Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2007

"Χάρτες" Η εισήγηση του συγγραφέα Βασίλη Κυριλλίδη στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας

'Ασκήσεις επί χάρτου'



Έχοντας διαβάσει όλα σχεδόν τα βιβλία του Γρηγοριάδη (7 μυθιστορήματα, και μια συλλογή, δυο τώρα, διηγημάτων), πιστεύω πως ο Θόδωρος θα πρέπει να αισθάνεται ευτυχής ως συγγραφέας. Έχει γράψει βιβλία που αγαπήθηκαν, που συζητήθηκαν, που προκάλεσαν, που αμφισβητήθηκαν. Αυτό που απ’ όσο ξέρω δεν αμφισβητήθηκε ποτέ είναι η αμεσότητα, η τόλμη και η ελευθερία της γραφής του. Διαβάζοντας τα βιβλία του Γρηγοριάδη έχεις την αίσθηση ενός συγγραφέα ο οποίος γράφει απαλλαγμένος από οποιαδήποτε δέσμευση, πέραν αυτής που του υπαγορεύει η ίδια του η τέχνη. Φαίνεται ίσως αυτονόητο, για όσους τουλάχιστον διατηρούν ακόμα μια ρομαντική ματιά περί τέχνης και δημιουργών, δεν είναι όμως καθόλου, κι αυτό πολύ καλά το ξέρουν όσοι παλεύουν για την έκφραση του εσωτερικού τους κόσμου, απέναντι στους περιοριστικούς παράγοντες που ο εξωτερικός τους επιβάλει.

Είτε στάση ζωής, όμως, είτε ευνοϊκή συγκυρία πραγμάτων, το μυστικό της επιτυχίας του συγγραφέα δεν πολυενδιαφέρει τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης είναι αυστηρός κριτής, θα τολμούσα να πω -κρίνοντας τουλάχιστον από τον εαυτό μου- πως είναι ιδιοτελής, εγωιστής, ενδιαφέρεται πρωτίστως για την απολαβή που θα αποκομίσει από ένα ανάγνωσμα, και δευτερευόντως, ή και καθόλου, για τις συνθήκες, οι οποίες ερμηνεύουν ένα καλό αποτέλεσμα, ή δικαιολογούν ένα κακό.

Με τους Χάρτες ο Γρηγοριάδης, μετά από μια σειρά μυθιστορημάτων, ορισμένα εκ των οποίων αρκετά ογκώδη, επανέρχεται στη μικρή φόρμα. Κι όταν λέμε μικρή: Ούτε λίγο ούτε πολύ, 70 διηγήματα σ’ ένα βιβλίο 260 σελίδων. Κι αν πιστεύεται πως μικρή φόρμα σημαίνει ευκολία, λάθος. Κάθε είδος έχει τη δικιά του φιλοσοφία, απαιτεί τη δικιά του αρχιτεκτονική και οργάνωση, καθόλου αυτονόητο δεν είναι πως όποιος γράφει καλά μυθιστορήματα μπορεί να τα καταφέρει εξ ίσου καλά και στο διηγήμα ή και αντιστρόφως.

Τα διηγήματα γράφονται συνήθως δυο τρόπους. Ο ένας είναι να επιχειρήσεις τη συμπύκνωση μιας μεγάλης ιστορίας, ο άλλος, να ζουμάρεις σ’ ένα επεισόδιό της. Ο Γρηγοριάδης επιλέγει αμφότερους, και τους δουλεύει με μια μέθοδο που μοιάζει με άσκηση οικονομίας του λόγου. Τον φαντάζομαι ν’ απλώνει τις ιστορίες στο χαρτί και μετά ν’ αρχίζει ν’ αφαιρεί κομμάτια. Προσεκτικά, επιδέξια, σαν να εκτελεί χειρουργική πράξη, μέχρι να φτάσει στο σημείο, όπου τίποτα πια δεν περιττεύει, όπου η παραμικρή πλέον αφαίρεση θα κατέληγε στο ελλιπές, όπου η κάθε πρόταση που παραμένει φέρει το ακριβές βάρος που την ισορροπεί με το νοηματικό της φορτίο.

Τι είναι όμως, αυτό που μπορεί να περικλείεται μέσα σε κείμενα δυο σελίδων και λίγων παραγράφων; Ένα πλήρες, κι ολοζώντανο σύμπαν, όπως αποδεικνύεται. Το βιβλίο του Γρηγοριάδη βοά. Μέσα στις σελίδες του πάλλεται ένας ολόκληρος κόσμος, όπου δεκάδες ψυχές ψάχνουν να βρουν τη λύτρωσή τους. Γιατί οι ήρωες του Γρηγοριάδη δεν είναι βολεμένοι, δεν ζουν ήρεμη ζωή, δεν εφησυχάζουν. Ποιος βολεμένος, ποιος ευτυχής θα άξιζε να γίνει πρωταγωνιστής μυθιστορήματος ή διηγήματος; Μέσα στους χάρτες οι ήρωες περιπλανώνται μαζί με τις χαμένες τους αγάπες, τα ερωτικά τους απωθημένα, τα μυστικά τους που τα φυλάνε χρόνια, τις ελπίδες τους που δεν ευοδώθηκαν, τα όνειρά τους που δεν έζησαν έξω από τη φαντασία, ή κι αν το κατάφεραν, βρήκαν τη ζωή διαφορετική από ό,τι προσδοκούσαν.



Οι ήρωες του Γρηγοριάδη δεν είναι σκιές, αν και πολλές φορές κινούνται σαν τέτοιες. Ο συγγραφέας καταφέρνει να πλάσει τους χαρακτήρες, να γεμίζει τα περιγράμματα, να σχηματίσει τα πρόσωπα, να σταθεί σε σκέψεις και πράξεις, με τη γραφή ρέουσα σαν σβέλτη και σίγουρη πινελιά επιδέξιου ζωγράφου. Στις ιστορίες του ο αναγνώστης παρασύρεται με τους πρωταγωνιστές μέχρι την όχθη, την έξοδο, τον τοίχο όπου θα χτυπήσουν για να γυρίσουν πίσω και ν’ αναζητήσουν μια νέα διαφυγή. Οι ήρωες του βιβλίου κινούνται ακόμα κι όταν μένουν ακίνητοι στο γεωγραφικό χώρο, ακόμα κι όταν οι ζωές τους δείχνουν να λιμνάζουν, μέσα στην απελπισία, στην αποδοχή και στην παραίτηση.
ανάγνωση: νυφικό σώμα, σελ. 25

Μια κοπέλα που αφήνει ελεύθερα τα ένστικτά της, ένα βουβό παιδί που βρίσκει μιλιά, μια ηθοποιός που μαζί με τα νιάτα χάνει αυτό που φάνηκε ν’ αντέχει, μια γυναίκα που θεωρεί πως ο έρωτας δεν της έκλεισε ακόμα την πόρτα, ένας εφιάλτης που παραμένει ζωντανός χρόνια. Είναι η εισαγωγή σ’ ένα κόσμο που αρθρώνει τις επιθυμίες του, ψιθυρίζει τα μυστικά του, συμβιώνει με τους ακρωτηριασμούς του και επιμένει να ελπίζει.

Ο Γρηγοριάδης δείχνει να συμπονά τους ήρωές του. Σαν να βρίσκεται όμως υπό το καθεστώς μιας αυστηρής δέσμευσης, αδυνατεί να τους συνδράμει. Τους παρακολουθεί να παλαντζάρουν στις εμμονές, να ψάχνουν το έρμα που θα καλύψει το κενό της ζωής τους, να βλέπουν το νερό της πηγής να δραπετεύει μέσα από τα δάχτυλά τους. Η δικαιοδοσία του περιορίζεται στο να ακούει προσεκτικά και να καταγράφει τις αφηγήσεις τους. Και η καταγραφή του έρχεται στακάτη, μετρημένη, σαν ο συγγραφέας να προσπαθεί να εξοικονομήσει χώρο, για τους πόθους και τα πάθη ενός πλήθους ανθρώπων, που τους φαντάζομαι να κατακλύζουν τη σκέψη του, επιζητώντας απ’ αυτόν την αποτύπωση των προσωπικών τους δραμάτων.

Οι ιστορίες του δεν είναι πάντα εύκολες. Δεν θα έλεγα ότι προσφέρονται για να περνάς την ώρα, ότι χαρίζονται χωρίς κόπο, ότι παραδίδονται χωρίς τη διανοητική συμμετοχή του αναγνώστη. Πολλές φορές γίνονται γρίφοι, εμφανίζονται σύμβολα που μένει να εξηγηθούν, καταλήγουν χρησμοί που επιζητούν την ερμηνεία του καθενός μας. Το κλειδί, όπως στις μαγικές εικόνες, δεν φαίνεται με τη πρώτη ματιά, αλλά ξέρεις πως είναι κρυμμένο κάπου εκεί. Η γοητεία τους πάντως παραμένει, ακόμα κι αν ο αναγνώστης αρνηθεί να λύσει το μυστήριο, ακόμα κι αν δεχτεί ως ανοιχτά τα ενδεχόμενα, ακόμα κι αν θελήσει ελεύθερες τις εκδοχές. Ή, πάλι, αν το επιθυμεί μπορεί να συμπληρώσει αυτός τις ιστορίες που μένουν ανολοκλήρωτες, να αποφασίσει αυτός για τις καταστάσεις που μένουν μετέωρες, να γείρει αυτός τη ζυγαριά των διλημμάτων προς την μια ή την άλλη πλευρά της.

ανάγνωση: παλιός συμμαθητής, σελ 42

‘Επαρχίες και Χωριά’, ‘Πόλεις και συνοικίες’, οι δυο από τις τέσσερις ενότητες που απαρτίζουν το βιβλίο. Ο γεωγραφικός χώρος στον οποίο διαδραματίζονται οι ιστορίες, γνώριμος. Εκεί, λοιπόν, που άλλοι σπεύδουν να πολιτογραφηθούν πρωτευουσιάνοι, ο Γρηγοριάδης εμμένει. Το Παλαιοχώρι του Παγγαίου δεν λείπει ούτε από το πρόσφατο βιογραφικό του συγγραφέα. Φόντο στους χάρτες του, η Καβάλα, η Δράμα, οι Σέρρες, η Θεσσαλονίκη, η Ξάνθη, η Κομοτηνή, η Αλεξανδρούπολη. Δεν ξέρω αν ο συγγραφέας προτιμά ν’ αντλεί έμπνευση από την περιοχή του επειδή την αγαπά ή αν την αγαπά, επειδή χρόνια τώρα του προσφέρει έμπνευση. Η σχέση μοιάζει αμφίδρομη. Το σίγουρο είναι πως κάτω από την επιφάνεια της φαινομενικά ήσυχης, λιμνάζουσας και λησμονημένης επαρχίας, ο Γρηγοριάδης μπορεί ν’ ανακαλύπτει τη δύναμη των κρυμμένων ανθρώπων. Στις ρυτίδες του νερού αναγνωρίζει την κίνηση κάτω από την επιφάνεια. Καταδύεται στο θολό κόσμο και αλιεύει. Ξέρει πώς να εκμαιεύσει το σπουδαίο μέσα από το ταπεινό, γιατί βασικά ξέρει πως χαρακτήρες που παρέχουν πολύτιμο υλικό, βρίσκονται κοντά, και δεν χρειάζεται να τους αναζητά στα πέρατα της γης.

Ούτε και σε άλλους χρόνους. Οι πόλεις και οι επαρχίες ανασαίνουν στο παρόν, οι χάρτες καταγράφουν τα τελευταία συναισθηματικά σύνορα των κατοίκων τους. Το παρελθόν υπάρχει μόνο ως φορτίο απ’ το οποίο δεν μπορούν να απαλλαγούν, ως τραύμα που δεν επουλώνει ο χρόνος, ως επιθυμία που επιζητούν μάταια την εκπλήρωσή της.

Αλλά και στην 3η ενότητα, ‘Ξενιτιές και ερημιές’, οι καταστάσεις δεν αλλάζουν, αφού τίποτα δεν ξεφεύγει από τους νόμους της ζωής. Οι όποιες γεωγραφικές απομακρύνσεις δεν επιφέρουν τη λήθη, ούτε σηματοδοτούν την απαλλαγή από τα βεβαρημένα. Ένα ελαστικό σκοινί κρατά δεμένους τους ήρωες με το παρελθόν, κι όσο πιο πεισματικά το τσιτώσουν στην προσπάθειά τους ν’ απομακρυνθούν, τόσο πιο ορμητικά αυτό θα τους ξαναφέρει στην αφετηρία. Η ερημιά υφίσταται κυρίως ως εσωτερική κατάσταση, η ξενιτιά ως εξοστρακισμός των επιθυμιών από την πραγμάτωσή τους. Κάποιοι έχουν συμφιλιωθεί με τη μοίρα τους, κάποιοι περιμένουν ακόμα.

ανάγνωση: αέρηδες, σελ. 153

Στις ‘Ουτοπίες και δυστοπίες’, την τέταρτη ενότητα του βιβλίου, ο Γρηγοριάδης χτίζει φανταστικούς κόσμους και πολεοδομεί μεταφυσικά τοπία με ζηλευτή εφευρετικότητα. Ουτοπικές ή δυστοπικές, φουτουριστικές ή απόκοσμες, οι δημιουργίες του αρχικά δείχνουν τοποθετημένες σε σφαίρες μακρινές, ακόμα όμως και χωρίς την πανταχού παρουσία των συγκεκριμένων ονομάτων, που επανέρχονται ξανά και ξανά ως μόνιμος και υπομνηστικός σύνδεσμος, εύκολα θα γινόταν αντιληπτό πως η απόσταση από το οικείο δεν καταλήγει αγεφύρωτη. Το λαστιχένιο σκοινί υπάρχει κι εδώ, κι όσο κι αν μακραίνει στο μέλλοντα χρόνο, όσο κι αν χάνεται στην άγνωστη διάσταση, στην άκρη του κρατά πάντα δεμένο το ίδιο πράγμα. Το μέτρο των πάντων, τον άνθρωπο, με τα πάθη, τις αδυναμίες, τις φιλοδοξίες, τις αποτυχίες του, στην αναζήτηση της αθανασίας, στη αλλαγή της μοίρας, στην αποκάλυψη του σωτήρα, στο θρήνο για τον πεθαμένο παππού, στην ιστορία της γιαγιάς από την Σαμψούντα.

Κι όλα αυτά, άραγε, κάτω από το γνώριμο συγγραφικό αποτύπωμα του Γρηγοριάδη; Να ένα καλό ερώτημα. Θα αναγνώριζα την ταυτότητα του, εγώ που έχω διαβάσει τόσα βιβλία του, αν διάβαζα αυτό το τελευταίο σε ένα ανυπόγραφο χαρτί;

Το νέο βιβλίο του Γρηγοριάδη είναι ασυνήθιστο και πρωτότυπο. Ξεφεύγει απ’ τη μανιέρα που καταδικάζει σε σημειωτόν πολλούς δημιουργούς. Παρ’ όλο το φρέσκο του όμως αέρα, και είτε η γραφή του υποκρίνεται την απλή καταγραφή, είτε η φαντασία του εκτοξεύεται περισσότερο απ’ όσο μας έχει συνηθίσει, το πνεύμα του συγγραφέα θα ανιχνευόταν, ακόμα και χωρίς τη βοήθεια των τοπικών προσδιορισμών. Το μεταφυσικό των ‘Κρυμμένων ανθρώπων’, το εσωτερικό του ‘Χορευτή στον ελαιώνα’, το συμβολικό του ‘Ναύτη’, η αναζήτηση των ‘Νερών της Χερσονήσου’, το υπαρξιακό του ‘Παρταλιού’, ο μυστικισμός του ‘Έξω από το σώμα’, διαχέονται στην ατμόσφαιρα των διηγημάτων, επικάθονται στο σώμα της γραφής κι αφήνουν διακριτά τα ίχνη της συγγραφικής του σφραγίδας.
ανάγνωση: το μη παρέκει, σελ 228

Οι ήρωες του Γρηγοριάδη θα συγκεντρωθούν ευρηματικά και απρόσμενα στον παράδεισο του τελευταίου διηγήματος, σαν για να μας αποχαιρετίσουν πριν από την τελική τους έξοδο. Ίσως να είναι πιο ήσυχοι τώρα που οι ιστορίες τους διασώθηκαν. Τα δρομολόγια της ζωής τους είναι πια αποτυπωμένα σε χάρτες, ο αναγνώστης μπορεί να συνταξιδέψει στους γνωστούς και άγνωστους τόπους, να αναλογιστεί πάνω στα εξομολογημένα τους μυστικά. Όταν όμως κλείνεις το βιβλίο, τους αισθάνεσαι πως αναπνέουν ακόμα, πως δεν είναι απλώς καταγεγραμμένα απολιθώματα, πως δεν τέλειωσαν μ’ όσα είχαν να πουν. Η ανάγνωση έχει τελειώσει, αυτοί όμως συνεχίζουν να ζουν και να κινούνται. Μένεις με την παράλογη αίσθηση πως, αν ξανανοίξεις το βιβλίο μετά από καιρό, θα βρεις αρκετούς απ’ αυτούς στην ίδια θέση, να περιμένουν αυτό που δεν θα έρθει ποτέ, ίσως όμως διαπιστώσεις πως κάποιοι άλλοι έχουν αλλάξει το σημείο τους στο μεγάλο χάρτη. Ίσως κάποτε επιστρέψουν στη σκέψη του Γρηγοριάδη, προτρεπτικοί, απαιτητικοί, ικετευτικοί, ζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία, ένα πρόθυμο αυτί που θα θελήσει ν’ ακούσει και να ξαναζωντανέψει τις διηγήσεις τους. Εφόσον το γράψιμο είναι ανάγκη, είμαι σίγουρος πως κάποιοι τους, μεταμορφωμένοι έστω, παραλλαγμένοι, κρυμμένοι κάτω από νέα πρόσωπα, θα ξαναβρούν το δρόμο τους στο χάρτη και στο χαρτί του Γρηγοριάδη. Μαζί τους και το ίδιο το πρόσωπο του συγγραφέα, που κομματιάζεται κάθε φορά, διασπάται και διαμοιράζεται κομμάτια σ’ όλους τους ήρωές του. Είναι κι αυτό ζωγραφισμένο, μαγική εικόνα πάνω στο Χάρτη του έργου του, και θα κοιτάζει τον αναγνώστη μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο, κάθε που αυτός θ’ ανοίγει ένα από τα βιβλία του.

Βασίλης Κυριλλίδης

για την εκδήλωση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας

Τετάρτη 28-11-07

Δεν υπάρχουν σχόλια: