Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

ΝΊΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ Ταξίδι στην Αντιόχεια



ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ ΜΑΙΟΣ 2011

Βρέθηκα Μάιο στην νότιο Τουρκία για μια περιοδεία με λογοτεχνικές αναγνώσεις σε Τουρκικά πανεπιστήμια που οργάνωσε το Ινστιτούτο Γκαίτε με αφορμή έναν τόμο που κυκλοφόρησε με τίτλο «Η τόλμη της μνήμης».

Η Αντιόχεια βρίσκεται σε μια καταπράσινη κοιλάδα που την ποτίζει ο Ορόντης ποταμός με δυο ψηλά βουνά να την περικλείουν. Παπαρούνες ψηλές και κατακόκκινες. Απίστευτα εύφορο μέρος. Μπαίνοντας στην πόλη το συνηθισμένο αραβικό χάος. Ωραίες πέτρινες προσόψεις στα σπίτια. Το ξενοδοχείο ένα παλιό εργοστάσιο σαπουνιού. Κατασκευάζουν σαπούνι από δάφνη. Τα ψηφιδωτά στο μουσείο υπέροχα, ο βίος, η τρυφή, η αμεριμνησία, η σωτηρία, προσωποποιήσεις των αφηρημένων αυτών εννοιών.
Πήγαμε στο πανεπιστήμιο για την εκδήλωση. Είπα ότι χαίρομαι που θα ξανακουστούν Ελληνικά στην πόλη αυτή που για οκτώ αιώνες ήταν η τρίτη μεγαλύτερη πόλη του τότε γνωστού κόσμου. Διάβασα ένα κείμενο που μιλούσε για την εισβολή, και την αίσθηση της Λευκωσίας σήμερα. Ο Πρύτανης δίνοντας μου μια ανθοδέσμη στο τέλος μου είπε «δεν πρέπει να σας ενοχλεί η σημαία στον Πενταδάκτυλο», αναφερόμενος στο κείμενο που διάβασα. Του απάντησα ότι βεβαίως με ενοχλεί. Και μου έδωσε νευριασμένος ένα δώρο λέγοντας μου «κι αυτός είναι ο Μουσταφά Κεμάλ που το πανεπιστήμιο μας έχει το όνομα του».

Πήγαμε μετά στη Δάφνη, ένα προάστιο της Αντιόχειας να δω το μέρος που πήγε να θυσιάσει στους αρχαίους θεούς ο Ιουλιανός. Είχε έρθει στην Αντιόχεια το 361 ασκητικά ντυμένος αξύριστος, ειδωλολάτρης σε μια πόλη της χλιδής, των αρωμάτων, των γιορτών μια πόλη όμως Χριστιανική. Η απόλυτη αντιστροφή των πραγμάτων. Πήγε περπατητός, την ημέρα της γιορτής του Απόλλωνα στη Δάφνη περιμένοντας να δει πλήθη και θυσίες στους Ολύμπιους Θεούς. Βρήκε μόνο έναν ιερέα με μια χήνα. Ο αρχαίος κόσμος είχε τελειώσει όπως του είπε και ο χρησμός των Δελφών «απέσβετο λάλον ύδωρ». Αιωνόβια δέντρα και καταρράκτες, όχι ένας ή δύο από παντού ανάβλυζε νερό με ορμή. Εστιατόρια πάνω στα δέντρα, με τα πόδια των καρέκλων και τραπεζιών στο νερό για να δροσίζονται οι εκδρομείς. Πάπιες, ψάρια, τεράστια πλατάνια, μουριές, ένας παράδεισος. Αγόρασα ένα καλαθάκι με μαύρα μούρα.
Στην Κωνσταντινούπολη όλοι μου είχαν πεί «Η Αντιόχεια και η Γκαζιαντέπ έχουν το καλύτερο φαγητό της Τουρκίας». Δεν το πολυπίστεψα. Το βράδυ περπατήσαμε στα πεζοδρόμια που ήταν γεμάτα τρύπες και φτάσαμε στο εστιατόριο Syevka στην kurtulus caddesi, τον κύριο δρόμο της Αντιόχειας. Ένα παλιό σπίτι που κτίστηκε το 1944 πλάι στην Εβραική συναγωγή. Με άφησαν κατάπληκτη οι γεύσεις. Δεν έχω ξαναφάει μελιτζάνα που να μην έχει ίχνος λάδι και να έχει μια αφάνταστα γλυκιά γεύση, με μια γέμιση από ρύζι, σταφίδες και δεν ξέρω τι άλλο εκλεκτό. Ένα άλλο πιάτο ήταν σιτάρι ψημένο με κρέας, που λέγεται «κεσκέκ», τόσο φίνες οι γεύσεις αληθινά καλλιτέχνες της κουζίνας. Φαίνεται πως ο συνδυασμός της συριακής με την τουρκική κουζίνα δίνουν ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Το εστιατόριο στον δεύτερο όροφο με έναν πιανίστα που έπαιζε στο πιάνο ένα παλιό τραγούδι του Φράνκ Σινάτρα. Αίσθηση του 60.

Το πρωί αγοράζω από τον φούρνο υπέροχο κουλούρι για το ταξίδι από την Αντιόχεια στην Γκαζιαντέπ, την Αντιόχεια του Ταύρου, κατά μήκος του Ορόντη ποταμού, χωράφια σπαρμένα ή κατακόκκινα από τις παπαρούνες, η κοιλάδα να πλαισιώνεται από τα βουνά, είχα μέσα στο αυτοκίνητο καθώς ταξιδεύαμε την περίεργη αίσθηση του ανθρώπου που ξαπλωμένος σ αυτό το εύφορο χώμα πλαισιωμένος από τα βουνά θα εύρισκε το φυσικό του χώρο.
Καταλάβαινα γιατί οι ρωμαικές λεγεώνες, οι ιππείς, οι Σελευκίδες έφταναν στην εύφορη αυτή κοιλάδα. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί σήμερα η περιοχή αυτή είναι φτωχή και οι έποικοι που έρχονται στη Βόρεια Κύπρο είναι συχνά από την περιοχή αυτή.

Η Γκαζιαντέπ, η πόλη του μπακλαβά, είναι μια ζωντανή πόλη γεμάτη μαγαζιά με ένα ανατολίτικο παζάρι με μάστορες να φτιάχνουν από χάλκινα μέχρι παπούτσια.
Η εκδήλωση ήταν ήρεμη αυτή τη φορά χωρίς προβλήματα. Η υπεύθυνη του τμήματος ξένων γλωσσών μια συμπαθέστατη κοπέλα, φρόντισε να μας ανοίξουν το μουσείο των ψηφιδωτών που θα εγκαινιαζόταν σε λίγες μέρες.
Απίστευτο φαγητό ξανά το βράδυ στο εστιατόριο του Ιμάμ Cagdas κεφτεδάκια στη σχάρα ψημένα με μέσπιλα και άλλα με τρούφες, που λέγονται «κεμέ». Το εστιατόριο στη μέση του παζαριού με κόσμο να μπαινοβγαίνει, να αγοράζει ατέλειωτους μπακλαβάδες.
Το πρωί πάμε στο καινούργιο μουσείο με τα μωσαικά από το Ζεύγμα που δεν έχει ακόμη ανοίξει για το κοινό. Την Σελεύκεια επί του Ευφράτη, μια από τις μεγάλες πόλεις της Κομμαγηνής, έκτισε στη δεξιά μεριά του ποταμού ο Αντίοχος Νικάτορ το 300 μ.Χ. Αργότερα ονομάστηκε Ζεύγμα, δηλαδή πέρασμα, γέφυρα. Όταν το 2000 το φράγμα Birecik στον Ευφράτη άρχισε να γεμίζει με νερό τα μωσαικά μεταφέρθηκαν από εκεί. Κτίστηκε ένα τεράστιο μουσείο στη Γκαζιαντέπ για να τα στεγάσει όπου προσπάθησαν να δώσουν και μια αίσθηση του χώρου των ψηφιδωτών. Μια προβολή πάνω στο έδαφος δείχνει ένα ψηφιδωτό και από πάνω μια δεύτερη προβολή χρυσόψαρα ή φύλλα να μετακινούνται πάνω στο νερό που κάλυψε τα ψηφιδωτά για να γίνει το φράγμα. Παντού Ελληνικές επιγραφές που τις διαβάζω στις έκπληκτες συνταξιδιώτισσες μου που για πρώτη φορά μέσα από μένα είναι σε θέση να «αναγνώσουν» τα ψηφιδωτά. «Αρετή», «Σοφία», «Μεγαλοψυχία» όλοι οι ήρωες της μυθολογίας, οι εποχές, οι ποταμοί, οι «ψυχές» που έχουν φτερά πεταλούδας με μάτια ανθρώπινα ή με σχέδια από φτερά παγωνιού. Ένα πλοίο με ψυχές, μια ψυχή που κλέβει τα σύνεργα του έρωτα.

Η τρίωρη διαδρομή από τη Γκαζιαντέπ μέχρι τη Μερσίνα δεν είναι βιομηχανική όπως νόμιζα, συνεχίζει η εύφορη κοιλάδα γεμάτη φυτείες, και πορτοκαλιές, ενώ περνούμε τα Άδανα. Ένας αρνητικός συνειρμός μια και έχω συνδιάσει, όπως και κάθε Κύπριος τη λέξη «Αδανα» με τους αιχμαλώτους και αγνοούμενους της εισβολής.

Παλιά κάστρα, αρχαίοι οικισμοί στη διαδρομή. Θα πρέπει να τα δω κάποια άλλη φορά. Δυστυχώς οι άνθρωποι δεν φαίνονται να σέβονται την ομορφιά της φύσης γύρω τους. Οι πόλεις είναι γεμάτες από φρικτές πολυκατοικίες, στη Μερσίνα χιλιόμετρα κατά μήκος της παραλίας ένα τείχος από πολυκατοικίες. Βέβαια όλος αυτός ο κόσμος βλέπει θάλασσα κάθε πρωί. Είναι το μόνο πράγμα που ζηλεύω.
Το πανεπιστήμιο ωραία κτισμένο, στο αμφιθέατρο μπαίνοντας μια τεράστια τουρκική σημαία και ένα πορτραίτο του Ατατούρκ. Ο πρύτανης συμπαθητικός. Είπε πως έψαξε το όνομα μου στο Google και μίλησε γι’ αυτά που βρήκε. Μου υποσχέθηκε αργότερα στο γραφείο του φτιάχνοντας καφέ ότι όταν ξαναπάω θα μου δείξει τους αρχαιολογικούς χώρους γύρω από την πόλη.
Η περιοδεία τέλειωνε στη Μερσίνα, και είχα αεροπορικό εισιτήριο για να γυρίσω μέσω Αθηνών. Σκέφτηκα όμως αφού ήμουν κοντά στην ακτή να δοκιμάσω το καράβι που κάνει καθημερινά τη γραμμή Τασουτσού-Κερύνεια. Οι δυο Τουρκάλες συνοδοί μου προσπάθησαν να με αποθαρρύνουν, «θα ταλαιπωρηθείς», μου είπαν.

Το λιμάνι, δίπλα από την αρχαία Σελεύκεια, ήταν γεμάτο από στρατιώτες, νεαρά παιδιά που πήγαιναν για να κάνουν τη θητεία τους. Κάπνιζαν, άλλοι νευρικά με μια ανησυχία στο μάτι, ίσως να ήταν και παιδιά από το εσωτερικό που δεν είχαν ξαναδεί θάλασσα. Η θάλασσα ήταν λάδι, «ωραία σκέφτηκα, θα κάνω σκίτσα, θα διαβάσω, δυο ώρες διαδρομή θα περάσει».
Μόλις όμως το καράβι που ήταν μικρό ξανοίχτηκε στο πέλαγος άρχισε να κουνιέται σαν καρυδότσουφλο, έτσι που σε κάθε σκαμπανέβασμα ακουγόταν ένας ήχος, όπως όταν το αεροπλάνο βρίσκει μεγάλο κενό.
Κάθισα δίπλα στις μοναδικές γυναίκες μια ηλικιωμένη Τουρκάλα που κρατούσε ένα μπουκάλι με κολώνια λεμονιού και κάθε τόσο έβρεχε ένα χαρτομάντηλο και μου το έδινε για να αναπνέω. Ο καμαρότος μοίραζε πλαστικές σακούλες για τον εμετό και κοίταζα απελπισμένη πότε θα φανούν τα βουνά της Κερύνειας.
Δεν πρόκειται να ξανακάνω τη διαδρομή αλλά είμαι ευχαριστημένη που κατάλαβα δύο πράγματα, πόσο κοντά είναι η Κύπρος στην Τουρκία, και πως ταξίδευαν οι αρχαίοι.



(το κείμενο αυτό μαζί με αρκετές φωτογραφίες μου το έστειλε η αδικοχαμένη συγγραφέας στις 21/5/13)









Δεν υπάρχουν σχόλια: