Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

ΓΚΡΑΧΑΜ ΣΟΥΙΦΤ

Αύριο


Μετάφραση: Θωμάς Σκάσσης

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ 2009






Στο τελευταίο μυθιστόρημα του Βρετανού Γκράχαμ Σουίφτ αφηγητής είναι μια γυναίκα, μητέρα δύο παιδιών, που ξαγρυπνά μονολογώντας στο κρεβάτι, γιατί την επομένη μέρα θα συμβεί κάτι που θα ανατρέψει κυριολεκτικά την οικογενειακή γαλήνη του σπιτιού της.

Ο μονόλογος της πενηντάρας Πώλας δεν απευθύνεται στον άντρα της, που ροχαλίζει αμέριμνα, «σαν άνθρωπος που βρίσκει το κουράγιο να κοιμηθεί την προηγουμένη της εκτέλεσής του», αλλά στα δύο παιδιά της, τον Νικ και την Κέιτ, για τα οποία αναρωτιέται πώς θα κοιμούνται από αύριο. Τα παιδιά της είναι κοντά στα δεκάξι και ζούνε όλοι μαζί στο Πάτνεϋ. Ο πατέρας, ο Μάικλ Χουκ, σπούδασε βιολογία και είναι διευθυντής του περιοδικού Ζωντανός Κόσμος. Η Πώλα ασχολείται με το εμπόριο τέχνης. Μια ευκατάστατη οικογένεια που έφτασε η στιγμή να αναμετρηθεί με μια κρυμμένη αλήθεια που τους βαραίνει χρόνια. «Εσείς θα κρίνετε αύριο» μονολογεί η Πώλα, ενώ η βροχή πέφτει ασταμάτητα, ένα μοτίβο που συνοδεύει την αγρύπνια και υποβοηθάει στο στήσιμο της κατάλληλης ατμόσφαιρας καθώς πρέπει κι εμείς, ως αναγνώστες, να κρατηθούμε με τα μάτια ανοιχτά μέχρι το τέλος του βιβλίου, που συμπίπτει με το ξημέρωμα.

Όμως η ομολογία του μυστικού αναβάλλεται συνεχώς ή ανακόπτεται από τις αναμνήσεις της Πώλας. Έτσι βρίσκει την ευκαιρία να ανατρέξει στις προσωπικές της στιγμές, μα κυρίως στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκε με τον Μάικλ, τριάντα χρόνια πριν, αν υπολογίσουμε ότι το μυθιστορηματικό παρόν ανάγεται στο 1995. Γνωρίστηκαν στο Μπράυτον, εκείνη σπούδαζε αγγλική φιλολογία και ιστορία τέχνης και βρισκόταν σε διακοπές με δύο φίλες της. Ο Μάικλ θα ερωτοτροπήσει και με τις τρεις φίλες επιλέγοντας την τελευταία, την Πώλα. Τα ήρεμα φοιτητικά χρόνια διαδέχονται μια σχετικά ήσυχη οικογενειακή ζωή, με γιορτές, γάμους, γεννητούρια. Ο πατέρας της Πώλας ήταν δικαστής και προφανώς από εκείνον κληρονόμησε μια τάση απονομής ευθυνών και δικαιοσύνης. Μόνον μια φορά απάτησε τον Μάικλ με έναν οικογενειακό φίλο, ήταν μια τόσο σύντομη συνάντηση που σχεδόν ακυρώθηκε.

Φτάνουμε στη μέση του βιβλίου και η Πώλα συνεχίζει να απευθύνεται στα παιδιά της που κοιμούνται: «Αλλά μήπως κι εσείς οι ίδιοι, που σας αφορά προσωπικά το ζήτημα, θα γράφατε αλλιώς την ιστορία;» Εννοεί την οικογενειακή ιστορία, αυτήν που φέρει κάθε άνθρωπος και που-παράξενο ή όχι- είναι αναγκασμένος να κάθεται σε κάποιο κλαδί οικογενειακού δέντρου. Μερικές φορές συμβαίνει κάποιο κλαδί να είναι κουτσουρεμένο και άλλοτε έτοιμο να σπάσει, όπως στην περίπτωση της οικογένειας Χουκ. Όμως δεν πρέπει να φανερώσουμε το μυστικό που αποκαλύπτεται ήδη στα μισά του βιβλίου και το μαντεύαμε από τις νύξεις της Πώλας. Θα υιοθετήσουμε την τακτική του συγγραφέα, που παίζει σαν τη γάτα με το ποντίκι, και θα το παρακάμψουμε.
Είναι τρεις το πρωί, πλησιάζει η ώρα: «Δεν πρόκειται για ‘αύριο’, δεν μπορώ να ξεγελάω τον εαυτό μου. Η απαλή τυμπανοκρουσία της βροχής είναι σαν να επαναλαμβάνει διαρκώς: σήμερα, σήμερα». Θα υπάρξει όμως η αποκάλυψη; Ή μήπως η Πώλα, λογοτεχνική σκιά της Μόλη Μπλουμ, θέλησε να εκτονωθεί σε μια νύχτα αγρύπνιας; Αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα προσθέτει ένα στοιχείο αγωνίας στο βιβλίο, σαν να ήταν πέρα από τις προθέσεις της ηρωίδας και του συγγραφέα. Ο Γκράχαμ Σουίφτ δεν έπαψε ποτέ να γράφει ιστορίες όπου βασικά θέματα ήταν η εγκατάλειψη, η παράλειψη καθηκόντων, η απάτη, η μετάνοια, ο πόνος, το προσωπικό συναίσθημα, η κοινωνική ανεπάρκεια. Μέσα από το απλό και το εφήμερο καταχωρεί τα μεγάλα συμβάντα της ύπαρξης: τον θάνατο, την διαιώνιση, τη φύση των οικογενειακών δομών αλλά και την ιστορία τόσο σε ιδιωτικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Ξεκινώντας από τον «Καταστηματάρχη» (1980), το «Φτερωτό μπαλάκι» (1981) και τα διηγήματα «Μαθήματα κολύμβησης» (1983) συνεχίζει με την «Υδάτινη Χώρα» (1992), το πιο γνωστό και ήδη κλασικό μυθιστόρημά του, αυτό που έσπρωξε θεωρητικούς της λογοτεχνίας, όπως την Linda Hutcheon να μιλήσουν για historiographic metafiction. Ο Σουίφτ μαζί με τον Καζούο Ισιγκούρο, τον Ίαν ΜακΓιούαν, τον Μάρτιν Έιμις και άλλους συγγραφείς της γενιάς του ογδόντα ανανέωσαν το αγγλικό μυθιστόρημα και πειραματίστηκαν με κάθε είδους λογοτεχνική μορφή, σε βαθμό να θεωρούνται ακόμη ακατανίκητοι. Αφοσιωμένος και ταγμένος ο Γκράχαμ Σουίφτ έγραψε το 1988 το «Έξω από τον κόσμο αυτό» που σχετιζόταν με το πέρασμά του από την Ελλάδα ως καθηγητής αγγλικών, το 1992 το «Εσαεί», ενώ το 1996 με τις «Τελευταίες εντολές» κέρδισε το βραβείο Booker. Με το «Φως της ημέρας» το 2003 κρατήθηκε στα ίδια υψηλά επίπεδα ενώ με το «Αύριο» (2007) κονταίνει κάπως ο πήχης.

Η επιλογή μιας γυναίκας αφηγήτριας ανέκαθεν ήταν μια πρόκληση και επίδειξη δύναμης από άντρες συγγραφείς. Το πόσο πειστικό είναι ένα τέτοιο πρόσωπο δεν οφείλεται σε συγκεκριμένα γυναικεία συστατικά αλλά στο τρόπο που ο χαρακτήρας μεταμορφώνεται από την συγγραφική πένα. Η θηλυκότητα δεν είναι παρά ένα λεκτικό κατασκεύασμα και ο Γκράχαμ Σουίφτ το αντιπαρέρχεται σχετικά καλά, αλλά εκείνο που βαραίνει είναι η ίδια η ηρωίδα του: παρά το συνταρακτικό μυστικό της (για μερικούς μπορεί να μην και τόσο) δεν παραμένει ένας αξέχαστος χαρακτήρας. Αντιθέτως είναι μια φιγούρα ήπια και ουδέτερη, μια μεσοαστή μάνα που πιστεύει ότι το δικό της πρόβλημα είναι αξεπέραστο. Αν η διαγραφή ενός μετριοπαθούς χαρακτήρα εντασσόταν στους σχεδιασμούς του συγγραφέα, τότε μάλλον τα κατάφερε, με δεδομένο ότι και η ελληνική απόδοση του λόγου της δεν την προδίδει. Απομένει στον απλό αναγνώστη να αποδεχτεί μια τέτοια ηρωίδα και στον μυημένο αναγνώστη του Γκράχαμ Σουίφτ να την εντάξει στην πολυποίκιλη πινακοθήκη των χαρακτήρων και των κοινωνικών διαστρωματώσεων του έργου του.


Θεόδωρος Γρηγοριάδης


Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο Σάββατο 30 Μαίου