Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Κριτική του Δ. Κούρτοβικ για την 'Ελλη στα ΝΕΑ


ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Πώς ανθίζει το τσιμέντο

Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ


Μια μέρα η Ελλη, πενηντάχρονη και κάτι καθηγήτρια γαλλικών σε γυμνάσιο της περιοχής του Ρουφ, ανύπαντρη από επιλογή και αζευγάρωτη, ψωνίζει στη λαϊκή της γειτονιάς της, όταν την πλησιάζει ένας άγνωστός της άνδρας, καμιά εικοσαριά χρόνια νεότερός της, της πιάνει δειλά κουβέντα και, έχοντας δει τι αγόρασε, της λέει ότι θα ήθελε να του τηγανίσει ψάρια στο σπίτι της. Η Ελλη ξαφνιάζεται, θίγεται, αρνείται, αλλά την επόμενη φορά που τον συναντάει τον προσκαλεί για γεύμα στο διαμέρισμά της. Αρχίζει έτσι μια παράξενη σχέση της με αυτόν τον άνδρα, τον Αντώνη, άνεργο εργοδηγό, παντρεμένο με μια γυναίκα με ψυχολογικά προβλήματα και πατέρα ενός μικρού κοριτσιού. Μια σχέση που, παρά τους ενδοιασμούς και τις επιφυλάξεις της Ελλης, θα γίνει ερωτική και όχι μόνον αυτό αλλά και θα τη συνδέσει, από κάποια στιγμή κι έπειτα, προσωπικά με την οικογένεια του εραστή της. Στο τέλος η ανεργία θ' αναγκάσει την οικογένεια να μεταναστεύσει στην Αυστραλία και η Ελλη θα μείνει πάλι μόνη. Αλλά θα αισθάνεται πολύ πιο γεμάτη από πριν, ως γυναίκα και ως άνθρωπος. Το γιατί, είναι το μεδούλι αυτού του βιβλίου.
Εχω την εντύπωση ότι πρόκειται για το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα που αφομοιώνει πραγματικά την Κρίση στις λειτουργίες του. Που, δηλαδή, δεν τη χρησιμοποιεί απλώς ως σκηνικό ούτε κατασκευάζει έναν μύθο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα ενός εύκολου σχολιασμού της, αλλά τη χειρίζεται ως υπαρξιακή συνθήκη της ζωής των χαρακτήρων του και παρακολουθεί πώς επηρεάζει τον ψυχισμό τους, τη συμπεριφορά τους, τις επιλογές τους, χωρίς ωστόσο ν' ανάγει τα πάντα σ' αυτή. Το τελευταίο πρέπει να το τονίσουμε, γιατί είναι εκείνο που διαφοροποιεί το μυθιστόρημα από τη «λογοτεχνία διαμαρτυρίας», με τον προγραμματικό χαρακτήρα της, και του χαρίζει την ικανότητα ν' αγγίζει βαθύτερα στρώματα ανθρωπιάς μέσα μας.

Η ιστορία, πολύ απλή, σχεδόν υποτυπώδης ως πλοκή, διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου στις συνοικίες του Ρουφ και του Βοτανικού, με τις μισοερειπωμένες βιοτεχνίες, τα μικρομάγαζα, τα συνεργεία, τις λαϊκές πολυκατοικίες με τους ντόπιους ή μετανάστες ενοίκους τους από τη μια, από την άλλη τα θορυβώδη ξενυχτάδικα και τα επιτηδευμένα εστιατόρια για Αθηναίους που κυνηγούν με μανία τη γαστρονομική μόδα. Ενα τοπίο άναρχο, άμορφο, ασφυκτικό, που η κρίση κάνει την εικόνα του κάθε μέρα και πιο θλιβερή, που όμως η Ελλη, με τα μάτια της οποίας το βλέπουμε, δεν το απεχθάνεται, δεν το ελεεινολογεί, ούτε βέβαια το εξωραΐζει, αλλά δείχνει να έχει έναν συμπαθητικό δεσμό με τις ταπεινότερες όψεις του.
Γυναίκα με ανεξάρτητο πνεύμα και φαινομενικά αυτάρκης, η Ελλη αισθάνεται ωστόσο, χωρίς να το ομολογεί, ολοένα πιο ανασφαλής, ανήμπορη κι έρημη σ' έναν κόσμο που βυθίζεται στην αβεβαιότητα της οικονομικής κρίσης, με τους μισθούς (και τον δικό της) να κατρακυλάνε, την ανεργία να φουντώνει, την αυθαιρεσία και την ανομία να οργιάζουν ανεμπόδιστες, τον από πριν υποβαθμισμένο δημόσιο χώρο να μαραζώνει κάθε μέρα περισσότερο, περιουσιακά στοιχεία με ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για τους κατόχους τους να ξεπουλιούνται για να καλυφθούν πιεστικές ανάγκες, όπως γίνεται με το σπίτι της γιαγιάς της Ελλης στη Βόρεια Ελλάδα, αγαπημένο καταφύγιο της ίδιας, που η απώλειά του σημαίνει γι' αυτήν αποκοπή από το πιο αληθινό κομμάτι του εαυτού της. Αυτή η γενική αίσθηση της μετέωρης και απροστάτευτης ύπαρξης δίνεται από τον συγγραφέα πολύ ωραία, με τρόπο που υπερβαίνει την επικαιρότητα.

Ετσι έχουν τα πράγματα, όταν εισβάλλει στη ζωή της Ελλης ο Αντώνης. Αμφίθυμη σε πρώτη φάση η μεσήλικη δασκάλα απέναντι στον ανορθόδοξο δεσμό που αρχίζει να υφαίνεται, από τη μια βλέποντάς τον ως απειλή, από την άλλη νιώθοντας ένα είδος μητρικής τρυφερότητας κι ευθύνης για τον περίπου ναυαγισμένο Αντώνη, δίνεται όλο και πιο αποφασιστικά σ' αυτή την περιπέτεια και γνωρίζει μέσα από αυτήν όχι μόνο την ερωτική πλήρωση αλλά, κυρίως, ένα άνοιγμά της στον κόσμο, μια έξαρση γενναιοδωρίας και φροντίδας, που γρήγορα επεκτείνεται στους αναγκεμένους ανθρώπους της γειτονιάς της και τελικά στην ίδια την οικογένεια του εραστή της: η Ελλη παραδίδει δωρεάν μαθήματα γαλλικών στη μικρή κόρη του, που οι γονείς της δεν μπορούν πια να στέλνουν σε φροντιστήριο, δένεται και μαζί της, κάνει δώρα στη γυναίκα του Αντώνη (η οποία μάλλον αντιλαμβάνεται το είδος της σχέσης της με τον άνδρα της και την αποδέχεται σιωπηλά), στο τέλος τού δίνει και το μερίδιό της από την πώληση του σπιτιού στη Βόρεια Ελλάδα, για ν' αποφυλακιστεί με εγγύηση ο κουνιάδος του, μπλεγμένος με ναρκωτικά, και να μπορέσει ο ίδιος ν' ακολουθήσει την οικογένειά του στην Αυστραλία.
Από την άποψη της γυναικείας ψυχολογίας, ίσως δεν είναι πολύ πειστική η τόσο άμεση και ομαλή επαφή της Ελλης με την οικογένεια του εραστή της, ούτε εξάλλου η στάση της Νατάσας, της γυναίκας του, απέναντί της. Αλλά η εσωτερική εξέλιξη της ηρωίδας στην πορεία του δεσμού της, διεργασία που οι διακυμάνσεις της περιγράφονται από τον συγγραφέα με πολλή λεπταισθησία, είναι ένα μάθημα ζωής, τόσο για την ίδια όσο και για τους αναγνώστες του μυθιστορήματος. Το «μυστικό της Ελλης» δεν είναι μόνον η παράνομη σχέση της, την οποία κρατάει επιμελώς κρυφή από τις φίλες της (για να μη την εκθέσει σε επιπόλαια «φιλεναδίστικα» σχόλια), αλλά και η προσωπική, πηγαία απάντησή της στην απελπισία, την περιχαράκωση, τον ψυχικό μαρασμό όπου οδηγούνται άλλοι από μια έκρυθμη κοινωνική κατάσταση: ένα ξεχείλισμα αγάπης και δοτικότητας, χωρίς προσμονή οποιουδήποτε είδους ανταλλαγμάτων.
Το μυθιστόρημα του Γρηγοριάδη μάς υποδεικνύει, από τον δικό του δρόμο, κάτι που επιμένουν προς το παρόν ν' αγνοούν, όπως φαίνεται, οι περισσότεροι συγγραφείς μας: ότι για να μπορέσει η λογοτεχνία να μιλήσει με ουσιαστικό τρόπο για την κρίση που ζούμε, πρέπει να την εμπνέει κάτι περισσότερο από την ίδια την κρίση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: