Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Γιατί γράφω; Μια προσωπική κατάθεση


[Θεόδωρος Γρηγοριάδης :
Τι Σκέφτομαι Όταν Με Ρωτάνε Αν Γράφω Ή Γιατί Γράφω Ακόμη]


 7 September, 2014 by BIBLIOTHEQUE









Πολλές φορές με ρωτάνε: «γράφεις τίποτε;», «γράφεις κάτι;». Έτσι στη μέση του δρόμου, κι ενώ από τη μια μου αρέσει που κάποιος δεν ρωτάει κάτι άσχετο, οχυρώνομαι και θέλω να αμυνθώ: δεν γράφω κάτι ή τίποτε αυτό το διάστημα γιατί γράφω συνεχώς, γιατί δεν γράφω καθόλου ή γιατί γράφω πολλά μαζί. Έτσι ήταν, έτσι ξεκίνησαν. Δεν μπορώ να το εξηγήσω πώς γράφω ούτε με νοιάζει πότε, τι, αν είναι καλό. Είναι γιατί δεν μπορώ να μη γράφω, αυτό είναι σαν νεύρωση, σαν συνήθεια αλλά συνυπάρχει μαζί μου από τότε που έμαθα γραφή και ανάγνωση. Είμαι διαποτισμένος από «αυτό».

Δεν καυχιέμαι ότι γεννήθηκα συγγραφέας, γιατί «συγγραφέας» είναι μια ιδιότητα ή ένα προσωπείο που αποκτάται μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες και πολλές φορές δεν αφορά ούτε τη λογοτεχνία ούτε την τέχνη ούτε κάποια εσωτερική αναγκαιότητα.

Όμως γεννήθηκα με την ανάγκη αυτή, που είναι κληρονομική, είναι παθολογικό, δεν ξέρω πόσοι ακόμη το έχουν ούτε πιστεύω ότι είναι η ιδανικότερη θεώρηση της ζωής. Απλώς γεννιέσαι έτσι. Πιάνεις χαρτί και μολύβι από παιδί και μαγεύεσαι και δεν θες να το αφήσεις, διαβάζεις και γοητεύεσαι, φαντάζεσαι και ονειρεύεσαι, θέλεις να γίνεις ένας χάρτινος ήρωας αλλά θες και να γίνεις εκείνος που τους έπλασε. Ύστερα, πολύ καιρό μετά, μαθαίνεις ότι υπάρχει η λέξη λογοτεχνία που αντιπροσωπεύει ένα μέρος από τα διαβάσματά σου (γιατί υπάρχει και ένα μεγάλο μέρος που δεν διάβαζες για το καλό της τέχνης και των άλλων αλλά για να έχεις ένα δικό σου μυστικό, μια απόλαυση, μια εκσπερμάτιση). Η λογοτεχνία, ενίοτε, συμβαδίζει με το συγγραφιλίκι, όμως κι εκείνο έρχεται αργότερα και αν υπάρξουν οι συγκυρίες.

Στο μεταξύ εσύ [εγώ] ξεκινάς ένα κρυφό ημερολόγιο στα δεκατρία που το συνεχίζεις για άλλα σαράντα χρόνια, διαβάζεις οτιδήποτε σου πέφτει στο χέρι (πλην των βαρετών βιβλίων του κατηχητικού του χωριού σου), στα δεκαπέντε γράφεις μια ιστορία που άκουσες να έχει συμβεί στο χωριό (ένα φονικό): άρα σου αρέσει η αφήγηση και όχι η καλλιλογία. Ωστόσο υπογραμμίζεις τις όμορφες λέξεις και σκηνές στα βιβλία που σου χαρίζουν για πρώτη φορά και πιστεύεις ότι αυτές είναι ανώτερες από εκείνες που εσύ χρησιμοποιείς για να γράφεις κρυφά στο ημερολόγιο, στα λευκώματα, στα ψεύτικα γράμματα που απευθύνεις στον εαυτό σου δημιουργώντας φανταστικούς pen-friends.

Έχεις την ατυχία να τελειώσεις το εξατάξιο στο γυμνάσιο επί χούντας. Δεν γνωρίζεις τι σημαίνει αυτό το καθεστώς. Σου έχουν περιορίσει δεκάδες ελευθερίες και λογοκρίνεσαι από παντού, ωστόσο δεν αντιδράς γιατί πιστεύεις ότι αυτό είναι σύστημα. Τα ομορφότερα είναι τα απαγορευμένα που μοιράζεσαι μαζί με ένα φίλο, λίγο μεγαλύτερό σου: το γαλλικό ερωτικό τραγούδι «Je t’aime, mois non plus», την ταινία «Woodstock» που βλέπεις κρυφά στη μεγαλύτερη πόλη έχοντας πάει εκεί με λεωφορείο από το χωριό, τον «Πειρασμό» του Καζαντζάκη μαζί με μια λίστα εξωσχολικών μυθιστορημάτων που τα ρουφάς κρυμμένος σε ένα δωματιάκι. Όλα είναι παράνομα, το καλό διάβασμα αλλά και το προσωπικό γράψιμο. Στο γυμνάσιο αναγκάζεσαι να γράφεις στην καθαρεύουσα ενώ αναπνέεις στο δικό σου χαρτί τα λόγια που μιλάνε οι άλλοι γύρω σου. Πώς τη λένε αυτή τη γλώσσα; Ντόπια, προσφυγική, τουρκόσπορη, χωριάτικη; Αυτήν ξέρεις. Όλα τα άλλα είναι φτιαχτά.



Μεγαλώνεις με δανεισμένα βιβλία, με παράνομο υλικό και κρυφά σου κείμενα. Ενώ καταρρέει η χούντα, στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης φανερώνονται νέες δυνάμεις, άλλες ταινίες, παραστάσεις, έντυπα και περιοδικά• μαθαίνεις να ονοματίζεις τους συγγραφείς και να ρωτάς για τις ζωές τους. Τίποτε δεν σε προορίζει ωστόσο για συγγραφέα. Διαβάζεις τα πρώτα σου ποιήματα σε υποφωτισμένα με κεριά διαμερίσματα, επί της Εγνατίας, που τα δένεις σε μικρά φυλλάδια (όχι, δεν το ήξερες ότι ένας Άλλος πριν από σένα το έκανε αυτό). Ντρέπεσαι στις πρώτες δημόσιες αναγνώσεις αλλά είναι η στήριξη, το κουράγιο των φίλων που σε σπρώχνουν να ενδίδεις στην αποκάλυψη των γραπτών.

Τελειώνεις το πανεπιστήμιο και ντύνεσαι ναύτης του πολεμικού ναυτικού. Κλεισμένος στο γραφείο, όπου δακτυλογραφείς αδιάφορα έγγραφα, αρχίζεις και γοητεύεσαι από τα δακτυλογραφημένα κείμενα. Σου δίνουν την αίσθηση του τυπωμένου βιβλίου. Θέλεις να γράψεις μια μυθοπλαστική ιστορία που να διαβάζεται, έτσι καθαρά.

Το ξερίζωμα από το χωριό και τον παιδικό σου παράδεισο, ταξίδια και νέοι άνθρωποι, επιθυμίες και ηδονές αρχίζουν να γεμίζουν τα τομίδια του ημερολογίου αλλά και άλλα, ανεξάρτητα κείμενα, όπου πια επενδύεις σε αφηγήσεις κοντά σ’ εσένα και πέρα από εσένα. Αυτά είναι τα μικρά τετράδια σχεδιασμάτων, ένα ακόμη κρυμμένο παιχνίδι ανάμεσα σ’ εσένα και εκείνον, τον άλλον σου εαυτό. Πιάνεις εκείνον τον εαυτό να σκέφτεται συνεχώς για τις ιστορίες, να νοιάζεται για το πώς θα τις πει. Όμως δεν υπάρχει χώρος ― το εκδοτικό τοπίο είναι ακόμη μακρινό, πιο πέρα από τις θάλασσες.

Διορίζεσαι καθηγητής στα σύνορα, μόνος. Με βιβλία, σημειώσεις, τετράδια• αποκτάς μια Olivetti όπου αντιγράφεις μικρές ιστορίες που τώρα τις στέλνεις σ’ επαρχιακά περιοδικά και μερικά του κέντρου. Μια ελάχιστη δημοσίευση σε χαροποιεί. Μοιράζεσαι ιδιωτικά κομμάτια γραφής αλλά όχι φυσικά του ημερολογίου. Εκείνο απλώνεται, σε αρκετούς τόμους, χρονολογημένους ―αγνοείς όμως ότι εκεί μέσα κάθε μέρα πειραματίζεσαι με κάθε είδους γραπτό λόγο― με τον υπαινιγμό, την απόκρυψη, την αυθόρμητη εξομολόγηση. Τα ημερολόγια είναι άσκηση μεγάλη γιατί ξέρεις ότι δεν προορίζονται να διαβαστούν. Σήμερα ομολογείς: μακάρι ακόμη να μπορούσα να γράψω μ’ εκείνη την ένταση και τον αυθορμητισμό των ημερολογίων των παλιών ημερών. Και κάποτε θα τα παρατήσεις γιατί αρχίζεις και γίνεσαι ένας εξωτερικός τους αναγνώστης. Αυτό θα συμβεί όταν εκδίδονται τα πρώτα σου βιβλία, η ματαιοδοξία του ανερχόμενου συγγραφέα ακυρώνει την αυθεντικότητα των εξομολογητικών γραπτών σου. Ποιος είσαι όταν γράφεις στο ημερολόγιο; Μήπως άρχισαν να συμπίπτουν οι δύο περσόνες, και ποια θα προτιμούσες; Μήπως γράφεις για να διαβαστείς;

Όμως ακόμη και μέχρι τα τριάντα πέντε σου δεν πιστεύεις ότι δικαιούσαι τον τίτλο του «συγγραφέα». Είσαι ένας δάσκαλος που διδάσκει αγγλικά, αυτή είναι η ζωή σου. Και μια μέρα αποφασίζεις να έρθεις στην Αθήνα. «Και τι σημαίνει συγγραφέας;» σε ρωτάει ο πατέρας σου. «Τουλάχιστον θα βγάζεις λεφτά;» Και πώς να του πεις, μήπως έβγαζα κάτι από τόσα χρόνια γραφής και ανάγνωσης; Δεν εξηγούνται αυτά. Έρχονται και πάνε μόνα τους. Όπως δεν ήταν γραφτό να γίνω ένας καλός αγρότης, έτσι πήγαινα με αργά ―αναπόφευκτα― βήματα προς την επικράτεια του γραφιά που εκδίδει δημοσίως και αμείβεται.


Και νά σε: βρίσκεις εκδότη στους δύσκολους καιρούς. Γοητεύεσαι από την πρώτη εκτυπωμένη ιστορία σου που τη βλέπεις σε μερικά βιβλιοπωλεία. Δεν σε ξέρει κανείς, ξαφνιάζεσαι με κάποιες πρώτες δημοσιευμένες παρουσιάσεις. Προχωράς στο επόμενο και στο μεθεπόμενο. Μαθαίνεις τι σημαίνει δεύτερη έκδοση, κριτική του δείνα, επιφυλάξεις του άλλου. Μαθαίνεις ότι «αυτό», το όμορφο που κουβαλούσες μέσα σου, αρχίζει να οριοθετείται από «συμβόλαιο», «ποσοστά», «εκδότες», «κύκλο», «γενιά», «υποψηφιότητα», «εκδηλώσεις». Είναι σαν να έχουν περιφράξει ένα μεγάλο μέρος του απέραντου κάμπου όπου περπατούσες. Αλλά δεν γίνεται να προχωρήσεις αλλιώς παρά με προσεκτικά βήματα. Να είσαι μέσα στα δικά σου χωράφια, και κάπου κάπου να περπατάς και στα άλλα τα περιφραγμένα.

Ποτέ δεν θα νιώσεις «δικός» ― κανενός. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει παρεξηγήσεις γιατί η προσωπική αυτονομία έχει αντίπαλο όχι τη διαλογικότητα, αλλά την απομόνωση. Όμως εκείνο που σε παρηγορεί είναι ότι υπάρχει η ακατάπαυστη φλόγα για γραφή. Οι ιδέες, όπως τις σημειώνεις στα μικρά τετράδια, οι ιστορίες, οι χαρακτήρες, όπως συνομιλείς μαζί τους όπου κι αν βρίσκεσαι. Πολλές φορές, παράλληλες ιστορίες συναντιούνται, ολόκληρα γραπτά ακυρώνονται, άλλα μπαίνουν στην άκρη και άλλα ξεπηδάνε αυτόματα από μια καινούργια φράση ή λέξη. Χρόνια μετά ξαναβρίσκεις μια ιδέα των πρώτων ετών• πράγματι, όλα τα βιβλία σου είναι αποσπασμένα από την ίδια ύλη, απλώς αλλάζει ο αγγειοπλάστης.

Γράφεις με λέξεις αλλά πίσω τους κρύβονται άνθρωποι, τόποι, ιστορίες. Ποτέ δεν γράφεις εμπνεόμενος από μια «λέξη» που σε μάγεψε ή μια ιδέα. Αυτή είναι δουλειά των ποιητών και των θεωρητικών. Από την ποίηση, που διαβάζεις καθημερινά πια αλλά δεν γράφεις, κρατάς την απόσταξη και την πυκνότητα. Για κάθε βιβλίο διαμορφώνεις άλλο ύφος και ψάχνεις καινούργιους αφηγηματικούς τρόπους. Ταυτόχρονα, σε θεωρητικά κείμενα, εμπεδώνεις αυτό που φοβόσουν: ότι υπάρχουν κανόνες, σχολές και μέθοδοι γραφής και ανάγνωσης κειμένων.

Μπερδεύεσαι καμιά φορά και γι’ αυτό ξαναγυρίζεις στα ημερολόγια, σε προσωπικά αινιγματικά κείμενα που δεν θα δοθούν σε εκδότη, σε διαβάσματα που δεν αφορούν κανέναν τριγύρω σου.

Με τον καιρό ένας «συγγραφέας» ξεπηδάει μέσα από σένα με τους τίτλους των βιβλίων του και ένα συγκεκριμένο κοινωνικό προφίλ. Όμως ξέρεις ότι αυτός είναι μια μεταμφίεση, μια αναγκαστική παρουσία, σ’ εκείνο που από παιδί ήταν ο δικός σου παράδεισος. Δεν έχει χαθεί αλλά έχεις εκπέσει. Έχεις χάσει ένα μέρος της αθωότητας αλλά ως δημιουργός πια μπορείς να επιστρέψεις πιο δραστικά και να τον ξαναφτιάξεις. Με τον τρόπο του μυθοπλάστη θα ξαναμπείς στο εκεί που παλιότερα σου ανήκε: στο αυτονόητο. Στη χώρα της γραφής και της λογοτεχνίας, πιο μυημένος αλλά και πιο αποφασισμένος για τα επόμενα ενδοτικά και εκδοτικά σου βήματα.

Γι’ αυτό και όταν σε ρωτάνε «γράφεις κάτι;» εσύ κουνάς το κεφάλι αμήχανα. Μπορεί και να πεις «κάτι γράφω» ή «κάτι έχω στο μυαλό μου» αλλά αυτό το «κάτι» είναι το λίγο, το πολύ λίγο. Είναι εκείνο που ζητάνε εκεί έξω από σένα ―αποθηκευμένο σ’ έναν σκληρό εκδοτικό δίσκο― ενώ το υπόλοιπο βρίσκεται μέσα σου, διάχυτο, διαποτισμένο στο κεφάλι, στο μυαλό και στα όνειρα, φυτεμένο στον απέραντο κάμπο που κυματίζει το καλοκαίρι κι εσύ τον βλέπεις πετώντας, από ψηλά.
Παραμένει καλά κρυμμένο το μυστικό, το πρωταρχικό αίνιγμα της ανάγκης να γράφεις και να ζεις μόνον με «αυτό». Αυτό που δεν εκδίδεται, που δεν λέγεται, που δεν γράφεται και δεν έχει ανάγκη κανενός παρά μόνο την πρωταρχική σου ανάγκη ― που σου το δημιούργησε.







Δεν υπάρχουν σχόλια: