Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Λευκάδιος Χερν


Λευκάδιος Χερν

«Η χώρα των χρυσανθέμων»

Μετάφραση: Γιώργος Καλαμαντής

Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗΣ, 1998, (εξαντλημένο)

Αν υπάρχουν πόλεις που συνέδεσαν το όνομά τους με συγγραφείς και ποιητές όπως το Μεσολόγγι με τον Λόρδο Βύρωνα, ο Χένρι Τζέιμς με την Βενετία ή ο Τζέιμς Τζόις με το Δουβλίνο φανταστείτε έναν συγγραφέα να συνδέει το όνομά του με μια ολόκληρη χώρα και να γίνεται ο επίσημος διερμηνέας του πολιτισμού της στον υπόλοιπο κόσμο. Αυτή είναι η περίπτωση του Λευκάδιου Χέρν και η χώρα που αγάπησε η Ιαπωνία που έκτοτε τον έχει ανακηρύξει σχεδόν εθνικό συγγραφέα..

Μόλις στον δέκατο ένατο αιώνα άρχισε η Ιαπωνία να ανοίγεται στον κόσμο αφήνοντας πίσω τον ερμητικά κλειστό κόσμο της. Ταυτόχρονα ανακαλύπτει την Δύση μέσω του εμπορίου και της τεχνολογίας ενώ η Δύση ανακαλύπτει στην Ιαπωνία όχι μόνον έναν εμπορικό χώρο αλλά και μια χώρα κατεξοχήν εξωτική και μυθική. Στο τέλος του 19ου αιώνα έμποροι, ιεραπόστολοι, μηχανικοί και δάσκαλοι άρχισαν να καταφθάνουν στην απομακρυσμένη και αινιγματική χώρα. Ανάμεσά τους και ο παράξενος κύριος με την Αγγλο-Ιρλανδο-Ελληνική καταγωγή, ο Λευκάδιος Χέρν.

Ο Χέρν γεννήθηκε στην Λευκάδα το 1850. Ο πατέρας του ήταν Ιρλανδός γιατρός που υπηρετούσε στα Κύθηρα όταν γνώρισε την Ρόζα Κασιμάτη. Ο γάμος τους δεν θα έχει ευτυχισμένη κατάληξη. Η Ρόζα θα ξαναπαντρευτεί στην πατρίδα της και θα πεθάνει στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Η ζωή της Ρόζας καθώς και του γιού της αποτελούν από μόνα τους ένα ακόμη μυθιστόρημα κοντά στα τόσα που έγραψε ο Λευκάδιος. Στο μεταξύ ο Λευκάδιος θα ζήσει κοντά σε μια θεία του στο Δουβλίνο και στα 19 του χρόνια μεταναστεύει στην Αμερική, στο Σινσινάτι, όπου και δουλεύει ως δημοσιογράφος. Μεταφράζει Γάλλους συγγραφείς, τον Γκοτιέ και τον Φλομπέρ και γνωρίζει το έργο του Λοτί. Το 1887 πηγαίνει στις Δυτικές Ινδίες απεσταλμένος του περιοδικού Χάρπερ. Είχε ήδη γράψει του δύο μυθιστορήματα.

Το 1890 ταξιδεύει για το ίδιο περιοδικό στην Ιαπωνία. Ούτε και αυτός πίστευε ότι θα έμενε εκεί για πάντα. Διέκοψε την συνεργασία του με το περιοδικό και εργάσθηκε ως καθηγητής αγγλικών στις επαρχίες Ματσούο και Κουμαμότο. Παντρεύτηκε Γιαπωνέζα και άρχισε να ορθογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά της Αμερικής με θέματα γύρω από την Ιαπωνία που ήταν τότε πολύ της μόδας. Δίδαξε Αγγλική Λογοτεχνία στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκιο και έγραψε αρκετά βιβλία γύρω από τη ήθη, τη θρησκεία και την λογοτεχνία της Ιαπωνίας. Έγινε Γιαπωνέζος υπήκοος και άλλαξε το όνομά του σε Γακούμο Κοιζούμο παρόλο που δεν έγραψε ποτέ στα Ιαπωνικά.

Είναι αξιοθαύμαστη η περίπτωση του ανθρώπου αυτού που, για λόγους ψυχικής και πνευματικής ισορροπίας, προσεταιρίσθηκε έναν πολιτισμό με τον οποίο ελάχιστες είχε σχέσεις. Όπως προκύπτει και από τα κείμενα του βιβλίου «Στη χώρα των Χρυσανθέμων» δεν ήταν λίγες οι στιγμές που αφουγκράστηκε τη ψυχή του και ταξίδεψε στις ρίζες της ανθρωπότητας για να κατανοήσει τα περιβάλλον του αλλά και τη θέση του μέσα στο χώρο αυτό. Η μικρή του Οδύσσεια της περιπλάνησης και της αναζήτησης μιας ταυτότητας σίγουρα έχει να κάνει και με την μεγάλη Οδύσσεια. Ελληνικά δεν γνώριζε όμως ήταν μελετητής του κλασσικού πολιτισμού και συχνά τον απασχόλησε ο όρος «ελληνικός». Δεν είναι και λίγε οι συγκρίσεις που επιχειρεί μεταξύ του ελληνικού-ευρωπαϊκού πολιτισμού και του γιαπωνέζικου.

Λέγεται ότι η μικρόσωμη κατασκευή του βρήκε θέση σε ένα αντίστοιχο πλήθος. Αυτό ίσως είναι το λιγότερο. Κάπου βαθύτερα ο άνθρωπος αυτός με τις τόσες διάσπαρτες ζωές και καταγωγές ανακάλυψε την ηρεμία και το νόημα της ζωής σε μια χώρα όπου βασικά χαρακτηριστικά της είναι η ευγένεια, ο σεβασμός της παράδοσης, η λατρεία της φύσης, ο ασταμάτητος διαλογισμός. Προσπάθησε να καταγράψει την τόσο διαφορετική νοοτροπία της γιαπωνέζικης κοινωνίας που κατά βάθος ήταν μια θρησκευτική κοινωνία. Την εκδίκηση και την αυτοκτονία που εξακολουθεί ως και σήμερα να συμβαδίζει με την έννοια του αυτοσεβασμού και της αξιοπρέπειας. Την δύναμη της οικογένειας και ειδικά των γονέων που αγγίζει την θρησκευτική ευλάβεια. Την απουσία του έκδηλου συναισθηματισμού, της έννοιας του «αιώνιου θηλυκού».

Διδάσκοντας αγγλική λογοτεχνία σε γιαπωνέζους μαθητές συναντούσε τρομακτική δυσκολία στο να τους εξηγήσει πώς ένα ολόκληρο μυθιστόρημα μπορούσε να στηριχθεί στο πρόβλημα γάμου που αντιμετωπίζει η ηρωίδα. Αυτό φάνταζε απόλυτα επιλήψιμο σε μια λογοτεχνία όπου ένα ζευγάρι δεν αγγίζεται ποτέ. (Εδώ αντιλαμβανόμαστε την δυσκολία των δυτικών αναγνωστών για την λογοτεχνία της Ιαπωνίας). Στην υστερία του ερωτισμού της δύσης αντιπροτείνεται η αβρότητα, η στοργή και η εσωτερική ανταπόκριση.

Εκεί-πέρα λοιπόν, εκεί όπου συγχέονται οι ήχοι της φύσης, τα κελαηδήματα των πουλιών, οι φωνές των ζώων, το χτύπημα των τύμπανων, το άπλετο λευκό φως, οι οσμές που διαδέχονται η μία την άλλη, τα στενά δρομάκια, ένα κλαδί λουλουδιού ζυγισμένο με χάρη στο βάζο, οι κήποι- αυτοί οι μικρόκοσμοι της πλάσης και όχι τα γεωμετρικά παρτέρια της δύσης, οι πέτρες που έχουν ομορφιά και χαρακτήρα, η ιερότητα και μυθικότητα τόπων, η «ρευστότητα» του πνεύματος των μεγάλων πόλεων- δεκάδες μικρά και μεγάλα πράγματα- εκεί-πέρα ο δυτικός ταξιδιώτης, που κουβαλάει την απελπισία της δύσης, βυθίζεται σε ένα καινούργιο όνειρο, επαναδιοργανώνοντας το ψυχοσωματικό του πεδίο σε σχέση με το πνεύμα και το τοπίο. Ένα τοπίο που η αίσθηση και η ερμηνεία του αποτέλεσαν βασικό στοιχείο του πολιτισμού.

Ο Χερν μετέφερε σε χιλιάδες σελίδες αυτές τις εικόνες στους δυτικούς που ποτέ δεν έπαψαν να αναζητούν είτε τον μυστικισμό της ανατολής είτε την γνώση της. Ας θυμηθούμε τα κινήματα Ζεν στην Αμερική στη δεκαετία του 60 με επικεφαλής τον Aldous Huxley. Επίσης στην δεκαετία του 70 ο Ρολάν Μπαρτ στην «Επικράτεια των σημείων» ομολογεί ότι «η Ιαπωνία τον έβαλε σε συνθήκες κατάλληλες για γράψιμο: συνθήκες όπου συντελείται κάποιος κλονισμός του προσώπου, ένα αναποδογύρισμα των παλιών τρόπων ανάγνωσης, ένα τράνταγμα του νοήματος, που κομματιάζεται, εξαντλείται μέχρι το ανυποκατάστατο κενό του, χωρίς ποτέ το αντικείμενό να παύει να είναι σημαίνον, επιθυμητό».

Στην «Χώρα των χρυσανθέμων» ανθολογούνται μερικές από τις πιο όμορφες σελίδες του Χερν. Στο πρώτο μέρος «Η Ιαπωνία του Λευκάδιου Χερν» ανακαλύπτουμε την χώρα μέσα από τα βήματα του έκπληκτου ταξιδευτή, βαδίζουμε σε πόλεις, καλντερίμια και ναούς, συμμετέχουμε σε βουδιστικές τελετές. Στο δεύτερο μέρος μέρος που φέρει το ιαπωνικό όνομα του Χερν «Κοϊζούμι Γιακουμό» ανακαλύπτουμε έναν Χερν που αισθάνεται Ιάπωνας και μπορεί να ασκεί κριτική στη Δύση μέσα από τα μάτια ενός Απωανατολίτη. Στο βιβλίο περιλαμβάνεται και μια ιστορία με τον τίτλο «Ένα κάρμα πάθους». Η ανθολόγηση, η κατατοπιστική εισαγωγή και η μετάφραση έγιναν από τον Γιώργο Καλαμαντή που καταφέρνει να διατηρήσει ένα κομψό ύφος ταιριαστό στο πνεύμα και στην ατμόσφαιρα της εποχής .Μια ατμόσφαιρα που είναι πολύ κοντά στο σκηνικό των μυθιστορημάτων του Μισίμα και άλλων σύγχρονων Γιαπωνέζων συγγραφέων.

Λίγες οι μεταφραστικές απόπειρες και παρουσιάσεις του έργο του Χερν στη γλώσσα μας.. Η πιο πρόσφατη από τις εκδόσεις Ινδικτος, ένα λήμμα για τη ζωή του από τον Τέλλο Άγρα στην «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», κάποιο κομμάτι από τον Νίκο Καζαντζάκη. Όμως η αναζωπύρωση της έρευνας του έργου του είναι έντονη. (Το Διεθνές Συνέδριο για τον Λευκάδιο Χερν οργανώθηκε τον Οκτώβριο 1998 στην Αθήνα).

Σήμερα που η εικόνα έχει αντικαταστήσει μονομερώς τον λόγο και την περιδιάβαση έχει μεγάλο ενδιαφέρον να ακολουθήσει κανείς το ταξίδι του Χερν, ενός Ευρωπαϊστή και Αμερικανοσπουδαγμένου ανθρώπου που μέσα από τα λογοτεχνικά του γραπτά ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις που χρειάζονται για την κατανόηση ενός εντελώς διαφορετικού πολιτισμού. Η προτομή του αντίστοιχα στην Λευκάδα και στην πόλη Ματσούε αποδεικνύουν ότι υπήρξε ένας από τους πρώτους αληθινά οδοιπόρους του πλανήτη, ένας αυθεντικά διεθνικός συγγραφέας-παρηγοριά και παράδειγμα για όσους κουράστηκαν από τη δική τους ήπειρο, χώρα ή κοινότητα.


Θεόδωρος Γρηγοριάδης (c)

Δεν υπάρχουν σχόλια: