Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ Σκοτεινός Βαρδάρης


«the desire to speak with the dead»

Stephen Greenblaltt



«Σας βλέπω στη φωτογραφία» λέει η αφηγήτρια στο ξεκίνημα της μυθιστορίας Σκοτεινός Βαρδάρης. Την ίδια φωτογραφία βλέπουμε κι εμείς στο εξώφυλλο του βιβλίου και ταυτιζόμαστε - μέσω της εικόνας - με το διεισδυτικό της βλέμμα. Πρόκειται για μια αληθινή φωτογραφία, τραβηγμένη τον Σεπτέμβριο του 1913 στο Σιδηρόκαστρο, 30 χιλιόμετρα βόρεια από τις Σέρρες. Σήμερα το Σιδηρόκαστρο είναι γνωστό για τις θεραπευτικές πηγές του, όμως την εποχή της φωτογράφισης είχε γεμίσει με έλληνες πρόσφυγες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, στο Μελένικο, μέσα σε μια βραδιά.

Εγκατέλειψαν την πατρίδα τους που, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, πέρασε στα χέρια των Βουλγάρων. Ετσι απλά, με μια συνθήκη, οι «βυζαντινοί» Ελληνες έβαψαν κατακόκκινη την πόλη, χύνοντας στους δρόμους το περίφημο μελενικιώτικο κρασί, για να μη μεθύσουν οι εχθροί και πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς. Αυτούς τους πρόσφυγες φωτογραφίζει ο γάλλος φωτογράφος Ωγκύστ Λεόν, σταλμένος από τον ισχυρό οικονομολόγο και ουμανιστή Αλμπέρ Καν, που είχε ιδρύσει στο Παρίσι τα «Αρχεία του Πλανήτη» με σκοπό να διασώσει καθημερινές στιγμές της ανθρωπότητας.

H αφηγήτρια, ανακαλύπτοντας την καταχωνιασμένη φωτογραφία, μαγεύεται κυριολεκτικά. Ο γοητευτικός και καλοντυμένος άντρας, στο μέσον του αντρικού πλήθους, είναι ο παππούς της, ο Στέφανος. Βυθίζοντας τη νοσταλγική και ερωτική της ματιά μέσα στη μορφή του, αναστήνει τη σκηνή. H αφήγησή της διαρκεί όσο και ο χρόνος της φωτογράφισης: Από το στήσιμο των αντρών στην πλατεία Σιδηροκάστρου, μέχρις ότου τραβηχτεί η γυάλινη πλάκα και ακουστεί το δυνατό κλικ, ζωντανεύει μια δύσκολη και σημαδιακή εποχή.

Ο Στέφανος ξαναγίνεται παιδί που μεγαλώνει στο πανέμορφο Μελένικο, μια πόλη που έχει τις ρίζες της στα βυζαντινά χρόνια, χτισμένη σε βαθιά χαράδρα στις πλαγιές του όρους Ορβήλου, ενώ τη διασχίζει ο μελενικιώτικος παραπόταμος του Στρυμόνα. H πόλη απέχει μόλις 70 χλμ. από τις Σέρρες και 170 από τη Φιλιππούπολη. Είναι εστία Ελληνισμού με ισχυρές προσωπικότητες, όπως ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, που υπερασπίστηκε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στη δίκη του, και ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, ο ιδρυτής της Νέας Σκηνής στην Αθήνα το 1901.

Ο Στέφανος παίζει με τον Γκεόργκι, τον φτωχοντυμένο βούλγαρο φίλο του και, στην εφηβεία του, ερωτεύεται την Ελένη, κόρη γνωστής μελενικιώτικης οικογένειας. Στη δύση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ξεσπάνε πολιτικές και θρησκευτικές ταραχές, αναδεικνύοντας τις αντιθέσεις και τα συμφέροντα ανάμεσα στους λαούς της ευρύτερης περιοχής που αφυπνίζονται και αναζητούν την εθνική τους συνείδηση και ταυτότητα. Στο μεταξύ ο Στέφανος σπουδάζει στη Θεσσαλονίκη και η Ελένη αναζητεί την τύχη της στο Βουκουρέστι, έτοιμη να την προξενέψουν σε έναν προύχοντα Μελενικιώτη, τον Θόδωρο. Ο Στέφανος ανακαλύπτει την κοσμική ζωή στην πολύβουη και πολύχρωμη Θεσσαλονίκη. Κάνει καινούργιους φίλους, ντύνεται ευρωπαϊκά και ας κυκλοφορεί σε μια πόλη που διατηρεί έντονα το ανατολίτικο στοιχείο.

Ονειρεύεται να βρεθεί με την Ελένη, όμως εκείνη θα προτιμήσει τον Γκεόργκι που συνοδεύει τον βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιο A´, στην επίσημη δεξίωση στη Θεσσαλονίκη, μετά τη νίκη κατά των Τούρκων. Οι δυο τους θα καταφύγουν στη Βουλγαρία, ενώ οι δυνάμεις των Βουλγάρων δεν λένε να αποχωρήσουν από την πόλη που δόθηκε στους Ελληνες. Και ποιος άλλωστε δεν θα ονειρευόταν μια τέτοια «νύφη»; Ο Στέφανος, η Ελένη, ο Κωνσταντίνος, ο Μίλτος ενηλικιώνονται σε μια περίοδο που η Μακεδονία -πανσπερμία φυλών - είναι ένα «καζάνι έτοιμο να τιναχτεί», κατά την προσφιλή φράση των δημοσιογράφων και ανταποκριτών της εποχής. Λίγοι θα προλάβουν να εκπληρώσουν τα όνειρά τους. Είναι μια γενιά αδικημένων ανθρώπων που έζησαν μεταιχμιακά, άλλαξαν πατρίδες, ασπάστηκαν καινούργιες ιδέες, αλλαξοπίστησαν. Ο έρωτας της Ελένης την οδήγησε στην προδοσία της εθνικής της ταυτότητας, κάτι που δεν ήταν ασυνήθιστο κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφού, πολλές φορές, πίστη και εθνικότητα επιλέγονταν ανάλογα με τις επιβαλλόμενες καταστάσεις.

H συγγραφέας Ελενα Χουζούρη δεν καταφεύγει στη ρεαλιστική και γραμμική αφήγηση. Ομολογεί την «αδυναμία» της να αναπαραστήσει την εποχή, παλινδρομεί, δημιουργεί ρήγματα και ασυνέχειες. Αρνείται τον μελοδραματισμό που επιβάλλει το παρελθόν, παρακάμπτει το δοκιμιακό ύφος μιας εμπεριστατωμένης κατάθεσης. Επιστρατεύει την υποκειμενική ματιά, τον φακό, τη φωτογραφία, γιατί γνωρίζει πως η αναπαράσταση λειτουργεί αποτρεπτικά για τη μνήμη, όπως και το πένθος κατά τον Lyotard για κάποιον θάνατο ενεργοποιεί τη διαδικασία απομυθοποίησης του προσώπου που άφησε τη ζωή.

H Χουζούρη επιθυμεί να συνομιλήσει με τον νεκρό πρόγονο, όπως θα έλεγε ο θεωρητικός του Νέου Ιστορικισμού Στίβεν Γκρίνμπλατ, γι' αυτό και γράφει ένα κείμενο-επίκληση, σε δεύτερο ενικό πρόσωπο, απαλλάσσοντας τον εαυτό της από το βάρος της παράδοσης των νεκρών γενεών που βαραίνουν τη συνείδηση των ζωντανών σαν εφιάλτης. Επιλέγει έναν ποιητικό και ελεγειακό τόνο, βοηθούμενη και από τη θητεία της στην ποίηση (πέντε συλλογές από το 1983 ως το 1999). H ματιά της υπερίπταται των τόπων και των ψυχών, σε ένα ταξίδι στην ιστορία και στη μνήμη με απώτερο σκοπό να καταγράψει μια βαλκανική μυθιστορία για τον έρωτα και την απώλεια.

H Ελενα Χουζούρη ασχολείται χρόνια με τη δημοσιογραφία και την πολιτιστική κριτική στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση. Με τον Σκοτεινό Βαρδάρη περνάει για πρώτη φορά στον χώρο της πεζογραφίας, αψηφώντας τις σειρήνες της «γυναικείας γραφής». Το τολμηρό και πετυχημένο ξεκίνημά της σίγουρα θα έχει συνέχεια.


Θεόδωρος Γρηγοριάδης


20 Φεβρουαρίου 2005
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=164447&ct=47&dt=20/02/2005#ixzz1BX1YEW65

Δεν υπάρχουν σχόλια: