Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Μια ιστορία από τους "Χάρτες"


            ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΑ

               Πολιορκημένοι



Πηγαινοερχόταν στην αυλή, που μύριζε φρεσκοβαμμένο ασβέστη. Πολλά νεύρα είχε τελευταία. Να τον κουβαλήσει η μάννα του στο χωριό για τα κληρονομικά….
Τριάντα χρονών  παλικάρι, και τόσα νεύρα...Με συντροφιά τη μάνα του και με αποστολή να "καταλάβουν" το σπίτι του παππού. Πέντε αδέλφια ήταν. Τέσσερα αγόρια κι εκείνη. Αυτοί άρπαξαν τα χωράφια, τα πούλησαν και πήραν τα μάτια τους για τις Καβάλες και τις Θεσσαλονίκες.
Εκείνο το απόγευμα άκουσε για τους Αλβανούς από τον  ξάδελφό του. Με τον Χρίστο τα πήγαινε καλά. ΄Αλλωστε αυτός δεν είχε καμιά βλέψη στο ερείπιο του παππού του.
"Πενήντα Αλβανούς έχω, ξάδελφε"
Ο Τέλης ταράχτηκε. "Και πού είναι;"
"Στα χωράφια μέσα. Δεν τους βλέπει κανείς.  ΄Εχω αρκετά προβλήματα με την αστυνομία. Τους κυνηγάει, αλλά εκείνοι κρύβονται καλά».
"Και πώς τρώνε, πώς κοιμούνται;" ρώτησε ο Τέλης και ένα ρίγος διαπέρασε το σώμα του, σώμα Έλληνα λογιστή
Ο Χρίστος τους τάιζε. Είχε κανονίσει με ένα μπακάλη και κάθε μέρα τους ετοίμαζε φαγώσιμα. Καμιά τριακοσαριά τούς υπολόγιζε κάθε καλοκαίρι σ' όλο το χωριό ο Χρίστος.
Του σηκώθηκε το λιγοστό μαλλί. Τριακόσιοι Αλβανοί, ένα χιλιόμετρο από το σπίτι; Σκιές, αόρατοι.... Στο σπίτι της Ντίνας, στου Χαριλάου, μπήκανε και το σήκωσαν ολόκληρο. Μιαν άλλη γνωστή του, στην Σταυρούπολη, τη βίασαν μέσα στο ασανσέρ.
"Κακώς τους έχεις στη δουλειά σου" τον μάλωσε ο Τέλης.
"Ποιος θα μου μαζέψει τα ντοματάκια; Τόνοι! Έχω κλείσει συμφωνίες εκατομμυρίων. Βρες μου κανέναν απ’ εδώ. Μόλις  τελειώσουν το λύκειο τρέχουν στις πόλεις»
Ο Τέλης έβηξε. Ας τον Χρίστο να λέει. ΄Ομως εκείνοι, οι τριακόσιοι κρυμμένοι, αν είναι αληθινοί… Πώς λούζονται, πώς πλένονται; Η Ντίνα του είχε πει ότι βρωμούσαν, και το χειρότερο: δεν φορούσαν εσώρουχο!
Ο Χρίστος όμως του εξηγούσε ότι οι Αλβανοί πλένονταν στο κανάλι.
Το βράδυ  ο Τέλης δεν κοιμήθηκε εύκολα. Έφταιξε και λίγο η καφεΐνη που τον άφησε άγρυπνο. Ο γείτονας ισχυρίστηκε ότι δύο Αλβανοί ανέβαιναν τα βράδια και παρακολουθούσαν κορίτσια
«Παλιά τα καλοκαίρια ήταν πιο δροσερά»  είπε ο γείτονας. «Υποφέρονταν.  Κοιμόμασταν στα μπαλκόνια τότε. Τώρα είμαστε πολιορκημένοι».
Την άλλη μέρα ο Τέλης κατευθυνόταν σε ένα μπαράκι στις παραλίες.   Του ήρθε κατούρημα και τόλμησε να κατεβεί καθ’ οδόν.
       Ξαφνικά πρόβαλε μια φιγούρα, αδύνατη σαν οπτασία.
       «Τέλει… για ντουλειά;»
       Οι καλαμποκιές κουνήθηκαν. Πλησίασαν κι άλλοι -εξαθλιωμένοι και αυτοί.
       «Τέλει ντουλειά;».
  «Εγώ δεν έχω χωράφια» είπε τρέμοντας. «Θα σας πάρει άλλος».
Του γύρισαν την πλάτη και κοίταζαν  μήπως περάσει κανένα αγροτικό.
* * *
Τρεις μέρες αργότερα μια χωρισμένη, που την πέρναγε το μισό αντρικό χωριό, άρχισε να ουρλιάζει. Έτρεξαν όλοι. Φώναζε ότι την βίασαν πέντε άντρες. Βρομούσαν. Οι φωνές της δεν έπεισαν κανέναν. Είχε πει «Ήταν δυνατά παλικαριά όμως», κι αυτό την πρόδωσε.
       Στο μεταξύ οι αθέατοι πολιορκητές δεν ξεμύτιζαν. Το χωριό ανάστατο απ’ άκρη σ’ άκρη. Μέχρι και η μάνα του άρχισε ν' ανησυχεί. Ο Τέλης κοίταζε από το παράθυρο τον κάμπο. Ηρεμία και σκοτεινιά πλάκωνε την πεδιάδα.  Σκούρο υγρό τοπίο. Κι εκείνοι σαν φαντάσματα!
       Το επόμενο πρωινό πήγε στο μπακάλικο. Ο Φίλιππας  ετοίμαζε  το μενού: Κονσέρβα φασόλια,  ένα ζαμπονάκι φτηνό και ένα καρβέλι ψωμί.
"Αυτό πάει πολύ" σκέφτηκε.
Μπήκε στο αυτοκίνητό και ξεκίνησε για τη θάλασσα, είκοσι χιλιόμετρα μακριά. Τι να κάνουν τώρα οι Αλβανοί; Ο ήλιος ζεμάταγε.
Στα μισά της διαδρομής σταμάτησε στο αστυνομικό τμήμα της Ελευθερούπολης. Κατήγγειλε όσα ήξερε και δεν ήξερε. ΄Υστερα πήγε για μπάνιο στην Ηρακλίτσα, ήπιε έναν φραπέ, τεντώθηκαν κι άλλο τα νεύρα του και τηλεφώνησε στην Φωτούλα.
«Επιστρέφω» της είπε.
Εκείνη κάτι γκρίνιαξε.
Την ίδια στιγμή το τζιπάκι της αστυνομίας χοροπηδούσε στους  χωματόδρομους του κάμπου. Ο Τέλης αναχωρούσε για την Θεσσαλονίκη. ΄Ηταν σούρουπο. Ξαφνικά τους είδε: ΄Ετρεχαν μισόγυμνοι και αναμαλλιασμένοι, ανάμεσα στις ψηλές καλαμποκιές, έτρεχαν να σωθούν.΄Ενας πετάχτηκε στον δημόσιο δρόμο. Θα'ταν, δε θα'ταν δεκαεπτά χρονών. Φορούσε παντελόνι, χωρίς σώβρακο. Σήκωσε τα χέρια στον Τέλη να σταματήσει.
Η καρδιά του Τέλη χτύπησε δυνατότερα
* * *
“Καμιά σαρανταριά ήτανε. Τους έπιασε η αστυνομία”  είπε η μάννα του  στο τηλέφωνο δυο ώρες αργότερα. "Ο Χρίστος βρίζει και καταριέται ποιος τους κάρφωσε. Α... ένα αλβανάκι, όπως έτρεχε στο δρόμο, το πάτησε μια βουλγάρικη νταλίκα... Λιώμα το καημένο, το λυπηθήκανε στο χωριό..."
      Έπιασε  ξαφνική μπόρα. Μούσκεψε και η Θεσσαλονίκη. Αγνάντευε από το παράθυρο τη μαυρίλα και τις αστραπές.  Ύστερα κουκουλώθηκε κάτω από το σεντόνι ακούγοντας τη βροχή να πέφτει άρρυθμα στον ακάλυπτο.


Θεόδωρος Γρηγοριάδης, "ΧΑΡΤΕΣ, 70 ιστορίες", ΧΑΡΤΗΣ ΤΡΙΤΟΣ, Ξενιτιές κι ερημιές
ΠΑΤΑΚΗΣ, 2007


Δεν υπάρχουν σχόλια: