσε στο Νότινγχαμ, σε μια μαούνα, όπου και έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα «Αν δεν μιλάμε για τα σπουδαία πράγματα» (If Nobody Speaks of Remarkable Things). Μ’ αυτό μπήκε στη μεγάλη λίστα του 2002 Man Booker Prize. Ακολούθησαν τα βραβεία: Betty Trask Prize, Somerset Maugham Award, ενώ οι Sunday Times τον ανακήρυξαν καλύτερο Νέο Συγγραφέα της Χρονιάς.
Το δεύτερο μυθιστόρημά του So Many Ways ( 2006) συμπεριλήφθη στη μεγάλη λίστα του Booker και αναμένεται να μεταφραστεί επίσης από τις εκδόσεις Άγρα.




ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009