Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Μαρία Κυρτζάκη, 1948-1916)


Η Μαρία Κυρτζάκη που γεννήθηκε στην Καβάλα το 1948 ήταν ποιήτρια, επιμελήτρια εκδόσεων, αλλά και εξαίρετη παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών. Σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Θεσσαλονίκης (1966-1971) και το 1973 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Για λίγο εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση και με τη μεταπολίτευση εντάχθηκε στο τμήμα ραδιοφωνικών παραγωγών της ΕΡΑ. Κεντρικό θέμα των παραγωγών της ήταν η χρήση και η λειτουργία της γλώσσας στον ποιητικό και στον δραματουργικό λόγο, θέματα που επίσης δίδαξε στη Σχολή Θεάτρου "Εμπρός" και ήταν άλλωστε απολύτως σχετικά με την ίδια την ποίησή της. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε πρωϊμα, το 1996, με τα ποιήματά της Σιωπηλές κραυγές. Ακολούθησαν τα βιβλία της ποιητικού μόχθου, λόγω της επίμονης και επίπονης διαδικασίας της προετοιμασίας τους, Οι λέξεις (1973), Ο κύκλος (1976), Η γυναίκα με το κοπάδι (1982), Περίληψη για τη νύχτα (1986), Ημέρια νύχτα (1989), Σχιστή οδός (1992), Μαύρη θάλασσα (2000), Λιγοστό και να χάνεται (2002), Στη μέση της ασφάλτου (2005) όπου συγκέντρωσε την ποιητική της διαδρομή από το 1973 ως το 2002. Το μονολογικό της κείμενο Τυφώ παραστάθηκε το 1996 από το Απλό Θέατρο. 
Η ώριμη περίοδος της ποίησής της ουσιαστικά αρχίζει στα μέσα της δεκαετίας του ΄70, όταν αρχίζει και χρησιμοποιεί σε ευρεία κλίμακα θέματα των της κλασικής τραγωδίας και των επικών μύθων, όπως λ.χ. της ομηρικής Οδύσσειας. Αλλά η σύγχρονη προϊστορία της, η παράδοση από την οποία πήρε και μετάπλασε τον ιεροφαντικό, πυκνό και ενίοτε σιβυλλικό λυρικό της λόγο ήταν ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο απροσδόκητος συνεχιστής τους, ο Γιώργος Χειμωνάς. Ο κόσμος της ποίησής της είναι κόσμος αρχετυπικός, ως προς τη γλώσσα, το φύλο και την υποκειμενική αίσθηση του χρόνου. Κόσμος πέραν της ιστορίας αλλά που διαπλέει την ιστορία, καθώς το σύμπαν που πρόβαλλε στην καμπή της ενορατικής ποιητικής της, από τη Γυναίκα με το κοπάδι και έπειτα, είναι ένα όραμα που δεν έχει πάψει να θυσιάζει τις εξατομικεύσεις του, τα αναγνωρίσιμα προσωπικά του, στην πληθυντική του διάσταση. 




Μ Α Ρ Ι Α   Κ Υ Ρ Τ Ζ Α Κ Η

ΚΑΡΕΝΙΝΑ

Χωρίς ζωή ο άνθρωπος — είναι όλα και πάντα.
Ζώντας ζωή — είναι κάτι και τώρα (είναι, έχει
—καμία διαφορά).
Μαρίνα Τσβετάγιεβα

Θα συνεχίσω το ταξίδι μου; ρωτούσε
τον αγνόησα.
                             Συνέχισα ώς την άκρη
της πλατφόρμας
                             Ήξερα

                Θα τα κατέβω τα σκαλοπάτια εκείνα
                ώς τις ράγες / θα σκύψω από κάτω θα
                κοιτάξω / στο μαύρο τρένο που περνάει
                τώρα / που αργά κυλάει τα βαγόνια του /
                που ερωτικά σχεδόν μ’ αγγίζει

                                Σκύβω
από κάτω και κοιτάζω /
τις μαντεμένιες του
μεγάλες
ρόδες
αποστάσεις
που μετρώ
κι αναμετριέμαι
                                           από την πρώτη μέρα
σ’ έναν παρόμοιο σταθμό /
                                                —γονυπετής εσφάδαζε η ψυχή μου
τον άκουγα τον ψίθυρο σαν κεραυνός
εγώ, εγώ θα τέλειωνα
τα τελειωμένα όλα
                                από την πρώτη μέρα
Τρύπιες σκέψεις
                                      Τρύπια λόγια
                                                                        Κουρασμένος καιρός

Όρμησα
κάτω απ’ το βαγόνι
με το κεφάλι χωμένο στους ώμους
κι απλώνοντας τα χέρια μπροστά
σταθμός να γίνω στύλος παραστάτης
του έρωτά μου ζυγαριά
και της ζωής μου στάθμη
                                                                Έπεσα
Βορά
στις ράγες κάποιου τρένου
με θέλησε ο Τολστόι
                φωλιά των αγριμιών
                                                                   Πού είμαι. Τί κάνω. Γιατί
Στα γόνατα
                                στα γόνατα/γονατιστός ο έρωτάς μου
                                να σηκωθώ/να τιναχτώ δεν προλαβαίνω
                                γονατιστός δεν προλαβαίνω ανελέητος
                                μ’ αρπάζει δεν προλαβαίνω από την πλάτη
                                και με σέρνει δεν προλαβαίνω βουλιάζει
                                το κεφάλι μου δεν προλαβαίνω σβήνει/έσβησε
                                                                                                το κερί.


ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ
Η κόκκινη τσάντα της Άννας βρέθηκε ώρες μετά στις άκρες απ’ τις ράγες του τρένου, λερωμένη γεμάτη σκισίματα, αλλά ανέγγιχτη. Σαν αλυσίδα περασμένη στο χέρι της η τσάντα αυτή κράτησε προς στιγμήν την Άννα αιχμάλωτη της ζωής. «Ήθελε να πέσει κάτω από τη μέση του πρώτου βαγονιού», μας παραδίδει ο Τολστόι στην μετάφραση του Αλεξάνδρου, «μα ο κόκκινος σάκος που άρχισε να βγάζει το χερούλι του απ’ το χέρι της την καθυστέρησε και ήταν πια αργά: η μέση πέρασε».
Το στιγμιαίο αυτό εμπόδιο άφησε την Άννα ανεπηρέαστη.
Αντιθέτως,
όταν την ημέρα που συναντήθηκαν για πρώτη φορά με τον Βρόνσκι στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μόσχας —και μετά τις πρώτες συστάσεις— ένας άντρας συνθλίφτηκε από το τρένο, η Άννα θεώρησε αυτόν τον θάνατο κακό οιωνό, πεποίθηση που την ακολούθησε ώς το τέλος.
Εξάλλου,
όπως πρόσφατα είπε σε συνέντευξή του στον Γιάννη Ζουμπουλάκη ο ηθοποιός Βίγκο Μόρτενσεν περιγράφοντας σκηνή του από την ταινία Μακριά από τους ανθρώπους:
Η αλήθεια είναι ότι όλα μπορούν ν’ αρχίσουν/—
και μόνο από μια απλή χειραψία.


[Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα «Σταθμοί»
του περιοδικού Δέκατα, τχ. 43 (φθινόπωρο 2015), σ. 34-36.





Δεν υπάρχουν σχόλια: