Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

Η πρώτη blog-review για τους "Χάρτες"

«Άρχισε να τρώει ρύζι και η ακοή του μίκρυνε, το τούνελ έκλεινε και ξαφνικά μόνον ο θόρυβος του πιρουνιού ακουγόταν. Δεν είχε λόγο να εξηγήσει οτιδήποτε. Ήταν πολύ αργά πια για να προειδοποιήσει.»

[Απόσπασμα απ’ το βιβλίο]

Η λογοτεχνία του Θεόδωρου Γρηγοριάδη μέχρι πρότινος κινούνταν γύρω από το σώμα: ανδρικό, γυναικείο, άφυλο, παρενδυτικό. Το σώμα, γυμνό, χαμένο, δοσμένο, χαρισμένο. Το ταξίδι του σώματος στο έργο του Γρηγοριάδη ήταν η αρχή και το τέλος της δικής του αφήγησης.

Στο τελευταίο του βιβλίο, «Χάρτες», προσπάθησε και κατάφερε να μας ταξιδέψει, μέσω τώρα πια άυλων εν πολλοίς σωμάτων –άρα σωμάτων ως καταστάσεων, σε επαρχίες και χωριά, πόλεις και συνοικίες, ξενιτιές και εξορίες, ουτοπίες-δυστοπίες. Σε αυτά τα τέσσερα μέρη χωρίζονται οι εβδομήντα (70) ιστορίες -δυόμισι το πολύ σελίδες η καθεμιά- στο τελευταίο αυτό έργο του.

Για να δούμε τι είναι οι «Χάρτες».

Οι «Χάρτες» του Γρηγοριάδη είναι ένα καταστασιακό παλίμψηστο ιδεών και θέσεων. Για καιρό προσπαθούσα να πείσω τους μαθητές μου ότι ο παράδεισος και η κόλαση δεν είναι τόποι αλλά καταστάσεις. Αυτό το ίδιο προσπαθώ και τώρα να πω. Με άξονα μια παρέα φίλων, παράδοξη αλλά δεμένη, ο συγγραφέας αφηγείται, κατά τρόπο αφαιρετικό αλλά όχι αφηρημένο, το πέρασμα του μυαλού, της ψυχής, του παρόντος και του παρελθόντος μέσα από καταστάσεις που χρειάζονται δύναμη και αποφασιστικότητα, χρόνο και πάθος για να τις μετέλθεις.

Ένα μουγκό αγόρι που μιλάει, μία παράδοξη ερωτική στιγμή του παρελθόντος, παρεξηγήσεις και συναντήσεις, μια υποψία επανόδου της παρενδυσίας έστω και με αφορμή το καρναβάλι, μια διαδραστική ποιητική παρουσίαση με μαχαιροφόρους εισβολείς, μια γυναίκα που αποπατεί όπου βρει, ένας γιος που κινηματογραφεί τον πατέρα του καθώς αυτός αποφυλακίζεται, ένας συγγραφέας που ζει τη ζωή του και την τελειώνει μέσα από τα βιβλία ως ήρωας των αναγνωσμάτων του, ένας μόλις βιωμένος αποκεφαλισμός και –τέλος- ο Παράδεισος, είναι μερικές μόνο απ’ τις ιστορίες που απαρτίζουν τους «Χάρτες» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.

Ο συγγραφέας με αυτήν τη συλλογή ανανεώνει τη λογοτεχνική του πρόταση. Γνήσιος μεταμοντέρνος λογοτέχνης, προτάσσει την αφήγηση ως μέσο καταβύθισης σε έναν κόσμο φτιαγμένο από υλικά που στη χώρα μας δεν εντοπίζονται συχνά: απότομες εναλλαγές αφηγηματικών προσώπων και αφηγηματικού χρόνου, παιχνίδια με το μυαλό και την αίσθηση του αναγνώστη, λέξεις βαλμένες η μία δίπλα στην άλλη, που σαν ριπές φιλτράρουν όλα όσα έχουν οι ήρωες βιώσει μετουσιώνοντάς τα σε ένα παρόν που σε κάνει να μη νοιάζεσαι για το μέλλον. Και το κυριότερο: γλώσσα και ύφος υπαινικτικό, ανοιχτό σε ερμηνείες, που κάθε φορά αλλάζει η δομή του ανάλογα με το ποιος μιλά, τι λέει, τι είναι, τι θέλει, πάνω απ’ όλα τι θυσιάζει για να ζήσει.

Διαβάζοντας τις ιστορίες αυτές είδα ότι το -ανοιχτό και αδιαμφισβήτητα κινούμενο στη σύγχρονη πραγματικότητα- μυαλό τού συγγραφέα ανέλαβε ρόλο προφητικό, προειδοποιητικό. Αντιγράφω από τη διεισδυτική κριτική τής Μικέλας Χαρτουλάρη στην εφημερίδα «Τα Νέα»: «Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι από τους ελάχιστους συγγραφείς της νεώτερης γενιάς που μελετώνται σε διεθνή συνέδρια. Όχι επειδή τόλμησε από νωρίς να εισαγάγει γκέι χαρακτήρες στα βιβλία του, αλλά επειδή συλλαμβάνει κοινωνικές πραγματικότητες, τάσεις, προβληματισμούς, πριν ακόμα καθιερωθούν. Και ενώ η συγγραφική του δεξιοτεχνία σηκώνει βελτίωση, η συγγραφική του διαίσθηση έχει μεγάλο ενδιαφέρον- παράδειγμα το τέταρτο μέρος των Χαρτών.»

Οι «Χάρτες» του Γρηγοριάδη δεν αφήνουν τον αναγνώστη παραπονεμένο, δεν τον αφήνουν να μελαγχολήσει, ακόμα και όταν ο πατέρας -που μόλις αποφυλακίζεται- λέει στο γιο του ότι εξαιτίας του σκότωσε τη μάνα του, αλλά καλά θα κάνει να ψάξει ποιανού γιος είναι! Ή ακόμα όταν η μάνα σκοτώνει το κοριτσάκι της στην πιο παράξενη και ίσως δυνατότερη ιστορία της συλλογής (που –φυσικά- εντάσσεται στους ου-τόπους).

Αυτό συμβαίνει όχι γιατί υπάρχει μια διάχυτη διάθεση απόδοσης happy end –σε καμία περίπτωση• γίνεται γιατί ο συγγραφέας αρνήθηκε να βάλει οποιοδήποτε οριστικό και αμετάκλητο τέλος, αφήνοντας, έτσι, απόλυτη ελευθερία στον αναγνώστη να βρει εκείνος την άκρη.

Ωστόσο, ο εξοικειωμένος με το έργο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη αναγνώστης θα παρατηρήσει για ακόμη μία φορά ότι ο συγγραφέας κάπου σταμάτησε το βηματισμό του, ένιωσε συστολή και δεν ξετυλίχτηκε όλος ο κόσμος που κρύβει στο μυαλό του. Εδώ τίθεται και πάλι το ερώτημα: τι σταματά τον συγγραφέα να μιλήσει απόλυτα και ξεκάθαρα έξω από τα δόντια; Η απάντηση θα δοθεί από τον αναγνώστη και μόνο, εφόσον βέβαια δημιουργηθεί μέσα του αυτό το ερώτημα. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, βρίσκω ότι ο Γρηγοριάδης κρατά καλά κρυμμένα κάθε φορά κάποια από τα χαρτιά του. Πότε θα τα ανοίξει, είναι ένα ερώτημα που θα απαντηθεί σε κάποιο ίσως επόμενο βιβλίο του.

Ο έρωτας, η ηδονή, το γέλιο, η λύπη –όλα γνώριμα στο έργο του Γρηγοριάδη- τώρα παίρνουν μία ακόμη σημασία: κλείνουν το ταξίδι τους πατώντας στους χάρτες που μέχρι σήμερα έχουν διάπλατα ανοίξει σε τραπέζια που πριν είχαν πάνω τους φιλοξενήσει όνειρα. Έχω τη σοβαρή υποψία ότι, αν ο πρώτος κύκλος του Θεόδωρου Γρηγοριάδη είχε κλείσει με τα «Νερά της Χερσονήσου» (Κέδρος), ο δεύτερος κλείνει με τους «Χάρτες». Καιρός δείξεται και πάλι…

Σκέψη πριν το τέλος: οι απαιτητικοί συγγραφείς δεν χρειάζονται απαιτητικούς αναγνώστες. Χρειάζονται ανοιχτά μυαλά…

Από το blog Δημήτρης Αθηνάκης: http://dimitrisathinakis.blogspot.com/

1 σχόλιο:

Θεόδωρος Γρηγοριάδης είπε...

Αγαπητέ Δημήτρη
Αντί να ποστάρω ένα σχόλιο, προτίμησα να γράψω ένα σχόλιο, γι αυτό άλλωστε υπάρχουν τα blogs, να ανατρέπουν κώδικες -δήθεν- δεοντολογίας ανάμεσα σε αναγνώστες και συγγραφείς που ισχύουν σε περιοχές εκτός διαδικτύου.
Σε γνώρισα το 1998 ως αναγνώστη, εντελώς τυχαία. Από τότε συνέχισες να με διαβάζεις και να μου στέλνεις τις απόψεις σου όπου κι αν βρισκόμουν όπου κι αν ήσουν. Στους συγγραφείς αυτό αποκαλείται "ιδανικός αναγνώστης" που σε ακολουθεί του αρέσει δεν του αρέσει κατά καιρούς το έργο σου. Το ίδιο κάνω κάνω κι εγώ με πολλούς συγγραφείς.

Τώρα όσον αφορά την κριτική σου και όσα εγώ κρύβω ακόμη στα χαρτιά μου: μπορεί να αφήνω μερικά για τα επόμενα βιβλία ή μπορεί και εσύ να μην αποκωδικοποίησες όλο το υλικό του βιβλίου.
Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε και οι δυο ελπίδες...