Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

Συνέντευξη στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

«Να προκαλέσουμε τους εφησυχασμένους»

Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (spapa@enet.gr)

Νεοέλληνες που επιδίδονται σε σεξουαλικό τουρισμό και μετανάστες που δακρύζουν σφηνωμένοι σε τηλεφωνικούς θαλάμους. Πιτσιρίκια που υπερασπίζονται μαλθακούς μπαμπάδες και κλοσάρ που μονολογούν κι αποπατούν.

Σμήνη τραβεστί που καταφεύγουν σ' ερημικά νησιά, γκέι και λεσβίες που είτε εκτίθενται είτε οχυρώνονται σε ψευδεπίγραφους γάμους, Αλβανοί πολιορκημένοι στα χωράφια, νεαρές επαρχιώτισσες που ξεσαλώνουν σε βερολινέζικα κλαμπ. Γυναίκες που βίωσαν την περιπέτεια αθόρυβα και την αρρώστια υπομονετικά, πλάσματα ταλαντούχα που κάηκαν πριν την ώρα τους, φαντάροι που λιποψύχησαν, γιαγιάδες γαντζωμένες σε παλιά βάσανα...

Στο καινούριο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη «Χάρτες» (εκδ. «Πατάκη»), τρεις φίλοι Βορειοελλαδίτες ταξιδεύουν στον χώρο και τον χρόνο, μεταφέροντας ο ένας στον άλλον ιστορίες που έζησαν ή άκουσαν, ιστορίες νευρώσεων και ματαιώσεων από τα χρόνια του '80 και του '90 που θέλουν να τις μοιραστούν. Αλλες έχουν αρχή, μέση και τέλος, άλλες είναι επικεντρωμένες σε σημαδιακά στιγμιότυπα, κι όλες τους -εβδομήντα τον αριθμό- είναι στο βιβλίο ταξινομημένες ανάλογα με το πού εκτυλίχθηκαν: σε χωριά και κωμοπόλεις, σε συνοικίες και πόλεις, στην ξενιτιά στους λαβυρίνθους του μυαλού.

«Ο,τι φώλιαζε μέσα μου, ό,τι δεν είχε χωρέσει ώς τώρα στα γραπτά μου, βρίσκεται συγκεντρωμένο εδώ» λέει ο ίδιος. «Σκέφτομαι πως αυτά τα διηγήματα, τα περισσότερα βασισμένα σε πραγματικά περιστατικά, γράφτηκαν γι' ανθρώπους που άλλος δεν θα τους μνημόνευε. Να όμως το καλό της λογοτεχνίας, σου επιτρέπει να φτιάξεις τους δικούς σου ήρωες...»

Συντηρητική κοινωνία

Αν στον «Χορευτή του ελαιώνα» ο Γρηγοριάδης είχε υιοθετήσει μια νεανική γυναικεία φωνή και στο «Εξω απ' το σώμα» ενός δημοσιογράφου «λίγο αρριβίστα με τις γυναίκες», γι' αυτήν την «εσωτερική ανθρωπογεωγραφία» όπως χαρακτηρίζει τους «Χάρτες» του, διάλεξε την οπτική γωνία μιας γενιάς, εκείνης που αναγνωρίζει ως δικής του: «Είμαστε παιδιά της μεταπολίτευσης που σπουδάσαμε, άλλοι πρόκοψαν κι άλλοι όχι, κανείς μας δεν ψήφισε συντηρητικά, όσοι παντρεύτηκαν σίγουρα χώρισαν, αρκετοί πέθαναν από AIDS και πολλοί από ναρκωτικά, κι όσοι απομείναμε είμαστε άνθρωποι ανεξάρτητοι που θέλουν να προκαλούν τους εφησυχασμένους».

Συγγραφέας «μ' έντονη κοινωνιολογική, αλλά καθόλου ηθικοπλαστική ματιά» όπως συστήνεται, ο Γρηγοριάδης δεν τρέφει ψευδαισθήσεις: «Ποτέ δεν θα γίνουν αποδεκτές στην Ελλάδα δυο λεσβίες που θα εκδηλωθούν ανοιχτά στο δρόμο ή που θα θελήσουν να υιοθετήσουν. Κι οποιοσδήποτε αξιοπρεπής ομοφυλόφιλος σκορπίζει μεγαλύτερη ανησυχία από εκείνον που γίνεται ρεντίκολο στην τηλεόραση ή αυτόν που παραπέμπει στις κραγμένες αδελφές των ταινιών του Φίνου. Ο ρατσισμός δε των παιδιών απέναντί τους είναι τρομερός. Ξεπερνάει ακόμη και των ενηλίκων. Βλέπω στο τραμ κάτι εφήβους δυο μέτρα, με ξασμένα μαλλιά και γουόκμαν στ' αφτιά, να παρατάνε τα χερούλια για να σταυροκοπηθούν μπροστά στην Αγία Φωτεινή, και ξέρω ότι καθόλου δεν θα δίσταζαν να κράξουν έναν μεσήλικα καθηγητή τους...»

Μέχρι να εμφανιστεί στις αρχές της δεκαετίας του '90 με τους «Κρυμμένους ανθρώπους», ο Γρηγοριάδης είχε υπηρετήσει ως καθηγητής αγγλικών στον Εβρο, την Ξάνθη και το Διδυμότειχο κι είχε ήδη διοριστεί σε λύκειο της Νέας Σμύρνης. Σήμερα ωστόσο έχει πειστεί: «Τέλειωσε οριστικά μέσα μου ο δάσκαλος. Μου τον "τέλειωσε" το ίδιο το εκπαιδευτικό αλλά και το κοινωνικό σύστημα, που ακυρώνουν κάθε απόπειρα για διαπροσωπική επαφή. Δεν μπορεί να τρέχει το Ιντερνετ με ιλιγγιώδεις ταχύτητες κι εγώ να γράφω στον μαυροπίνακα.

Ούτε επτρέπεται να ζητάς ως συγγραφέας άδεια για να συμμετάσχεις σε μια διεθνή έκθεση κι επειδή ο νόμος δεν έχει προβλέψει κάτι τέτοιο, να παίρνεις πλαστή αναρρωτική...». Ετοιμάζεται λοιπόν γιά μιά πρόωρη, μειωμένη σύνταξη που θα του επιτρέψει να γράψει κι άλλα βιβλία και, στο μεταξύ, παραμένει αποσπασμένος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Σερρών, όπου διαχειρίζεται το ηλεκτρονικό της σάιτ και οργανώνει κύκλους λογοτεχνικών σεμιναρίων.

Στο μυαλό της 18χρονης ανιψιάς του, τα γραπτά του είναι καταχωρισμένα στα... ακατάλληλα. Μπαίνοντας φέτος στο πανεπιστήμιο τον ρώτησε: «Τώρα, θείε, επιτρέπεται να τα διαβάσω;» Απ' τη μεριά του αναγνωρίζει πως οι «Χάρτες», όπου εξετάζονται ανεξίθρησκα όλων των λογιών οι ερωτικές συμπεριφορές, δεν προσφέρονται για σχολικά εγχειρίδια. Ομως «εγώ διάβαζα "ακατάλληλα" από τα δώδεκά μου. Δεν υπήρχε τότε το είδος "εφηβική λογοτεχνία". Μετά τα παραμύθια περνούσες κατ' ευθείαν στον Τσβάιχ, τον Ζολά και την Περλ Μπακ, στον Ζενέ, τη Γιουρσενάρ, τον Τολστόι». Υπήρχαν πολλά βιβλία στο πατρικό του, στο Παλαιοχώρι; «Δεν υπήρχαν -ο πατέρας μου ήταν αγρότης- αλλά έβρισκα. Ισως ήμουν ο μοναδικός συστηματικός αναγνώστης ανάμεσα σε 3.500 κατοίκους... Τ' αναζητούσα στο σπίτι του αριστερού γραμματέα του χωριού, τα δανειζόμουν από την κινητή βιβλιοθήκη της Ελευθερούπολης. Με το που τα ολοκλήρωνα, μάλιστα, έγραφα και κριτικές. Ολόκληρο αρχείο έχω...».

Τώρα πια, οι κριτικές του αφορούν τη σύγχρονη ξένη λογοτεχνία και δημοσιεύονται στον τύπο. Και παρακολουθώντας συστηματικά τη βρετανική παραγωγή, αντιλαμβάνεται καλύτερα πού χωλαίνει η δική μας:

«Υπάρχει πρόβλημα με το μυθιστόρημα. Εχουμε μεγάλη έλλειψη παράδοσης στο είδος. Πώς να συναγωνιστείς εκείνους που αντί γι' αποσπάσματα του Ζαχαρία Παπαντωνίου ή του Καρκαβίτσα, αντί για τους μονότονους συγγραφείς της γενιάς του '30, έχουν διδαχτεί στο σχολείο ολόκληρα έργα του Σέξπιρ ή της Τζορτζ Ελιοτ; Ούτε αφθονούν εδώ εβδομηντάρηδες συγγραφείς σαν τον Μπράντεμπερι, τον Λοτζ, την Μπάιατ που θ' ανοίξουν την αγκαλιά τους στους νεότερους. Οι αντίστοιχοι δικοί μας, αντί να συμφιλιωθούν με το ότι το μυθιστόρημα παλεύει με την κοινωνία και κουβαλά όλα τα ελαττώματά της, επιμένουν να δίνουν βάρος στη λαγνεία της λέξης. Αν γεννιόταν εδώ η Μίριελ Σπαρκ, με τον κοφτό και αφαιρετικό της λόγο, χωρίς καλολογικά στοιχεία, θα την είχαν διαγράψει. Στη Σκοτία όμως της έχουν στήσει μνημείο».

«Οι νέοι πουλάνε περισσότερο προφίλ»

Ο Γρηγοριάδης δεν νοσταλγεί καθόλου την εποχή που για να πει μια καλημέρα στην παλιά φουρνιά των ομοτέχνων του έπρεπε να φτύσει αίμα, όπως λέει χαρακτηριστικά. Κι εξακολουθεί να διαμαρτύρεται για το καχύποπτο βλέμμα των πρεσβύτερων απέναντι στη σύγχρονη αφηγηματική λογοτεχνία: «Ακόμα και η παραγωγικότητα ενός συγγραφέα πορείας, με δέκα, είκοσι τίτλους πίσω του, αντιμετωπίζεται ως μειονέκτημα..». Αναγνωρίζει ωστόσο ότι η αναπλήρωση εκείνου του ιερατείου από τις εφημερίδες, τα ένθετα βιβλίου, τα free press και τους κανόνες της αγοράς, κυρίως, είναι επίσης προβληματική.

«Πράγματι, ένας νέος πεζογράφος σήμερα δεν έχει ανάγκη από κανένα κύκλωμα. Δεν μπορείς, όμως, να βγάζεις το πρώτο σου βιβλίο και να μην έχεις διαβάσει Τσίρκα, Αξιώτη, Ρίτσο, Βασιλικό ή Χειμωνά. Εχω την αίσθηση ότι οι νεότεροι πουλάνε πιο πολύ προφίλ παρά περιεχόμενο. Σαν τους μπλόγκερ που κάνουν σαματά με την ανωνυμία τους, μέχρι να εκδοθούν. Τη μεγαλύτερη ζημιά στον χώρο, πάντως, δεν την προκαλούν τα μυθιστορήματα που απευθύνονται σε... νοικοκυρές σε απόγνωση, αλλά μερικά πολύ μέτρια έργα -δεν θα πω τίτλους- βραβευμένα από το κράτος και παρουσιασμένα σαν μικρά αριστουργήματα από κριτικούς που αποφαίνονται ότι ο Φίλιπ Ροθ ή ο Ντε Λίλο δεν είναι στα καλά τους τελευταία...».

Ο ίδιος άραγε τι πιστεύει; Υπάρχουν αναγνώστες που ανυπομονούν να διαβάσουν το νέο του βιβλίο; «Μου 'χουν πει ότι στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ένας που ξέρει απ' έξω τα "Νερά της Χερσονήσου", όπως υπάρχει και μια ομάδα ψυχιάτρων που κόβουν φλέβες με το "Παρτάλι" κι εδώ και τέσσερα χρόνια το παρουσιάζουν στο θέατρο με φοιτητές. Γι' αυτούς γράφω, που μπορεί και να τους συναντήσω, μπορεί και όχι. Γι' αυτούς, που αποκλείεται να ξεπερνούν τις 5.000. Οι παραπανίσιοι αναγνώστες είναι όλοι τους περιστασιακοί, ανίδεοι για το τι εκπροσωπεί ο καθένας μας με τα γραπτά του, γιατί γράφει και σε τι αποσκοπεί».

4 σχόλια:

basik είπε...

Να μια συνέντευξη που έχει κάτι να πει! Εύγε, Θεόδωρε. Θα σου τηλεφωνούσα, αλλά δεν ήμουν σίγουρος για το νούμερο.
Θα παραγγείλω το βιβλίο στον Θ.Μ. που έρχεται τον άλλο μήνα.

Thomas Xomeritis είπε...

"...κι όσοι απομείναμε είμαστε άνθρωποι ανεξάρτητοι που θέλουν να προκαλούν τους εφησυχασμένους».

Ναι, αλλά μας πέρνουν πια τα χρόνια Θεόδωρε. Και λίγοι έχουν τη δική σου την ενέργεια.

Dimitris Athinakis είπε...

Πάντως, λένε ότι για να γίνει το μεγάλο "μπαμ" πρέπει πρώτα τα πράγματα να φτάσουν στο απροχώρητο, στο "αμήν". ας ελπίσουμε ότι όλο αυτό γίνεται ακριβώς γι' αυτό το λόγο. ας μην πάει τσάμπα τόση...ησυχία.

και πού θα πάει;
οι ανεξάρτητοι εξεγερμένοι κατάφερναν πάντοτε περισσότερα...

καλημέρα και καλή εβδομάδα.

etalon είπε...

Ειναι μια απο τις ωραιότερες συνεντεύξεις που εχω διαβασει τελευταία. Κυρίως ειναι μια ειλικρινής αναφορα ,αυτων που ολοι διαπιστώνουμε, αλλα δεν εχουμε την τόλμη να ομολογήσουμε δημόσια. Εχω απομονώσει καποιες φράσεις που η δυναμη της αλήθειας τους δεν χωρουν καν συζήτηση, κι όμως ειναι η πρώτη φορα που εκστομίζονται δημόσια.
Με μεγάλη συγκίνηση σας καταθέτω τον σεβασμό μου.