Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Κριτική για την Καινούργια πόλη




Ένας flâneur στην Αθήνα της δεκαετίας του 1990


Γράφει η Αλεξάνδρα Γερακίνη // *

Σε μια εποχή που η λέξη κρίση κυκλώνει τις ζωές μας και η λογοτεχνική πένα των συγγραφέων προσπαθεί να καταγράψει το αποτύπωμα της, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στρέφει το ενδιαφέρον του στη δεκαετία του 90, στη δεκαετία της διαφήμισης και της ιδιωτικής τηλεόρασης, του εύκολου πλουτισμού και των χρυσών ευκαιριών, των ψευδαισθήσεων και της επίπλαστης ευτυχίας. Ίσως γιατί στην καθοριστική αυτή δεκαετία στο τέλος του 20ου αιώνα, που κυοφόρησε τις συνθήκες για κάτι καινούριο και ισοπεδώθηκε τελικά άδοξα, μπορεί κανείς να αναζητήσει τις ρίζες της κατάστασης που βιώνουμε σήμερα.
Ο Μανόλης και η μάνα του, η Μαργαρίτα εγκαταλείπουν τη βόρεια Ελλάδα και βρίσκουν καταφύγιο στην Αθήνα, αναζητώντας όχι μόνο μια καινούρια πόλη που θα στεγάσει όνειρα και ελπίδες αλλά και μια καινούρια ζωή. Εκείνος, φιλόλογος ή καλύτερα «πλατωνιστής» αφήνει πίσω του τα χρόνια παραμονής του στη Σουηδία και έναν ανεκπλήρωτο έρωτα και εκείνη φιλάρεσκη που τρέφεται από τη γοητεία της και δεν συμβιβάζεται με το πέρασμα του χρόνου, αφήνει πίσω της την κοινωνική κατακραυγή. Υφαίνοντας ένα πλέγμα προστασίας ο ένας για τον άλλο και  έχοντας καλά κρυμμένο στις αποσκευές τους ένα ένοχο μυστικό που υποσκάπτει τα θεμέλια του νέου τους οικοδομήματος και που δεν θα αποκαλυφθεί παρά στο τέλος του μυθιστορήματος, προσπαθούν ν’ απαλλαγούν από τις προσωπικές τους ερινύες και να κλείσουν τα ανοιχτά μέτωπα της ζωής τους. Αρκεί όμως μια πόλη που προσδιορίζει τα βήματα των νεοφερμένων κατοίκων της με το γοητευτικό παρόν και το ένδοξο παρελθόν της για να επανακαθορίσουν την ταυτότητα τους και να κλείσουν τις ρωγμές του παρελθόντος;
Η Αθήνα της δεκαετίας του 1990 είναι ο βασικός πρωταγωνιστής στην Καινούργια Πόλη και γύρω της εξυφαίνεται το νήμα της μυθιστορηματικής πλοκής. Ο συγγραφέας διεισδύει στα άδυτα της ανθρωπογεωγραφίας της και τη σκιαγραφεί σε βάθος μέσα από τις αλλεπάλληλες περιηγήσεις του Μανόλη. Αχόρταγος flâneur o Μανόλης, τη μορφή του οποίου έπλασε ο Baudelaire τον 19ο αιώνα, ρουφάει κυριολεκτικά το αττικό τοπίο με το ανήσυχο βλέμμα του και  την κοφτερή ματιά του. Έρχεται αντιμέτωπος με νέες αστικές συνθήκες σε μια πόλη που πάσχιζε να βρει ένα καινούριο ή πιο εναλλακτικό πρόσωπο και που το είχε θεωρήσει τόσο αυτονόητα βιωμένο στη σουηδική του παραμονή(σελ. 27). Βαδίζει σε μια πόλη που ασφυκτιά από την κίνηση και το νέφος, οσμίζεται την ένταση της πόλης και την ανεξέλεγκτη μέθη(σελ. 65), μάταια αναζητά τα χνάρια της Ακαδημίας του Πλάτωνα. Ο αναγνώστης ακολουθεί τον Μανόλη και ψηλαφίζει τα χνάρια της ιστορικής διάστασης· το συλλογικό υπερβαίνει το ατομικό και οι μικροιστορίες με τις λεπτομέρειες τους ξετυλίγουν το κουβάρι της μακροιστορίας.
Κατά τη διάρκεια της εξωτερικής του περιπλάνησης και εσωτερικής του περιδίνησης ο Μανόλης συναντά μια Αθήνα με σκαμμένους δρόμους, δημόσια έργα που καθυστερούσαν λόγω χρηματοδότησης και άλλα υπερχρεωμένα ετοιμοπαράδοτα (σελ. 48), μια Αθήνα που καλλωπίζεται πρόχειρα και υποκριτικά για να υποδεχτεί τους ολυμπιακούς αγώνες του 2004, μια ασφυκτική πρωτεύουσα που δεν είχε αφήσει λίγο χώρο, λίγο δρόμο ακόμη για το σημαντικό της παρελθόν (σελ. 85). Νεολεφτάδες, άνθρωποι που «γουστάριζαν», κοινό που ρουφάει εύπεπτα, έξυπνα και άμεσα μηνύματα και λόγια (σελ. 94), αστοί και μικροαστοί που πληροφορούνται αδιάφορα τον θάνατο του Ελύτη και του Χατζιδάκη, μια πόλη με μεταμφιεσμένη κουλτούρα που δανειζόταν στοιχεία από το αγοραίο και το λαϊκό, από αυτό που δεν κατείχε αλλά και δεν την αφορούσε(σελ. 112). Η Αθήνα αλλάζει τη δεκαετία του 1990 αλλά ο Μανόλης μετά από πέντε χρόνια παραμονής σ’ αυτήν δεν μπορούσε να δει αυτήν την αλλαγή, είχε εντοπίσει μόνο μια υλική και χρηματική αναστάτωση την οποία όλοι εκλάμβαναν ως αναβάθμιση (σελ. 240).



Χωρίς ίχνος διδακτισμού και στείρας κριτικής, ο συγγραφέας κατορθώνει να αναδείξει τις όψεις μιας πόλης μέσα από τις διαδρομές ανθρώπων αλλοφερμένων, ανθρώπων που δεν συμβαδίζουν με την εποχή στην οποία ζουν, πραγματικά απομεινάρια μιας άλλης εποχής, θιασώτες τελικά των επιλογών και των λαθών τους και αποδεχόμενοι οικειοθελώς το τίμημα που αναπόδραστα καλούνται να πληρώσουν. Οι ήρωες του Θ. Γρηγοριάδη, ζωντανοί, πραγματικοί, χτισμένοι με γερά υλικά, θα παραμείνουν παρείσακτοι και αποσυνάγωγοι σε μια πόλη που απλώνεται άναρχα, γιγαντώνεται αλαζονικά και αναπτύσσεται ακαλαίσθητα με ανθρώπους που απορροφούν με ευχέρεια το χρήμα και τις ευκαιρίες αλλά τους λείπει η βαθιά ικανοποίηση, η χαρά της δημιουργίας και η απόλαυση(σελ.98). Η λαμπερή ατμόσφαιρα της πόλης θα πλανέψει προσωρινά τους ανυποψίαστους Μανόλη και Μαργαρίτα και θα τους παρασύρει στη δίνη της και αυτοί θα στροβιλιστούν μέχρι τελικά να κατακρημνιστούν, συνειδητοποιώντας το ανεκπλήρωτο, το ανώφελο και το αβέβαιο μιας ολόκληρης γενιάς  (σελ. 124) αλλά και την πικρή αίσθηση της ήττας. Πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη γραφή συνδυάζονται για να παρακολουθήσουμε το οδοιπορικό στην Αθήνα ενώ η εύστοχη επιλογή της επιστολικής γραφής της Μαργαρίτας φωτίζει τα γεγονότα και ξετρυπώνει μύχιες σκέψεις και ανομολόγητες πράξεις.
Στο τέλος, η Μαργαρίτα γίνεται μια κουκίδα στο ασημένιο σύννεφο που πνίγει τον αττικό ουρανό και ο Μανόλης μεταφέρει τη ζωή του στο ερείπιο της Αλκιβιάδου με τις σκάλες να τρίζουν και τη φθορά να χάσκει επικίνδυνα σε μια εποχή που όλοι έτρεχαν να επενδύσουν και  γυάλιζαν οι μετοχές στους δρόμους και στα σπίτια(σελ. 247).
Η καινούργια πόλη του Θ. Γρηγοριάδη, καθώς η αττική γη συνταράσσεται συθέμελα το φθινόπωρο του 1999, θα αποδειχτεί καινούργια για κάποιους αλλά παλιά για κάποιους άλλους όπως τον Μανόλη που αναπτύσσει ταχύτητα, αφού ο ομφάλιος λώρος έχει πια κοπεί οριστικά, και νιώθει ότι πετάει πάνω απ’ όλους, πάνω από το κακό, εισπνέοντας τον πνιγμό της ατμόσφαιρας και αφήνοντας πίσω του μια άλλη, καινούργια πόλη που δεν τον αφορά όμως (σελ. 300).


* Η Αλεξάνδρα Γερακίνη γεννήθηκε και ζει στην Καβάλα. Είναι φιλόλογος, απόφοιτος της Φιλοσοφικής σχολής Ιωαννίνων με μεταπτυχιακές σπουδές στο Α.Π.Θ. σε θέματα ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και πολιτισμού. Εργάζεται στο 6ο Γυμνάσιο Καβάλας και είναι πιστοποιημένη εκπαιδεύτρια ενηλίκων. Συνεργάστηκε με το κέντρο ελληνικής γλώσσας στο πρόγραμμα συγγραφής και εφαρμογής διδακτικών σεναρίων στη Λογοτεχνία με αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέσμου Φιλολόγων Καβάλας και εδώ και έξι χρόνια διατηρεί στο διαδίκτυο το φιλολογικό ιστολόγιο (alexgger.blogspot.gr) στο οποίο αναρτά υλικό και καινοτόμες ιδέες για τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται συστηματικά με την προώθηση της φιλαναγνωσίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση μέσα από ποικίλες δράσεις όπως την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων στο πλαίσιο του σχολικού ωραρίου, τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς φιλαναγνωσίας και την επικοινωνία με συγγραφείς.

1 σχόλιο:

ΔΕΣΠΟΙΝΑ Π είπε...

Θεωρώ ότι οι ήρωες του συγγραφέα Θ. Γρηγοριάδη ίσως να μην συμβάδιζαν με την εποχή τους, όμως αντανακλούν την ποιότητα της νέας γενιάς.
Δηλώνω τον θαυμασό μου για τον συγγραφέα που γνώρισα μόλις χθες, στη Λέσχη Ανάγνωσης του Δήμου Ασπροπύργου!